home Άρθρα Φαράγγι Βυρού – Καρδαμύλη, μια χειμωνιάτικη γνωριμία
Φαράγγι Βυρού – Καρδαμύλη, μια χειμωνιάτικη γνωριμία

Για να γνωρίσουμε την Καρδαμύλη, αναλαμβάνουμε ένα μεγάλο ρίσκο: επιλέγουμε τον χειμώνα, την –θεωρητικά- πιο δύσκολη για υπαίθριες δραστηριότητες, εποχή. Δεν το μετανιώνουμε. Με τις ηλιόλουστες μέρες που επικρατούν στα τέλη του Γενάρη, είναι πολύ ευχάριστη η περιήγησή μας στο εκπληκτικό οικιστικό σύνολο της Παλιάς Καρδαμύλης. Εξίσου ευνοϊκές είναι οι πεζοπορικές συνθήκες των περιηγήσεών μας στις εξοχές της Καρδαμύλης και κυρίως η πολύωρη διάσχιση του εντυπωσιακού Φαραγγιού του Βυρού.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Φαράγγι Βυρού – Καρδαμύλη, μια χειμωνιάτικη γνωριμία
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Μεσσηνία

Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, το οδόμετρο δείχνει 760 χιλιόμετρα ακριβώς. Τόσα απαιτήθηκαν για την επιστροφή μας από την ωραία Καρδαμύλη, την πρωτεύουσα της Δυτικής Μάνης (1).

Στη διάρκεια του πολύωρου ταξιδιού μας, συναντήσαμε όλες τις δυνατές εναλλαγές του καιρού: αρχικά βροχή καταρρακτώδη στην Καρδαμύλη, που στη συνέχεια πάγωσε κι έγινε χαλάζι. Μισή ώρα μετά πρόβαλε η Καλαμάτα, φρεσκοπλυμένη και αστραφτερή στο φως του ήλιου. Από την ξαφνική ζέστη ανοίξαμε τα παράθυρα. Στα υψίπεδα της Τρίπολης μαύρισε ο ουρανός, ξέσπασε χιονιάς.

Στο Αρτεμίσιο μας τύλιξε η ομίχλη. Στην Κόρινθο, στην Αττική και στη Βοιωτία η συννεφιά κι ο ήλιος εναλλάσσονταν διαρκώς. Πιο πάνω, μας υποδέχτηκαν οι βαθυκόκκινες αποχρώσεις του δειλινού στα γαληνεμένα νερά του Μαλιακού. Ηρεμήσαμε κι εμείς, οδηγούσαμε αργά, απολαυστικά. Όχι όμως για πολύ. Το δειλινό του Μαλιακού διαδέχθηκε η νύχτα της Λάρισας, των Τεμπών και της Κατερίνης. Μια νύχτα κατάλευκη, με μεγάλες ποσότητες χιονιού στα κλαδιά των δέντρων, στα πλαϊνά του δρόμου, παντού. Εδώ η χιονόπτωση εξακολουθούσε σφοδρή, τα εκχιονιστικά μηχανήματα πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα.

Στο τέρμα πια της διαδρομής, φάνηκε η Θεσσαλονίκη, ξάστερη και στεγνή, χωρίς το παραμικρό ίχνος χιονιού. Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Μα κι ούτε μπορέσαμε να καταλάβουμε πώς, μόλις μια ώρα μετά, τα δέντρα, οι θάμνοι και το γρασίδι της αυλής έγιναν λευκά.

ΣΤΗΝ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΉ ΚΑΡΔΑΜΥΛΗ

Στα τέλη του Γενάρη δεν είναι και τόσο χειμωνιάτικη η όψη της Καρδαμύλης. Η παραθαλάσσια πολιτεία μας υποδέχεται ηλιόλουστη και με θερμοκρασία ανοιξιάτικη.

Έχει μια γοητεία πολύ ξεχωριστή η Καρδαμύλη. Μας προσκαλεί από την πρώτη στιγμή να την γνωρίσουμε με μια ήρεμη περιδιάβαση στον κεντρικό της δρόμο. Έναν δρόμο που περνάει ανάμεσά της με διακριτική ευρυχωρία και ευθύτητα, κοσμημένος και στις δύο πλευρές του με υπέροχα αρχοντόσπιτα. Παρατηρούμε τα ομοιόμορφα, σχεδόν, πέτρινα σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο. Διώροφα, με στιβαρή τοιχοποιία και λαξευτούς γωνιόλιθους, φουρούσια και ανακουφιστικά τοξάκια σε παράθυρα και πόρτες, χαρίζουν με την απέριττη αρχιτεκτονική τους, αρχοντιά και αίγλη στην Καρδαμύλη. Επιλέξαμε την χειμωνιάτικη περίοδο για να γνωρίσουμε ήρεμο τον τόπο, απαλλαγμένο από τα καραβάνια των τουριστών του καλοκαιριού. Δεν το μετανιώσαμε.

ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Είναι πανάρχαιος τόπος η Καρδαμύλη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μπάμπη Παυλόπουλου (2), είναι πόλη της αρχαίας Λακωνίας, που υφίσταται από την προϊστορική εποχή. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως μια από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνων υποσχέθηκε στον Αχιλλέα, για να τον εξευμενίσει για την απόσπαση της Βρισηίδας.

Το 146 π.Χ. η πόλη απετέλεσε μέλος του Κοινού των Λακεδαιμονίων. Αργότερα ο αυτοκράτορας Αύγουστος την  παραχώρησε στους Σπαρτιάτες για να την χρησιμοποιήσουν ως επίνειο. Η πόλη συνδεόταν με την Σπάρτη μέσω της περίφημης Βασιλικής Οδού, τμήματα της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα.

Τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Παυσανίας εντόπισε μέσα στην πόλη ιερό της Αθηνάς και έναν Κάρνειο Απόλλωνα, όπως συνήθιζαν οι Δωριείς. Στα χρόνια που ακολούθησαν την Ρωμαϊκή περίοδο, γνωστά και ως “σκοτεινοί χρόνοι”, οι παράλιοι οικισμοί της Μάνης εγκαταλείφθηκαν και αναζήτησαν ασφάλεια σε τόπους δυσπρόσιτους και ορεινούς. Έτσι οι κάτοικοι της Καρδαμύλης αποσύρθηκαν πιθανότατα στην ορεινή Ανδρούβιστα. Το όνομα, ωστόσο, της Καρδαμύλης δεν λησμονήθηκε. Σε ενετική έκθεση του 1465 – 1466 αναφέρεται με την ονομασία Σκαρδαμούλα.

Αιώνες αργότερα ο E. S. Foster (1879 – 1950) βρήκε την Παλαιά Καρδαμύλη, δηλαδή το Κάστρο, εγκαταλειμμένη και την νέα πόλη χτισμένη γύρω από το παλιό λιμάνι. Κατά τον αρχιτέκτονα Γ. Σαΐτα λείψανα της ακρόπολης της αρχαίας πόλης σώζονται στον λόφο που ορθώνεται εντυπωσιακός στα βόρεια τη πόλης.

ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΡΔΑΜΥΛΗ

Κάτω από την γέφυρα, στην βόρεια είσοδο της Καρδαμύλης, ασπρίζουν οι κροκάλες της φαρδειάς κοίτης ενός ξεροπόταμου. Είναι η κοίτη του περίφημου φαραγγιού του Βυρού, πριν καταλήξει στην ακτή. Είναι μια πορεία πολυδαίδαλη και πολύωρη, ανάμεσα στις απόκρυφες χαράδρες και τις χαοτικές ορθοπλαγιές του γιγάντιου Ταΰγετου (3).

Ατενίζουμε με θαυμασμό τις χιονοσκέπαστες κορυφές του. Ψηλότερη ανάμεσά τους και πιο θεαματική είναι η θρυλική πυραμίδα του Αη-Λια, που με υψόμετρο 2.407 μέτρων λογχίζει τον ουρανό.

Στο οπτικό μας πεδίο παρεμβάλλεται άλλη μια εικόνα, πολύ κοντινή αλλά ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Είναι οι αυστηροί κτιριακοί όγκοι της Παλιάς Καρδαμύλης με το επιβλητικό “Οχυρό Συγκρότημα των Μούρτζινων“.

Από την πλατεία της Καρδαμύλης, όπου δεσπόζει το μαρμάρινο ηρώο, κατευθυνόμαστε προς το εσωτερικό, για την Παλιά Καρδαμύλη. Βαδίζουμε για δυο λεπτά, ανάμεσα σε πέτρινα αρχοντόσπιτα, μικρή ρεματιά με ελαιώνα, πορτοκαλιές και λεμονιές. Εδώ βρίσκεται ο παλιός κοιμητηριακός ναΐσκος των Αγ. Θεοδώρων, με οικογενειακούς τάφους της μεγάλης οικογένειας Πετρέα, ήδη από το 1898. Μετά το εκκλησάκι ορθώνονται τέσσερις πελώριοι ευκάλυπτοι. Στη σκιά τους σώζεται η εκπληκτική μαρμάρινη κρήνη του 1734, από όπου άλλοτε υδρευόταν η Καρδαμύλη.

Μια εντυπωσιακή πύλη μας οδηγεί στο εσωτερικό του οχυρωματικού περιβόλου, στα άδυτα της Παλιάς Καρδαμύλης της οποίας η πρώτη οικοδομική φάση του συγκροτήματος ανάγεται στα τέλη του 17ου αιώνα. Είναι η εποχή που στην περιοχή κυριαρχεί η οικογένεια των Παλαιολόγων – Τρουπάκηδων. Ιδρυτής της υπήρξε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, που σύμφωνα με τον θρύλο έλκει την καταγωγή του από τους Παλαιολόγους του Μυστρά. Η οικογένεια είναι επίσης γνωστή με το επώνυμο Τρουπάκης. Το επίθετο το οφείλει, σύμφωνα με τον Γ. Μαραβελέα η οικογένεια στο γεγονός ότι αναγκάστηκε για χρόνια να κατοικήσει σε σπηλιές και τρύπες του Ταϋγέτου, πριν από την κάθοδό της στην περιοχή της Ανδρούβιστας. Το 1798 την καπετανία στην περιοχή αναλαμβάνει μια ισχυρή προσωπικότητα, ο Παναγιώτης Τρουπάκης, γνωστός περισσότερο ως Μούρτζινος. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και το 1821, πριν από την Επανάσταση, βοήθησε τον Κολοκοτρώνη, προσφέροντάς του καταφύγιο στο κάστρο, όταν διωκόταν από τους Τούρκους. Πέθανε το 1822, έχοντας προλάβει να πάρει μέρος στα πρώτα γεγονότα της Επανάστασης.

Τον διαδέχθηκε ο γιος του Διονύσιος, φυσιογνωμία ηγετική, που συμμετείχε στις περισσότερες πολεμικές επιχειρήσεις. Επί Καποδίστρια υπήρξε μέλος του πολεμικού συμβουλίου και γερουσιαστής. Η οικογένεια Μούρτζινου είχε μεγάλη προσφορά στον αγώνα αφού, εκτός των άλλων, διατηρούσε με δικά της έξοδα στρατιωτικό σώμα 300 ανδρών. Ο θάνατος του Διονύσιου Μούρτζινου, το 1830, αποτέλεσε πλήγμα για το νεοσύστατο κράτος του Καποδίστρια, αφού έλειψε εκείνος που κατόρθωνε να κατευνάζει τις στασιαστικές ενέργειες των Μανιατών έναντι της κεντρικής εξουσίας. Έκτοτε η οικογένεια παρακμάζει και η εγγονή του Διονύσιου, η Κατερινιώ, είναι το τελευταίο μέλος της μεγάλης γενιάς των Μούρτζινων.

Με την είσοδό μας στο εσωτερικό του κάστρου, αρχίζει μια συναρπαστική περιδιάβαση στο αρχοντικό Μανιάτικο παρελθόν. Σύμφωνα με την περιγραφή του Παυλόπουλου “το κάστρο στέκεται σε μια φυσικά οχυρή θέση, σ’ ένα υπερυψωμένο πλάτωμα 11.5 στρεμμάτων, σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από την ακτή. Το οχυρό συγκρότημα των Μούρτζινων, το οποίο είναι και το σημαντικότερο τμήμα του κάστρου, αποτελείται από τρεις διαδοχικούς οχυρωματικούς περιβόλους. Εκείνο που ξεχωρίζει είναι ο πολεμικός πύργος, που έχει και τη θέση του ακρόπυργου του συγκροτήματος. Χτίστηκε το 1808, σύμφωνα με την χρονολογία που είναι σκαλισμένη ανάμεσα στα φτερά ανάγλυφου αγγέλου πάνω από την εξώθυρα. Ο πύργος καταλαμβάνει το ψηλότερο σημείο του βράχου, επιτρέποντας έτσι τον οπτικό έλεγχο όλης της περιοχής.

Το κεκλιμένο τμήμα της βάσης του πύργου θεωρείται ότι αποτελεί υπόλειμμα του παλαιότερου πύργου, που στο υπόγειο περικλείει τυφλό καμαροσκέπαστο χώρο, την “γούβα”, που χρησιμοποιείτο ως φυλακή.

Βόρεια του πύργου υψώνεται η πυργοκατοικία του καπετάνιου, γνωστή και ως “οντάς”. Είναι ένα τριώροφο πυργοειδές κτίσμα που η ανατολική πλευρά του συμπίπτει με το τείχος του κάστρου. Η μεγαλιθική κατασκευή, που διακρίνεται στα κατώτερα τμήματα της τοιχοποιίας του κτίσματος, δείχνει ότι στην ίδια θέση είχε προηγηθεί άλλη οικοδομή.

Ακόμα πιο βόρεια υψώνεται ο οικογενειακός ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, κτίσμα του πρώτου μισού του 18ου αιώνα. Η ανατολική και η βόρεια όψη του ταυτίζονται με το τείχος του εξωτερικού οχυρωματικού περιβόλου. Ο ναός ανήκει στο τύπο της μονόχωρης τρουλλαίας βασιλικής. Εντύπωση μας προκαλεί η εξαιρετική τέχνη τοιχοποιίας και το ιδιαίτερα ψηλό πυργοειδές καμπαναριό, με πλούσιο διάκοσμο από πάμπολλα λιθανάγλυφα. Το συγκρότημα συμπληρώνεται από δυο ακόμα κτίσματα, το σιδηρουργείο και το ελαιοτριβείο“.

Η περιήγησή μας στο κάστρο της Παλιάς Καρδαμύλης μας αποκαλύπτει πυργόσπιτα, προεπαναστατικά και μετεπαναστατικά. Στο τμήμα των Πετρέων μας εντυπωσιάζουν δύο προεπαναστατικές πυργοκατοικίες. Σημαντικές θεωρούνται και οι “βάρδιες“, δηλαδή οι πύργοι-σκοπιές των Δημητρέων και των Πετρέων στη γύρω περιοχή. Μα και στην Κάτω Καρδαμύλη εξακολουθούν να διασώζονται τα πυργόσπιτα των Πατριαρχέων, των Δημητρέων, των Τρουπάκηδων και των Θοδωρέων. Μαζί μ’ αυτά τα φρουριακά κτίσματα υπάρχουν και πολλά μεταγενέστερα, που ομορφαίνουν τον κεντρικό δρόμο με τα νεοκλασικά τους χαρακτηριστικά.

Στον κεντρικό δρόμο, ωστόσο, υπάρχουν και ποικίλα καταστήματα, ταβέρνες και καφενεία. Σ’ ένα τέτοιο καφενείο, το “Αλώνι” του Βαγγέλη, συναντάμε την Αγγέλα και τον Γιάννη.

ΣΤΙΣ ΕΞΟΧΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΑΜΥΛΗΣ

Περαστικοί, από την Καρδαμύλη; ρωτάει ο Γιάννης, καθώς πίνουμε τον καφέ μας στο “Αλώνι”.

Τόσα χρόνια ήμασταν μόνο περαστικοί. Τούτη τη φορά λέμε να γνωρίσουμε σε βάθος την Καρδαμύλη.

Την πόλη μόνο ή και τις εξοχές;

Φιλοδοξούμε να γνωρίσουμε και την γύρω περιοχή.

Τότε θα χρειαστείτε πολλές μέρες τρέξιμο και περπάτημα. Ο τόπος έχει απίστευτες ιδιαιτερότητες σε παραδοσιακούς οικισμούς, σε μνημεία, σε φύση και μονοπάτια. Εμείς, δυστυχώς, μόνον την αύριο  μπορούμε να είμαστε μαζί σας. Μετά θα λείψουμε για αρκετές μέρες από την πόλη.

Ωραία, λοιπόν, ξεκινάμε νωρίς αύριο το πρωί.

ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΙΑΡΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΒΑΪΔΕΝΙΤΣΑΣ

Το ξεκίνημα της μέρας είναι στον “Νότο” πολύ θεαματικό. Χτισμένο σε υπερυψωμένο σημείο της βόρειας παραλίας της Καρδαμύλης, ανάμεσα σε πορτοκαλιές και λεμονιές, το υπέροχο συγκρότημα με τις πέτρινες κατοικίες, αγναντεύει την γαλάζια απεραντοσύνη του Μεσσηνιακού και της Μεσογείου. Στο τέρμα της ακτογραμμής της Έξω Μάνης ατενίζουμε το εντυπωσιακό περίγραμμα του πελώριου Κάβο Γκρόσσο.

Συναντάμε τον Γιάννη και την Αγγέλα στο Εξωχώρι, 11 χιλιόμετρα ΒΑ της Καρδαμύλης. Στη διαδρομή έχουμε διασχίσει ελαιώνες με περιποιημένα ελιόδεντρα, έχουμε θαυμάσει σπίτια, παλιές εκκλησίες και πύργους με τοιχοδομίες εκπληκτικές. Είν’ ένας τόπος με πολυποίκιλες εικόνες, πολύ ειδυλλιακές.

Ο οικισμός Κολιμπετσαίικα βρίσκεται αμέσως βόρεια του Εξωχωρίου. Εδώ, σε υψόμετρο 500 μέτρων, είναι χτισμένο το ξενοδοχείο “ΦΑΡΑΓΓΙ“, σχεδόν σκαρφαλωμένο στην απόκρημνη πλαγιά του φαραγγιού του Βυρού. Μας υποδέχεται με μεγάλη εγκαρδιότητα η Ελένη, βορειοελλαδίτισσα με καταγωγή από την πανέμορφη Αρναία Χαλκιδικής.

Να σας προσφέρω ένα τσαγάκι του βουνού με ντόπιο μέλι;

Πού είναι μαζεμένο το τσάι, στον Πάρνωνα;

Ποιόν Πάρνωνα καλέ; Δεν τον βλέπετε απέναντι τον Ταΰγετο;

Γελάμε όλοι, κι από τα μεγάλα παράθυρα αγναντεύουμε τον Ταΰγετο. Η θέα στην πυραμίδα του Αη-Λιά και στις διπλανές χιονόλευκες κορυφές είναι μοναδική. Εξίσου εντυπωσιακά είναι και τα χαοτικά κάθετα τοιχώματα του φαραγγιού του Βυρού. Είναι αληθινό προνόμιο να βρισκόμαστε απέναντι σ’ ένα τοπίο σαν κι αυτό, μόλις 12 χιλιόμετρα από το κέντρο της Καρδαμύλης.

Μια άλλη ελκυστική εικόνα στα βόρεια είναι τα Τσέρια, η συστάδα των ορεινών οικισμών ακριβώς πάνω απ’ το φαράγγι του Βυρού.

Αν θέλετε μια πολυδιάστατη πεζοπορική διαδρομή με αφετηρία τα Τσέρια, μπορούμε να σας δώσουμε κάθε πληροφορία, λέει ο Γιάννης. Προς το παρόν όμως ας γνωρίσουμε δύο μνημεία της νεότερης ιστορίας της Μάνης.

Κατευθυνόμαστε αρχικά νότια και στη συνέχεια ανατολικά. 5.2 χιλιόμετρα μετά συναντάμε τον Πύργο του Κιτρινιάρη. Μας εντυπωσιάζει η απίστευτη ισορροπία της τοιχοποιίας του πύργου, όχι σε θεμέλια σκαμμένα στο έδαφος αλλά πάνω σε άγριους βράχους γκρίζου ασβεστόλιθου. Εξίσου εντυπωσιακή είναι η διατήρηση του διώροφου οικοδομήματος σε ύψος τουλάχιστον οχτώ μέτρων και μάλιστα παρά την ανυπαρξία σκεπής.

Σύμφωνα με το εξαιρετικό βιβλίο του Μπάμπη Παυλόπουλου (5),  “ο πύργος του καπετάν Κιτρινιάρη στην Ανδρούβιστα της Έξω Μάνης είναι ένα μικροσκοπικό συγκρότημα, χτισμένο πάνω σε μια συγκέντρωση τεράστιων βράχων. Ένα πραγματικό οχυρό αλλά και στρατηγικό σημείο, από όπου ο κτήτορας είχε απεριόριστη θέα προς τον Μεσσηνιακό κόλπο και τις χαμηλότερες εκτάσεις της Ανδρούβιστας. Γνωστή είναι η ένοπλη σύγκρουση του Παναγιώτη Μούρτζινου με τον Θεοδωράκη Κιτρινιάρη, που κατέληξε σε αιχμαλωσία του τελευταίου. Η αιχμαλωσία πραγματοποιήθηκε στον “οντά” του Μούρτζινου, στον πύργο του στην Παλιά Καρδαμύλη και όχι στην “γούβα” του υπογείου, εξαιτίας της αρχοντικής θέσης του αιχμαλώτου”.

250 μόλις μέτρα μετά τον Πύργο του Κιτρινιάρη, συναντάμε το μονοπάτι προς την Μονή Βαϊδενίτσας ή Βοδονίτσας. Ξεκινάει λιθόστρωτο το μονοπάτι από υψόμετρο 710 μέτρων, ανάμεσα σε μεγάλες καρυδιές και καστανιές. Δίπλα του κυλάει ρυάκι με νερό. Σ’ ένα 5λεπτο το μονοπάτι καταλήγει σε φαρδειά πέτρινα σκαλοπάτια, που μας οδηγούν στο περίτεχνα κατασκευασμένο καθολικό. Με χοντρούς τοίχους από πελεκητή πέτρα ο ναός είναι σταυροειδής δικιόνιος με οκταγωνικό τρούλλο. Είναι χρονολογημένος στον 18ο αιώνα και αφιερωμένος στο Γενέσιον της Θεοτόκου. Πολύ ιδιαίτερη είναι η παλιά ξυλόγλυπτη πόρτα, διακοσμημένη με ρόδακες και με εγχάρακτη χρονολογία του 1808. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο, χρωματισμένο και χαρακτηριστικό της σχολής που αναπτύχθηκε στον δυτικό Ταΰγετο από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα.

Αμέσως πάνω από το καθολικό,  σώζεται ο διώροφος, φρουριακής κατασκευής πύργος, με ύψος 9 περίπου μέτρων. Τα υπόλοιπα κτίσματα είναι ερειπωμένα, σώζεται όμως ένας εξωτερικός ξυλόφουρνος καθώς και ένα οχυρό κτίσμα, εφαπτόμενο στον πύργο, με μικρά ανοίγματα και πολεμίστρες.

Ο ορίζοντας της μονής απλώνεται ανεμπόδιστα στον Μεσσηνιακό κόλπο, ως την αντικρινή χερσόνησο της Κορώνης. Δίπλα μας η ρεματιά της Βαϊδενίτσας, το “λαγκάδι” όπως λέγεται στη Μάνη, είναι τούτη την ώρα ψυχρό. Μερικά μέτρα πάνω από την κοίτη σχηματίζεται ένα χορταριασμένο πλάτωμα, κάτω από καστανιές και καρυδιές. Εδώ κάθε χρόνο, στις 6 του Σεπτέμβρη, γίνεται το πανηγύρι της μονής.  Από τα ψηλώματα της ρεματιάς, στην πηγή της Αγελαδίτσας, ξεκινάει ένας σωλήνας, που μεταφέρει εξαιρετικής ποιότητας νερό στην γειτονική Σαϊδόνα και στο Εξωχώρι.

Το ρέμα ξεκινάει από την τοποθεσία Βριμπίτσα, λέει ο Γιάννης, μερικά χιλιόμετρα βορειότερα. Από εκεί, αν βαδίσουμε με κατεύθυνση ανατολική σε δασικό δρόμο και μονοπάτι, θα φτάσουμε μετά από 4-5 ώρες στο Δάσος Βασιλικής. Νομίζω, όμως, πως είναι ώρα να ξεμουδιάσουμε λιγάκι.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΙΑΡΗ ΩΣ ΤΑ ΚΟΛΙΜΠΕΤΣΑΙΪΚΑ

Σε συνέχεια του λαγκαδιού της Βαϊδενίτσας αρχίζει κάτω από την άσφαλτο το φαράγγι της Νούπαντης, που μετά από ελικοειδή πορεία τουλάχιστον 6 χιλιομέτρων, καταλήγει στην παραλία του Φονέα. Εμείς κινούμαστε δυτικά κι ένα περίπου χιλιόμετρο μετά τον Πύργο του Κιτρινιάρη, ανηφορίζουμε δασικό δρόμο δεξιά. Το τοπίο εξελίσσεται πολύ ειδυλλιακό, με ελιόδεντρα σε πεζούλες, βαλανιδιές με καφετιά ξερόφυλλα, πουρνάρια και σφενδάμια.

Ένα σχεδόν 10λεπτο αργότερα, συναντάμε αριστερά έξω από το δρόμο, το ξωκκλήσι του Αη-Νικόλα, κατασκευασμένο με στιβαρή ξερολιθιά και εσωτερική στέγη θολωτή. Η δίρριχτη σκεπή είναι τσιμεντένια και καλυμμένη με “τίκλες“, σχιστόπλακες δηλαδή. Ένα κόκκινο βέλος πάνω σε ξερό κορμό μας δείχνει τη συνέχεια του μονοπατιού πλάι στο εκκλησάκι. Το μονοπάτι είναι λιθόστρωτο και κατηφορίζει ελαφρά ανάμεσα σε ψηλό φράκτη από καλοφτιαγμένη ξερολιθιά. Ολόγυρα το τοπίο είναι αυθεντικό μανιάτικο με τραχύ ασβεστόλιθο και συνεχόμενους ελαιώνες. Η θέα είναι υπέροχη στον αντικρινό οικισμό του Προσήλιου και στη θάλασσα. Είναι μεγάλη ευχαρίστηση να περπατάμε σ’ αυτό τον τόπο.

– Και να φανταστείτε, ότι τούτη η παλιά μανιάτικη στράτα, που κάποτε ένωνε την Σαϊδόνα με το Εξωχώρι, παρέμενε άγνωστη, εξαφανισμένη μέσα στα χόρτα. Τέσσερα χρόνια πριν πήραμε με τον Βαγγέλη την απόφαση να επέμβουμε. Με πολλή δουλειά και με ελάχιστες βοήθειες καταφέραμε ν’ αποκαλύψουμε τούτο το μονοπάτι, προς μέγιστη βέβαια ικανοποίηση όχι μόνον των πεζοπόρων αλλά και των ντόπιων που έχουν τούτους τους ελαιώνες.

20′ μετά το ξωκκλήσι του Αη-Νικόλα, φτάνουμε στην τοποθεσία Παναγία, σε υψόμετρο 605 μ. Όμορφος τόπος, ειρηνικός, αδύνατον να φανταστούμε τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν εδώ στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Μας τα θυμίζει μια μαρμάρινη στήλη με τα ονόματα 37 ανδρών της χωροφυλακής που φονεύθηκαν από τους αντάρτες. 100 μέτρα πιο πέρα υπάρχει το αρχικό απέριττο μνημείο με την ημερομηνία του γεγονότος. Μέσα στον ελαιώνα ακόμα, δίπλα σε μια αιωνόβια βαλανιδιά, υπάρχει το πετρόχτιστο εκκλησάκι της Παναγίας. Συνεχίζουμε τη διαδρομή μας σε ωραίο δασικό δρόμο στρωμένο με ξερόφυλλα δρυών και σφενδαμιών. Ένα 10λεπτο μετά κατηφορίζουμε δεξιά σε ελικοειδή δρόμο μέσα σε ελαιώνα. Πολύ γρήγορα μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια της Τρίπιτσας, ενός από τους συνοικισμούς του Εξωχωρίου. Κινούμαστε για μερικά λεπτά σε στενό περιφερειακό μονοπάτι του συνοικισμού, ανάμεσα σε περιβόλια και ελαιώνες. Μετά, ξαναβρίσκουμε τον δασικό δρόμο και λίγο αργότερα βγαίνουμε στην άσφαλτο. Σ’ ένα 5λεπτο είμαστε και πάλι μπροστά στο ξενοδοχείο “Φαράγγι” και δεν αρνούμαστε το εξαίρετο τσιπουράκι που μας προσφέρει η Ελένη. Αφαιρώντας τις διάφορες στάσεις στη διάρκεια της διαδρομής μας, διαπιστώνουμε ότι ο καθαρός χρόνος πορείας έχει μόλις ξεπεράσει την μία ώρα.

Διασχίζουμε τον συνοικισμό Κολιμπετσαίικα με κατεύθυνση προς το φαράγγι. Συναντάμε ωραία πέτρινα σπίτια και ανάμεσά τους ένα με χρονολογία 1890. Πιο πέρα είναι το εκκλησάκι της Ανάληψης με ένα ακόμη μνημείο πεσόντων μεταξύ των ετών 1940-1949. Με το κλειδί που έχει ο Γιάννης μας ανοίγει την πόρτα του αυθεντικού πύργου Φασέα, στον οποίο είναι σε εξέλιξη έργα ανάπλασης. Από την ταράτσα του η θέα είναι μοναδική.

Βαδίζοντας μερικές εκατοντάδες μέτρα φτάνουμε στην θέση “Πανόραμα“, με περίοπτη θέα στο φαράγγι του Βυρού και στ’ αντικρινά ορεινά Τσέρια. Μπορούμε πια πολύ ρεαλιστικά να διαπιστώσουμε μερικές λεπτομέρειες του δρομολογίου της αυριανής μας διαδρομής

ΑΠΟ ΤΑ ΤΣΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΑΜΥΛΗ: ΜΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ

Ο αρχαιοφύλακας Σπύρος Νίκας αφιερώνει πολύ από τον προσωπικό του χρόνο, για να μας ξεναγήσει σε μερικά από τα ωραιότερα Βυζαντινά μνημεία του τόπου. Πολύ θα θέλαμε να συμπεριλάβουμε κάποια σ’ αυτό το άρθρο. Είναι όμως τόσο πολλά και σημαντικά ώστε επιφυλασσόμαστε για την επόμενη φορά. Άλλωστε, δεν είναι λίγα τα μνημεία που θα συναντήσουμε στη διαδρομή μας από τα Τσέρια.

Νωρίς το πρωί αφήνουμε την Καρδαμύλη με κατεύθυνση προς τα Τσέρια. Στην διαδρομή διασχίζουμε τον παραδοσιακό οικισμό του Προσήλιου με τον επιβλητικότατο ναό του Αγ. Γεωργίου. Μερικά χιλιόμετρα πριν από τα Τσέρια,πάνω από την κοίτη μιας ρεματιάς, παρατηρούμε ένα ωραίο πέτρινο γεφυράκι. Από αυτό το γεφύρι περνούσε το μονοπάτι, που πριν γίνει ο δρόμος, συνέδεε το Προσήλιο με τα Τσέρια.

Καθώς πλησιάζουμε το χωριό αποκαλύπτονται ένας ένας οι πέντε μικρότεροι δορυφορικοί του συνοικισμοί: αρχικά το Λεπτίνι και στη συνέχεια το Πεδινό, το Καταφύγιο, ο Ζαχαριάς και στο ανατολικό άκρο τα Γιατραίικα, σε μικρή απόσταση  από το στόμιο του φαραγγιού. Στα 12 λοιπόν χιλιόμετρα από την πλατεία της Καρδαμύλης μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια των Τσέριων. Ένας στενός πλακόστρωτος δρόμος, που χωράει ένα μόνον αυτοκίνητο, διασχίζει το χωριό. Η διασταύρωση εδώ με αντίθετα κινούμενο αυτοκίνητο, αν και δεν είναι συχνή, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και βέβαια, η οπισθοπορεία σ’ έναν τόσο στενό δρομίσκο, μόνον ευχάριστη δεν είναι. Συνιστούμε λοιπόν στον επισκέπτη των Τσέριων ν’ αφήσει στην είσοδο του χωριού το αυτοκίνητο και να συνεχίσει με τα πόδια. Άλλωστε είναι τόσο ευχάριστη η περιδιάβαση σ’ αυτόν τον ωραίο τόπο, που για την εκπληκτική του θέα, μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως αληθινό Εξώστη της Καρδαμύλης.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά την είσοδο του χωριού φτάνουμε σε μια πλατειούλα με χώρο στάθμευσης, πολύ κοντά στον επιβλητικό ναό του Ευαγγελισμού. Παρελαύνουν από τα μάτια μας πέτρινα σπίτια με χρονολογίες του 19ου αιώνα: 1855, 1857, 1860, 1872… Στον χώρο μικρής πλατείας δεσπόζει ο εκπληκτικός ναός των Ταξιαρχών του 1836. Σε διάφορα σημεία της τοιχοποιίας του είναι διακοσμημένος με πάμπολλα λιθανάγλυφα, που απεικονίζουν ρόδακες φυσιογνωμίες και φιγούρες, παραστάσεις ζωικές και φυτικές. Το καμπαναριό είναι ψηλό και οξυγώνιο από πελεκητό γρανίτη, ενώ ένα καλντερίμι ανηφορίζει με σκαλοπάτια έξω από το χωριό προς την κατεύθυνση του βουνού.

Ένα και μοναδικό μαγαζί είναι ανοιχτό στο χωριό. Είναι το “Παντοπωλείον Η ΣΠΑΡΤΗ“. Μ’ αυτή την πινακίδα μοιάζει με μικρή Λακωνική αποικία μέσα στην επικράτεια της Μεσσηνίας. Στο εσωτερικό του παντοπωλείου υπάρχει κίνηση. Πρώτη του Φλεβάρη σήμερα, οι ηλικιωμένοι κάτοικοι των Τσέριων είναι μαζεμένοι γύρω από τον ταχυδρόμο, που πληρώνει στους δικαιούχους τις συντάξεις του ΟΓΑ. Παρά την κρίση το σύστημα λειτουργεί ακόμα στην Ελλάδα…

Με υψόμετρο 600 περίπου μέτρων στην πλατεία,  τα Τσέρια είναι χτισμένα στους πρόποδες του απότομου ασβεστολιθικού λόφου Ραβούγκια, στις νότιες καταπτώσεις του ορεινού όγκου του Ταΰγέτου. Πριν κατευθυνθούμε στο φαράγγι, κατηφορίζουμε για λίγο στον συνοικισμό του Ζαχαρία, που πήρε το όνομά του από τον οπλαρχηγό Ζαχαριά Βαρβιτσιώτη. Ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια δεσπόζει ο Πύργος του Ζαχαριά που σκοτώθηκε εδώ το 1808. Ένα άλλο σπίτι φέρει χρονολογία 1854, ενώ το πάλαι ποτέ Δημοτικό Σχολείο είναι του 1925.

Έξω από τα τελευταία σπίτια του οικισμού αρχίζουν πεζούλες με ελαιώνες. Εδώ,  συναντάμε τον Βαγγέλη Περουτσέα που τούτη την ώρα κλαδεύει τις ελιές του. Μας καλημερίζει ευγενικά και μας δίνει πολλές πληροφορίες για τον τόπο.

-Μπορώ να πάρω ένα κομμένο ελιόκλαδο; τον ρωτάω. Άφησα το ορειβατικό μου μπαστούνι, στο αυτοκίνητο και φοβάμαι πως θα μου λείψει στο φαράγγι.

-Θα σου δώσω κάτι καλύτερο από ελιά, ένα μπαστούνι πανάλαφρο και γερό.

Με μια κίνηση ο Βαγγέλης ξερριζώνει έναν θάμνο με κορμό ολόισιο και κούφιο σαν καλάμι. Τον κόβει με το πριόνι του στην κορυφή και στη ρίζα και μου παραδίδει ένα μπαστούνι φυσικό και πολύ ξεχωριστό.

-Ο θάμνος λέγεται Βαλεριάνα, μας λέει ο Βαγγέλης. Το αφέψημα από τα φύλλα έχει διάφορες χρήσεις, ακόμα και ως ενισχυτικό της καρδιάς.

Τον αποχαιρετάμε, διασχίζουμε τον συνοικισμό των Γιατραίικων και στο τέλος του τσιμεντόδρομου συναντάμε την αρχή του μονοπατιού. Εδώ υπάρχει σήμανση και χάρτης της πεζοπορικής διαδρομής.

10:45′ Από υψόμετρο 575 μέτρων ξεκινάμε την κάθοδο προς το φαράγγι του Βυρού. Εικονοστάσι, στενό καλντερίμι και ψηλά στα Β.Α η χιονισμένη 2.407 η θρυλική κορυφή του γιγάντιου Ταϋγετου. Είναι μεγάλη ευτυχία ν’ αντηχούν τα βήματά μας σε τούτο το καλντερίμι, γεροφτιαγμένο, αρρενωπό, με λίθους χοντροκομμένους αλλά λειασμένους από τη μακρόχρονη χρήση και στέρεα σφηνωμένους στο λιγοστό χώμα της απότομης πλαγιάς. Είναι μια στράτα κακοτράχαλη σε κάποια σημεία και τραχειά, μα ελάχιστα εχθρική για τα πόδια των παλιών ντόπιων, δουλεμένα για χρόνια στον σκληρό ασβεστόλιθο της Μάνης. Σε κάποια απότομα σημεία, το καλντερίμι γίνεται πολύ ελικοειδές, με σοφά σχεδιασμένες κλίσεις, απόλυτα ασφαλείς για ανθρώπους και υποζύγια. Εδώ έρχονται στο νου μας τα ζαγορίσια καλντερίμια, οι περίφημες “Σκάλες“.

11:15′ Με αρκετές μικροστάσεις για φωτογραφίσεις φτάνουμε σε σημείο της κοίτης όπου τερματίζει το καλντερίμι. Εδώ σχηματίζεται διακλάδωση: ένα μονοπάτι ανηφορίζει Β.Α ακολουθώντας την κοίτη, για να φτάσει μετά από πολύωρη πορεία στα υψίπεδα του Ταϋγέτου, στην αρχή του φαραγγιού. Εμείς κατευθυνόμαστε χαμηλότερα στην κοίτη, με γαλάζιο-κόκκινο σημάδι σε βράχο. Η πρόσβαση γίνεται λίγο κακοτράχαλη. Προτιμάμε να κατέβουμε μερικά κίτρινα σιδερένια σκαλοπάτια, στερεωμένα γερά στον συμπαγή ασβεστόλιθο. Το υψόμετρο στην κοίτη είναι 340 μέτρα, που σημαίνει υψομετρική διαφορά 235 μέτρων από το πάνω τμήμα του φαραγγιού. Μέσα απ’ τα σύννεφα εμφανίζεται ο ήλιος, το κρύο όμως στην κοίτη είναι αισθητό, τρέχουν οι μύτες και τα δάχτυλα παγώνουν. Ρεαλιστική απόδειξη της χαμηλής θερμοκρασίας είναι οι φαντασμαγορικοί κρύσταλλοι που έχουν σχηματιστεί κάτω απ’ τον σωλήνα του νερού.

Σκαρφαλώνουμε απ’ το αντλιοστάσιο που βρίσκεται στην κοίτη και ανηφορίζουμε για Εξωχώρι, αρχικά σε τσιμεντόδρομο και στην συνέχεια σε πετρόδρομο, κατάλληλο μόνον για 4Χ4. Γύρω μας φασκόμηλο και θυμάρι, αυθεντικές ευωδιές της φύσης, απέναντι ασβεστολιθικά τοιχώματα χαοτικά, με αποχρώσεις κοκκινωπές που μας γεμίζουν θαυμασμό. Φτάνουμε σ’ ένα μικρό πέτρινο ξωκκλήσι και στη συνέχεια στη γνωστή θέση θέας “ΠΑΝΟΑΡΑΜΑ”, σε υψόμετρο 450 μέτρων. Λίγα λεπτά μετά μας υποδέχεται η Ελένη στο ‘ΦΑΡΑΓΓΙ” με νοστιμώτατη κολοκυθόπιτα και καφεδάκι ελληνικό. Καθόμαστε στο πεζουλάκι, έξω απ’ το ξενοδοχείο, ο ήλιος είναι ευχάριστα ζεστός. Πριν συνεχίσουμε, η φίλη μας μας κερνάει ένα θαυμάσιο τσιπουράκι, καύσιμα για το δρόμο.

Ξεκινώντας το δεύτερο τμήμα της διαδρομής μας, περνάμε δίπλα από τον ναό του Προφητηλία και διασχίζουμε τον συνοικισμό της “Χώρας” ακολουθώντας την τσιμεντόστρωτη οδό Βασ. Τριβουρέα με κατεύθυνση Δ-ΝΔ. Ανάμεσα στα σπίτια παρεμβάλλεται ελαιώνας μ’ ένα πανέμορφο αλωνάκι.

Πραγματική αποκάλυψη η Χώρα: πλατειούλα με δύο αιωνόβια σφενδάμια, περιβόλια, πέτρινα σπίτια με περίτεχνη αρχιτεκτονική, ένα τριώροφο του 1850 κι ένα άλλο του 1859. 30 μέτρα πιο κάτω μια ωραιότατη εκκλησία με πάμπολλα λιθανάγλυφα. Μπροστά στην εξώθυρα ενός σπιτιού, δεσπόζουν -σαν να σχηματίζουν αρχαία πύλη- δύο μεγάλοι κίονες από γρανίτη συμπαγή.

Στενό καλντερίμι πια η οδός Τριβουρέα, περνάει δίπλα από καμαροσκέπαστο σοκάκι. Απέναντι, σε μικρή απόσταση, προβάλλει το ωραίο Εξωχώρι. Μας αποχαιρετάει η Χώρα με μια πελώρια μυλόπετρα, χοντρό λιθόστρωτο μονοπάτι και πανύψηλα σφενδάμια. Φτάνουμε σε δίστρατο. Στ’ αριστερά κόκκινη σήμανση με σταυρό οδηγεί στην Αγία Σοφία. Συνεχίζουμε ευθεία με σήμανση άσπρη-μπλε προς Καρδαμύλη και κατεύθυνση δυτική. Μετά το δομημένο περιβάλλον ξαναμπαίνουμε στη φύση με πορεία προς το φαράγγι. Εντύπωση μου κάνουν τα αναρίθμητα σφενδάμια, κυρίαρχο δέντρο σ’ αυτή την διαδρομή. Το μονοπάτι περνάει στα ριζά πολύ απότομου, βραχώδους λόφου. Βιγλάτορας στην κορυφή του είναι το πετρόχτιστο ξωκκλήσι του Αγ. Αθανασίου, σε υψόμετρο 320 μέτρων. Λιτότατο το ξωκκλήσι και φανερά παρατημένο, με ανώμαλο δάπεδο και άτεχνους σοβάδες στους τοίχους. Από ένα μεγάλο άνοιγμα της τσίγκινης σκεπής μπορεί να μπαίνει ανεμπόδιστα η βροχή. Κρίμα! Εδώ πάνω θα μπορούνε να ήταν αληθινό κομψοτέχνημα.

Μεσημέρι πιά. Μετά τη στάση συνεχίζουμε για φαράγγι. Ελαιώνες με πεζούλες, χωματόδρομος, αριστερά μια διακλάδωση ανηφορίζει για Μονή Αγίας Σοφίας. Εμείς χαμηλώνουμε δεξιά. Περνάμε κάτω από ασβεστολιθικές σπηλιές, με χρώμα κοκκινωπό. Τσίχλες, κίσσες, κοτσύφια και πάμπολλα μικροπούλια πεταρίζουν ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους. Μισή ώρα μετά την αναχώρησή μας από τον Αη-Θανάση βηματίζουμε πάνω στις λευκόγκριζες κροκάλες της κοίτης του Βυρού, σε υψόμετρο 95 μέτρων. Αμέσως πιο πάνω βρίσκεται η μονή. Η τσιμεντένια της πλατεία είναι ευρύχωρη, με οχτώ μεγάλες μουριές. Το καθολικό είναι μια μονόκλιτη βασιλική με οκτάπλευρο τρούλλο και τοίχους ασβεστωμένους. Το μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος αναφέρεται σε έγγραφο του 1681 και ανακαινίστηκε το 1807, σύμφωνα με χρονολογία χαραγμένη στην δυτική όψη του ναού. Δύο κτίσματα στα ΝΔ φέρουν χρονολογίες 1864 και 1900

Ατενίζουμε κατακόρυφα το ξωκκλήσι του Αη. Θανάση, όπου βρισκόμασταν πριν λίγο. ‘Ύστερα αναχωρούμε σε αναζήτηση της Μονής Λυκάκη. Δεν υπάρχει πια μονοπάτι, μόνον η κοίτη του φαραγγιού. Με ομαλή κλίση αλλά κατάσπαρτη με μικρές και μεγάλες κροκάλες είναι μια νέα περιπατητική πραγματικότητα, που απαιτεί βήματα υπολογισμένα, προσεκτικά. Περνάμε ανάμεσα από εντυπωσιακή στενωπό με κατακόρυφα τοιχώματα. Αισθανόμαστε νάνοι. Λίγο αργότερα συναντάμε ανηφορική διακλάδωση δεξιά, με σήμανση κυανόλευκη. Μισή ώρα μετά την αναχώρησή μας φτάνουμε σε τρίστρατο. Δεξιά (ΒΔ) ένα μονοπάτι ανηφορίζει προς Κάλυβες. Αριστερά (Ν-ΝΔ) προς την Αγ. Σοφία. Και ευθεία στην κοίτη, προς τη Μονή Λυκάκη, όπου και συνεχίζουμε. Ήδη οι κροκάλες μικραίνουν, μοιάζουν περισσότερο με χαλίκια. Έτσι η πορεία μας γίνεται ευχερέστερη. Οχτώ περίπου λεπτά μετά συναντάμε δεξιά μας μονοπάτι με σήμανση και ένδειξη “ΒΡΥΣΗ 2500” Δεν διαπιστώνουμε καμιά αναφορά προς Μονή Λυκάκη, αν και θα έπρεπε, σύμφωνα με τον χάρτη. Ωστόσο, παρατηρούμε απέναντί μας στην αριστερή όχθη της κοίτης, μια καλοφτιαγμένη σιδερένια πινακίδα με ένδειξη προς Αγ. Σοφία. Εκεί ξεκινάει δασωμένο μονοπάτι. Στην αρχή του, πάνω σ’ ένα δοκάρι, υπάρχουν προσαρμοσμένες τρεις καλοφτιαγμένες ξύλινες πινακίδες, με τρεις διαφορετικούς προορισμούς. Καρδαμύλη, Αγ. Σοφία και Μονή Λυκάκη. Το βέλος προς την Μονή Λυκάκη δείχνει ακριβώς την κατεύθυνση του μονοπατιού προς την βρύση. Επιστρέφουμε λοιπόν στην κοίτη, ξεκινάμε το μονοπάτι και μερικές δεκάδες μέτρα μετά, συναντάμε ένα δεύτερο μονοπάτι, αρκετά ανηφορικό. Σε τρία λεπτά αποκαλύπτεται μέσα σε πυκνό δάσος η αθέατη μέχρι την τελευταία στιγμή μονή.

Η εικόνα του καθολικού, σ’ αυτό το ερημικό τοπίο του φαραγγιού, είναι εκπληκτική. Ο ναός είναι μικρός, εγγεγραμμένος, σταυροειδής και τετρακιόνιος, με οχτάπλευρο τρούλλο. Σύμφωνα με αναφορά σε διαθήκη η μονή προυπήρχε του 1720. Τα υπόλοιπα κτίσματα είναι μισοερειπωμένα. Στο ΝΔ άκρο σώζεται η βάση του πύργου της μονής, καθώς και το άδειο κέλυφος μιας διώροφης οικοδομής. Το εσωτερικό του καθολικού, που είναι αφιερωμένο στον  Ευαγγελισμό της Θεοτόκου είναι κατάγραφο από τοιχογραφίες σημαντικής τέχνης. Κάποιες διατηρούνται σε καλή κατάσταση ενώ οι περισσότερες έχουν αρκετές φθορές. Δυστυχώς, δεν λείπουν δεκάδες χαράγματα παλιών και νέων επισκεπτών, ελάχιστα ευσεβών. Ανάμεσα στα χαράγματα διακρίνουμε ένα του 1887, κάποια του 1900 και πολλά άλλα ως την σύγχρονη εποχή.

Επιστρέφουμε στην αρχή του μονοπατιού με την πινακίδα προς την μονή της Αγίας Σοφίας σε υψόμετρο 25 μέτρων. Βαθιές ανάσες και αρχίζει η ανηφόρα. Χωμάτινο μονοπάτι, μαλακό και ευχάριστο, με ενδιάμεσα λίθινα σκαλοπάτια. Το δάσος είναι όμορφο και πυκνό, το έδαφος καλυμμένο με ξερόφυλλα δρυών και σφενδαμιών. Είναι μια καθολική αλλαγή μετά την πετρόσπαρτη κοίτη του φαραγγιού. Οι κλίσεις της ανηφόρας σταδιακά ηρεμούν, βαδίζουμε σε τοπίο πολύ ειδυλλιακό. Ένα καλοφτιαγμένο τοιχαλάκι υποστηρίζει το μονοπάτι στα απότομα πρανή. Να και μια μικροσπηλιά. Στο πέτρινο δάπεδό της υπάρχει λαξευμένη μια λιλιπούτεια γούρνα, δυστυχώς ξερή.

Ένα τέταρτο μετά την αναχώρησή μας φτάνουμε σε υψόμετρο 90 μέτρων, αντικρίζουμε την θάλασσα και τα Τσέρια, την παραλία της Καρδαμύλης και την έξοδο του φαραγγιού του Βυρού. Σ’ ένα 10 λεπτο συναντάμε χωματόδρομο. Κατευθυνόμαστε Ν-ΝΔ και 40 μέτρα πιο πάνω βρίσκουμε καλντερίμι φαρδύ, αυθεντικό. Στην αρχή του, μέσα σε βαθύ κοίλωμα βράχου, υπάρχει μια κατασκευή που θυμίζει δεξαμενή.

Σ’ ένα δίλεπτο το καλντερίμι τερματίζει σ’ ένα μεγάλο πλάτωμα, κατάσπαρτο από φυσικές, επίπεδες πλάκες. Εδώ δεσπόζει ένα θρησκευτικό μνημείο εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής. Είναι το καθολικό της Μονής Αγίας Σοφίας, ένας εγγεγραμμένος και σταυροειδής, δικιόνιος ναός, με τρούλλο που φέρει χαρακτηριστικό ψηλό δωδεκάπλευρο τύμπανο. Η τοιχοποιία του ναού είναι εκπληκτική, αποτελείται εξολοκλήρου από πελεκητά αγκωνάρια. Σε κάποια από αυτά, στον νότιο τοίχο, διακρίνουμε με βαθιά χάραξη την χρονολογία 1604. Στο εσωτερικό του είναι κατάγραφος ο ναός από το 1700

Μερικές εκατοντάδες μέτρα βορειότερα είναι ο οικισμός της Αγίας Σοφίας, με την παλιά ονομασία Γούρνιτσα, ενώ απέναντι στα νότια, πάνω από ένα πυκνοδασωμένο λαγκάδι, είναι χτισμένο το πανέμορφο Πετροβούνι, με την πολύ σημαντική Μονή Καράβελη. Ψάχνουμε να βρούμε το τελευταίο τμήμα της διαδρομής μας για Καρδαμύλη. Μετά από προσπάθειες και επικοινωνία με τον Γιάννη Αβραμέα, επιστρέφουμε στην αρχή του κελντεριμιού για Αγία Σοφία και 20 μέτρα μετά , συναντάμε το στενό στόμιο του μονοπατιού με κιτρινόμαυρο σημάδι πάνω σε πέτρα.

Ξεκινάμε στις 5 το απόγευμα ακριβώς. Στενό χωμάτινο μονοπάτι και στην συνέχεια λιθόστρωτο, που ποικίλλει σε πλάτος και ποιότητα κατασκευής. Είναι μια ευχάριστη κατάβαση, δίπλα από τον ογκώδη λόφο με τα ίχνη της αρχαίας ακρόπολης. Ανάμεσα σε ελαιώνες με αρκετές γέρικες ελιές, προβάλλει η έξοχη εικόνα της Παλιάς Καρδαμύλης. Δυστυχώς, ο φυσικός φωτισμός έχει χαμηλώσει αισθητά, από βαριά σύννεφα, που στην κατεύθυνση της δύσης, έχουν καλύψει τον ορίζοντα εντελώς. Στις 17:20′ βρισκόμαστε μπροστά στο οχυρό συγκρότημα των Μούρτζινων. Ψηλά ο Ταύγετος, που μας συντρόφευε τόσες ώρες, έχει χαθεί πίσω από αδιαπέραστη καταχνιά. Μετά από λίγα λεπτά αρχίζει η βροχή. Βρίσκουμε καταφύγιο στο ωραίο καφέ “Πλατεία“, στην πλατεία της Καρδαμύλης. Μετά την ολοήμερη πορεία χαλαρώνουμε μ’ ένα καφεδάκι, παρατηρώντας τη βροχή. Το αναμμένο τζάκι, ακόμα και σ’ αυτόν τον νότιο τόπο της Ελλάδας, είναι τούτη την ώρα, πολύ αγαπητό.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Ευχαριστούμε θερμά:

– Τους οικοδεσπότες μας Γιώργο και Μαρία Γιαννακέα για την φιλοξενία τους στο θαυμάσιο NOTOS HOTEL, στην Καρδαμύλη.

– Τις αρχαιολόγους Νιόβη Μπούλα και Σοφία Γερμανίδου.

– Τον αρχαιοφύλακα Σπύρο Νίκα.

– Την Ελένη Φιλιππάκου στο ξενοδοχείο ΦΑΡΑΓΓΙ, στα Κολιμπετσαίικα Εξωχωρίου.

– Τον Βαγγέλη Περουτσέα στον Ζαχαριά.

– Ευχαριστούμε τέλος την Ομάδα Υπαίθριων Δραστηριοτήτων 2407 και προσωπικά τον Βαγγέλη, τον Γιάννη και την Αγγέλα για όλες τους τις βοήθειες.

ΠΗΓΕΣ

– Μπάμπης Παυλόπουλος, “Πύργοι και Οχυρές Κατοικίες στην Πελοπόννησο, 15ος – 19ος αιώνες”, εκδόσεις “ΦΙΛΟΠΟΙΜΗΝ” – “ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ”

– Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ”, εκδ. ΠΑΠΑΔΗΜΑ, ΑΘΗΝΑ 1996.

– Γεώργιος Βενιζελέας – “ΜΑΝΗ Ταξιδιωτικός και Πολιτιστικός Οδηγός”, εκδ. ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ, Β. εκδ. 2006

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΔΙΑΜΟΝΗ

NOTOS HOTEL, τηλ. 27210-73730/73991

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ “ΦΑΡΑΓΓΙ”, τηλ. 27210-73001

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ: “2.407” (υπαίθριες δραστηριότητες) 6975-785887

Δήμος Δυτικής Μάνης, τηλ. 27210 73265

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΡΔΑΜΥΛΗΣ

Από Καλαμάτα: 36 χλμ.

Από Σπάρτη: 92 χλμ.

Από Αθήνα: 276 χλμ.

Από Θεσσαλονίκη: 760 χλμ.

ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

α. Ταΰγετος, 1:50.000, εκδόσεις ANAVASI

β. Μάνη (Καρδαμύλη – Στούπα – Αγ. Νικόλαος), 1:25.000, εκδόσεις ANAVASI

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Άλλες ονομασίες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της Δυτικής Μάνης είναι “Έξω Μάνη”, “Μεσσηνιακή” κι “Αποσκιαδερή”.
  2. Συγγραφέας και φωτογράφος του εκπληκτικού βιβλίου “Πύργοι και Οχυρές Κατοικίες στην Πελοπόννησο”
  3. Με συνολικό μήκος 14 χιλιομέτρων το φαράγγι του Βυρού είναι το έκτο μεγαλύτερο της Ελλάδας (Νίκος Νέζης, “ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ – ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, ΤΟΜΟΣ 1, σελ. 55)
  4. Σχετικό μεγάλο άρθρο στο: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, Τεύχος 69, Μάιος – Ιούνιος 2009
  5. “Πύργοι και Οχυρές Κατοικίες στην Πελοπόννησο”, σελ. 191-192.
back-button
next-button
faraggi-vurou---kardamuli faraggi-vurou---kardamuli_7 faraggi-vurou---kardamuli_8 faraggi-vurou---kardamuli_9 faraggi-vurou---kardamuli_10 faraggi-vurou---kardamuli_11 faraggi-vurou---kardamuli_12 faraggi-vurou---kardamuli_13 faraggi-vurou---kardamuli_14 faraggi-vurou---kardamuli_15 faraggi-vurou---kardamuli_16 faraggi-vurou---kardamuli_17 faraggi-vurou---kardamuli_18 faraggi-vurou---kardamuli_19 faraggi-vurou---kardamuli_20 faraggi-vurou---kardamuli_21 faraggi-vurou---kardamuli_22 faraggi-vurou---kardamuli_23 faraggi-vurou---kardamuli_24 faraggi-vurou---kardamuli_25 faraggi-vurou---kardamuli_26 faraggi-vurou---kardamuli_27 faraggi-vurou---kardamuli_28 faraggi-vurou---kardamuli_29 faraggi-vurou---kardamuli_30 faraggi-vurou---kardamuli_31 faraggi-vurou---kardamuli_32 faraggi-vurou---kardamuli_33 faraggi-vurou---kardamuli_34 faraggi-vurou---kardamuli_35 faraggi-vurou---kardamuli_36 faraggi-vurou---kardamuli_37 faraggi-vurou---kardamuli_38 faraggi-vurou---kardamuli_39 faraggi-vurou---kardamuli_40 faraggi-vurou---kardamuli_41 faraggi-vurou---kardamuli_42 faraggi-vurou---kardamuli_43 faraggi-vurou---kardamuli_44 faraggi-vurou---kardamuli_45 faraggi-vurou---kardamuli_46 faraggi-vurou---kardamuli_47 faraggi-vurou---kardamuli_48 faraggi-vurou---kardamuli_49 faraggi-vurou---kardamuli_50 faraggi-vurou---kardamuli_51 faraggi-vurou---kardamuli_52 faraggi-vurou---kardamuli_53 faraggi-vurou---kardamuli_54 faraggi-vurou---kardamuli_55 faraggi-vurou---kardamuli_56
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories