home Άρθρα Γαλλικός ποταμός, ο χρυσοφόρος
Γαλλικός ποταμός, ο χρυσοφόρος

Η συλλογή ψηγμάτων χρυσού στον Γαλλικό ποταμό ξυπνά μνήμες από την αρχαία εποχή με το «Χρυσόμαλλο Δέρας» και μας συνδέει με τις πλούσιες πόλεις που η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αναδείξει κατά μήκος του ποταμού στο Κιλκίς. Αναζητούμε τις πηγές του χρυσού στα όρη Κρούσια και επιχειρούμε ένα ταξίδι στο μακρινό γεωλογικό παρελθόν για να κατανοήσουμε πώς σχηματίστηκε το πολύτιμο αυτό μέταλλο από τα μάγματα. Τέλος ακολουθούμε την πορεία των ψηγμάτων χρυσού μέσα στα ιζήματα και περιγράφουμε τις μεθόδους απόληψης με το σκαφίδιο. Ακολουθήστε μας στην κοίτη του Εχέδωρου, του ποταμού με τα δώρα, και ζήστε μαζί μας το πάθος της αναζήτησης του άφθαρτου λαμπερού χρυσού.

Κείμενο: Βασίλης Μέλφος
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή, Βασίλης Μέλφος
Γαλλικός ποταμός, ο χρυσοφόρος
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Θεσσαλονίκη

Ο χρυσοφόρος Γαλλικός και η ιστορία του

Ο Γαλλικός ποταμός πηγάζει από τις δυτικές υπώρειες του όρους Κρούσια, διασχίζει τις ημιορεινές εκτάσεις το Νομού Κιλκίς και αφού περάσει τα στενά Νάρες κοντά στο χωριό Νέα Φιλαδέλφεια, εισέρχεται στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης. Mετά από συνολικά 70 χλμ., εκβάλλει στον Θερμαϊκό κόλπο. Ήταν γνωστός από την αρχαιότητα με πολλά ονόματα, όπως Ηδωνός, Εχείδωρος, Εχέδωρος, Χείδωρος, Callicum, Gallicum. Ο Ηρόδοτος, τον 5ο αι. π.Χ., ήταν ο πρώτος που έκανε μνεία για τον ποταμό Χείδωρον (Ιστορίαι, 7.127), ενώ αναφορά έκαναν στον Εχέδωρον ο (ψευδο) Σκύλαξ στο Περίπλους (66), τον 4ο αι. π.Χ., καθώς και ο Στράβωνας στα Γεωγραφικά (7.21), τον 1ο αι. μ.Χ.

Αν και ανέκαθεν χείμαρρος και πολύ μικρότερος από τον Αξιό ποταμό που ρέει στα δυτικά, ο Γαλλικός έκλεψε την δόξα γιατί είναι εξαιρετικά πλούσιος σε χρυσάφι. Στο «Ετυμολογικὸν Μέγα», ένα λεξικό που γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1150 περίπου, στο λήμμα Εχέδωρος, καταγράφεται η εκμετάλλευση της χρυσοφόρας κοίτης του ποταμού και εξηγείται η προέλευση της ονομασίας του: «Εχέδωρος: ποταμός της Μακεδονίας, που παλαιότερα ονομαζόταν Ηδωνός. Ο έχων δώρα. Για να συλλέξουν τα ψήγματα χρυσού, οι ντόπιοι κουρεύουν δέρματα από κατσίκες και τα βυθίζουν στο νερό…».

Άρα διαπιστώνουμε ότι διαχρονικά οι ονομασίες του Γαλλικού σχετίζονται με το χρυσό που υπάρχει ακόμη και σήμερα άφθονος στην άμμο και στα ιζήματά του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον Αριστοτέλη στο Περί θαυμασίων ακουσμάτων (833β) ο οποίος περιγράφει παραστατικά, και ίσως με μία δόση υπερβολής, ότι οι κάτοικοι στην περιοχή της Παιονίας, όταν έπεφταν συνεχείς βροχές, έβρισκαν στο χώμα χρυσάφι που το ονόμαζαν «άπυρο». Και ήταν τόσο πολύ το χρυσάφι, που μερικές φορές οι βώλοι χρυσού ζύγιζαν τρεις ή ακόμη και πέντε μνες (1 μνα της κλασικής περιόδου ζύγιζε περίπου 433 γραμμάρια). Ο άνω ρους του Γαλλικού ποταμού συγκαταλέγεται στην αρχαία Παιονία που περιελάμβανε γεωγραφικά ένα μέρος του βόρειου τμήματος του αρχαίου Μακεδονικού βασιλείου, και άρα ο Αριστοτέλης πιθανώς να εννοούσε τον χρυσό του Γαλλικού.

Η ονομασία Gallicum είναι παράφραση του Callicum. Κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, στον 1ο αι. π.Χ., στις όχθες του Γαλλικού υπήρχε μία φρουρά με το όνομα Callicum, πιθανώς για τον έλεγχο της συλλογής του χρυσού. Το όνομα αυτό προέρχεται μάλλον από την σύνθετη αρχαία ελληνική λέξη «Καλλικώα» ή «Καλλικώς» που σημαίνει το μέρος όπου υπάρχει καλό δέρμα, αφού «κῶς» σημαίνει δέρμα. Η τεχνική συγκέντρωσης του χρυσού από τον ποταμό με το δέρμα από κατσίκες, αφού πρώτα το είχαν κουρέψει ώστε τα ψήγματα χρυσού να παγιδεύονται ανάμεσα στο κοντό τρίχωμα, παραπέμπει στην ιστορία με το Χρυσόμαλλο Δέρας. Εξάλλου, η Αργοναυτική Εκστρατεία σχετίζεται με τον έλεγχο της διακίνησης του χρυσού και των άλλων μετάλλων στην ΝΑ Ευρώπη κατά το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ.

Το 1900 ο Άγγλος περιηγητής Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποτ περνώντας με την αμαξοστοιχία κατά μήκος της αριστερής όχθης του Γαλλικού, περιγράφει την διαδικασία απόληψης του χρυσού από τους κατοίκους της περιοχής. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ένας από τους παραποτάμους του Γαλλικού είχε το σαγηνευτικό όνομα Αλντίν-Ντερέ ή Χρυσό ποτάμι. Οι κάτοικοι, μετά από κάθε δυνατή βροχή, έβγαιναν για συλλογή κόκκων χρυσού με ένα ρηχό ξύλινο σκαφίδι, το οποίο το γέμιζαν με άμμο. Στην συνέχεια το κινούσαν δυνατά με κυκλικές κινήσεις, μέσα στο τρεχούμενο νερό, ώσπου να απομακρυνθεί η άμμος, και οι μικροσκοπικοί κόκκοι του πολύτιμου μετάλλου, που είναι βαρύτεροι, να κατακαθίσουν στον πυθμένα. Ο Άμποτ περιγράφει και άλλες μεθόδους πιο περίπλοκες, κάτι που δείχνει ότι η συλλογή των ψηγμάτων χρυσού αποτελούσε μία προσοδοφόρα ασχολία, αφού όπως αναφέρει το κέρδος έφθανε στο ένα σελίνι και έξι πένες σε μία μέρα, ένα ποσό που στην Οθωμανική Μακεδονία αποτελούσε καλή ανταμοιβή εκείνη την εποχή.

Ο «πυρετός του χρυσού» συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Το 1938 ιδρύθηκε η εταιρία «Χρυσορυχεία Βορείου Ελλάδος» με Πρόεδρο τον Ηλία Ηλιόπουλο με σκοπό την οργανωμένη εκμετάλλευση του πολύτιμου μετάλλου με μία βυθοκόρο, δηλαδή έναν πλωτό εκσκαφέα. Ξέσπασε όμως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η όλη δραστηριότητα διακόπηκε έως το 1953, οπότε επισκευάσθηκε η σχεδόν κατεστραμμένη βυθοκόρος που λειτούργησε έως και το 1960. Στόχος ήταν η απόληψη του χρυσού από τα ιζήματα του Γαλλικού. Η χρυσοφόρος άμμος περνούσε μέσα από ένα μεγάλο περιστρεφόμενο κυλινδρικό κόσκινο και έπεφτε σε «τραπέζια» όπου τοποθετούσαν υδράργυρο. Ο χρυσός προσκολλούσε στον υδράργυρο και έτσι συλλεγόταν το αμάλγαμα. Μετά από τήξη, ο χρυσός διαχωριζόταν από τον υδράργυρο, και κατασκευαζόταν επιτόπου οι ράβδοι χρυσού. Αναφέρεται ότι μαζί με τον χρυσό συλλεγόταν και διάφορα άλλα αντικείμενα όπως σκάγια κυνηγιού, αρχαία νομίσματα, κοσμήματα κ.ά.

Η βυθοκόρος κάλυψε μία απόσταση 14 χλμ., από το χωριό Καμπάνη έως την Τέρπυλλο, από το 1953 έως το 1960. Συνολικά συλλέχθηκαν 1.355 κιλά χρυσού, δηλαδή περίπου 48 χιλιάδες ουγκιές. Η περιεκτικότητα της κοίτης του Γαλλικού σε χρυσό, κατά μήκος αυτής της ζώνης, φθάνει έως 0,30 g ανά κυβικό μέτρο. Εκτός από τον ίδιο τον Γαλλικό ποταμό, σημαντικές περιεκτικότητες σε χρυσό εντοπίζονται και στους παραποτάμους του, όπως τον ποταμό Σπανό, το Μεγάλο Ποτάμι και τον Ξηροπόταμο.

Σήμερα, κατά κύριο λόγο ο χρυσός εμφανίζεται υπό τη μορφή νιφαδωτών ψηγμάτων (μεγέθη μικρότερα των 2 χιλ.) και ψηγμάτων ικανών να συλλεχθούν με το χέρι (pickers, μεγέθη μικρότερα του εκατοστού). Τεμάχη χρυσού, που η μία τους διάσταση ξεπερνά το ένα εκατοστό, ονομάζονται nuggets. Πρόκειται για σπάνιο εύρημα που συνήθως συνοδεύεται από μικροκρυσταλλικό χαλαζία.

Ψήγματα χρυσού και θραύσματα ιστορίας… στον Εχέδωρο ποταμό της αρχαίας Κρηστωνίας

Οι εύφορες εκτάσεις στα ανατολικά του Αξιού ποταμού και στα ΝΑ της λίμνης Δοϊράνης μέχρι τον δασωμένο με βελανιδιές, κωνοφόρα και οξιές ορεινό όγκο του Δυσώρου (Κρούσια όρη), αποτελούσαν στον 5ο αι. π.Χ., σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης), την περιοχή της Κρηστωνίας. Η εκτεταμένη αυτή περιοχή ήταν πλούσια σε αγροτικά προϊόντα (αναφέρονται μεταξύ άλλων πλούσιες σοδειές σε σύκα, σταφύλια και ελιές), όπως και σε ξυλεία και σε βοσκοτόπια, αλλά και σε μεταλλεία στα Κρούσια, στα οποία Μακεδόνες βασιλείς, όπως ο Αλέξανδρος ο Α΄ κατά τον Ηρόδοτο, στήριζαν την οικονομική τους ισχύ. Την Κρηστωνία διέσχιζε από βορρά προς νότο ο Εχέδωρος ποταμός, φημισμένος για τις εκμεταλλεύσιμες προσχώσεις του σε ψήγματα χρυσού.

Σε αυτό το πρόσφορο για ποικίλες δραστηριότητες περιβάλλον, αναγνωρίζεται, κυρίως κατά μήκος της κοιλάδας του Γαλλικού ποταμού, μία πληθώρα καταλοίπων της έντονης διαχρονικής χρήσης του τόπου, όπως εκτεταμένοι επίπεδοι προϊστορικοί οικισμοί της Νεολιθικής (6η-4η χιλιετία π.Χ., όπως στην περιοχή Κολχίδας), της Εποχής του Χαλκού (3η-1η χιλιετία π.χ.) και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (10ος-7ος/6ος αι. π.Χ.), οικιστικά σύνολα στην κορυφή και τις πλαγιές χαμηλών λόφων της κλασικής και ύστερης αρχαιότητας (5ος αι. π.Χ. έως 4ος αι. μ.Χ., όπως στην περιοχή Πεδινού), δηλαδή σε θέσεις περίοπτες και στρατηγικής σημασίας για έλεγχο μετακινήσεων και επικοινωνίας, καθώς βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί οικισμοί και φρούρια (π.χ. στην Κολχίδα).

Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της εν μέρει ανασκαμμένης (1961, 1965-1966, 1977, 1993 κ.ε.) ρωμαϊκής πολιτείας στο Παλατιανό του Δήμου Κιλκίς, πιθανώς το αρχαίο Ίωρον (μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επιγραφική επιβεβαίωση), για το οποίο διαθέτουμε αρκετά στοιχεία για την πολεοδομική του οργάνωση, τη μορφή των κατοικιών του, τις δραστηριότητες των πολιτών του καθώς και την προγενέστερη ιστορία του.

Η ρωμαϊκή πόλη του Παλατιανού και το νεκροταφείο της αναπτύσσονταν σε δύο κατάφυτους γειτονικούς λόφους στη θέση Τορτσέλι (στον βόρειο λόφο η πόλη, στον νότιο το νεκροταφείο), στις χαμηλές λοφοσειρές των Κρουσίων. Ο Γαλλικός ποταμός έρρεε στα ριζά της πόλης, η οποία από τα ψηλότερα σημεία της είχε εξαιρετική εποπτεία της γύρω περιοχής. Αξιοσημείωτο είναι, ότι το Παλατιανό λόγω της θέσης του είχε το προνόμιο του ελέγχου του μοναδικού ορεινού περάσματος, που συνέδεε την Κρηστωνία και την Μυγδονία στα νότια, με την Παρορβηλία και την Σιντική στα βόρεια, δηλαδή σήμερα το Κιλκίς με την Κερκίνη και το νομό Σερρών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της νεότερης φάσης των ανασκαφών στο Παλατιανό, με επικεφαλής την αρχαιολόγο κα. Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη, η ρωμαϊκή πολιτεία ήκμασε από τον 1ο έως τον 3ο αι. μ.Χ. και διαδέχθηκε την ελληνιστική πόλη, η οποία είχε αναπτυχθεί στον ίδιο χώρο από τον 4ο έως τον 1ο αι. π.Χ.

Η ρωμαϊκή πόλη ήταν οχυρωμένη και πυκνοκατοικημένη. Οι γειτονιές της εκτείνονταν αμφιθεατρικά σε επάλληλα επίπεδα (κλιμακωτά) στο ανατολικό τμήμα του λόφου, με τα κτίσματα και τους δρόμους να είναι προσαρμοσμένα στο κατωφερικό, από Δ προς Α, φυσικό ανάγλυφο. Στην καλύτερα ανασκαμμένη γειτονιά της πόλης αποκαλύφθηκε ένα σημαντικό ταφικό ηρώο επιφανούς οικογένειας. Πρόκειται για στεγασμένο μνημειακό κτίσμα (διαστ. 6,17×6,20 μ.), στου οποίου τη δυτική πλευρά υπήρχε κτιστό βάθρο ύψους 1 μ., πάνω στο οποίο ήταν στημένα τέσσερα (4) μαρμάρινα αγάλματα, τρία ανδρικών μορφών και ένα γυναικείας. Τα ονόματα των νεκρών, οι οποίοι λατρεύονταν ως ήρωες, διασώζονται χαραγμένα στις τρεις μαρμάρινες πλάκες, που κάλυπταν την όψη του βάθρου, και είναι: Πατράος, Αμμία, Αλέξανδρος και Μήδης. Χαραγμένο σε μία από τις πλάκες είναι και ένα πέμπτο όνομα, του Ζοΐλου, του οποίου, όμως, το άγαλμα δεν τοποθετήθηκε ποτέ στο ηρώο. Το ταφικό κτίσμα περιέκλειε περίβολος (διαστ. 16,20×13,00 μ.). Στα βόρεια και δίπλα στο πρώτο ηρώο ανασκάφηκε ένα δεύτερο ηρώο με περίβολο (διαστ. 12,80×13,50 μ.). Ο εσωτερικός του χώρος, με τρία στεγασμένα δωμάτια στη δυτική πλευρά του, είναι διαμορφωμένος σε τρία κλιμακωτά επίπεδα. Νότια των ηρώων ήρθαν στο φως δύο κατοικίες με δωμάτια σε διάταξη σχήματος Γ και υπαίθριους χώρους στο πίσω τμήμα των σπιτιών. Δρόμος πλάτους 2,0-2,5 μ. και μήκους 77,0 μ. οδηγούσε στη γειτονιά των ηρώων. Την κορυφή του λόφου της πόλης περιβάλλει ένας πολυγωνικός περίβολος μήκους 96,0μ., που χωρίζεται σε τρία τμήματα και περικλείει έκταση 3,5 περ. στρεμμάτων, η οποία θεωρείται πιθανό να περιλαμβάνει το διοικητικό-θρησκευτικό κέντρο της πόλης.

Τα υλικά κατάλοιπα (κινητά ευρήματα) της ελληνιστικής και ρωμαϊκής πόλης του Παλατιανού επιτρέπουν την ανασύνθεση εικόνων από τις δραστηριότητες των κατοίκων. Πολλά ευρήματα παραπέμπουν στην καθημερινότητα της αρχαίας πόλης, όπως σε γυναικείες οικοτεχνικές δραστηριότητες (π.χ. άλεσμα δημητριακών, γνέσιμο και ύφανση) και σε αντικείμενα περιποίησης και φιλαρέσκειας των γυναικών (π.χ. χάλκινοι καθρέπτες, κοσμήματα), σε παιχνίδια των παιδιών (π.χ. πήλινα ζωόμορφα τροχήλατα αμαξάκια, κουδουνίστρες και αστράγαλοι) και σε αγροτικές εργασίες των ανδρών (μεγάλος αριθμός σιδερένιων γεωργικών εργαλείων). Επιπλέον, μεταξύ άλλων κινητών ευρημάτων ξεχωρίζουν οι μήτρες κατασκευής ειδωλίων, λυχναριών, πήλινων πλακιδίων και αγγείων, τα σιδερένια, χάλκινα και οστέινα εργαλεία, οι πήλινες και μολύβδινες αγνύθες, τα πήλινα και χάλκινα ειδώλια θεών, όπως της Κυβέλης, του Ερμή και του Διόνυσου, που φανερώνουν την ύπαρξη εργαστηριακών χώρων και χώρων λατρείας.

Το Παλατιανό αποτελεί μία από τις υπό έρευνα και μελέτη, αλλά και ανάδειξη θέσεις αρχαιολογικού-ιστορικού και άλλου ενδιαφέροντος του τμήματος της Π.Ε. Κιλκίς ανατολικά του Αξιού. Η συνέχιση των ανασκαφικών-αρχαιολογικών και διεπιστημονικών ερευνών (π.χ. γεωλογικές, γεωφυσικές) σε μερικές τουλάχιστον από τις πολυπληθείς αρχαίες πόλεις, τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία της  λεκάνης απορροής του Γαλλικού ποταμού, αλλά και στις μεταλλευτικές στοές στο Δύσωρον όρος, έχουν να αποκαλύψουν πολλά μυστικά από τα διασωζόμενα θραύσματα της μνήμης της ανθρώπινης δραστηριότητας πολλών χιλιετιών σε μια ακόμη άγνωστη για την ιστορική διαχρονία  της, αλλά δυναμική και παραγωγική περιοχή της ελληνικής περιφέρειας….

Γεωλογικά στοιχεία και κοιτάσματα χρυσού στα Κρούσια

Γιατί όμως ειδικά ο Γαλλικός ποταμός έχει τόσο πολύ χρυσό σε σχέση με τα υπόλοιπα ποτάμια της Βόρειας Ελλάδας; Η απάντηση βρίσκεται στις πηγές του, δηλαδή στα Κρούσια, και στην γεωλογική δομή των πετρωμάτων σε αυτό το όρος. Τα Κρούσια αποτελούν μία οροσειρά ήπιου μορφολογικού αναγλύφου και χωρίζονται στο Δύσωρο όρος (860 μ) στα ΒΔ και στο Μαυροβούνι (1179 μ) στα ΝΔ. Προς τα βόρεια, τα Στενά της Δοβήρου (Ντοβ-τεπέ) χωρίζουν την οροσειρά των Κρουσίων από το όρος ΚερκίνηΜπέλλες), ενώ στα δυτικά και τα ανατολικά αναπτύσσονται αντίστοιχα τα ποτάμια  Γαλλικός και Στρυμόνας.

Η λεκάνη απορροής του Γαλλικού αναπτύσσεται προς τα Ν-ΝΔ, αμφιθεατρικά, στις δυτικές πλαγιές του Δύσωρου όρους. Ένα σημαντικό δίκτυο παραπόταμων και ρεμάτων συνθέτουν την μεγάλη λεκάνη απορροής. Η σύνθετη γεωλογική ιστορία και η σημαντική παρουσία κοιτασμάτων χρυσού χαρακτηρίζουν την ευρύτερη περιοχή των Κρουσίων που ανήκει στην γεωλογική Ενότητα Βερτίσκου της Σερβομακεδονικής Μάζας. Η Ενότητα αυτή αποτελείται από μεταμορφωσιγενή και πυριγενή πετρώματα, η δημιουργία των οποίων οφείλεται στις σύνθετες γεωλογικές και τεκτονικές διεργασίες της εξέλιξης του φλοιού της Γης. Η ηλικία των παλαιότερων πετρωμάτων της περιοχής ξεπερνάει τα 500 εκ. χρόνια.

Κάνοντας μια προσπάθεια να κατανοήσουμε την γεωλογική εξέλιξη της περιοχής στα πλαίσια της Αλπικής Ορογένεσης θα πρέπει να κάνουμε ένα ταξίδι προς τα πίσω κατά 56 εκ. χρόνια, στην γεωλογική εποχή του Ηώκαινου (ἠώς=αυγή, καινός=νέος). Την εποχή εκείνη ο τεράστιος παλιός ωκεανός της Τηθύος είχε σχεδόν κλείσει, και μεγάλες οροσειρές (π.χ. Άλπεις, Ιμαλάια) είχαν δημιουργηθεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν εκτεταμένες γεωλογικές διεργασίες που οδήγησαν σε μεγάλες αλλαγές του φλοιού της Γης και των πετρωμάτων. Ανάμεσα σε αυτές τις διεργασίες ήταν η άνοδος μαγμάτων από τα έγκατα της Γης προς την επιφάνεια και τον σχηματισμό διαφόρων γρανιτικών πετρωμάτων. Ειδικά στην περιοχή της Β. Ελλάδας, η άνοδος του καυτού μάγματος, πριν από 30 έως 17 εκ. χρόνια, παρέσυρε τα μέταλλα που σχημάτισαν διάφορα κοιτάσματα σε όλη την έκταση από το Κιλκίς έως τον Έβρο.

Η ιστορία της περιοχής του Κιλκίς είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον ορυκτό της πλούτο, αφού το υπέδαφός της φιλοξενεί ένα πολύ μεγάλο αριθμό κοιτασμάτων βασικών και ευγενών μετάλλων. Ο Ηρόδοτος μας δίνει μία σημαντική πληροφορία σχετικά με τον ορυκτό πλούτο στην περιοχή και την εντατική εκμετάλλευσή του κατά την αρχαιότητα. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι «αμέσως μετά τη λίμνη Πρασιάδα, συναντά κανείς πρώτα τα μεταλλεία, τα οποία προσπόριζαν στον Αλέξανδρο Α’ (5ος αι. π.Χ.) ένα τάλαντο αργύρου την ημέρα, και μετά εισέρχεται στη Μακεδονία, αφού διασχίσει το όρος Δύσωρο».

Άρα τα κοιτάσματα στο Δύσωρο ήταν γνωστά από την αρχαιότητα και η εκμετάλλευσή τους μαρτυρείται από τα διάσπαρτα αρχαία μεταλλεία σε όλη την περιοχή. Τα κοιτάσματα αυτά περιέχουν κυρίως χρυσό, σίδηρο, ψευδάργυρο, μόλυβδο, χαλκό, μολυβδαίνιο και αντιμόνιο, αλλά και διάφορα άλλα σπάνια μέταλλα. Μερικά από τα σημαντικότερα κοιτάσματα βρίσκονται στο Μυριόφυτο, στη Βάθη, στην Κορυφή, στο Γερακαριό, στην Ποντοκερασιά, στο Λαοδικηνό και στην Κορωνούδα.

Όμως όλα τα κοιτάσματα δεν περιέχουν τα ίδια μέταλλα και δεν είναι το ίδιο πλούσια. Ενώ λοιπόν για παράδειγμα όλα τα κοιτάσματα της περιοχής είναι σχετικά πλούσια σε σίδηρο, ψευδάργυρο, μόλυβδο και χαλκό, το κοίτασμα στο Γερακαριό περιέχει επίσης σε μεγάλες ποσότητες ένα σπάνιο μέταλλο, το αντιμόνιο, ενώ στην Βάθη υπάρχει και αρκετό μολυβδαίνιο, επίσης σπάνιο μέταλλο. Όσον αφορά τον χρυσό, αυτός βρίσκεται σε σημαντικές ποσότητες σε όλα τα κοιτάσματα του Δύσωρου. Ο χρυσός φιλοξενείται κυρίως στα ορυκτά σιδηροπυρίτης και χαλκοπυρίτης, αλλά εντοπίζεται και με τη μορφή του αυτοφυούς χρυσού μέσα σε φλέβες χαλαζία.

 

Ο προσχωματικός χρυσός του Γαλλικού ποταμού

Με τον όρο «προσχωματικός χρυσός» περιγράφονται κοιτάσματα χρυσού μέσα σε ιζήματα και αποθέσεις ποταμών που εμπλουτίζονται σε χρυσό με φυσικές διεργασίες. Έτσι με την βοήθεια των έντονων φαινομένων της διάβρωσης και της αποσάθρωσης, αποκολλώνται οι μικροσκοπικοί κόκκοι χρυσού από τα μητρικά πετρώματα, και μέσω του νερού μεταφέρονται μαζί με τα υπόλοιπα υλικά στις κοίτες των ποταμών. Το μεγάλο ετήσιο θερμοκρασιακό εύρος, η σημαντική εποχιακή βροχόπτωση κατά τους φθινοπωρινούς και εαρινούς μήνες, καθώς και οι έντονοι Β-ΒΔ άνεμοι, οι συνθήκες παγετού και τα χιόνια κατά τους χειμερινούς μήνες, αποτελούν τους φυσικούς παράγοντες που δημιουργούν σημαντικές ποσότητες φερτών υλικών. Στο πέρασμα του γεωλογικού χρόνου, η δράση αυτών των φυσικών φαινόμενων συνέβαλε στην τροφοδοσία της κοίτης του Γαλλικού με σημαντικές ποσότητες ιζημάτων που περιέχουν πολυάριθμα ψήγματα χρυσού.

Κατά την είσοδο του χρυσού σε ένα ποτάμιο σύστημα σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ειδικό του βάρος. Ο χρυσός, όπως και η πλατίνα, είναι τα βαρύτερα θραύσματα ορυκτών στα ιζήματα της κοίτης του Γαλλικού. Τα μέταλλα αυτά είναι 19 φορές βαρύτερα από το νερό, ενώ συνήθως τα ορυκτά όπως ο χαλαζίας και οι άστριοι είναι περίπου 3 φορές βαρύτερα. Το ειδικό βάρος επομένως επηρεάζει τη μεταφορά των εκάστοτε ορυκτών σε συνάρτηση πάντα με την ταχύτητα ροής ενός ποταμού. Βαρέα ορυκτά, όπως ο χρυσός, απαιτούν μεγαλύτερες ταχύτητες ροής για να μετακινηθούν και ελάττωση της ροής για να αποτεθούν. Αυτό ακριβώς είναι το κλειδί για την μεταφορά και απόθεση του χρυσού και για τον λόγο αυτό ο ερευνητής θα πρέπει να εντοπίσει σημεία απότομης μείωσης της ταχύτητας του νερού. Τέτοια σημεία ονομάζονται «παγίδες χρυσού».

Η ταχύτητα ροής δεν είναι σταθερή σε όλο το πλάτος ενός ποταμού. Για την ακρίβεια υψηλότερες ταχύτητες σημειώνονται στα κεντρικά τμήματα της κοίτης όπως και στις εξωτερικές όχθες των ποταμών. Επομένως τέτοιες θέσεις θα είναι και οι λιγότερο ελπιδοφόρες για την αναζήτηση ψηγμάτων χρυσού. Η ταχύτητα μειώνεται στις εσωτερικές όχθες και έτσι οι θέσεις αυτές αποτελούν μια καλή περίπτωση για την έναρξη της εξερεύνησης.

Πέραν των χαμηλών ταχυτήτων, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο ρέει το νερό. Το νερό κινείται κυκλικά (ελικοειδής ροή) ως προς τα περιθώρια της κοίτης αποθέτοντας αποτελεσματικότερα το χρυσό. Η δειγματοληψία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εγκάρσια ως προς την όχθη του ποταμού όπου υπάρχει χαμηλή βλάστηση με ιδιαίτερα πυκνό ριζικό σύστημα. Οι ρίζες των φυτών αποτελούν σημαντικές παγίδες, διότι σε μια πλημμύρα λειτουργούν σαν εμπόδια στην πορεία του χρυσού. Το ριζικό σύστημα κατακρατά αποτελεσματικά τα χρυσοφόρα ιζήματα του ποταμού. Με την ίδια διαδικασία, και άλλα εμπόδια στην κοίτη του ποταμού, όπως είναι οι μεγάλες κροκάλες, λειτουργούν ως παγίδες.

Η μορφολογία, το μέγεθος καθώς και το σχήμα των ψηγμάτων χρυσού αποτελούν μια καταγραφή του γεωλογικού τους «ταξιδιού». Οι ιδιότητες αυτές μεταβάλλονται κατά τη μεταφορά του χρυσού μέσα στην κοίτη του ποταμού, από την πηγή προς τις εκβολές. Γενικά ένας κόκκος τείνει να μειωθεί σε μέγεθος και να αυξηθεί σε στρογγυλότητα καθώς αυξάνεται η απόσταση μεταφοράς του. Η μείωση του μεγέθους κατά μήκος ενός ποταμού μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους: α) με απώλεια υλικού ύστερα από την τριβή των κόκκων με άλλα ιζήματα, και β) με αναδίπλωση των κόκκων. Ο χρυσός είναι ένα ελατό μέταλλο και μπορεί να σφυρηλατηθεί σε πολύ λεπτά φύλλα. Με ανάλογο τρόπο και ένα ψήγμα χρυσού σφυρηλατείται με φυσικό τρόπο καθώς κινείται στο ποτάμι. Αυτή η διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αύξηση της στρογγυλότητας των κόκκων. Η σφυρηλάτηση μπορεί να δημιουργήσει έως και επίπεδους κόκκους, που αναδιπλώνονται από την πίεση που δέχονται.

Η μελέτη της επιφάνειας των ψηγμάτων χρυσού στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης, μας δίνει πληροφορίες για τα ορυκτά με τα οποία ο χρυσός βρισκόταν σε επαφή. Όπως επίσης πληροφορίες παίρνουμε και για την χημική σύσταση του χρυσού ο οποίος ποτέ δεν είναι καθαρός στην φύση. Πάντα δημιουργεί κράματα με τον άργυρο και συχνά με τον χαλκό, την πλατίνα, το τελλούριο και άλλα μέταλλα. Όλες αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές και μας βοηθούν να εντοπίσουμε την πηγή προέλευσης του χρυσού.

 

Αναζητώντας ψήγματα χρυσού στον Γαλλικό

Οι «χρυσοθήρες» για να είναι αποτελεσματικότεροι στην ανάκτηση χρυσού θα πρέπει να φτάσουν όσον το δυνατόν πλησιέστερα στο γεωλογικό υπόβαθρο, δηλαδή στο μητρικό πέτρωμα. Εξάλλου, τον ίδιο στόχο έχουν και οι κόκκοι χρυσού, λόγω του μεγάλου ειδικού βάρους τους. Στην περίπτωση του Κιλκίς το υπόβαθρο που απαρτίζεται κυρίως από μεταμορφωμένα πετρώματα, είναι ιδανικό για να αιχμαλωτίσει το «αιώνια λαμπερό» μέταλλο. Το χαρακτηριστικό των πετρωμάτων αυτών είναι η σχιστότητα που δημιουργεί ανώμαλες επιφάνειες όπου συλλέγεται ο χρυσός. Μια άλλη σημαντική παγίδα συσχετιζόμενη με το υπόβαθρο είναι οι «κολυμπήθρες». Πρόκειται για κυκλικές κοιλότητες στον βράχο, όπου συλλέγονται τα ψήγματα που κινούνται πολύ κοντά στη κοίτη του ποταμού.

Ο εξοπλισμός ενός σύγχρονου «χρυσοθήρα» είναι πολύ απλός. Ένα σκαφίδι για την εξερεύνηση είναι αρκετό, ενώ αν κάποιος επιθυμεί τη συγκέντρωση μεγαλύτερων ποσοτήτων χρυσού τότε θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την «τσουλήθρα». Στόχος και των δύο μέσων είναι η συγκέντρωση χρυσού, αλλά διαφέρουν ως προς τον τρόπο λειτουργίας. Τα δύο αυτά εργαλεία είναι μικρογραφίες της λειτουργίας του συστήματος: ποταμός-ίζημα-παγίδα. Στην περίπτωση του σκαφιδιού με τις έντονες αναταράξεις που του προκαλεί μέσα στο νερό ο ερευνητής, επιτυγχάνεται σταδιακά η διαβάθμιση των ιζημάτων. Τα βαρύτερα ορυκτά, μαζί με τον χρυσό, συγκεντρώνονται στον πυθμένα του σκαφιδιού.

Με την συνεχή «πλύση» της άμμου, απομακρύνονται πρώτα τα πολύ λεπτόκοκκα υλικά και στη συνέχεια τα ελαφριά ορυκτά όπως ο μοσχοβίτης, ο χαλαζίας και ο άστριος. Τα βαρύτερα υλικά, που παραμένουν ως υπολείμματα στο τέλος της διαδικασίας αυτής, αποτελούνται κατά κύριο λόγο από μαγνητίτη, γρανάτη και χρυσό. Το υλικό αυτό ονομάζεται «μαύρη άμμος» λόγω του χρώματος που έχει και το οποίο, οφείλεται στη μεγάλη ποσότητα του μαγνητίτη. Να σημειωθεί πως υπάρχουν χρυσοθήρες οι οποίοι με τη βοήθεια ενός μαγνήτη, συσσωρεύουν απευθείας τη μαύρη άμμο και στη συνέχεια αναζητούν τον χρυσό μέσα σε αυτήν.

Η μέθοδος με την τσουλήθρα προσπαθεί να μιμηθεί της φυσικές παγίδες, αλλά και την αρχαία τεχνική της χρήσης δερμάτων κατσίκας («Χρυσόμαλλο Δέρας»). Η τσουλήθρα καλύπτεται με ένα χοντρό ύφασμα με τραχιά επιφάνεια που μοιάζει με την σχιστότητα ενός μεταμορφωμένου πετρώματος.

 

Επίλογος

Σε μία εποχή που όλα γύρω μας τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, ο Γαλλικός ποταμός ακολουθεί τους δικούς του ρυθμούς. Κυλάει αργά και σταθερά, από τα Κρούσια και το Δύσωρο έως τον Θερμαϊκό κόλπο, μέσα στην κοίτη που ο ίδιος έχει σκάψει,. Στο διάβα του περνάει από όμορφα και γραφικά χωριά, αλλά και δίπλα από σημαντικές αρχαίες πόλεις, αναπολώντας τις δοξασμένες παλιές εποχές. Μαζί του συνεχίζει να μεταφέρει τον πολύτιμο, άφθαρτο, λαμπερό χρυσό και να τον αποθέτει στις φυσικές παγίδες κατά το διάβα του. Υπάρχουν και σήμερα κάποιοι, λίγοι, που οπλισμένοι με επιμονή και υπομονή αλλά και με το πάθος της αναζήτησης, και με εφόδια ένα γεωλογικό σφυρί, ένα φτυαράκι και τα σκαφίδια τους, εξακολουθούν να ψάχνουν τα χρυσά ψήγματα μέσα στην αμμώδη κοίτη του Γαλλικού, για να ανακαλύψουν τα δώρα του, όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες, από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Stergiou C.L, Melfos V., Voudouris P. (2018). A review on the critical and rare metals distribution throughout the Vertiskos Unit, N. Greece. Proceedings of the 1st International Electronic Conference on Mineral Science, 16-31 July 2018, 8 p. (https://sciforum.net/paper/view/conference/5453).
  • Αναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη Η. (1997). Παλατιανό (αρχαίο Ίωρον). Μια πόλη της αρχαίας Κρηστωνίας. Αρχαιολογία & Τέχνες, 64, 83-88.
  • Κωτσίδου Χ. (2011). Ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Παλατιανού. Αποκατάσταση κτισμάτων της αρχαίας πόλης. Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη, 22, 485-490.
  • Σαββοπούλου Θ. (2015). Αρχαιολογική Περιήγηση στο νομό Κιλκίς. Από τα προϊστορικά μέχρι τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. 2η συμπληρωμένη έκδοση, Κιλκίς.
  • Τσαμαντουρίδης Π. Ο ορυκτός πλούτος του Κιλκίς.
back-button
next-button
gallikos-potamos-o-xrusoforos gallikos-potamos-o-xrusoforos_1 gallikos-potamos-o-xrusoforos_2 gallikos-potamos-o-xrusoforos_3 gallikos-potamos-o-xrusoforos_4 gallikos-potamos-o-xrusoforos_5 gallikos-potamos-o-xrusoforos_6 gallikos-potamos-o-xrusoforos_7 gallikos-potamos-o-xrusoforos_8 gallikos-potamos-o-xrusoforos_9 gallikos-potamos-o-xrusoforos_10 gallikos-potamos-o-xrusoforos_11 gallikos-potamos-o-xrusoforos_12 gallikos-potamos-o-xrusoforos_14 gallikos-potamos-o-xrusoforos_15
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories