home Άρθρα Φωκίδα: Ευπάλιο Δωρίδος
Φωκίδα: Ευπάλιο Δωρίδος

Μοναστηράκι, Χιλιαδού, Μαναγούλη, Ευπάλιο και πάλι Μοναστηράκι.  Υπέροχες παραλίες, αθέατη ενδοχώρα.
Όμορφος τόπος το Μοναστηράκι, γραφικός. Με περιποιημένα μαγαζιά και ευγενική εξυπηρέτηση,  αρκετά παραδοσιακά σπίτια, μπουκαμβίλιες και γιασεμιά, στενά με σκαλοπάτια που φτάνουν ως την ακτή. Πολύ ωραίο είναι και το λιμανάκι με την πλακόστρωτη παραλία, ιδανική για χαλαρωτικό περίπατο ανάμεσα στους ψαράδες και στα δίχτυα τους.
Οργανωμένο θέρετρο η Χιλιαδού, με, ταβέρνες, καφέ και διάφορα καταστήματα σ’ όλο το μήκος της ακτής. Το ΝΔ άκρο της παραλίας, έχει μετατραπεί σ’ ένα μεγάλο αλιευτικό καταφύγιο, που εξασφαλίζει απάνεμο αραξοβόλι για ψαρόβαρκες και σκάφη αναψυχής.
Το μεγάλο σε διάρκεια απόγευμα του Ιούνη μας δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσουμε την περιήγησή μας προς τα δυτικά στους οικισμούς Μανάγουλη, Αγ. Πολύκαρπος και Μαλάματα. Εκτάσεις επίπεδες, αγροτικές, με καλλιέργειες που θυμίζουν Χιλιαδού αλλά χωρίς τουριστική ανάπτυξη αφού λείπουν οι ακτές.
Συνεχίζουμε βόρεια, φτάνουμε στον Μόρνο, όριο ανάμεσα στους νομούς Αιτωλοακαρνανίας και Φωκίδας. Μετά την κατασκευή της μεγάλης τεχνητής λίμνης του Μόρνου, η φαρδιά κοίτη του ποταμού παραμένει πια ξερή, γεμάτη κροκάλες και νεαρές πικροδάφνες που έχουν ήδη αναπτυχθεί. Αμέσως μετά συναντάμε το πολυπληθές Καστράκι, χτισμένο αμφιθεατρικά, με σημαντική συμμετοχή στον αγώνα κατά των Τούρκων το 1822 και το 1826.
Καθώς το απόγευμα πλησιάζει προς το τέλος του φτάνουμε στο διπλανό Ευπάλιο, την έδρα του ομώνυμου Δήμου. Μεγάλος οικισμός, χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 100 μέτρων, με αρκετά πετρόχτιστα σπίτια καλής αρχιτεκτονικής. Η μεγάλη πλατεία δίπλα στο δρόμο σκιάζεται από πλατάνια και μουριές. Την ήρεμη απογευματινή τούτη ώρα αρκετές παρέες ηλικιωμένων απολαμβάνουν καφεδάκι και κουβεντούλα στη δροσιά. Τους μιμούμαστε για λίγο. Μετά από τόσες ώρες στον ήλιο, αυτή η στάση είναι απαραίτητη.
Μοναστηράκι και πάλι. 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Φωκίδα: Ευπάλιο Δωρίδος
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Φωκίδα

Θεσσαλονίκη-Λαμία στη ζέστη του Ιούνη. Κίνηση πολλή, διόδια συνεχή, καθυστερήσεις κι εκνευρισμός. Ανηφορίζουμε για Μπράλο, τα βάσανα της Εθνικής Οδού τελειώνουν. Δροσίζει αμέσως η ατμόσφαιρα. Χαμηλά ο κάμπος ξεμακραίνει τυλιγμένος στην καταχνιά. Στο γνωστό μας – πια – βενζινάδικο στάση για καφεδάκι. Γεμίζουμε με την φθηνότερη βενζίνη της διαδρομής.

Άμφισσα, Ιτέα και Γαλαξείδι. Η ζέστη του απομεσήμερου διαπερνά τ’ ανοιχτά παράθυρα. Νησάκι Τροιζόνια, το μόνο κατοικημένο από τα μικρονήσια του Κορινθιακού. Τόπος γραφικός, που γνωρίσαμε και παρουσιάσαμε το περασμένο καλοκαίρι. Να και ο μοναχικός λόφος με την Ακρόπολη της Αρχαίας Γλύφας, εμπειρία μοναδική. Χαμηλά η πανέμορφη παραλία της Σεργούλας. Η κάτοψή της από την Ακρόπολη ήταν απαράμιλλη.

Πλησιάζουμε στον προορισμό μας, το παραθαλάσσιο Μοναστηράκι. Πρώτα ένα καφεδάκι στο λιμάνι. Ψαροταβέρνες, καφέ και ουζερί. Δροσούλα και αύρα θαλασσινή. Στις ελαφρές πνοές της λικνίζονται οι ψαρόβαρκες. Ξεχνάμε αμέσως τα 440 χιλιόμετρα κούρασης και ζέστης. Αρκούν μερικά μόνον λεπτά χαλάρωσης και θαλασσινού ζωογόνου αέρα.

Όμορφος τόπος το Μοναστηράκι, γραφικός. Με περιποιημένα μαγαζιά και ευγενική εξυπηρέτηση,  αρκετά παραδοσιακά σπίτια, μπουκαμβίλιες και γιασεμιά, στενά με σκαλοπάτια που φτάνουν ως την ακτή. Πολύ ωραίο είναι και το λιμανάκι με την πλακόστρωτη παραλία, ιδανική για χαλαρωτικό περίπατο ανάμεσα στους ψαράδες και στα δίχτυα τους.

Μισή ώρα στο Μοναστηράκι με τον γαρμπή του Κορινθιακού αρκεί για να ξανανιώσουμε. Ξαναβγαίνουμε στην Εθνική οδό με κατεύθυνση Δ, προς Ναύπακτο. Να ο πρώτος αμμουδερός κόλπος δίπλα στο Μοναστηράκι, με μια ρηχή λιμνοθάλασσα που επικοινωνεί με τον Κορινθιακό. Αφήνουμε το κεντρικό οδικό δίκτυο και συνεχίζουμε προς την διάσημη παραλία της Χιλιαδούς. Διασχίζουμε αρχικά μια επίπεδη αγροτική περιοχή με διάφορες καλλιέργειες, ξινόδεντρα, περιβόλια. Πολλά συγκροτήματα με παραθεριστικές κατοικίες, αδιάφορες αρχιτεκτονικά.

Οργανωμένο θέρετρο η Χιλιαδού, με, ταβέρνες, καφέ και διάφορα καταστήματα σ’ όλο το μήκος της ακτής. Το ΝΔ άκρο της παραλίας, έχει μετατραπεί σ’ ένα μεγάλο αλιευτικό καταφύγιο, που εξασφαλίζει απάνεμο αραξοβόλι για ψαρόβαρκες και σκάφη αναψυχής. Διασχίζουμε τον οικισμό με κατεύθυνση προς Μοναστηράκι και αμέσως αρχίζει η πασίγνωστη παραλία της Χιλιαδούς. Το μήκος της φτάνει σχεδόν το ενάμισι χιλιόμετρο. Τα νερά είναι γαλαζοπράσινα και ρηχά, άλλοτε με βότσαλα κι άλλοτε με άμμο. Μπαράκια και καφέ έχουν αναπτυχθεί το ένα δίπλα στο άλλο σε μια ατέλειωτη σειρά. Ομπρέλλες, τραπεζάκια και πολυθρόνες καταλαμβάνουν μεγάλα τμήματα της φαρδιάς αμμουδιάς.

Κόσμος πολύς, στη συντριπτική τους πλειοψηφία νεαροί, που πίνουν καφεδάκια, γρανίτες και χυμούς, ακούνε δυνατή μουσική, ενώ μερικοί κολυμπάνε στα ρηχά, ζεστά νερά. Εδώ το καλοκαίρι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Όσο όμως απομακρυνόμαστε από τα μπαράκια και καφέ, ο θόρυβος και ο κόσμος αραιώνουν. Στο τελείωμα περίπου της παραλίας, διαπιστώνουμε ξαφνικά, ότι είμαστε ολομόναχοι. Ένας χείμαρος εκβάλλει στη θάλασσα με άφθονο, ολοκάθαρο νερό. Αμέσως μετά αρχίζει ένας μικρός, πανέμορφος κολπίσκος. Ηρεμία καθολική, οι μόνοι ήχοι προέρχονται από το κελάρυσμα του χειμάρρου πάνω στα βότσαλα.

Καθόμαστε για λίγο στο ακροθαλάσσι, παρακολουθούμε την αέναη κινητικότητα των νερών στην επιφάνεια του Κορινθιακού, αγναντεύουμε τον όγκο του αντικρινού Παναχαϊκού και τις Πελοποννησιακές ακτές. Πού και πού το αεράκι φέρνει τον απόηχο της μουσικής από τα μπαράκια της Χιλιαδούς.

Το μεγάλο σε διάρκεια απόγευμα του Ιούνη μας δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσουμε την περιήγησή μας προς τα δυτικά στους οικισμούς Μανάγουλη, Αγ. Πολύκαρπος και Μαλάματα. Εκτάσεις επίπεδες, αγροτικές, με καλλιέργειες που θυμίζουν Χιλιαδού αλλά χωρίς τουριστική ανάπτυξη αφού λείπουν οι ακτές.

Συνεχίζουμε βόρεια, φτάνουμε στον Μόρνο, όριο ανάμεσα στους νομούς Αιτωλοακαρνανίας και Φωκίδας. Μετά την κατασκευή της μεγάλης τεχνητής λίμνης του Μόρνου, η φαρδιά κοίτη του ποταμού παραμένει πια ξερή, γεμάτη κροκάλες και νεαρές πικροδάφνες που έχουν ήδη αναπτυχθεί. Αμέσως μετά συναντάμε το πολυπληθές Καστράκι, χτισμένο αμφιθεατρικά, με σημαντική συμμετοχή στον αγώνα κατά των Τούρκων το 1822 και το 1826.

Καθώς το απόγευμα πλησιάζει προς το τέλος του φτάνουμε στο διπλανό Ευπάλιο, την έδρα του ομώνυμου Δήμου. Μεγάλος οικισμός, χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 100 μέτρων, με αρκετά πετρόχτιστα σπίτια καλής αρχιτεκτονικής. Η μεγάλη πλατεία δίπλα στο δρόμο σκιάζεται από πλατάνια και μουριές. Την ήρεμη απογευματινή τούτη ώρα αρκετές παρέες ηλικιωμένων απολαμβάνουν καφεδάκι και κουβεντούλα στη δροσιά. Τους μιμούμαστε για λίγο. Μετά από τόσες ώρες στον ήλιο, αυτή η στάση είναι απαραίτητη.

Μοναστηράκι και πάλι. Με το πέσιμο του ήλιου το λιμανάκι είναι πολύ ειδυλλιακό. Ο κόσμος, ξένοι και ντόπιοι, έχει ήδη αρχίσει να συγκεντρώνεται στα ταβερνεία και στα καφέ για τις ώρες της νυχτερινής απόλαυσης δίπλα στη θάλασσα. Πριν καθίσουμε κι εμείς κάνουμε έναν χαλαρό περίπατο στην πλακόστρωτη προκυμαία. Καθώς τελειώνει το λιμανάκι, στρίβει αριστερά η προκυμαία, αποκτά ένα πετρόχτιστο τοιχαλάκι και, σαν στενός πλακόστρωτος δρομίσκος, καταλήγει στο εσωτερικό ενός όρμου βοτσαλωτού.

Είν’ ένας τόπος απίστευτα γραφικός. Ο όρμος μοιάζει με μια κλειστή αγκαλιά, που το άνοιγμά της δεν ξεπερνάει τα 200 μέτρα. Σε μικρή απόσταση από την ακτή είναι χτισμένα μερικά σπίτια με πυκνά δέντρα και λουλούδια. Πολύ κοντά στο νερό μερικά αρμυρίκια. Η ηρεμία είναι καθολική.

Σ’ αυτό τον τόπο, τόσο κοντά στο κέντρο του οικισμού μα ταυτόχρονα τόσο μοναχικό, υπάρχει μια και μοναδική ταβερνούλα. Κάποια προωθημένα τραπεζάκια της βρίσκονται μερικά μέτρα πάνω απ’ το νερό. Μια κατάσταση εντελώς ιδιωτική. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η ανυπαρξία μουσικής, ένα φαινόμενο πρωτόγνωρο για επιχείρηση αυτού του είδους. Καθώς πλησιάζει ο σερβιτόρος τον ρωτάμε:

Η μουσική θ’ αρχίσει αργότερα; Χαμογελάει.

Όχι, δεν θα υπάρξει καθόλου μουσική. Πιστεύουμε, ότι καλύτερα χαλαρώνει κανείς με φυσικούς ήχους..

Δεν ξέρω, αγαπητοί μου αναγνώστες, ποια θάναι στη διάρκεια του καλοκαιριού η εξέλιξη των πραγμάτων, το βέβαιο όμως είναι, πως τούτο το βράδυ στην μοναδική ταβερνούλα της ακτής του Γεροπίκουλα στο Μοναστηράκι, απολαμβάνουμε με τον Πέτρο ένα εξαίσιο δείπνο με ολόφρεσκα ψαράκια και με μοναδική συντροφιά τον ήχο των κυμάτων στα βοτσαλάκια της ακτής.

Απέναντι, σε απόσταση αναπνοής τρεμοπαίζουν τα αναρίθμητα φωτάκια από τα παραθαλάσσια και ορεινά χωριά της Πελoποννήσου. Έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε σ’ έναν τόπο της Ελλάδας μικρό αλλά τόσο ιδιαίτερο, που είναι αδύνατον να υποψιαστεί κανείς, αν δεν λοξοδρομήσει μερικές εκατοντάδες μέτρα από την Εθνική οδό.

 

Η ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΕΥΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ

 

Η μέρα ξημερώνει ευχάριστα δροσερή. Χωρίς καθυστέρηση ξεκινάμε για το Ευπάλιο. Είναι πολλά και σημαντικά αυτά που πρέπει να επισκεφθούμε. Καθώς ανηφορίζουμε πάνω από το Μοναστηράκι, αποκαλύπτεται χαμηλά το εκπληκτικό πανόραμα της ακτογραμμής. Μοναστηράκι, Λιμνοθάλασσα, Χιλιαδού. Η εικόνα από ψηλά είναι ασύγκριτης ομορφιάς. Στο βάθος του ορίζοντα το εκπληκτικό περίγραμμα της Γέφυρας, που ενώνει την Στερεά με την Πελοπόννησο.

Στο υψηλότερο σημείο της διαδρομής σχηματίζεται ένας αυχένας, απ’ όπου έχουμε θέα του Ευπάλιου χαμηλότερα. Την πρωινή τούτη ώρα ο οικισμός σφύζει από ζωή, με πολλά παιδιά Γυμνασίου και Λυκείου συγκεντρωμένα μπροστά στο Δημαρχείο και την πλατεία. Ο Δήμαρχος Τάσσος Παγώνης μας κερνάει καφεδάκι. Άνθρωπος γελαστός, συμπαθής και εξωστρεφής, μας επισημαίνει τα σημαντικότερα σημεία της περιοχής.

Στην Αρχαία Ακρόπολη πήγατε; ρωτάει κάποια στιγμή ο Αντιδήμαρχος Γιάννης Θωμόπουλος.

Έχουμε ακούσει γι’ αυτήν, θα σας ρωτούσαμε πού είναι.

– Μα, αν ήρθατε από το Μοναστηράκι περάσατε από κοντά. Είναι στον λόφο, δίπλα στον αυχένα.

– Τι απομένει από το παρελθόν; ρωτάω τον Αντιδήμαρχο.

Λίγα πράγματα, μου απαντάει. Κι αυτά κρυμμένα μέσα στα πουρνάρια.

Διστάζουμε μόνον για μερικά δευτερόλεπτα με τον Πέτρο. Ύστερα ξεκινάμε αμέσως για την Ακρόπολη, πριν μας προλάβει η ζέστη. Σε απόσταση 800 μέτρων από το Δημαρχείο συναντάμε έναν δρομίσκο, αθέατο σχεδόν μέσα στα χόρτα. Αθέατη είναι και η μεγάλη πεσμένη πινακίδα. Διαβάζουμε πάνω της: «ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ 1992 ΔΩΡΙΚΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΕΥΠΑΛΙΟΥ, ΔΑΠΑΝΑΙΣ IZABEL MYERS ΚΟΥΒΕΛΗ, ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΒΕΛΗ». Δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί είχε και εξακολουθεί να έχει αυτή την τύχη η πινακίδα.

Ξεκινάμε τον χωματόδρομο προς τον λόφο. 100 μέτρα μετά συναντάμε την πολύ μικρότερη – αλλά όρθια – πινακίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με την ένδειξη «ΑΡΧΑΙΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ». Στο σημείο βέβαια αυτό δεν υπάρχει κανένα ίχνος αρχαίας ακρόπολης. Συνεχίζουμε με το αυτοκίνητο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά ο δρομίσκος καταλήγει μπροστά σε μια πεσμένη υποτυπώδη περίφραξη. Κατεβαίνουμε και αρχίζουμε να ψάχνουμε. Ένας λαφιάτης που πρέπει να πλησιάζει τα 2 μέτρα, φεύγει βιαστικά μέσα από τα πόδια μας.

Καθόλου ευχάριστο αυτό το συναπάντημα, λέει ο Πέτρος και δεν μπορώ να διαφωνήσω μαζί του.

Βρίσκουμε μεγάλα ραβδιά από πουρνάρι και μ’ αυτά ανοίγουμε τον δρόμο. Αγριελιές, πουρνάρια, γαϊδουράγκαθα, δεντρομολόχες, κίτρινοι αγκαθωτοί θάμνοι, γκριζωπές ασβεστολιθικές πέτρες. Τόπος σκληρός αλλά όμορφος. Στο εσωτερικό του λόφου εμφανίζονται πού και πού κάποιοι λιθοσωροί. Ξέρουμε όμως πολύ καλά, ότι για να βρούμε ίχνη αρχαίας οχύρωσης, πρέπει να κατευθυνθούμε στα ακραία σημεία του λόφου.

Με δυσχερή πρόσβαση προς τα νότια καταφέρνουμε μετά από μερικές δεκάδες μέτρα να φτάσουμε σ’ ένα σημείο, όπου διασώζονται μερικοί λαξευτοί ογκόλιθοι μέσα στα πουρνάρια, σε ύψος 2 περίπου μέτρων. Είναι μεγάλη η χαρά μας, που βρίσκουμε αυτά τα πρώτα υπολείμματα του αρχαίου τείχους, έστω και σ’ αυτή την κατάσταση. Εξίσου μεγάλη είναι η ικανοποίησή μας από την εξαίρετη θέα που εξασφαλίζει το στρατηγικό αυτό σημείο στον κάμπο και στα παράλια της Χιλιαδούς, στον Κορινθιακό και στην Πελοπόννησο, ως την πόλη της Πάτρας.

Προσπαθούμε να συνεχίσουμε, η πρόσβαση όμως είναι τόσο δύσβατη, που μας υποχρεώνει να επιστρέψουμε στο αρχικό σημείο. Από εδώ αρχίζει ένας υποτυπώδης δρόμος με κατεύθυνση Δ. Κάποιο συνεργείο έχει προφανώς καθαρίσει τα χόρτα. Έτσι βλέπουμε έγκαιρα τον δεύτερο λαφιάτη. Κατάσπαρτα στο έδαφος πολλά όστρακα. Ο καθαρισμένος δρομίσκος συνεχίζει περιμετρικά του λόφου. Πού και πού διακρίνουμε μέσα στα πουρνάρια υπολείμματα οχύρωσης. Φτάνουμε στο ΝΔ άκρο του λόφου. Εδώ επιτέλους, συναντάμε ένα τμήμα τείχισης καλύτερα διατηρημένο από τα άλλα. Η θέα από εδώ είναι επίσης υπέροχη.

Στρέφουμε το βλέμμα μας προς τα ΝΑ. Εκεί μοιάζει να διασώζεται ένα πολύ καλό τμήμα οχύρωσης. Ξεκινάμε αμέσως. Στενό μονοπάτι μέσα στα πουρνάρια και η ματιά μου διασταυρώνεται ξαφνικά με το μάτι του… δράκοντα του πύργου, του τρίτου λαφιάτη που παραμονεύει κάτω απ’ το πουρνάρι. Κοιταζόμαστε για τρία δευτερόλεπτα. Πριν κινήσω το ραβδί μου κάνει μια στροφή και εξαφανίζεται. Βάζουμε τα γέλια με τον Πέτρο. Σαν νάχουν συμμαχήσει τα ερπετά για να μας αποθαρρύνουν.

Ανοίγουμε δρόμο με τα ραβδιά μας και σε τρία λεπτά φτάνουμε στο Ν-ΝΑ τμήμα του λόφου. Εδώ για πρώτη φορά διαπιστώνουμε και το πλάτος της οχύρωσης που φτάνει σχεδόν τα 3 μέτρα. Μερικά μέτρα πιο πέρα συναντάμε πολύ καλή τοιχοποιία, με ύψος που πλησιάζει τα 3 μέτρα. Βρισκόμαστε ήδη πάνω από το αρχικό σημείο, που με την δύσβατη πρόσβαση μας είχε υποχρεώσει να επιστρέψουμε. Έχουμε δηλαδή ολοκληρώσει την περίμετρο της αρχαίας ακρόπολης του Ευπαλίου. Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι για την επιμονή μας.

Δέκα μέτρα πριν φτάσουμε στο αυτοκίνητο, ένα τέταρτο φίδι αναλαμβάνει να μας αποχαιρετήσει εκ μέρους όλων των ερπετών της Ακρόπολης. Οπωσδήποτε η θερινή περίοδος δεν είναι η πιο κατάλληλη για μια επίσκεψη σ’ αυτό τον τόσο αξιόλογο τόπο.

Μετά την αρχαία ακρόπολη ξεκινάμε ν’ ανακαλύψουμε ένα παμπάλαιο μνημείο της Ορθοδοξίας, κρυμμένο καλά από τα μάτια των περαστικών. Είναι ο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, μετόχι από τον 12ο αιώνα της περίφημης Μονής της Βαρνάκοβας.

Βγαίνουμε από το Ευπάλιο με κατεύθυνση Α-ΒΑ προς Μονή Βαρνάκοβας. Στην διασταύρωση ακολουθούμε αριστερά την πινακίδα προς Αγ. Ιωάννη. Με νέα πινακίδα στα δεξιά εισχωρούμε σε πολύ στενό ασφαλτόδρομο. Χαραδρώσεις και πυκνά πουρνάρια, κάποια μαντριά. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά ο δρόμος τερματίζει. Βρισκόμαστε σε μια ρεματιά, κατάφυτη από πανύψηλους ευκαλύπτους, πικροδάφνες και γιγάντια πλατάνια. Αν και η κοίτη την περίοδο αυτή είναι ξερή, ο τόπος είναι δροσερός και πανέμορφος, ένα τοπίο παραδεισένιο.

Διασχίζουμε την κοίτη, ανηφορίζουμε μερικά σκαλοπάτια σε έδαφος περιποιημένο και καθαρό. Δυο λεπτά μετά προβάλλει μπροστά μας ο ναός του Αγ. Ιωάννη, με πολλαπλές υποστηλώσεις που προσπαθούν να διατηρήσουν όρθιο το μνημείο, μετά τις καθιζήσεις και τις φθορές από το χρόνο. Ακόμα κι έτσι ο ναός εξακολουθεί να φέρει αναλλοίωτη την αίγλη της βυζαντινής του αρχιτεκτονικής, με τους πωρόλιθους και τα κεραμιδάκια, ένα μνημείο εκπληκτικό σε μια τοποθεσία απαράμιλλης ομορφιάς.

Υπάρχει όμως κι ένα άλλο μνημείο στην περιοχή. Βρίσκεται στην τοποθεσία Σιριβέλι, 300 μέτρα  πριν από τον ναό του Αγ. Ιωάννη, 100 περίπου μέτρα έξω από τον δρόμο. Σε λοφίσκο με υψόμετρο 220 μέτρων σώζονται υπολείμματα ενός Οθωμανικού συγκροτήματος κτιρίων, που πρέπει να κατοικήθηκαν με το πέρασμα της περιοχής στα χέρια των Τούρκων, μετά το 1701. Τα κτίρια είναι πολύ ερειπωμένα, αποκαλύπτουν όμως τον τρόπο κατασκευής τους από γκρι ασβεστόλιθο, ισχυρό ασβεστοκονίαμα και ξυλοδεσιές, που έχουν σχεδόν καταστραφεί Από τη θέση τους επίσης έχουν αφαιρεθεί και όλοι οι γωνιόλιθοι, πολύτιμο οικοδομικό υλικό για τους μεταγενέστερους κατοίκους της περιοχής. Εγκαταλείπουμε αυτό το κτιριακό φάντασμα και παίρνουμε τον δρόμο για τη Μονή της Βαρνάκοβας.

Δρόμος ανηφορικός με στροφές, ορεινοί οικισμοί Δροσάτου και Φιλοθέης με αρκετό ενδιαφέρον, κατάφυτη διαδρομή με βαλανιδιές κυρίως αλλά και πολλά άλλα δέντρα. 10 περίπου χλμ. μετά το Ευπάλιο αφήνουμε το κεντρικό δίκτυο και στρίβουμε αριστερά. Έξι χλμ. μετά προβάλλει απέναντί μας η Μονή, σε κορυφή λοφίσκου στα 750 μέτρα, μισοχαμένη ανάμεσα στα δέντρα. Αισθανόμαστε δέος μπροστά στον ψηλό, χοντρό πέτρινο τοίχο, που δίνει στο μοναστήρι όψη φρουρίου. Μια –δικαιολογημένα επιφυλακτική στην αρχή αλλά ευγενική γερόντισσα μας επιτρέπει την είσοδο στο εσωτερικό της Μονής.

Είναι συγκλονιστική η αίσθηση να βρισκόμαστε σ’ αυτό το μοναστήρι, που ξεκίνησε την ιστορική του διαδρομή από το 1077 μ.Χ., τότε που το ίδρυσε ο Όσιος Αρσένιος ο Βαρνακοβίτης. 10 σχεδόν αιώνες μετά το καστρομονάστηρο της Βαρνάκοβας συνεχίζει το πνευματικό του έργο και αποτελεί το πέμπτο αρχαιότερο μοναστήρι της Ελλάδος, συνομήλικο με αυτό των Μετεώρων του 1076.

Κυρίαρχο στο χώρο είναι το Καθολικό, με τον στιβαρό πέτρινο όγκο του. Μετά τον μεγάλο σεισμό του Ιουνίου του 1995 η Μοναστική Αδελφότητα μερίμνησε να υποστηριχθεί η τοιχοποιία του ναού με μεγάλα χαλύβδινα υποστηλώματα. Στο εσωτερικό επίσης έχουν προστατευθεί οι κολώνες και ο τρούλλος.

Στα θαυμάσια βιβλία που έχει εκδώσει η Μονή περιγράφεται με μεγάλη γλαφυρότητα η συγκλονιστική χιλιόχρονη ιστορία του μοναστηριού, που συμμετείχε σ’ όλες τις περιπέτειες του έθνους από τα χρόνια του Βυζαντίου ως την σύγχρονη εποχή. Περιγράφονται επίσης πολλά από τα θαύματα της εικόνας της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας, της επονομαζόμενης και «Γιάτρισσας».

Από τον μακρύ κατάλογο των επιφανών προσωπικοτήτων που, κατά καιρούς λάμπρυναν με την παρουσία τους τη Μονή, περιοριζόμαστε να αναφέρουμε, αρχικά τον ιδρυτή της, Όσιο Αρσένιο τον Βαρνακοβίτη, τον Όσιο Δαυίδ της Εύβοιας, Ηγούμενο της Μονής από το 1520 ως το 1532, τον Μοναχό και λόγιο Νικόδημο Καβάσιλα, τις ιστορικές μορφές των Κομνηνών του Δεσποτάτου της Ηπείρου, δυο εκ των οποίων έγιναν μοναχοί, την ηρωική μορφή του Ηγουμένου Κοσμά Θεοχάρη, που αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων στους Τούρκους κατά την πολιορκία της Μονής το 1826.

Τέλος, μια μεγάλη μορφή συνδεδεμένη με την Βαρνάκοβα είναι ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας, που ανακαίνισε την Μονή το 1831, μετά την ανατίναξη και μερική καταστροφή της από τους Τούρκους το 1826.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε, ότι η Βαρνάκοβα υπήρξε κέντρο πνευματικής ακτινοβολίας στη Δωρίδα και Ναυπακτία και γενικότερα στην Στερεά Ελλάδα κατά τον 16ο αιώνα. Με κίνδυνο των μοναχών λειτούργησε Κρυφό Σχολειό ανωτέρας βαθμίδος από το 1520 ως το τέλος περίπου του 19ου αιώνα.

Από την καταστροφή του Καθολικού διασώθηκε, στο σύνολό του σχεδόν, το αυθεντικό δάπεδο με τα «μαρμαροθετήματα», που αποτελούνται από ζωικές και γεωμετρικές παραστάσεις μοναδικής τέχνης. Σύμφωνα με το βιβλίο της Μονής: « το δάπεδον της Βαρνάκοβας και λόγω του αριθμού και του μεγέθους των ζωϊκών παραστάσεων ας περιέχει και λόγω της καλής αυτού διατηρήσεως, δύναται να θεωρηθεί ως το μοναδικόν και άριστον γνωστόν παράδειγμα βυζαντινού μετά ζωικών παραστάσεων μαρμαροθετήματος του ΙΑ΄ ή ΙΒ΄ μ.Χ. αιώνος».

Στο Αρχονταρίκι η γερόντισσα μας προσφέρει λουκουμάκι και δροσερό βουνίσιο νερό. Χώρος εκπληκτικός, μικρός, χαμηλοτάβανος, με πέτρινο τζάκι και καταπληκτική χειροποίητη ξυλόσομπα. Η πρωτοτυπία όμως έγκειται στο γεγονός, ότι αντί για συνηθισμένα καθίσματα, υπάρχουν κορμοί δέντρων με μαξιλαράκια.

Εντύπωση μας προκαλούν τα πολλά χειρόγραφα, τα κομμάτια από γλυπτά μαρμάρινα αρχικτεκτονικά μέλη της πρώτης περιόδου της Μονής, καθώς και επιτύμβιες πλάκες των Κομνηνών του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Από δυο μικρά παράθυρα μπαίνει λιγοστό φως. Κάποτε ήταν πολεμίστρες.

Στον αύλειο χώρο και πάλι. Άπλετο φως αλλά και δροσιά και σκιά από γιγάντιες φλαμουριές. Παρτέρια, λουλούδια, δέντρα και φυτά, όλα τακτοποιημένα και περιποιημένα. Στην άκρη της αυλής, το «Μπαλκόνι της Παναγίας», ένας χώρος ανάπαυσης και γαλήνης με απέραντο ορίζοντα, που καταλήγει στους ορεινούς όγκους των Βαρδουσίων και της Γκιώνας.

Αποχαιρετάμε την Γερόντισσα, αποχαιρετάμε την Βαρνάκοβα. Νιώθουμε ξαφνικά ανάλαφροι, σαν να ξεκίνησε μόλις η ημέρα μας. Συνεχίζουμε για λίγο βόρεια και μετά στρέφουμε ανατολικά, στις εσχατιές του Δήμου Ευπαλίου. Περνάμε διαδοχικά τα χωριά Τείχιο, Παλαιοξάρι και Ποτιδάνεια. Μόνον όποιος βρεθεί εδώ μπορεί ν’ αντιληφθεί τι σημαίνει περιποιημένοι ορεινοί οικισμοί. Εξαφανισμένα τα χωριά μέσα στην βλάστηση, στη δροσιά και στην αφθονία των βουνίσιων νερών, στην πληθωρική παρουσία των οπωροφόρων δέντρων. Τα κλαδιά από τις καρυδιές και κερασιές λυγίζουν κάτω από το βάρος των καρπών. Συναντάμε ανθρώπους χαμογελαστούς και ευγενικούς, νοικοκυρόσπιτα και περιβολάκια, πίνουμε μοναδικής ποιότητας νερά.

Μεσημέρι στο Τείχιο. Εδώ γνωριζόμαστε τυχαία με τον Βασίλη Σταθόπουλο, Πρόεδρο του Τοπικού Συμβουλίου. Μας κόβει μερικά κλαδιά κατάφορτα με κεράσια και αμέσως μετά μας καλεί στο σπίτι του για ένα τσιπουράκι. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε. Σε δυο λεπτά βγάζει κρεμμυδάκια και μαρουλάκια από το περιβόλι, φέρνει ντόπιο τυρί, τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. Απέναντι μας γνέφουν τα Βαρδούσια και η Γκιώνα.

Αμέσως μετά το Παλαιοξάρι ένας καλός δασικός δρόμος μας οδηγεί σ’ ένα υψίπεδο με υψόμετρο 900 μέτρων. Εδώ ανεγείρεται μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα, που θα χρησιμοποιείται και ως κέντρο προετοιμασίας ομάδων, σ’ ένα φυσικό περιβάλλον απερίγραπτης ομορφιάς.

Μερικά χλμ. μετά το Παλαιοξάρι συναντάμε πάνω από το δρόμο το εξωκκλήσι του Αη-Γιώργη. Δροσιά, σκιά και κρύο νερό. Αλλά και κάτι απρόσμενο. Ένα γηπεδάκι με κερκίδες. Κάθε χρόνο πριν από το 15Άυγουστο φιλοξενούνται εδώ, σε υψόμετρο 850 μέτρων, μουσικές εκδηλώσεις με σπουδαίους καλλιτέχνες. Δυο χρόνια πριν είχε έρθει ο Σαββόπουλος.

Ποτιδάνεια. Μεγάλος και πανέμορφος οικισμός με μεγάλη αμφιθεατρικότητα. Καρυδιές, καστανιές και κερασιές, σπάρτα και αστείρευτα νερά. Καθώς απομακρυνόμαστε μερικές εκατοντάδες μέτρα, εξαφανίζεται ο κύριος όγκος του χωριού. Απομένει μόνον μια λοξή και με μεγάλη κλίση γραμμή σπιτιών, μια εικόνα πολύ ιδιαίτερη.

Μετά την Ποτιδάνεια η λογική εξέλιξη είναι η επιστροφή από τον ίδιο δρόμο. Εμείς όμως αναζητούμε περιπέτειες. Εφοδιασμένοι με τον πολύ καλό χάρτη της «Ανάβασης», (ΦΩΚΙΔΑ, Ορεινή Ναυπακτία, 1:100.000) συνεχίζουμε ανατολικά, στον Δήμο Λιδορικίου.

Περιθιώτισσα, Στίλια, Μηλιά, Μακρινή, χωματόδρομος, Δαφνοχώρι, Ελιά, παράλια Κορινθιακού και στο τέλος Μοναστηράκι. 70 σχεδόν ορεινά χιλιόμετρα, συναρπαστικά αλλά δύσκολα, με αναρίθμητες στροφές.

 

ΤΡΙΚΟΡΦΟ ΚΑΙ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ.

ΣΚΑΛΩΜΑ, ΜΑΡΑΘΙΑΣ ΚΑΙ ΣΕΡΓΟΥΛΑ

 

Πάνω από το Καστράκι παίρνουμε τις ανηφοριές για το Τρίκορφο. Τα τελευταία 15 χρόνια το όνομα του οικισμού έχει αδιάσπαστα συνδεθεί με τις δυο Μονές που ίδρυσε ο αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Μουλατσιώτης και συγκεκριμένα με το ανδρικό μοναστήρι των Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ Σαρώφ και το γυναικείο του Αγ. Νεκταρίου. 10 χρόνια πριν, την Άνοιξη του 1999, το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ είχε κάνει μια σύντομη αλλά γλαφυρή αναφορά στο μοναστήρι. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε. Το μοναστήρι, έγινε πασίγνωστο, με τους διάσημους  «Παπαροκάδες», με τον Ζωολογικό Κήπο και το Άλσος, τις επεκτάσεις των εγκαταστάσεων, τις θερινές κατασκηνώσεις…

Επιστρέφουμε στα … εγκόσμια, επιχειρούμε τις τελευταίες περιηγήσεις μας στην ενδοχώρα. Και πρώτα στον Κάμπο, απέναντι από την Μονή Βαρνάκοβας, στα 650 μέτρα. Πλούσια βλάστηση και, έξω απ’ το χωριό, χώρος ανάπαυσης με πλατάνια, παγκάκια, δροσιά και άφθονο παγωμένο νερό από τρεις κρουνούς. Είναι πολύ σημαντικό ο περιηγητής της ενδοχώρας να βρίσκει τόσο συχνά αυτό το θαυμάσιο βουνίσιο νερό.

Με τον Πολύμυλο, το Κλήμα και τα Κούκουρα ολοκληρώνουμε σχεδόν την γνωριμία μας με τους οικισμούς στα ηπειρωτικά του Δήμου Ευπαλίου. Οι ζεστές ώρες της ημέρας μας βρίσκουν στις παραλίες. Και πρώτα στο Σκάλωμα, με τον γραφικό του κόλπο, τα σπίτια με τις αυλές, τις βαρκούλες και την πλακόστρωτη παραλία. Στο πρώτο τμήμα του κόλπου η ακτή είναι στρωμένη με λεπτό βοτσαλάκι, που αργότερα δίνει τη θέση του σε μεγαλύτερες πέτρες, ελάχιστα φιλικές. Ο δρόμος συνεχίζει πλάι στη θάλασσα. Αραιές παραθεριστικές κατοικίες με γκαζόν, πέτρες στην ακτή και πρόσβαση αρκετά δύσκολη στη θάλασσα.

Φτάνουμε στον Μαραθιά, εξελιγμένο παραθεριστικό κέντρο με λεπτό βότσαλο και μεγάλο μήκος ακτογραμμής. Στο τέρμα της ο δρόμος ανηφορίζει στην Εθνική Οδό και μετά διακλαδίζεται προς τη θάλασσα, στην πανέμορφη παραλία της Σεργούλας. Είν’ ένας ευρύτατος βοτσαλωτός κόλπος με υπέροχα νερά, κάτω από τον λόφο με την περίφημη ακρόπολη της Γλύφας, που τόσο καλά γνωρίσαμε το περασμένο καλοκαίρι.

Κάπου εδώ ο Δήμος Ευπαλίου φτάνει στα όριά του. Ένας καταπληκτικός γαρμπής που πλησιάζει τα 5 μποφόρ, χαρίζει αέναη κίνηση και ζωντανό ήχο στον κόλπο της Σεργούλας.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

 

Ιδιαίτερα ευχαριστούμε: Τον Δήμαρχο Ευπαλίου Τάσσο Παγώνη, τον Αντιδήμαρχο Γιάννη Θωμόπουλο, τον Δημ. Σύμβουλο Μένιο Τσιγαρά, τον Πρόεδρο Τοπικού Συμβουλίου Τειχίου Βασίλη Σταθόπουλο, την Μοναστική Αδελφότητα Ι.Μ. Βαρνάκοβας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

-Δρόσος Κραβαρτόγιαννος, «ΦΩΚΙΔΑ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ», εκδ. Τ.Ε.Δ.Κ. Ν. ΦΩΚΙΔΑΣ, Άμφισσα 2005.

– Γιάννη Ηλιόπουλου, «ΕΥΠΑΛΙΟ, ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ», εκδ. ΕΝΩΣΗ ΕΥΠΑΛΙΩΤΩΝ ΔΩΡΙΔΑΣ, Αθήνα 1998.

– «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ», εκδ. Μοναστική Αδελφότητα Ι. Μονής Βαρνάκοβας, 1997.

– Αργ. Πετρονώτη – Β. Κατσαρού, «Το Οθωμανικό Αρχιτεκτονικό Συγκρότημα του Φωκικού Ευπαλίου».

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

Τηλ. ΔΗΜΟΥ ΕΥΠΑΛΙΟΙΥ – 26340 53255

Τηλ. Κ.Ε.Π – 26340 52962

 

ΔΙΑΜΟΝΗ – ΕΣΤΙΑΣΗ

 

Πάρα πολλές δυνατότητες διαμονής και εστίασης σ’ όλα τα παραλιακά θέρετρα του Δήμου Ευπαλίου.

 

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ

back-button
next-button
eupalio-dwridos eupalio-dwridos_1 eupalio-dwridos_2 eupalio-dwridos_3 eupalio-dwridos_5 eupalio-dwridos_6 eupalio-dwridos_7 eupalio-dwridos_8 eupalio-dwridos_9 eupalio-dwridos_10 eupalio-dwridos_11 eupalio-dwridos_12 eupalio-dwridos_13 eupalio-dwridos_14 eupalio-dwridos_15 eupalio-dwridos_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories