home Άρθρα Εξερευνώντας την Άνω Κλειδωνιά Κόνιτσας
Εξερευνώντας την Άνω Κλειδωνιά Κόνιτσας

– Θεόφιλε; ακούγεται στο τηλέφωνο μια φωνή. 
Διστάζω μόνον για δύο δευτερόλεπτα. – Εσύ είσαι Νίκο; 
– Μπράβο παλιόφιλε! Μετά από τόσα χρόνια με θυμήθηκες αμέσως!
Είναι μεγάλη η έκπληξή μου, όταν, μετά από 5 χρόνια σιωπής και εξαφάνισης, ακούω και πάλι τη γνώριμη φωνή του παλιού μου φίλου, του Νίκου του Καμά. Γυρίζουν οι μνήμες στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ήταν η πρώτη μας γνωριμία σε μια αστραφτερή δεξίωση στελεχών επιχειρήσεων, με μεταξωτές γραβάτες και κοστούμια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, είχαμε αρκετές φορές τη χαρά να ξαναβρεθούμε. Το 1995, στο παρθενικό τότε τεύχος του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΟΡΑΜΑΤΟΣ, μαζί είχαμε ξεκινήσει το περιπετειώδες εκείνο ταξίδι με ιστιοπλοϊκό από τη Θεσσαλονίκη στις Σποράδες. Οι εκπλήξεις όμως από το τηλεφώνημα του φίλου μου δεν έχουν τελειώσει.
– Θαυμάζω απέναντί μου την Αστράκα και το Βίκο.
– Είσαι εκδρομή στο Πάπιγκο;
Γελάει ο Νίκος. – Όχι, κάπου βορειότερα. Στην Παλιά Κλειδωνιά.
– Και τι κάνεις στο ερειπωμένο αυτό χωριό;
– Προσπαθώ να του ξαναδώσω ζωή με τον ξενώνα μου και να αντλήσω εγώ ζωή απ’ τη μαγεία και τη γαλήνη του.

Παλιά Κλειδωνιά! Τόπος άγνωστος κι εγκαταλειμμένος από χρόνια. Ήξερα αόριστα, ότι κάποτε υπήρχε ένας τέτοιος οικισμός χαμένος στα βουνά, πάνω απ’ τη γνωστή μας Κλειδωνιά της Κόνιτσας, που βρί-σκεται πολύ κοντά στο Βοϊδομάτη.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Εξερευνώντας την  Άνω Κλειδωνιά Κόνιτσας
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΗΠΕΙΡΟΣ, Ιωάννινα

– Θεόφιλε; ακούγεται στο τηλέφωνο μια φωνή.

Διστάζω μόνον για δύο δευτερόλεπτα.

– Εσύ είσαι Νίκο; απαντάω.

– Μπράβο παλιόφιλε! Μετά από τόσα χρόνια με θυμήθηκες αμέσως!

Είναι μεγάλη η έκπληξή μου, όταν, μετά από 5 χρόνια σιωπής και εξαφάνισης, ακούω και πάλι τη γνώριμη φωνή του παλιού μου φίλου, του Νίκου του Καμά. Γυρίζουν οι μνήμες στη στιγμή, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ήταν η πρώτη μας γνωριμία σε μια αστραφτερή δεξίωση στελεχών επιχειρήσεων, με μεταξωτές γραβάτες και κοστούμια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, είχαμε αρκετές φορές τη χαρά να ξαναβρεθούμε. Το 1995, στο παρθενικό τότε τεύχος του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΟΡΑΜΑΤΟΣ, μαζί είχαμε ξεκινήσει το συναρπαστικό και περιπετειώδες εκείνο ταξίδι με ιστιοπλοϊκό από τη Θεσσαλονίκη στις Σποράδες. Οι εκπλήξεις όμως από το τηλεφώνημα του φίλου μου δεν έχουν τελειώσει.

– Θαυμάζω απέναντί μου την Αστράκα και το Βίκο.

– Είσαι εκδρομή στο Πάπιγκο;

Γελάει ο φίλος μου.

– Όχι, κάπου βορειότερα. Στην Παλιά Κλειδωνιά.

– Και τι κάνεις στο ερειπωμένο αυτό χωριό;

– Προσπαθώ να του ξαναδώσω ζωή με τον ξενώνα μου και να αντλήσω εγώ ζωή απ’ τη μαγεία και τη γαλήνη του.

Παλιά Κλειδωνιά! Τόπος άγνωστος κι εγκαταλειμμένος από χρόνια. Ήξερα αόριστα, ότι κάποτε υπήρχε ένας τέτοιος οικισμός χαμένος στα βουνά, πάνω απ’ τη γνωστή μας Κλειδωνιά της Κόνιτσας, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Βοϊδομάτη.

Και τώρα ο Νίκος…

– Σε τρεις μέρες είμαστε εκεί, του λέω και κλείνω το τηλέφωνο.

 

ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΚΛΕΙΔΩΝΙΑ

 

Διάβαση Καστανιάς, Εγνατία Οδός, Νεάπολη, μαγευτικό Βόιο με τον Πεντάλοφο και το Επταχώρι, κοιλάδα του Σαραντάπορου ατελείωτη σε μήκος και ομορφιά, πόλη της Κόνιτσας.

Δύσκολη διαδρομή αλλά πανέμορφη, αγαπημένη από παλιά. Στην Κλειδωνιά, απέναντι σχεδόν απ’ το πρατήριο της ΕΚΟ, στρίβουμε αριστερά. Μια τεράστια πινακίδα, και αμέσως μετά ακόμη μία, αναγράφουν τις 7 μεταβυζαντινές εκκλησίες του 16ου αιώνα και τις υπηρεσίες ύπνου και εστίασης που παρέχει η Παλιά Κλειδωνιά στον επισκέπτη.

– Ας πάμε να δούμε, τι έχει κάνει ο φίλος μας σ’ αυτό το έρημο χωριό, λέω στην Άννα.

Ανηφορίζουμε. Κάποτε ήταν μονοπάτι στενό και απόκρυφο, που αυλάκωνε τη βουνοπλαγιά με τους σιωπηλούς του ελιγμούς. Ύστερα εξελίχθηκε σε χωματόδρομο, μακρύ και κουραστικό για ανθρώπους και για ζώα και εχθρικό για αυτοκίνητα. Σήμερα είναι καλοστρωμένος ασφαλτόδρομος, μια εξέλιξη σχεδόν απίστευτη, αν αναλογιστεί κανείς τη συνήθη συμπεριφορά της κεντρικής εξουσίας απέναντι στην απόμακρη – και με ελάχιστους ψηφοφόρους – περιφέρεια.

Ανεβαίνουμε συνεχώς. Η μεγάλη πεδιάδα της Κόνιτσας αποκαλύπτεται θεαματική, με τη ροή του Βοϊδομάτη και τους γεωμετρικούς σχηματισμούς των ποικίλων καλλιεργειών. Η Παλιά Κλειδωνιά, ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει αθέατη. Περνάει ο δρόμος, λαξευμένος σχεδόν σε μια απότομη πλαγιά και ξαφνικά, 7 περίπου χιλιόμετρα από την έναρξη της ανάβασης, το τοπίο και οι εικόνες μεταβάλλονται δραματικά. Πρώτα αντικρύζουμε την πέτρινη σιλουέτα του Αγίου Αθανασίου, χτισμένου σε μικρό πλάτωμα στην άκρη του γκρεμού. Είναι ένα πετρόχτιστο αρχιτεκτονικό κόσμημα, όπως άλλωστε η πλειοψηφία των παλιών Ηπειρώτικων ναών. Στο βάθος το θέαμα μας καθηλώνει με τους συγκλονιστικούς βραχώδεις όγκους της Αστράκας, το διασημότερο ίσως και πιο θεαματικό σύμπλεγμα της χώρας. Δίπλα του ένας άλλος, όχι λιγότερο φημισμένος τόπος. Το χαοτικό στόμιο του Φαραγγιού του Βίκου.

Ευθεία πολύ κοντά μας, ασήμαντη και αμελητέα μπροστά σ’ αυτούς τους γίγαντες της φύσης, διακρίνεται η Παλιά Κλειδωνιά ή μάλλον ό,τι απόμεινε όρθιο απ’ αυτήν. Μια πέτρινη πλαγιά και πάνω της κατάσπαρτα τα απομεινάρια του οικισμού, σπίτια ερειμωμένα, μερικά με όρθιους τοίχους ακόμα αλλά χωρίς σκεπές και άλλα θλιβεροί λιθοσωροί. Πέτρες, που κάποτε δουλέφτηκαν με στοργή από τα χέρια Ζαγορίσιων και αργότερα επέστρεψαν, κομψές και λαξευμένες αλλά άχρηστες, πλάι στις ταπεινές πέτρες της φύσης.

Πλησιάζουμε με σφιγμένη την ψυχή, ήδη όμως η αρχική μακρινή εικόνα μεταβάλλεται, ένα αεράκι αισιοδοξίας μοιάζει να πνέει στα ερείπια του χωριού. Είναι πρώτα το ωραίο πλακόστρωτο δρομάκι, που παίρνει τη σκυτάλη της διαδρομής από την άσφαλτο. Είναι αμέσως μετά ένα ωραίο πέτρινο σπίτι κάτω από το δρόμο. Δεν είναι παλιό αλλά είναι χτισμένο με απόλυτη προσήλωση στην αρχιτεκτονική παράδοση του τόπου. Δύο-τρία ακόμη σπίτια, διάσπαρτα εδώ κι εκεί, ξεχωρίζουν μέσα απ’ τα χαλάσματα. Δεν ξέρουμε πόσα και ποια απ’ αυτά κατοικούνται μόνιμα ή όχι. Το βέβαιο είναι, πως, έστω και κάποιες φορές το χρόνο, ανοίγουν τα σφαλιστά πορτοπαράθυρα και υψώνεται καπνός στον ουρανό από τις καμινάδες των τζακιών τους.

Κοντεύουμε στην πλατεία, το χώρο που παραδοσιακά διαδραματίζει, τον σημαντικότερο κοινωνικό ρόλο στη ζωή ενός χωριού. Δεν είναι μεγάλη, το χωριό είναι ορεινό, δεν διαθέτει την απλοχωριά και τις επίπεδες επιφάνειες του κάμπου. Είναι όμως περιποιημένη και πλακόστρωτη, όπως κάθε πλατεία Ζαγορίσια.

Έχει στο πλάι την εκκλησία της, πέτρινη και πλακοσκέπαστη. Έχει τα δυο πλατάνια, που την καλύπτουν με άφθονη σκιά. Και έχει ακόμα κάτι, πολύ σημαντικό: ζωή και κίνηση, γέλια και ομιλίες ανθρώπων, τσουγκρίσματα και ευχές, παιδιά που τρέχουν και παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Είναι όλες αυτές οι ανθρώπινες εκδηλώσεις, που, σε συνδυασμό με την μόνιμη κατοίκηση, έχουν λείψει απ’ το χωριό τα τελευταία 40 χρόνια.

Όρθιος στην είσοδο της ταβερνούλας του ξενώνα, παρακολουθεί ο φίλος μας τα πάντα, έτοιμος να ικανοποιήσει στη στιγμή κάθε επιθυμία των πελατών του. Ο γιος του ο Γιώργος, νεαρό παλικαράκι τον θυμάμαι την τελευταία φορά, κινείται ανάμεσα στον κόσμο με την ταχύτητα, την ευγένεια και άνεση καταξιωμένου σερβιτόρου. Μόνον η Βούλα είναι αθέατη στο εσωτερικό, προσηλωμένη στην εξαίσια μαγειρική της, που από χρόνια μας είναι ιδιαίτερα γνωστή. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται την παρουσία μας ο Νίκος. Παύει να ασχολείται με οτιδήποτε άλλο και σπεύδει να μας αγκαλιάσει…

 

ΦΙΛΟΞΕΝΩΝΑΣ «ΖΑΓΟΡΙ»

 

Ο ήλιος χαμηλώνει. Βάφει για λίγο κοκκινωπούς τους βράχους της Αστράκας κι ύστερα χάνεται πίσω απ’ τα βουνά της Αλβανίας. Η τελευταία μεγάλη παρέα αποχωρεί. Εύθυμοι όλοι και γελαστοί χαιρετούν μ’ εγκαρδιότητα το Νίκο. Στα ξύλινα τραπεζάκια απομένουμε με την Άννα ολομόναχοι. Είναι απότομα τόση η ηρεμία στην πλατεία, που αισθανόμαστε παράξενα, σαν νάχουμε αιφνιδιαστικά μεταφερθεί σε άλλο τόπο. Παρατηρούμε απέναντί μας τον ξενώνα. Πέτρινο κτίριο, με λιτές και απλές γραμμές, στέγαζε κάποτε το Δημοτικό Σχολείο του χωριού. Το 1936 αριθμούσε ακόμα 40 μαθητές, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχε κλείσει οριστικά. Και θα είχε κι αυτό την τύχη τόσων άλλων σχολείων που ερήμωσαν μαζί με τα χωριά, αν δεν είχε αναληφθεί από τους τοπικούς φορείς η πρωτοβουλία της μετατροπής του ξενώνα. Ήταν μια αισιόδοξη εξέλιξη, που όλο και πιο συχνά την συναντάμε τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατο παράδειγμα, την παρόμοια αξιοποίηση του παλιού Δημοτικού Σχολείου σε μια άλλη γωνιά της πατρίδας μας, στα Τσίντζινα του Πάρνωνα.

Στο μεταξύ ο φίλος μας, τακτοποιεί μερικές τελευταίες εκκρεμότητες στο χώρο και κάθιδρος έρχεται κοντά μας. Προσπαθώ να τον θυμηθώ πίσω απ’ τα κατά καιρούς διευθυντικά γραφεία του, με κοστούμι και γραβάτα, κυκλωμένο από χαρτιά, γραμματείς, τηλέφωνα και άγχος και με χρόνο ελάχιστο, έστω και για κουβέντα μ’ έναν φίλο.

Σήμερα η εποχή εκείνη μοιάζει μακρινή. Παρά την ένταση της δουλειάς και την ορθοστασία απ’ το πρωί το πρόσωπο του Νίκου λάμπει από χαρά. Κινείται στο χώρο του ορεινού αυτού χωριού, σαν να ανήκε πάντοτε σ’ αυτό. Ο άνθρωπος που έζησε στη Θεσσαλονίκη δεκαετίες και το τελευταίο διάστημα βίωσε έντονα την εμπειρία της Αθήνας.

– Αυτή την τελευταία εμπειρία πως την άντεξες; ρωτάω το Νίκο.

– Δεν την άντεξα, μου απαντάει. Ωστόσο ήταν πολύ χρήσιμη, γιατί υπήρξε καταλυτική στις αποφάσεις μου. Εξαιτίας κυρίως της Αθήνας βρίσκομαι εδώ. Και δεν το έχω μετανιώσει, ούτε εγώ ούτε κανένας απ’ την οικογένειά μου.

Πολύ χαίρομαι ν’ ακούω το Νίκο να μας μιλάει για το χωριό. Για τις απαράμιλλες εικόνες που αντικρύζει κάθε μέρα απ’ τα χαράματα. Για την ανατολή του ήλιου πάνω απ’ την Αστράκα και για τη δύση του πίσω από τ’ Αλβανικά βουνά. Για τη διαδοχή των εποχών, που εδώ πάνω ακόμα ξεχωρίζουν. Για τα λουλούδια της Άνοιξης και τα χιόνια του χειμώνα, για τα βίαια ξεσπάσματα της φύσης, τους κεραυνούς και τις καταιγίδες που είναι τόσο έντονες σ’ αυτό το υψόμετρο των 1000 περίπου μέτρων. Για τα μονοπάτια και τα παμπάλαια εκκλησάκια. Τον ήχο των κουδουνιών απ’ τα κατσίκια και τα πρόβατα. Τους δύο καλούς του φίλους και μοναδικούς κατοίκους, εδώ και χρόνια του χωριού, τον κτηνοτρόφο μπάρμπα-Νίκο και την κυρά-Ελευθερία τη γυναίκα του με τα αυθεντικά τους προϊόντα, γάλα, τυρί και πίτες ζαγορίσιες.

– Κόντευα να ξεχάσω ότι υπάρχουν όλα αυτά, καταλήγει ο Νίκος. Τώρα που τα βρήκα και μάλιστα σε αφθονία ολόγυρά μου, αισθάνομαι πέρα για πέρα ευτυχισμένος. Και όπως βέβαια βλέπεις δεν λείπουν και οι άνθρωποι, νάναι καλά που μας στηρίζουν.

Ένα μεσόκοπο ζευγάρι ανηφορίζει αργά προς την πλατεία.

– Αυτά ειν’ οι αληθινοί θεματοφύλακες του τόπου, λέει ο φίλος μας, ο μπάρμπα-Νίκος και η γυναίκα του.

Άνθρωποι συμπαθέστατοι και απλοί, γλυκομίλητοι, απευθύνονται στον Νίκο με ιδιαίτερη αγάπη. Γι’ αυτούς είναι ο «κυρ-Νίκος», που, χάρη σ’ αυτόν, ξαναήρθε κόσμος στο χωριό.

– Αν σας βολεύει, περάστε αύριο το πρωί από το σπίτι, λέει φεύγοντας η κυρία Ελευθερία.

Έχω πίτα για να ψήσω.

Οι βραδινές ώρες στην ταβέρνα είναι πολύ πιο ήρεμες από το μεσημέρι. Καθώς η νύχτα είναι ψυχρή, οι λίγες παρέες κάθονται κοντά στο αναμμένο τζάκι. Εμείς, αντίθετα, φοράμε τα μπουφάν και επιλέγουμε το γαλήνιο περιβάλλον της πλατείας. Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει ο Νίκος, που έχει αξιοθαύμαστα προσαρμοστεί στις κλιματολογικές συνθήκες του χωριού. Ανοίγει ο φίλος μας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και γιορτάζουμε τη συνάντησή μας μετά από τόσα χρόνια, στις τόσο απρόβλεπτες συνθήκες της Άνω Κλειδωνιάς. Ο Γιώργος, με άψογο επαγγελματισμό, αναλαμβάνει να μας ενημερώσει για την ποικιλία της κουζίνας.

– Αυτή τη στιγμή υπάρχει σουφλέ ζυμαρικών, ζυγούρι γάστρας και ζυγούρι με μελιτζάνες, τάσκεμπάπ με χυλοπίτες, κότσι μοσχαριού με λαχανικά και μια μεγάλη ποικιλία με κρέατα στη γάστρα. Δυστυχώς έχει τελειώσει από το μεσημέρι το βετούλι με σούπα τραχανά, το ιμάμ μπαϊλντί και ο μουσακάς. Υπάρχουν βέβαια και κάρβουνα, αν θέλετε κάποια ντόπια κρέατα στη σχάρα. Μόλις χειμωνιάσει θα υπάρχει αγριογούρουνο κοκκινιστό, αγριογούρουνο ρολό και αγριογούρουνο με φασόλια ή λαχανικά.

Πολλή ώρα αργότερα εμφανίζεται η Βούλα, ο αφανής αυτός ήρωας, για να μας ρωτήσει με αγωνία «αν μας άρεσαν». Πως ήταν δυνατόν να μη μας αρέσουν τέτοιες λιχουδιές;

Αργά τη νύχτα είμαστε όλοι κουρασμένοι, εγκαταλείπουμε τα αστέρια και τη νύχτα του Οκτώβρη. Το δωμάτιό μας ευωδιάζει, όλα είναι άψογα, φέρουν τη σφραγίδα του συνολικού επίπεδου των φίλων μας. Σκέφτομαι, πόσο τυχερός είναι ο τόπος, που απέκτησε τέτοιους ξενοδόχους και εστιάτορες.

 

ΑΥΡΑ ΠΑΛΙΑΣ ΚΛΕΙΔΩΝΙΑΣ

 

Είναι λάθος να ξυπνάει κανείς αργά στην Πάνω Κλειδωνιά. Κινδυνεύει να χάσει το πρώτο φως και το ξύπνημα της φύσης, το μεταίχμιο ανάμεσα στη νύχτα και στη μέρα. Νωρίς – νωρίς ξεπηδάει ο καπνός από την καμινάδα της κυρά-Λευθερίας. Είναι η μοναδική καμινάδα που καπνίζει χωρίς διακοπή όλα αυτά τα χρόνια στο χωριό. Πίνουμε τον καφέ μας με το Νίκο στη δροσιά και ξεκινάμε για το σπίτι της, που είναι λίγο πιο κάτω απ’ την πλατεία. Περνάμε από τη μεγάλη πλακόστρωτη αυλή με την κληματαριά και τα λουλούδια και κατευθυνόμαστε στο κουζινάκι του σπιτιού. Καθώς ανοίγει η πόρτα, μας τυλίγει μια εξαίσια ευωδιά. Προέρχεται από τη ροδοψημένη τυρόπιτα, που μόλις έχει βγει από την πυροστιά.

– Δεν είναι ψημένη στο φούρνο αλλά στην πυροστιά, όπως παλιά, μας εξηγεί η κυρά-Λευθερία. Για να κρατάει τη θερμοκρασία στο ταψί, το σκεπάζουμε με γάστρα.

Πίτα αυθεντική ηπειρώτικη, με 10 λεπτά φύλλα στο χέρι ανοιγμένα, ολόφρεσκα αυγά από τις κότες του σπιτιού, τυρί και βούτυρο απ’ τα ζώα του μπάρμπα-Νίκου.

– Πιείτε και λίγο κρασάκι απ’ το δικό μας, μας προτρέπει η οικοδέσποινα, είναι αγνό. Ας είναι πρωί, δεν βλάπτει.

Όλα στο κουζινάκι θυμίζουν παρελθόν. Οι ογκώδεις πέτρινοι τοίχοι και τα χοντρόξυλα της σκεπής, μαυρισμένα απ’ την πολύχρονη καπνιά. Ο ξυλόφουρνος που ψήνει το ζυμωτό ψωμί και το φαγητό με το αρνάκι ή κατσικάκι. Ο πέτρινος νεροχύτης, το τεράστιο τζάκι που φιλοξενεί την πυροστιά, οι ξύλινες υπεραιωνόβιες πιατοθήκες με τα παλιά τους σκεύη. Είναι μάταιο ν’ αναζητήσει κανείς ηλεκτρική κουζίνα, φούρνο μικροκυμάτων ή κάποια άλλη ηλεκτρική μικροσυσκευή. Εδώ όλα γίνονται στο χέρι και ως μοναδική καύσιμη ύλη χρησιμοποιείται το ξύλο και το κάρβουνο. Έτσι παραδοσιακό είναι και το υπόλοιπο σπίτι, το κελλάρι με τα γεννήματα, το μαντζάτο με τις μεσάντρες, τα παμπάλαια σεντούκια, ο χαμηλός σοφράς, μια ξυλόσομπα απροσδιόριστης ηλικίας και η περίφημη «σαρμανίτσα», η ξύλινη κούνια που κοίμισε τόσα μωρά της οικογένειας. Βγαίνουμε για λίγο στη μεγάλη βεράντα του δεύτερου ορόφου και αγναντεύουμε μακρυά στα νοτιοδυτικά το χωριό Μαυροβούνι και τα βουνά της Αλβανίας.

Αν θέλαμε να επιχειρήσουμε ένα οδοιπορικό στο παρελθόν του οικισμού θα βρίσκαμε, ότι στην Ελληνιστική εποχή η περιοχή αποτελούσε την Τριφυλία των Μολοσσών (1), ενώ παλιότερα τοποθετούσαν εδώ τη Μυγδονία (2). Για την μεσαιωνική περίοδο οι εξακριβωμένες έως σήμερα μαρτυρίες των πηγών για την κατοίκηση της περιοχής αναφέρονται το νωρίτερο στα 1609. είναι η επιστολή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτου του Β΄, που είναι γραμμένη στις 20.10.1609 και αναφέρει περί της χώρας Κλιτονιάβιστας, ότι «ανήκει τη επισκοπή Βελλάς, το δε μοναστήριον του Σωτήρος Χριστού σταυροπήγιον έστι πατριαρχικόν». Πρόκειται για το σωζόμενο Καθολικό της Μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που είναι χτισμένη πάνω από τα Καλύβια Κλειδωνιάς στους πρόποδες του βουνού «Ραδόβολη». Στο βουνό αυτό, που είναι συνέχεια της Τύμφης και χωρίζει το Ζαγόρι από την Κόνιτσα, υπάρχει ακόμη το παλιό μονοπάτι, που οδηγεί ελικοειδώς στην Άνω Κλειδωνιά, στο σημείο όπου είναι χτισμένος ο ναός του Αγ. Αθανασίου.

Από τη σωζόμενη αρχιτεκτονική μορφή της αψίδας του ναού αλλά και από άλλα στοιχεία, δεν αποκλείεται ο σημερινός ναός (που ανακαινίστηκε στα 1708 και 1867) να χτίστηκε στο α! μισό του 16ου αιώνα. (3).

Επομένως η κατοίκηση στα Καλύβια τουλάχιστον στα χρόνια ίδρυσης της Μονής (16ος αι.) ενώ η κατοίκηση της σημερινής Παλιάς ή Άνω Κλειδωνιάς ήταν μεταγενέστερη, αφού, προφανώς, οι κάτοικοι ανέβηκαν αργότερα στο βουνό για λόγους ασφαλείας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αυτό άλλωστε επικυρώνεται έμμεσα και από την χρονολόγηση των εκκλησιών της, που καμιά δεν είναι αρχαιότερη από τον 17ο αιώνα (4), ενώ στις πινακίδες αναγράφεται ότι ανήκουν στον 16ο αιώνα.

Μια μικρή χαράδρα προς τα Ν της πλατείας χωρίζει τον οικισμό από ένα μακρόστενο οροπέδιο. Εκεί, ανάμεσα στα φυλλώματα αιωνόβιων δρυών, ξεχωρίζει ο ναός του Αγ. Νικολάου. Παίρνουμε από την πλατεία τον μοναδικό δρόμο προς την ΒΑ έξοδο του χωριού και σ’ ένα 10λεπτο περίπου καλύπτουμε τα 700 μέτρα ως το ναό.

Στη διαδρομή περνάμε πλάι από ένα παλιό αλωνάκι, ενώ το χωριό εμφανίζεται πανοραμικά απέναντί μας στην πλαγιά.

Η εκκλησία περιστοιχίζεται από έναν μισοκατεστραμμένο αυλόγυρο, που κάποτε περιέκλειε το νεκροταφείο του χωριού. Είναι ρυθμού βασιλικού με οκτάγωνο τρούλλο και δίρριχτη στέγη με σταχτιές σχιστόπλακες, ενώ η τοιχοποιία αποτελείται από μικρούς πελεκητούς λίθους, λευκούς ή σκούρους, που εναλλάσσονται ακανόνιστα. Ο ναός είναι αρκετά μεγάλων διαστάσεων (12,50 Χ 8,50 μ.). Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλόπουλο, «η μικρή διαφορά μήκους και πλάτους, ο ευρύς και χαμηλός οκτάπλευρος τρούλλος και η ψηλή επίχωση γύρω από το μνημείο του δίνουν έναν τόνο κάπως βαρύ.

Ιδιομορφία παρουσιάζει ο ζωγραφικός διάκοσμος του εσωτερικού, αφού μόνον ο τρούλλος και η κόγχη του ιερού έχουν τοιχογραφηθεί.

Οι υπόλοιπες επιφάνειες όχι μόνον είναι αδιακόσμητες, αλλά λείπει εντελώς και το επίχρισμα. Λόγοι άγνωστοι – ίσως οικονομική δυσπραγία – άφησαν εδώ το έργο ημιτελές».

Η παράδοση αναφέρει, ότι ο αγιογράφος έπεσε από τη σκαλωσιά και σκοτώθηκε, γεγονός που έκανε διστακτικό κάθε άλλον αγιογράφο να συνεχίσει (5).

Τέλος πρέπει να σημειώσουμε, ότι στην ΝΑ πλευρά του τρούλλου σώζεται και η ένδειξη της ακριβούς χρονολόγησης του μνημείου, γραμμένη με κεραμίδια, από την οποία προκύπτει το έτος 1620.

250 περίπου μέτρα ΝΑ του Αγ. Νικολάου βρίσκεται η ερειπωμένη μονή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, από την οποία διασώζεται μόνον το Καθολικό. Από τα κελιά στα δυτικά απομένουν κάποιοι μεμονωμένοι τοίχοι. Ο μονόχωρος ναός έχει διαστάσεις 5,75 Χ 5,25 μ. και καλύπτεται από δύο χαμηλωμένους αβαθείς τρούλλους, ενώ η σκεπή αποτελείται από σχιστόπλακες. Το εσωτερικό είναι μισοσκότεινο και κατάγραφο από τοιχογραφίες μαυρισμένες από την καπνιά και με σοβαρές ζημιές. Η τοιχογράφηση πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1725 και 1740, ενώ ως προς το χρόνο ανοικοδόμησης δεν υπάρχει βεβαιότητα. Μια επιγραφή, που, όπως λέγεται, ανέφερε το έτος 1662, σήμερα δεν υφίσταται.

Επιστρέφοντας στην πλατεία επισκεπτόμαστε την Κοίμηση της Θεοτόκου, την ενοριακή εκκλησία του οικισμού. Είναι μονόχωρη «βασιλική» με διαστάσεις 6 Χ 12,50 μέτρα (7).

Ο ναός είναι θεμελιωμένος κατά ένα μέρος πάνω σε φυσικό βράχο, ως γωνιόλιθοι δε έχουν χρησιμοποιηθεί και παλιότεροι μεγάλοι τετραγωνισμένοι δόμοι, που κατά την ντόπια παράδοση ανήκαν σε αρχαίο ναό. Το εσωτερικό είναι λιτό και ασβεστοχρισμένο. Μόνον στην κόγχη του Ιερού Βήματος σώζονται μερικές φθαρμένες τοιχογραφίες, καθώς και μία με την Κοίμηση της Θεοτόκου στο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου. Πιθανολογείται ότι οι τοιχογραφίες, καθώς και οι φορητές εικόνες του νεώτερου, απλού ξύλινου τέμπλου, ανάγονται στον 17ο αιώνα.

Η περιήγησή μας στα σημαντικότερα θρησκευτικά μνημεία της Κλειδωνιάς ολοκληρώνεται με τον ναό του Αγ. Αθανασίου, που συναντάμε μερικές εκατοντάδες μέτρα στο δυτικότερο σημείο του οικισμού, με θέα πανεποπτική στην ευρύτατη πεδιάδα της Κόνιτσας. Αρχιτεκτονικά ο ναός κατατάσσεται στους «σταυρεπίστεγους». Η τοιχοποιία του αποτελείται από τετράγωνους λίθους μικρών διαστάσεων, ενώ η στέγη με τα τρία επάλληλα επίπεδά της, καλύπτεται με πλάκες σχιστολιθικές, παρόμοιες με αυτές που σκεπάζουν το δάπεδο του ναού.

Ο ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες, δεν σώζονται όμως όλες σε ικανοποιητική κατάσταση. Στον δυτικό τοίχο, πάνω από το ανώφλιο της εισόδου, διασώζεται η κτιτορική επιγραφή, σύμφωνα με την οποία, ο ναός και τοιχογραφίες του ανάγονται στο 1617.

Εκτός από τα μνημεία και τα συγγράμματα υπάρχουν και οι ζωντανές πηγές για το χωριό. Η παλαιότερη ίσως που επιζεί είναι ο κυρ-Αλέκος Καλτσούνης. Τον συναντάμε με τον Νίκο στην Κλειδωνιά, όπου ζει με τη γυναίκα του. Γεννημένος πριν 82 χρόνια στην Πάνω Κλειδωνιά, έζησε συνεχώς εκεί ως κτηνοτρόφος μέχρι τα 70 του. Η μόνη φορά που έλειψε από το χωριό, ήταν όταν στρατεύτηκε. Οι διηγήσεις του είναι συναρπαστικές, θα χρειαζόμουν σελίδες για να τις αναφέρω. Η μνήμη του για χρονολογίες και γεγονότα είναι αξιοθαύμαστη, στο μυαλό του είναι ταξινομημένη όλη η νεώτερη ιστορία της περιοχής.

– Αν και τσομπάνης του δημοτικού, διάβαζα πολύ. Πρέπει να πέρασαν απ’ τα μάτια μου πάνω από 300 κιλά τυπωμένο χαρτί, μας λέει γελώντας.

– Και από πότε έχεις να πας κυρ-Αλέκο στο χωριό; τον ρωτάει ο Νίκος.

– Από τότε που έφυγα, 12 χρόνια τώρα, δεν ξαναπήγα.

– Και πως αντέχεις τόσα χρόνια; Δεν σου λείπει; Έλα να σε πάρω μια φορά, να δεις πως είναι τώρα.

Σκέφτεται για λίγο ο κυρ-Αλέκος. Διστάζει.

– Αν μου λείπει… Συνέχεια βλέπω στα όνειρά μου τον τόπο που γεννήθηκα. Δεν θέλω όμως να πάω. Δεν μπορώ…

Η φωνή του σπάζει. Ο ηλικιωμένος άνθρωπος παίρνει να δακρύζει. Τον αγκαλιάζουμε και τον αφήνουμε συντροφιά με τις αναμνήσεις του.

 

ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓ. ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

 

Δεν θα μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε τον ωραίο αυτό τόπο, χωρίς να γνωρίσουμε τις πεζοπορικές του διαδρομές. Προτεραιότητα έχει το «Μονοπάτι του Πάπιγκου».

– Αν κάνεις την οδική διαδρομή από την Κλειδωνιά ως το Πάπιγκο, η συνολική απόσταση είναι 25 χιλιόμετρα, μου λέει ο Νίκος.

Πηγαίνοντας με τα πόδια από το μονοπάτι, η απόσταση μετά βίας ξεπερνάει τα 5 χλμ. ο χρόνος βέβαια είναι λίγο περισσότερος.

Βγαίνουμε από την πλατεία με κατεύθυνση Α. Ο χωματόδρομος την θερινή περίοδο είναι βατός, τον χειμώνα όμως ίσως παρουσιάζει δυσκολίες. Μετά από 1100 μέτρα φτάνουμε σε αυχένα κάτω από την κορυφή του λόφου με το εξωκκλήσι του Προφητηλία. Η θέα είναι εξαιρετική προς την Αστράκα, το Φαράγγι του Βίκου και τα χωριά του Αγ. Μηνά, της Αρίστης και του Βίκου. Δίπλα όμως υψώνεται και μια κεραία κινητής τηλεφωνίας, που ούτε η παρουσία της ούτε ο διαρκής θόρυβος που παράγει, εναρμονίζονται με την ομορφιά και τη γαλήνη του τοπίου.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο κάτω από τη σκιά αιωνόβιων δρυών και βρίσκουμε αμέσως το μονοπάτι με κατεύθυνση ΒΑ. Είναι ελαφρά ανηφορικό και πετρώδες αλλά εμφανέστατο και πυκνά σηματοδοτημένο με κόκκινα σημάδια.

Περιβάλλεται με πυκνή βλάστηση από κέδρα και πουρνάρια, ενώ σποραδικά εμφανίζονται νεαρά ελατάκια, που πασχίζουν να βρουν μια διέξοδο στο φως. Ένα περίπου τέταρτο αργότερα αρχίζουμε να κατηφορίζουμε  με κατεύθυνση Α-ΝΑ.

Μετά, και για ένα 20λεπτο, το μονοπάτι γίνεται επίπεδο και ξεκούραστο. Συναντάμε κοίτη ωραίας ρεματιάς με λιγοστό νερό. Ολόγυρα ορθώνονται βραχώδεις σχηματισμοί με σχιστόλιθους. Μετά από λίγο περνάμε πλάι από πετρόχτιστο εικονοστάσι, κατηφορίζουμε και συναντάμε τον βατό χωματόδρομο που καταλήγει εδώ από το Πάπιγκο. Σ’ ένα 5λεπτο βρίσκουμε δίπλα στο δρόμο πέτρινη πηγή με δροσερότατο νερό, που από το 1999 ξεδιψάει τους πεζοπόρους. Ο δρόμος ανηφορίζει, το Πάπιγκο όμως δεν είναι μακρυά μας. Σε λιγότερο από ένα τέταρτο συναντάμε τα πρώτα σπίτια και σε 1 ώρα και 15΄ ακριβώς (με γρήγορο όμως βηματισμό) φτάνουμε στην πλατεία του διασημότερου ίσως χωριού του Ζαγοριού.

Αυτοκίνητα, πούλμαν, ξενώνες και ταβέρνες, καινούργιοι ξενώνες σε φάση ανοικοδόμησης, άνθρωποι πολλοί, που λιάζονται στα τραπεζάκια των καφέ. κάποιος με ρωτάει: «εκκλησία είν’ εδώ;» Εμφανίζεται με το αυτοκίνητο ο Νίκος για να μας ξαναπάει στη γαλήνη.

Το ίδιο απόγευμα ξεκινάμε για έναν περίπατο προς τα υψίπεδα του χωριού, κάτω από την Τσούκα. Περνάμε δίπλα από το χαριτωμένο εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής και συνεχίζουμε σ’ έναν ανηφορικό χωματόδρομο, που σε ορισμένα σημεία είναι ακατάλληλος ακόμα και για 4Χ4. Σε λιγότερο από μιάμιση ώρα, με πολλές στάσεις και χαλαρό βηματισμό, φτάνουμε σ’ ένα υπέροχο οροπέδιο με καλύβα, ποτίστρα και μικρό κοπάδι πρόβατων. Ολόγυρα εκτείνεται ένα εκπληκτικό ελατόδασος, πιο πάνω είναι η κορυφή της Τσούκας, απέναντι στ’ ανατολικά τα γυμνά υψίπεδα της Τύμφης και το βραχώδες τείχος της Αστράκας. Γοητεία ανεξάντλητη!

– Σας πρέπει ένα ωραίο τσίπουρο απόψε, λέει αργότερα ο Νίκος. Σήμερα κουραστήκατε.

Έχει δίκιο, το σώμα κουράστηκε λιγάκι. Μα η ψυχή είναι ανάλαφρη από το μεγαλείο του τόπου και της φύσης…

Έχουμε αφήσει τελευταία την ωραιότερη διαδρομή στην περιοχή: το μονοπάτι προς τη Μονή Αγ. Αναργύρων μέσα από το φαράγγι του Βοϊδομάτη. Κάποτε βέβαια υπήρχε κι ένα άλλο μονοπάτι, που από την Κλειδωνιά κατηφόριζε στα απότομα πρανή του φαραγγιού ως τη Μονή.

– Το μονοπάτι αυτό έχει κλείσει από τα πουρνάρια. Κι εγώ ακόμα θα δυσκολευόμουν να το βρω, μας λέει ο μπάρμπα-Νίκος.

Από την Κάτω Κλειδωνιά παίρνουμε τον δρόμο προς τα Γιάννενα και στα 1,7 χλμ. συναντάμε αριστερά του δρόμου την παλιά γέφυρα του Βοϊδομάτη. Αμέσως ξεκινάει ένα πλακόστρωτο μονοπάτι με το πέτρινο τοιχάκι του, που ανηφορίζει ελαφρά πάνω από το Βοϊδομάτη και το επιβλητικό μονότοξο γεφύρι του.

Σ’ ένα 5λεπτο το πλακόστρωτο τελειώνει, το μονοπάτι κατεβαίνει πλάι στην κοίτη του ποταμού. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλού ο επίγειος παράδεισος. Πελώρια πλατάνια, με ηλικία πολλών αιώνων ορθώνουν τους ογκωδέστατους κορμούς τους, κάποιοι απ’ τους οποίους προβάλλουν κυριολεκτικά μέσα απ’ το νερό. Ποιο δέντρο στη φύση δεν θα ζήλευε την τύχη αυτών των πλατανιών, που ζουν ως τα βαθιά γεράματα μες το κρυστάλλινο νερό του Βοϊδομάτη. Σκύβουμε και πίνουμε, όπως τόσες φορές ως τώρα. Πάντα αιθέριο, πάντα παγωμένο, πάντα μοναδικό.

Ανάλογα με το πλάτος της κοίτης του το ποτάμι είναι άλλοτε σιωπηλό και γαλήνιο και άλλοτε γοργοτάξιδο και πολύβουο, πάνω από λευκά βότσαλα και κροκάλες, λειασμένες από την προαιώνια ροή του. Το μονοπάτι εναλλάσσεται διαρκώς, άλλοτε ήπιο και άλλοτε κακοτράχαλο, ποτέ όμως κουραστικό ή επικίνδυνο.

Με γρήγορο βηματισμό και ελάχιστες στάσεις φτάνουμε σ’ ένα 40λεπτο σε μεγάλο πλατανοδάσος. Μια μικρή πινακίδα δείχνει αριστερά προς τη Μονή. Μεσολαβούν 100 ακριβώς πέτρινα σκαλοπάτια, που καταλήγουν μπροστά στο Καθολικό. Ο μικρός τρουλλαίος και σχεδόν τετράγωνος ναός (διαστ. 4,60Χ4,50 μ.) είναι χτισμένος με τετραγωνισμένη λιθοδομή και με στέγη από σχιστόπλακες. Είναι το μοναδικό κτίσμα, που διατηρείται σε καλή κατάσταση. Ολόγυρά του ο περίβολος, τα κελιά και οι βοηθητικές εγκαταστάσεις της Μονής είναι μισοερειπωμένες, θυμίζουν κάστρο που αλώθηκε και καταστράφηκε από τους πολιορκητές του.

Στο εσωτερικό του ναού διατηρείται το αυθεντικό περίτεχνο πλακόστρωτο, με τις λείες επιφάνειες των πλακών. Στο μισοσκόταδο του ναού διακρίνονται οι τοίχοι κατάγραφοι με τοιχογραφίες, που σε αρκετά σημεία παρουσιάζουν πολλές φθορές.

Από την κτιτορική επιγραφή του δυτικού τοίχου πληροφορούμαστε ότι το έτος ανοικοδόμησης είναι το 1658, ενώ η αγιογράφηση έγινε πιθανόν το 1666. Ολόγυρα το τοπίο είναι εκπληκτικό με κατακόρυφους βράχους, αιωνόβια πουρνάρια και σφενδάμια και κάτω χαμηλά το αδιαπέραστο πλατανοδάσος, που κρύβει κάθε οπτική επαφή με το Βοϊδομάτη. Το υπερθέαμα όμως μας περιμένει πίσω από το Καθολικό. Σηκώνοντας το βλέμμα ψηλά στα ανατολικά ατενίζουμε έκπληκτοι το τείχος της Αστράκας να φράζει τον ορίζοντα με φόντο τον ουρανό.

Δεν ξέρω πολλά σημεία στο Φαράγγι του Βοϊδομάτη, που να προσφέρουν εικόνα τέτοιας ομορφιάς.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Παρατηρώ τους αγαπητούς μου φίλους, το Νίκο, τη Βούλα και το Γιώργο. Ήρεμους και γαλήνιους σ’ αυτόν τον ερειπωμένο ακόμα τόπο. Ικανοποιημένους με όσα έχουν πετύχει μέχρι τώρα. Γεμάτους με ενθουσιασμό  και σχέδια για το μέλλον. Ξανανιωμένους και γελαστούς. Περήφανους για τη στοργή της κυρά-Λευθερίας και του μπάρμπα-Νίκου. Περήφανους, που κόσμος άγνωστος ξανανεβαίνει στο χωριό. χαρούμενους που οι πελάτες τους τους αποχαιρετούν με εγκαρδιότητα και, σε πρώτη ευκαιρία, επιστρέφουν με τους φίλους τους.

Μα πάνω απ’ όλα ευτυχισμένους, που γλύτωσαν απ’ όλες τις δουλειές του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Τους εύχομαι απ’ την καρδιά μου, η ευτυχία τους νάναι παντοτινή.

 

 

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

(1) N. G. L. HAMMOUS, Epirus, Oxford 1967

 

(2) Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, τόμος Α΄, Αθήναι 1856

 

(3) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Εκκλησιαστικά μνημεία στην Κλειδωνιά Κονίτσης. (ανάτυπο από τα «Ηπειρωτικά Χρονικά» Γ. 1975)

 

(4) Τριανταφυλλόπουλος, όπ.π.

 

(5) Πρεσβ. Δ. Τάτσης, ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΟΝΤΙΤΣΗΣ, Κόνιτσα 1993.

 

(7) Εδώ χρησιμοποιείται συμβατικά ο όρος βασιλική, που προϋποθέτει περισσότερα από ένα κλίτη.

 

(8) Τριανταφυλλόπουλος όπ.π.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

 

Ευχαριστούμε θερμά:

 

– Τον Πρεσβύτερο Διονύσιο Δ. Τάτση για την τόσο πρόθυμη παραχώρηση του συνόλου του συγγραφικού του έργου.

– Τον κυρ. Αλέκο Καλτσούνη που μας δέχθηκε και μας μίλησε για τον τόπο του.

– Τον μπάρμπα-Νίκο και την κυρά-Λευθερία για τις πληροφορίες και τη φιλία τους.

– Τέλος τον αγαπητό φίλο Νίκο Καμά και την οικογένειά του για τη φιλοξενία και τις ώρες γαλήνης και αισιοδοξίας που μας χάρισαν στον ξενώνα τους.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΔΙΑΜΟΝΗ ΚΑΙ ΕΣΤΙΑΣΗ:

Φιλοξενώνας ΖΑΓΟΡΙ: Τηλ.  266550-24532

6973-701702

 

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ Π. ΚΛΕΙΔΩΝΙΑΣ

 

Από κεντρ. Οδ. Δίκτυο:          7,8 χλμ

Από Κόνιτσα:                          18 χλμ

Από Γιάννενα:                         57 χλμ

Από Θεσ/νίκη:                                    300 χλμ.

Από Αθήνα:                            490 χλμ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

– Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΛΕΙΔΩΝΙΑ ΚΟΝΙΤΣΗΣ, Ανάτυπο από τα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ (Γ΄, 1975), ΙΩΑΝΝΙΝΑ 1975.

 

– Ι. Λαμπρίδης, «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΑΓΑΘΟΕΡΓΗΜΑΤΑ», Α΄ εκδ. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, Ιωάννινα 1971.

 

– Πρέσβυτ. ΔΙΟΝ. Δ. Τάτσης, ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΟΝΙΤΣΗΣ», Κόνιτσα 1993

 

back-button
next-button
anw-kleidwnia anw-kleidwnia_1 anw-kleidwnia_2 anw-kleidwnia_3 anw-kleidwnia_4 anw-kleidwnia_5 anw-kleidwnia_6 anw-kleidwnia_7 anw-kleidwnia_8 anw-kleidwnia_9 anw-kleidwnia_10 anw-kleidwnia_11 anw-kleidwnia_12
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories