home Άρθρα Φάροι Θεσσαλονίκης: Οι φάροι του Αξιού και του Μεγάλου Εμβόλου
Φάροι Θεσσαλονίκης: Οι φάροι του Αξιού και του Μεγάλου Εμβόλου

Η επίσκεψη του Γιώργου Μπαλαγιάννη, Αντιπλοίαρχος Π.Ν, στα γραφεία μας σηματοδότησε την αναζωπύρωση του – ούτως ή άλλως –  ισχυρού από χρόνια, ενδιαφέροντός μας για τους Φάρους.
Στην κουβέντα που ακολούθησε, ταξιδέψαμε νοερά σε κάποιους από τους πιο εμβληματικούς ελληνικούς φάρους που έχουμε γνωρίσει αλλά και σε πολλούς άλλους, άγνωστους ακόμη. Ήταν καιρός να ξαναρχίσουμε τις επισκέψεις μας στους φάρους. Και μάλιστα από την γειτονιά μας, από τους Φάρους της Θεσσαλονίκης. Νωρίτερα, όμως, θεωρούμε σκόπιμο ν΄αναφέρουμε μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία – ιστορικά, χρηστικά και λειτουργικά – για τους φάρους.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Φάροι Θεσσαλονίκης: Οι φάροι του Αξιού και του Μεγάλου Εμβόλου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Θεσσαλονίκη

Η επίσκεψη του Γιώργου Μπαλαγιάννη (1) στα γραφεία μας σηματοδότησε την αναζωπύρωση του – ούτως ή άλλως –  ισχυρού από χρόνια, ενδιαφέροντός μας για τους Φάρους.

Στην κουβέντα που ακολούθησε, ταξιδέψαμε νοερά σε κάποιους από τους πιο εμβληματικούς ελληνικούς φάρους που έχουμε γνωρίσει αλλά και σε πολλούς άλλους, άγνωστους ακόμη. Ήταν καιρός να ξαναρχίσουμε τις επισκέψεις μας στους φάρους. Και μάλιστα από την γειτονιά μας, από τους Φάρους της Θεσσαλονίκης. Νωρίτερα, όμως, θεωρούμε σκόπιμο ν΄αναφέρουμε μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία – ιστορικά, χρηστικά και λειτουργικά – για τους φάρους.

 

Οι Φάροι στα βάθη του χρόνου

 

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Παλούμπη, Ναύαρχο ΠΝ ε.α., (2) στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται, ότι η λάμψη που αντανακλούσε η ασπίδα του Αχιλλέα, αυτή που του είχε δωρίσει η θεά Θέτις, έμοιαζε με το φως των πυρών που έκαναν σε παράκτια υψώματα προς υποβοήθηση των ναυτιλλομένων. Η περικοπή αυτή, η αρχαιότερη που βρίσκεται στην παγκόσμια γραμματεία για το θέμα των φάρων, αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη, ότι επί της εποχής του Ομήρου τουλάχιστον ήταν γνωστή η χρήση των ναυτικών πυρσών στην πρωτόγονή τους μορφή.

Η χρήση των πυρσών, παρά την έλλειψη ιστορικών πηγών, θεωρείται  εύλογη κατά την ιστορική περίοδο τόσο από τους Αιγύπτιους όσο και από τους Φοίνικες. Τα ταξίδια που είχαν πραγματοποιήσει ήταν τόσο μεγάλα, που να θεωρείται παράλογο να μην γνώριζαν τη χρησιμότητα των πυρσών στην επισήμανση και την αναγνώριση των ακτών… Συν τω χρόνω, η χρησιμότητα της ναυτικής επισημάνσεως των ακτών γινόταν όλο και περισσότερο προφανής και η τοποθέτηση των πυρσών στα καταφανή σημεία των ακτών γινόταν όλο και περισσότερο μεθοδική. Οι φωτιές πλέον δεν ανάβονταν στο έδαφος αλλά επάνω σε ψηλούς πύργους, που κατασκευάζονταν ειδικώς προς τούτο.

Ιστορικός έχει μείνει ο πυρσός που είχε εγκατασταθεί επάνω στη χαμηλή νησίδα «Φάρος»,(3) προ των δύο λιμένων της Αλεξανδρείας της Αιγύπτου, ο οποίος συμπεριελήφθη στα επτά θαύματα του κόσμου, της τότε εποχής. (4) Από το όνομα της νησίδας καθιερώθηκε οι ναυτικοί πυρσοί από τότε να ονομάζονται «Φάροι».

Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα οι φάροι λειτουργούσαν όπως αυτοί της αρχαιότητας. Οι κύριες πηγές φωτός ήταν τα καυσόξυλα, ρητινώδεις ουσίες, οι λάμπες που έκαιγαν έλαια και ο άνθρακας. Ωστόσο, η κάπνα από την καύση – ιδιαίτερα του άνθρακα – μαύριζε το γυάλινο περίβλημα που προστάτευε τη φωτιά από τον άνεμο και μείωσε σημαντικά την ένταση της φωτεινής ακτινοβολίας του φάρου.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, με την εξέλιξη καινοτόμων μεθόδων, η λειτουργία των φάρων βελτιώνεται. Έτσι, το 1780 εμφανίζονται οι λυχνίες του Argent, το 1783 τα σφαιρικά κάτοπρα του Sangrain και το 1791 τα κατά τριάδες τοποθετούμενα παραβολικά κάτοπρα του Teulere. Όλες αυτές οι τεχνικές εξελίξεις αύξησαν σημαντικά την φωτοβολία των φάρων.

Μεταξύ των πολλών εφευρετών αξίζει να αναφερθεί και ο Nils Gustav Dalen, μηχανικός και ιδρυτής της εταιρείας AGA. O Dalen επινόησε το 1905 μέθοδο αυτόματης αφής των φάρων με ηλιοβαλβίδα ασετιλίνης, μέσω της οποίας άναβαν αυτόματα οι φάροι με τη δύση του ήλιου. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Φυσικών Επιστημών το 1912. Οι αυτόματοι φάροι AGA έδωσαν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του παγκόσμιου φαρικού δικτύου και επέτρεψαν μετά από σχετικά σύντομες δοκιμές να φωτιστούν τα πλέον δυσπρόσιτα σημεία των ελληνικών ακτών.

 

Σύντομο ιστορικό της Υπηρεσίας Φάρων

 

Κατά τον Π. Χιώτη, (5) (στο σπουδαίο συλλογικό βιβλίο «ΠΕΤΡΟΚΤΙΣΤΟΙ ΦΑΡΟΙ» ο.π.), η πρώτη προσπάθεια για την οργάνωση του ελληνικού φαρικού δικτύου έγινε από τον βασιλιά Όθωνα με το ΒΔ του 1834 «Περί Οργανισμού Λιμενικών Αρχών» όπου, για την μέριμνα των φανών ορίσθηκαν υπεύθυνοι οι αξιωματικοί των λιμένων. Από τη σύσταση του νεότερου ελληνικού κράτους μέχρι το 1887 το σύνολο των φάρων υπαγόταν από κοινού στο Υπουργείο Εσωτερικών και στο Υπουργείο Ναυτικών και η θέση των φάρων και των φανών επιλεγόταν χωρίς κεντρικό σχεδιασμό.

Το 1887, με τον νόμο ΑΥΠΒ΄ «Περί συστάσεως ταμείου των Φάρων», ο Χαρίλαος Τρικούπης μετέφερε την αρμοδιότητα των φάρων στο Υπουργείο Ναυτικών, όπου και ιδρύθηκε το Τμήμα Φάρων. Έκτοτε, και μετά από μια πλειάδα νόμων και υπουργικών αποφάσεων, ψηφίστηκε το 1951 ο νόμος 1629 «Περί Φάρων», που εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Με την κατάργηση του Υπουργείου Ναυτικών η Διεύθυνση Φάρων μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, υπάχθηκε στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (ΓΕΝ) του Πολεμικού Ναυτικού και μετεξελίχθηκε στην σημερινή Υπηρεσία Φάρων. Η Υπηρεσία διοικείται από μηχανικό, αρχιπλοίαρχο του ΠΝ και στελεχώνεται από ανώτερο και κατώτερο στρατιωτικό προσωπικό του ΠΝ, φαροφύλακες και πολιτικό προσωπικό.

Η σπουδαιότητα των φάρων γίνεται άμεσα εμφανής, αν λάβουμε υπόψη το μεγάλο ανάπτυγμα των ακτών της χώρας μας, το μεγάλο πλήθος των νήσων, νησίδων, βραχονησίδων, στενών, διαύλων και λιμανιών, καθώς επίσης και την εξαιρετικά μεγάλη ναυτιλιακή κίνηση λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Η Υπηρεσία Φάρων έχει ως αποστολή την ίδρυση, εγκατάσταση, συντήρηση και λειτουργία των αναγκαιούντων φάρων, φανών και φωτοσημαντήρων για την ασφαλή ναυσιπλοΐα στις θάλασσες της ελληνικής επικράτειας, καθώς επίσης και την ενημέρωση των ναυτιλλομένων μέσω της Υδρογραφικής Υπηρεσίας για τις σβέσεις, επαναλειτουργία και νέες τοποθετήσεις πυρσών, μέσω αγγελιών. Έτσι, λοιπόν, παρά τον εκσυγχρονισμό των μέσων ναυσιπλοΐας, οι φάροι εξακολουθούν να παραμένουν σημαντικά ναυτιλιακά βοηθήματα και κατ΄επέκταση η αποστολή της Υπηρεσίας Φάρων στο να διατηρεί σε λειτουργία τους 1.533 πυρσούς του ελληνικού φαρικού δικτύου είναι εξαιρετικά σημαντική. Το έργο της Υπηρεσίας Φάρων θα μπορούσε να συνοψισθεί στα εξής:

-Συντελεί αποφασιστικά στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.

-Συντελεί στην αποφυγή οποιασδήποτε ατυχηματικής καταστροφής ή ρύπανσης του θαλάσσιου οικοσυστήματος.

-Αναδεικνύει την πολιτιστική αξία των πέτρινων φάρων ως ιστορικών, βιομηχανικών και νεότερων ναυτικών μνημείων, με την αποκατάσταση και την ένταξή τους στην πολιτιστική μας κληρονομιά.

-Τέλος, η σημασία της παρουσίας του φαροφύλακα σε παραμεθόριες περιοχές ήταν και παραμένει εξαιρετικά σημαντική. Η καθημερινή έπαρση της ελληνικής σημαίας και ο έλεγχος του χώρου που επιτηρεί αποτελούν εθνική υπηρεσία υψίστης σημασίας.

 

«Το φως που σβήνει» (6)

Χρηστικότητα και τρόπος λειτουργίας ενός φάρου

 

Η Υπηρεσία Φάρων ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα – πρότασή μας για την δημιουργία μιας σειράς άρθρων για τους φάρους, αρχής γενομένης από τους φάρους της Θεσσαλονίκης. Πριν από την επίσκεψή μας στους συγκεκριμένους φάρους θεωρούμε κατατοπιστικές για τους αναγνώστες μας τις συνοπτικές πληροφορίες που μας έστειλε ο Γιώργος Μπαλαγιάννης, σχετικά με την χρηστικότητα και τον τρόπο λειτουργίας ενός φάρου.

« Ένας φάρος, στην ναυσιπλοΐα αναφέρεται και ως ένα «καταφανές σημείο», με άλλα λόγια ένα σημείο που είναι διακριτό και αναγνωρίσιμο από όλα τα σημεία – με τα οποία έχει οπτική επαφή – στο πέλαγος. Ο ρόλος του είναι ακριβώς αυτός, δηλαδή να αποτελεί ένα οπτικό σημείο αναφοράς για τον ναυτιλόμενο. Δεν σηματοδοτεί μόνον ένα επικίνδυνο σημείο ή το άκρο της ακτής, αλλά μέσω της θέσης του μπορεί να παρέχει και άλλες κρίσιμες πληροφορίες.

Όπως για παράδειγμα, όταν αντικρίζεις έναν φάρο, μετρώντας την γωνία που σχηματίζεται από την ευθεία φάρου-πλοίου, με την ευθεία της πορείας του πλοίου (η γωνία καλείται «διόπτευση») και την απόστασή του από αυτόν, μπορεί να καθοριστεί η θέση του πλοίου μέσα στον θαλάσσιο χώρο και να αποτυπωθεί στον χάρτη. Σημειώνοντας αυτές τις θέσεις διαδοχικά, π.χ. ανά μία ώρα, καταγράφουμε πάνω στον χάρτη την πραγματική πορεία προχώρησης του πλοίου. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επαληθευτεί, ότι όντως ακολουθείται η πορεία που έχει σχεδιάσει ο καπετάνιος ή αλλιώς να γίνει διορθωτική αλλαγή, ώστε να πάρει αυτή που απαιτείται ώστε να φτάσει στον τελικό του προορισμό.

Ένας φάρος στον χάρτη επάνω σημειώνεται με χαρακτηριστικό σημάδι (ένα μικρό ομοίωμα φάρου που δείχνει να αναλάμπει), που συνοδεύεται από συγκεκριμένες καταγεγραμμένες πληροφορίες. Τα στοιχεία αυτά αφορούν το χρώμα φωτοβολίας του, τις επαναλήψεις ανά χρονικό διάστημα, την μέγιστη απόσταση που είναι ορατός και το ύψος του οπτικού (του πύργου που στην κορυφή του βρίσκεται το σύστημα φωτοβολίας) από την επιφάνεια της θάλασσας.

Για παράδειγμα, όταν δίπλα στο σημείο του φάρου, πάνω στον χάρτη αναγράφονται: Ερ, 2 ανά ΄, 12ν.μ., 63μ. σημαίνει ότι το φως που εκπέμπει είναι κόκκινο (ερυθρό), κάνει δύο φωτοβολίες (αναλαμπές) ανά λεπτό, είναι ορατός μέχρι και 12 ναυτικά μίλια μακριά και το ύψος του οπτικού βρίσκεται 63 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Έτσι όποιος τον παρατηρεί, μπορεί ελέγχοντας αυτά τα στοιχεία να προσδιορίσει για ποιον φάρο ακριβώς πρόκειται. Εννοείται ότι φάροι (φανάρια στην γλώσσα των ναυτικών) που γειτνιάζουν δεν φέρουν ίδια χαρακτηριστικά μεταξύ τους.

Το φως που βλέπουμε, εάν είναι κόκκινο σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσεγγίσουμε στο σημείο του φάρου, σε καμία απόσταση στην οποία είναι ορατό το ερυθρό φως καθώς αυτή η περιοχή που καλύπτεται, είναι επικίνδυνη για ναυσιπλοΐα. Ενδεχομένως να πρόκειται για περιοχή που βρίθει από υφάλους. Μετά από μία ορισμένη γωνία (διόπτευση), το ίδιο φως μπορεί να αλλάζει σε λευκό. Τότε θα έχουμε περάσει την επικίνδυνη περιοχή, οπότε μπορούμε να πλησιάσουμε όσο μας επιτρέπει το βύθισμα του πλοίου, σε συνάρτηση με τα βάθη που αναφέρει ο χάρτης.

Στην είσοδο και την έξοδο των λιμανιών υπάρχουν φανάρια με κόκκινο και πράσινο φως που καταδεικνύουν αντίστοιχα την πλευρά από την οποία εξέρχονται και την πλευρά που εισέρχονται τα πλοία στο λιμάνι».

 

Στον Φάρο του Αξιού

 

Ανατρέχω πίσω, στο μακρινό 1998 και στο τεύχος 8, ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού. Ήταν τότε, που για πρώτη φορά επιχειρούσαμε ν΄ανακαλύψουμε την γειτονιά μας, το άγνωστο και απόκρυφο Δέλτα του Αξιού. Στο ακραίο στεριανό σημείο αυτού του σπουδαίου οικοσυστήματος, ο στενός χωματόδρομος κατέληγε στον Φάρο του Αξιού.

Σήμερα πια η οδική πρόσβαση δεν είναι δυνατή μέχρι τον φάρο, μας αναφέρει ο φαροφύλακας, Επικελευστής Γιώργος Ισαακίδης, που μας συνοδεύει στην επίσκεψή μας.

-Και πώς θα φτάσουμε ως εκεί;

-Θα μας μεταφέρει με την βάρκα του ο Τάκης Ματθαιόπουλος.

Περνάμε δίπλα από τις αραδιασμένες στη σειρά, πασσαλόκτιστες ψαροκαλύβες των Χαλαστρινών μυδοπαραγωγών. Είναι ξύλινες και ευρύχωρες, ομοιόμορφες και καλοφτιαγμένες, πολύ λίγο θυμίζουν τις πρώτες εκείνες ταπεινές και προχειροφτιαγμένες – από ετερόκλιτα υλικά – καλυβούλες. Έτσι, στα πρώτα χρόνια μετά το 2000, έγινε δυνατός ο εκσυγχρονισμός με θύμα βέβαια την ρομαντική και ατημέλητη γραφικότητα των παλιότερων εποχών.

Δύο χιλιόμετρα χωματόδρομου με λακκούβες μας βγάζουν ως το καλύβι του Τάκη, που ήδη μας περιμένει. Μια ξύλινη, χειροποίητη προβλήτα, μήκους 70-80 μέτρων, μας βγάζει στο ακροθαλάσσι. Εδώ είναι δεμένη η βαρκούλα του Τάκη. Η εξωλέμβια Suzuki παίρνει με το πρώτο.

11.05 Αναχωρούμε με τέλεια μπουνάτσα, ελαφριά συννεφιά και καταχνιά. Για το επόμενο πεντάλεπτο τα νερά είναι ρηχά, η μηχανή δουλεύει στην επάνω σκάλα, δίνοντάς μας μια ταχύτητα, που δεν ξεπερνάει τα 5 μίλια.

11.10 Η μηχανή κατεβαίνει στο κανονικό επίπεδο και η ταχύτητα σχεδόν διπλασιάζεται, μιας κι έχουν βαθύνει τα νερά.

Παίρνουμε Ν κατεύθυνση προς το πάλαι ποτέ θρυλικό «Νησί της Αφροδίτης». Λίγο δυτικότερα εξέχει το περίγραμμα του φάρου. Περνάμε 100 μέτρα ανοιχτά από μερικές εγκαταλελειμμένες ψαροκαλύβες, φτιαγμένες με κάθε είδους υλικά, όπως οι παλιές καλύβες των μυδοκαλλιεργητών. Η εικόνα αποπνέει εγκατάλειψη και παρακμή.

Περμάνε δίπλα από τσιμεντένια πολυβολεία των Γερμανών, ενθύμιο του μεγάλου πολέμου. Ρηχά και πάλι τα νερά. Ο Τάκης σηκώνει πάλι μια σκάλα τη μηχανή η ταχύτητα πέφτει κατακόρυφα, μετά βίας δεν ακουμπάμε στον βορβορώδη βυθό.

11.25 Βρισκόμαστε μπροστά στο «Νησί της Αφροδίτης» που, χωρίς την αλλοτινή ξύλινη σκαλίτσα, θυμίζει πραγματικό νησί. Ως φόρο τιμής στην μακαρίτισσα κυρά Αφροδίτη ας θυμηθούμε για λίγο τι γράφαμε το 1998:

«-Καλώς τους, μας υποδέχεται η κυρά Αφροδίτη. Γραφική φυσιογνωμία, αεικίνητη παρά τα χρονάκια της, φέρνει το ουζάκι μας στη στιγμή. Μικρά ψαράκια, γοβιοί και σαρδέλες το συνοδεύουν και νόστιμα μύδια Χαλάστρας. Ένα μικρό τοιχάκι μας χωρίζει από τη θάλασσα, κάποια ζωηρά κυματάκια γεμίζουν με αλμύρα τα πρόσωπά μας… Η Αφροδίτη κάθεται παραδίπλα διακριτικά, ρεμβάζει αμίλητη στο πέλαγος. Χρυσίζει η θάλασσα, χαμηλώνει ο ήλιος, όπου να ‘ναι θα συναντήσει τον Θερμαϊκό.

Πολύ λίγες είναι πια οι κουβέντες μας. Τι να προσθέσει άλλωστε κανείς στον ήχο των κυμάτων και στο κρώξιμο των γλάρων;»

Τραβάμε την βάρκα ως την βραχώδη ακτή. Φορώντας λαστιχένιες μπότες βγαίνουμε, αβρόχοις ποσί, στη στεριά.

11.30 Ξεκινάμε με τα πόδια την προσέγγισή μας προς τον φάρο. Σ΄ένα τρίλεπτο φτάνουνε μπροστά στην κατεστραμμένη ξύλινη προβλήτα που κατέληγε στο Νησί της Αφροδίτης. Κάποτε έφτανε, ως εδώ, το αυτοκίνητο. Τώρα ο δρόμος έχει κοπεί. Αρχίζει μια επίπονη πορεία ανάμεσα από αιχμηρές πέτρες και κροκάλες, λάσπες, σάπια φύκια και αρμυρίθρες. Μετά από 13 περίπου λεπτά φτάνουμε στον φάρο. Η κυκλική έκταση που τον περιβάλλει είναι χαλικοστρωμένη, η μοναδική καθαρή έκταση στην περιοχή.

Ξεκλειδώνει ο Γιώργος και, για πρώτη φορά, εισχωρούμε στο εσωτερικό του φάρου. Δωμάτιο, μπάνιο, κουζίνα, αποθηκούλα και στη συνέχεια ο χώρος του μηχανοστασίου. Άλλοτε, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι φαροφύλακες ζούσαν με τις οικογένειές τους στον φάρο, αφού η παρουσία τους ήταν απαραίτητη για την καλή λειτουργία. Στη συνέχεια, με τον αυτοματισμό της λειτουργίας του, δεν είναι απαραίτητη η καθημερινή παρουσία των φαροφυλάκων, παρά μόνον σε τακτά διαστήματα, για τον έλεγχο των μπαταριών του οπτικού μηχανισμού, καθώς και για τον έλεγχο της καλής λειτουργίας του ηλεκτροπαραγωγού ζεύγους.

Ο Ραδιοφάρος του Αξιού βρίσκεται στο κατώτατο ανατολικό άκρο των εκβολών του ποταμού. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς φάρους για την ασφαλή ναυσιπλοΐα στη Βόρεια Ελλάδα, γιατί σηματοδοτεί το πέρασμα από τον όρμο της Θεσσαλονίκης στα ανοιχτά του Θερμαϊκού. Εδώ, βρίσκεται και το στενότερο σημείο του κόλπου, μόλις 5,5 χλμ. ανάμεσα στο ακρωτήριο Βαρδάρης και στο απότομο «Μεγάλο Έμβολο», στο αντικρινό Αγγελοχώρι.

Ο φάρος κατασκευάστηκε το 1960 από την σουηδική εταιρεία AGA, με μέριμνα του Οργανισμού της Ελεύθερης Ζώνης και του Λιμένα Θεσσαλονίκης. Το ύψος του πύργου είναι 8 μέτρα και το εστιακό του ύψος 9 μέτρα. Η φωτοβολία του φτάνει τα 7 ναυτικά μίλια και αντικατέστησε τα μικρότερα πλωτά φαναράκια, που κατεύθυναν μέχρι τότε τους ναυτικούς.

Εκτός από φωτεινά σήματα ο φάρος είχε την δυνατότητα – σε περιπτώσεις χαμηλής ορατότητας λόγω ομίχλης – να εκπέμπει και ηχητικά σήματα. Ήταν η περίφημη «μπουρού», που ετίθετο χειροκίνητα από τους φαροφύλακες σε λειτουργία. Σήμερα, επειδή δεν υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση φαροφυλάκων, τα ηχητικά σήματα – όποτε παρίσταται ανάγκη – εκπέμπονται αυτόματα στις τρεις πλωτές τσαμαδούρες.

Μεσημέρι πια, με εκτυφλωτική αντηλιά, εγκαταλείπουμε τον φάρο. Ακολουθούμε μια κυκλική διαδρομή, ανοιχτά του Νησιού της Αφροδίτης. Ένα σίδερο, με μικρό γλαράκι στην κορυφή του, εξέχει 3 περίπου μέτρα πάνω από την επιφάνεια του νερού.

Δεν είναι παρά κομμάτι από τις ράγες του τραίνου που είχαν φέρει ως εδώ οι Γερμανοί, εξηγεί ο Τάκης.

Περνάμε ανάμεσα από την περιοχή των μυδοκαλλιεργειών, όπου κρέμονται πάμπολλα «νταούλια» για να στεγνώσουν. Συναντάμε μια βάρκα με δύο επιβάτες. Είναι συλλέκτες «μαμουνιών», αυτών των υπέροχων δολωμάτων, που αφθονούν μέσα στον λασπώδη βυθό.

Άλλη τέχνη κι αυτή, πολύ ιδιαίτερη, σχολιάζει ο Τάκης.

45 περίπου λεπτά μετά την αναχώρησή μας το ταξίδι της επιστροφής τελειώνει. Με την βάρκα και με τα πόδια και με ιδανικές καιρικές συνθήκες απαιτείται σχεδόν μία ώρα για την προσέγγιση του φάρου. Μια διαδρομή που καλύπτετο άλλοτε με το αυτοκίνητο σε ελάχιστα λεπτά.

 

Φάρος «Μεγάλου Εμβόλου» Αγγελοχωρίου

 

Αν και ανεγέρθηκε έναν αιώνα νωρίτερα (1864) από τον φάρο του Αξιού, είναι τόσο καλά διατηρημένος και συντηρημένος, που ο Φάρος του Μεγάλου Εμβόλου μοιάζει σαν να παραδόθηκε μόλις χθες από το συνεργείο των κατασκευαστών του. Την απαστράπτουσα εξωτερική κτιριακή μορφή συναγωνίζεται σε τακτοποίηση και καθαριότητα και το εσωτερικό του οικοδομήματος, που θυμίζει ένα εξαιρετικά νοικοκυρεμένο διαμέρισμα.

Ο φάρος είναι το δεύτερο σπίτι μου, λέει ο φαροφύλακας, Κελευστής Σταμάτης Κουτσολαμπρόπουλος, καθώς μας καλωσορίζει. Θέλω να είναι πάντα σε άψογη κατάσταση, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.

Εξίσου θαυμάσια είναι η εικόνα και του περιβάλλοντος χώρου του φάρου με το καλοκουρεμένο γρασίδι, τις περιποιημένες τριανταφυλλιές και τις μικρές, ανθισμένες ροδιές.

Ψήνει ο Σταμάτης καφεδάκι ελληνικό. Το απολαμβάνουμε στο γρασίδι, στη σκιά μιας μικρής ροδιάς. Μας συντροφεύει ένα δροσερό αεράκι, που ποτέ σχεδόν δεν παύει να φυσάει στο άκρο του Μεγάλου Εμβόλου. Ακριβώς απέναντί μας, στα Δ, στο στενότερο άνοιγμα του κόλπου, μας γνέφει η λευκή, γνώριμη κουκίδα του Φάρου του Αξιού.

 

Ο φάρος του Μεγάλου Εμβόλου κατασκευάστηκε το 1864 από την Γαλλική Εταιρεία Οθωμανικών Φάρων.  Υλικό κατασκευής ήταν οι συμπαγείς οπτόπλινθοι, τα τουβλάκια δηλαδή που χρησιμοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα για τις καμινάδες των πρώτων βιομηχανικών κτιρίων της Θεσσαλονίκης. Το 1998 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο βιομηχανικής κληρονομίας. Το ύψος του πύργου είναι 10,5μ. και το εστιακό του ύψος 32μ. Η φωτοβολία του φτάνει τα 17 ναυτικά μίλια. Εντάχθηκε στο ελληνικό φαρικό δίκτυο μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13, με την προσάρτηση των «Νέων Χωρών».

Στην περιοχή του Μεγάλου Έμβολου, ωστόσο, εκτός από τον φάρο υπάρχουν και άλλα αξιοθέατα.

Μερικές δεκάδες μέτρα πριν από τον φάρο, διατηρούνται ακόμη οι εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής εγκαταστάσεις του Οχυρού του Αγγελοχωρίου. Πρόκειται για ένα από τα δύο οχυρά που κτίστηκαν την περίοδο 1883-85 από γερμανούς τεχνικούς για λογαριασμό του τουρκικού στρατού.

Κατασκευασμένο σε γεωφυσική οχυρή θέση, σε ύψος περί τα 20 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, εξασφάλιζε την άμυνα της εισόδου του έσω Θερμαϊκού κόλπου και επομένως την προστασία του νευραλγικού λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ο λιτός τρόπος δόμησης της τοιχοποιίας αντανακλά τις συνθήκες κατασκευής, αφού το οχυρό έπρεπε να κτισθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο εσωτερικός στρατώνας διατηρείται σε καλή κατάσταση. Η ισχυρή εξωτερική λιθοδομή διαιρείται σε τρεις ζώνες με σειρές πλίνθων. Εξολοκλήρου από πλίνθους είναι κατασκευασμένοι και οι θόλοι που καλύπτουν τους εσωτερικούς χώρους διαβίωσης των οπλιτών. Από τις ίδιες πλίνθους διαμορφώνονται και τα πλαίσια των τοξοτών ανοιγμάτων των όψεων και των εσωτερικών διαχωριστικών τοιχοποιιών. Σήμερα, βέβαια τα κουφώματα έχουν αφαιρεθεί και έχουν πέσει τα τμήματα των τοιχοποιιών και των θόλων. Τα τζάκια που εξασφάλιζαν την θέρμανση των χώρων διαμονής των οπλιτών είναι πια σβηστά και οι μεγάλες οπές σε κεντρικά σημεία της θολωτής κάλυψης, που επέτρεπαν τον αερισμό των εσωτερικών χώρων, χάσκουν σαν ανοιχτά στόματα. Στα 18 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη εκείνη επίσκεψή μας στο οχυρό, η κατάσταση της τοιχοδομίας δεν έχει βελτιωθεί. Έχει, ωστόσο σημαντικά αναβαθμισθεί η συνολική εικόνα, ο ευπρεπισμός και η καθαριότητα του μνημείου αφού, τα τελευταία χρόνια ο χώρος της Ναυτικής Βάσης του Πολεμικού Ναυτικού είναι περιφραγμένος και φυλασσόμενος.

Ένα άλλο στρατιωτικό μνημείο, νεότερο από το Οχυρό Αγγελοχωρίου, είναι το γερμανικό πυροβολείο (BUNKER), που παραμένει ακόμη, σε απόσταση λίγων μέτρων από τον φάρο. Είναι το ένα από τα πέντε πυροβολεία που κατασκευάστηκαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής για να δεχθούν πυροβόλα για την άμυνα της Θεσσαλονίκης από θάλασσα και αέρα. Η κατασκευή είναι εξαιρετικά ισχυρή από μπετόν και ομοιάζει με τα αντίστοιχα bunkers που ανέπτυξε το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό κατά μήκος της ακτής του Ατλαντικού. («Τείχος του Ατλαντικού»).

Έρχεται η στιγμή να αποχαιρετίσουμε τον φαροφύλακα Σταμάτη Κουτσολαμπρόπουλο και να τον ευχαριστήσουμε για την ξενάγηση και φιλοξενία του στο υπέροχο περιβάλλον του φάρου. Η παραμονή μας, ωστόσο, στην ευρύτερη περιοχή Αγγελοχωρίου μπορεί να παραταθεί, αφού παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, περιηγητικό, και οικολογικό. Με συνολική έκτασή 3.570 στρεμμάτων η περιοχή έχει έναν σύνθετο χαρακτήρα που αποτελείται από μια παράκτια λιμνοθάλασσα, τις Αλυκές Αγγελοχωρίου, αλμυρόβαλτο και θαλάσσια ζώνη, θίνες και αμμώδεις παραλίες, παρυδάτια βλάστηση, στάσιμα υφάλμυρα και αλμυρά νερά. Έχουν καταγραφεί 178 διαφορετικά είδη πουλιών, 48 από τα οποία είναι προστατευόμενα είδη.

Μερικές εκατοντάδες, μέτρα από τον φάρο βρίσκεται το αναβαθμισμένο τα τελευταία χρόνια αλιευτικό καταφύγιο Αγγελοχωρίου, με μεγάλη χωρητικότητα σκαφών και καλή προστασία απ’ όλους τους καιρούς.

Εδώ βέβαια καταγράψαμε και δύο σημαντικές απουσίες. Είναι τα δύο ταβερνάκια που υπήρχαν κάποτε πάνω από το λιμάνι: Ο «Δήμος» και το «Μαϊστράλι». Εκεί είχαμε απολαύσει πολλά ηλιοβασιλέματα, με συντροφιά τσιπουράκι και νόστιμα μεζεδάκια. Η «κρίση» ούτε εδώ έκανε εξαιρέσεις. Ευτυχώς, λειτουργεί ακόμη ο δροσερός κήπος του «Μπαρμπα-Αντώνη» τηλ. 23920 57757. Καινούργια δραστηριότητα στην περιοχή είναι η σχολή kite surfing τηλ. 6977347038.

 

Ευχαριστίες

Το Ελληνικό Πανόραμα οφείλει θερμές ευχαριστίες:

Στην ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΦΑΡΩΝ και προσωπικά στον Αρχιπλοίαρχο (Μ) Λ. Ανδρέου ΠΝ, Διοικητή, στον Αντιπλοίαρχο (Ε) Χ. Παπαδάτο ΠΝ, Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών καθώς και στον Αντιπλοίαρχο (Μ) Γ. Μπαλαγιάννη ΠΝ.

Στην Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος.

Στους Φαροφύλακες, Κελευστή (Φ) Σ. Κουτσολαμπρόπουλο και Επικελευστή (Φ) Γ. Ισαακίδη.

Τέλος, στον Τάκη Ματθαιόπουλο, για την ασφαλή και ευχάριστη μετάβαση με την βάρκα του ως τον Φάρο του Αξιού.

 

Χρήσιμες Πληροφορίες

Οι Φάροι είναι ανοιχτοί στο κοινό κάθε χρόνο την 20 Αυγούστου, Ημέρα των Φάρων. Κατά τα άλλα η πρόσβαση δεν επιτρέπεται, γιατί ο χώρος των Φάρων ανήκει στο Πολεμικό Ναυτικό.

 

Πηγές

«ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΦΑΡΟΙ, ΤΑΙΝΑΡΟ, ΚΑΙ ΜΑΛΕΑΣ», Συλλογικός τόμος, εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ, 2013

Γιάννη Σκουλά «ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΦΩΣ», εκδ. ΑΜΜΟΣ 1997

Περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ: τεύχη 8ο / 1998, 18ο/2000

 

Παραπομπές

(1) Ο Γιώργος Μπαλαγιάννης είναι Αντιπλοίαρχος Π.Ν. και παλιός φίλος του περιοδικού.

(2) Στον πρόλογο του βιβλίου «ΠΕΤΡΟΚΤΙΣΤΟΙ ΦΑΡΟΙ, ΤΑΙΝΑΡΟ ΚΑΙ ΜΑΛΕΑΣ», 2013.

(3) Επιμήκης και βραχώδης νησίδα, με μήκος 3.000 και πλάτος 500 μέτρα.

(4) Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, ο πρώτος γνωστός φάρος στην ιστορία, άρχισε να κατασκευάζεται το 296 π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 280 π.Χ., επί Βασιλείας Πτολεμαίου του Φιλάδελφου. Κατασκευασμένος «εκ λευκού λίθου», από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Σώστρατο του Δεξιφάνους, είχε ύψος 157 μέτρα και η φωτοβολία του άγγιζε τα 30 ναυτικά μίλια, βοηθώντας σημαντικά την ναυσιπλοΐα. Η λειτουργία του διήρκεσε 16 περίπου αιώνες και σταμάτησε το 1303 μ.Χ. μετά από ισχυρή σεισμική δόνηση. Το 1349 κατέρρευσε ολοκληρωτικά.

(5) Ο Παναγιώτης Χιώτης είναι Μηχανολόγος Μηχανικός ΤΕ, προϊστάμενος Ναυτικών Δημοσίων Έργων της Υπηρεσίας Φάρων του Π.Ν.

(6) Ο τίτλος του κειμένου προέρχεται από την τελευταία ταινία που πρωταγωνιστεί ο Αλέκος Αλεξανδράκης, υποδυόμενος τον φαροφύλακα. Η ταινία γυρισμένη σε Χάλκη και Ικαρία, περιλαμβάνει γυρίσματα στον Φάρο Πάπα Ικαρίας, ίσως το φανάρι με την πιο “άγρια” θέα.

 

back-button
next-button
faroi-thessalonikis faroi-thessalonikis_1 faroi-thessalonikis_2 faroi-thessalonikis_3 faroi-thessalonikis_4 faroi-thessalonikis_5 faroi-thessalonikis_6 faroi-thessalonikis_7 faroi-thessalonikis_8 faroi-thessalonikis_9 faroi-thessalonikis_10 faroi-thessalonikis_11 faroi-thessalonikis_12 faroi-thessalonikis_13 faroi-thessalonikis_14 faroi-thessalonikis_15 faroi-thessalonikis_16 faroi-thessalonikis_17 faroi-thessalonikis_18 faroi-thessalonikis_19 faroi-thessalonikis_20
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories