home Άρθρα Εξερευνώντας τα βορειόχωρα της Χίου
Εξερευνώντας τα βορειόχωρα της Χίου

Πάντα υπέροχη, πάντα γοητευτική, πάντα γεμάτη με τόσες άγνωστες γωνιές. Πιο ανεξερεύνητη ανάμεσά τους ξεχωρίζει η ΒΔ Χίος. Παραθαλάσσια συνάμα και ορεινή, με ιστορία και παράδοση, με αναρίθμητες εκκλησίες και οικισμούς. Και ακόμα, μ’ ένα τοπίο ιδιόμορφο και παράξενο και, πάντα, με πολύ φιλόξενους ανθρώπους.
 Όποια διαδρομή κι αν επιλέξει κανείς από τη Χίο ως τη Βολισσό – ανατολική κεντρική ή δυτική – αισθάνεται ευτυχισμένος από την ποικιλία των εικόνων και αντιθέσεων. Πευκοδάση θαλερά και πλαγιές αφανισμένες απ’ τις φωτιές, άγονες εκτάσεις «φυτεμένες» με ασβεστόλιθο, μαστιχόδεντρα και περιβόλια, ακτές αμμουδερές και απόκρημνες, χωριά ορεινά, παραθαλάσσια και μεσαιωνικά, πύργοι, κάστρα και μονές, όλα περνούν από τα μάτια μας σε μια αλληλουχία θαυμαστή. Επιστέγασμα είναι η ιστορική πολιτεία της Βολισσού. 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Εξερευνώντας τα βορειόχωρα της Χίου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Χίος

Η πρόσκληση δεν ήταν απ’ αυτές, που θα μπορούσε εύκολα ν’ αγνοήσει κανείς. Αφορούσε τη συμμετοχή μας στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο για τις Αυτοφυείς Ορχιδέες, «OPHRYS 2005». Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον είχε ο χρόνος και ο τόπος διεξαγωγής του: Μέσα Απριλίου στη μυροβόλο Χίο. Κάποιες επείγουσες προτεραιότητες αξιολογήθηκαν εκ νέου και μετατέθηκαν. Είναι ευχάριστο που και που να μπορεί να επεμβαίνει κανείς και να αλλάζει την τάξη των πραγμάτων. Χίος και πάλι λοιπόν. Έκτο ταξίδι μέσα σε μια εξαετία!

Πάντα υπέροχη, πάντα γοητευτική, πάντα γεμάτη με τόσες άγνωστες γωνιές. Πιο ανεξερεύνητη ανάμεσά τους ξεχωρίζει η ΒΔ Χίος. Παραθαλάσσια συνάμα και ορεινή, με ιστορία και παράδοση, με αναρίθμητες εκκλησίες και οικισμούς. Και ακόμα, μ’ ένα τοπίο ιδιόμορφο και παράξενο και, πάντα, με πολύ φιλόξενους ανθρώπους.

Ξενοδοχείο GOLDEN SAND στην παραλία του Καρφά, έναρξη Συνεδρίου στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο, ενδιαφέρουσες εισηγήσεις και διαφάνειες, επίσημοι και πλήθος προσκεκλημένων από πολλές χώρες της Ευρώπης. Κάποια στιγμή ίσως έχουμε τη δυνατότητα – όταν εκδοθούν – να παρουσιάσουμε συνοπτικά τα πρακτικά του Συνεδρίου. Μαγνήτης, ωστόσο, με έλξη ακατανίκητη είναι για μας η ΒΔ Χίος, και η φημισμένη πρωτεύουσά της η Βολισσός. Όποια διαδρομή κι αν επιλέξει κανείς από τη Χίο ως τη Βολισσό – ανατολική κεντρική ή δυτική – αισθάνεται ευτυχισμένος από την ποικιλία των εικόνων και αντιθέσεων. Πευκοδάση θαλερά και πλαγιές αφανισμένες απ’ τις φωτιές, άγονες εκτάσεις «φυτεμένες» με ασβεστόλιθο, μαστιχόδεντρα και περιβόλια, ακτές αμμουδερές και απόκρημνες, χωριά ορεινά, παραθαλάσσια και μεσαιωνικά, πύργοι, κάστρα και μονές, όλα περνούν από τα μάτια μας σε μια αλληλουχία θαυμαστή. Επιστέγασμα είναι η ιστορική πολιτεία της Βολισσού. Αρχοντική και γοητευτική, με τα παλιά πέτρινα σπίτια και τις πάμπολλες εκκλησιές της, είναι σκαρφαλωμένη με σοκάκια, ανηφοριές και σκαλοπάτια στις απότομες πλαγιές των λόφων της, κάτω από το αγέρωχό της κάστρο.

Ποτέ δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στη γοητεία της, όσες φορές κι αν την έχουμε αντικρύσει. Χτισμένη όπως είναι στις πλαγιές των λόφων της είναι αδύνατον να φανερωθεί ολόκληρη στο κοίταγμα αυτού που την αγναντεύει. Πάντα κρατάει κάτι κρυφό, πάντα ελλειπτική είν’ η εικόνα της. Σαν να θέλει ν’ αποκαλύπτει σταδιακά τα θέλγητρά της, επιβάλλει στον θαυμαστή της να εφευρίσκει διαφορετικά σημεία θέασης από τα ανατολικά, τα δυτικά ή τα νότια, λοφίσκους κοντινούς ή μακρινούς, με φως πρωινό ή ηλιοβασίλεμα.

Μια από τις πιο ωραίες οπτικές γωνίες της Βολισσού χαρίζει ο διπλανός λοφίσκος της Αγ. Παρασκευής με το ομώνυμο εκκλησάκι. Σπίτια χτισμένα σφιχτά το ένα δίπλα στο άλλο, πέτρινοι κύβοι μικροί ή μεγαλύτεροι, ερειπωμένοι ή καινούργιοι μα πάντα με την ίδια φιλοσοφία κατασκευής και πάντα σε αρμονία με το τοπίο. Ψηλά δεσπόζει με τον όγκο και τη σχηματική του αντίθεση ο σφαιρικός τρούλος του Αη-Γιώργη και ψηλότερα ακόμη το περίγραμμα του κάστρου. Μια αγαθή κυρούλα, η Μαρία Πιτροπάκη, ξεκουράζεται στο πεζουλάκι της εκκλησούλας. Ανέβηκε με κόπο ως εδώ για ν’ ανάψει τα καντηλάκια της Αγίας. Μοναδική συντροφιά έχει το γαϊδουράκι της. Θυμάται με νοσταλγία τις μέρες τις παλιές κι αναστενάζει…

Χαμηλά στα νότια αγναντεύουμε τη θάλασσα. Ξεκινάμε να κατηφορίζουμε. Είναι ώρα να γνωρίσουμε το Γιάννη το Ζορμπά.

 

ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΔΟΧΩΡΑ

 

Από την είσοδο της Βολισσού ακολουθούμε την πινακίδα με κατεύθυνση προς την Αγ. Μαρκέλλα. 1,5 χλμ. μετά ο δρόμος περνάει μπροστά από τον «ΖΟΡΜΠΑ», τη μονάδα με τα διαμερίσματα του Γιάννη. Όταν το 1981, στα τότε απλοϊκά δωμάτια, φιλοξένησε τους πρώτους του επισκέπτες ο ΖΟΡΜΠΑΣ, ήταν αναμφισβήτητα ο μοναδικός και ο πρωτοπόρος στην περιοχή της Βολισσού, που πίστεψε στην τουριστική αξιοποίηση. Στην πορεία δεν διαψεύσθηκε. Όλο και περισσότεροι, Έλληνες και ξένοι, άρχισαν να ξεστρατίζουν από το κέντρο προς την απόμακρη Βολισσό, να εκτιμούν τις ιδιαιτερότητες και την ομορφιά της και να την επιλέγουν ως ξεχωριστό ταξιδιωτικό προορισμό. Η μονάδα εκσυγχρονίστηκε και επεκτάθηκε και από το 1986 λειτουργεί συστηματικά. Κουζίνα πλήρως εξοπλισμένη, κλιματισμός, ψυγείο και τηλεόραση, επίπλωση εξαίρετη, τηλέφωνο, internet και fax.

Με τη συσσωρευμένη εμπειρία τόσων χρόνων αλλά και με την αγάπη του για το σημαντικό αυτό λειτούργημα, ο Γιάννης έχει δημιουργήσει μικρά και μεγάλα διαμερίσματα, που υπερκαλύπτουν τις προσδοκίες κάθε επισκέπτη.

Η μονάδα είναι χτισμένη σε ήπια πλαγιά με ΝΔ προσανατολισμό, ανάμεσα σε δυο κολπίσκους, τα «Λευκάθια» και τη Λήμνο. Η θέα από τα ευρύχωρα μπαλκόνια προς τη θάλασσα είναι εξαίρετη. Όταν δεν περιηγείται κανείς την περιοχή, μπορεί να γαληνεύει και να ρεμβάζει με τις ώρες.

Περιποιημένος κήπος με γρασίδι και λουλούδια, τραπεζάκια κάτω απ’ τη σκιά των αρμυρικιών. Εδώ πίνουμε το πρώτο μας καφεδάκι με το Γιάννη. Μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά νιώθουμε ότι συνομιλούμε με φίλο απ’ τα παλιά. Είναι η ίδια πάντα αίσθηση με όλους τους ανθρώπους, που έχουμε ως τώρα γνωρίσει στα ταξίδια μας στη Χίο.

-Εγώ άλλωστε σας ξέρω από χρόνια, μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού σας, λέει ο Γιάννης. Απλά περίμενα τη στιγμή, που θα σας έφερνε ο δρόμος στη Βολισσό.

Ένας δυνατός σορόκος έχει αρχίσει να φυσάει από ώρα, φτάνει νοτισμένος με την αλμύρα του πελάγους. Η επιφάνεια της θάλασσας είναι συνέχεια στολισμένη με αφρισμένα κύματα, που σκάζουν με συναρπαστικό ήχο στην ακτή.

-Τη νύχτα από το μπαλκόνι αυτός ο ήχος είναι μια μοναδική ακουστική εμπειρία, παρατηρεί ο φίλος μας. Ας ξεκινήσουμε όμως την περιήγησή μας, είναι τόσο πολλά αυτά που έχουμε να δούμε.

Μετά το Λευκάθια ακολουθεί με κατεύθυνση ΒΔ η παραλία Λήμνος. Είναι ένας όμορφος κολπίσκος, με ενοικιαζόμενα δωμάτια και την ταβερνούλα «ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ», μόλις 300 μέτρα από το Ζορμπά.

Συνεχίζεται η διαδρομή και μετά από λίγο περνάει από τον όμορφο κόλπο «Λάμψα», με κάποιες εξοχικές κατοικίες. Αμέσως μετά ανηφορίζουμε και απομακρυνόμαστε λίγο απ’ την ακτή. Σε κάποιο σημείο αγναντεύουμε από ψηλά μια στενή, καταπράσινη κοιλάδα με χαμηλή βλάστηση που θυμίζει τοπίο Ιρλανδικό και καταλήγει σε κολπίσκο. Πρόσβαση δεν υπάρχει, ούτε με δρόμο, ούτε με ορατό μονοπάτι, παρά μόνο από τη θάλασσα.

Χαμηλώνουμε με στροφές προς την ακτή της Αγ. Μαρκέλλας, έναν ωραίο βοτσαλωτό κόλπο, σε απόσταση 4,5 χλμ. από το Ζορμπά. Μας υποδέχεται ανταριασμένος από το φύσημα του αέρα και τα κύματα. Εδώ δεσπόζει το πασίγνωστο μοναστήρι στη μνήμη της Βολισσιώτισσας Αγίας, που γύρω στο 1500 βρήκε τραγικό θάνατο από το χέρι του ίδιου του πατέρα της. Κάθε χρόνο στις 22 Ιουλίου η Αγ. Μαρκέλλα της Χίου συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών ντόπιων και ξένων.

Σκυμμένη στο χώμα μια ηλικιωμένη γυναίκα μαζεύει χορταράκια.

-Τι χόρτα μαζεύεις θεια, τη ρωτάω.

-Βρουβοβλάσταρα γιε μου, μου απαντάει.

Είχα ν’ ακούσω αυτή τη λέξη από τα χρόνια της μακαρίτισσας της μάνας μου.

Στη Μονή σταματάει η άσφαλτος. Αρχίζει ένας καλός χωματόδρομος, που μετά από λίγο διχάζεται σε δυο παράλληλους δρόμους προς την ίδια βόρεια κατεύθυνση, την περιοχή του οικισμού της Παρπαριάς. Προτιμάμε το δυτικό παρακλάδι, που είναι πλησιέστερο προς την ακτή. Σε απόσταση 8 ακριβώς χιλιομέτρων από το κατάλυμα του Ζορμπά, ένα παρακλάδι του δρόμου κατηφορίζει αριστερά. Θαυμάσιο οδόστρωμα, καλοσυντηρημένο, απορώ πως δεν καταγράφουν αυτό το δρόμο οι λεπτομερείς χάρτες που έχουμε στη διάθεσή μας. Ο τόπος ευωδιάζει από ανθισμένα σπάρτα, που με το έντονο κίτρινο χρώμα τους παρεμβάλλονται υπέροχα ανάμεσα στις πράσινες πλαγιές.

Μετά από 1,9 χλμ. ακριβώς ο δρόμος τερματίζει μερικές δεκάδες μέτρα απ’ την ακτή. Σ’ αυτή την τόσο αθέατη γωνιά δεν είμαστε μόνοι μας. Ένας άνθρωπος περιποιείται τα μικροσκοπικό του αμπελάκι. Ίσως γι’ αυτό μία από τις ονομασίες της ακτής είναι «Αμπέλια». Οι άλλες ονομασίες είναι «Καλολιμένας» ή «Καλουλιμέ», όπως ακούμε λίγη ώρα αργότερα στην Παρπαριά να την αποκαλούν οι ντόπιοι. Η ακροθαλασσιά αποτελείται από άμμο και λεπτό σκουρόχρωμο βοτσαλάκι, τα νερά είναι βαθειά, ο κολπίσκος περίκλειστος από βραχώδη ακρωτήρια. Να ένας τόπος ιδανικός για κατασκήνωση σε συνθήκες πλήρους απομόνωσης. Τα κύματα ωστόσο εξακολουθούν να σκάζουν με ορμή στα βοτσαλάκια της ακτής. Καθώς βαδίζουμε στην αμμουδιά, νοτισμένοι από τον ολοζώντανο σορόκο, στους συμπαγείς βράχους του ΒΔ ακρωτηρίου αποκαλύπτεται μια τρύπα υπερμεγέθης και θεαματική, πολύ χαρακτηριστική της συγκεκριμένης περιοχής, που, υπό κατάλληλες συνθήκες ώρας και εποχής, θα μπορούσε να χαρίσει ένα μοναδικό ηλιοβασίλεμα.

Ανηφορίζοντας προς την Παρπαριά συναντάμε και πάλι το χωμάτινο κεντρικό δίκτυο και, μετά από 2,5 χλμ. περίπου, μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του οικισμού. Προηγουμένως συναντάμε έναν ερειπωμένο ανεμόμυλο με θαυμάσια τοιχοποιία από σκουρόχρωμη πέτρα, σε λοφίσκο απόλυτα εκτεθειμένο στους ανέμους.

Η Παρπαριά είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 350-400 μέτρων στις Ν-ΝΔ υπώρειες της Αμανής με μακρινή θέα στο Αιγαίο. Με πληθυσμό 120 περίπου μόνιμων κατοίκων είναι ο δεύτερος σε πληθυσμό οικισμός μετά τη Βολισσό. Διατηρούνται αρκετά πέτρινα σπίτια, που, για να τ’ ανακαλύψει κανείς, πρέπει ν’ ανηφορίσει με τα πόδια στο εσωτερικό. Σε λίγα λεπτά φτάνουμε στην επιβλητική εκκλησία του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου. Το μεγάλων διαστάσεων τέμπλο είναι βαθύτατα σκαλισμένο με εξαιρετική τέχνη και φέρει πληθώρα παραστάσεων της Αγίας Γραφής. Η εκκλησία είναι ωραία διακοσμημένη εσωτερικά αλλά στερείται τοιχογραφιών. Στο υπέρθυρο αναγράφεται η χρονολογία 1853. το πανύψηλο καμπαναριό είναι πενταόροφο και φέρει χρονολογία 1873.

-Ήταν ακόμη υψηλότερο, μου λέει μια κυρούλα. Το χαμήλωσαν όμως για να μην κινδυνεύει τόσο πολύ από τους σεισμούς.

Στο καφενεδάκι της πλατείας πιάνουμε κουβεντούλα με τους ντόπιους.

-Να πάτε και στα ξωκκλήσια μας, στην Παναγία την «Κοιλανή», που είναι κοντά στο δρόμο που ερχόσασταν και βέβαια στην Παναγία την «Παγούσαινα» στο βουνό και πιο πάνω ακόμα στην Παναγία τη «Δέσποινα», το υψηλότερο ξωκκλήσι της Αμανής.

Στο πρώτο προλαβαίνουμε, για τα υπόλοιπα όμως δεν μας παίρνει ο χρόνος. Κατηφορίζουμε και πάλι τον ίδιο χωματόδρομο που μας οδήγησε στην Παρπαριά. Στα 1,3 χλμ. στρίβουμε αριστερά και αμέσως συναντάμε δίπλα στο δρόμο χωματερή. Στα 2,6 χλμ. στρίβουμε δεξιά και μετά από 200 μέτρα βρισκόμαστε μπροστά στο μεγάλο και απόκρυφο εξωκκλήσι της Κοιλανής, με ωραία πέτρινη τοιχοποιία και κεραμοσκεπή, κυριολεκτικά αθέατο σε κοιλάδα γεμάτη αγριολούλουδα.

Επιστρέφουμε στην Παρπαριά και, μετά από αρκετές ώρες σε χωματόδρομους, ξαναβρίσκουμε την άσφαλτο. Ο αέρας του πελάγους έχει γεμίσει τον ουρανό με μαύρα σύννεφα, που αιωρούνται απειλητικά πάνω από τον ορεινό όγκο της Αμανής, τον οικισμό της Πυραμάς και πιο πίσω το Πελινναίο. Κάπου στις δυτικές ακτές πρέπει να βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πολύ θεαματικό ηλιοβασίλεμα. Ωστόσο και οι δικές μας εικόνες δεν υπολείπονται σε συναρπαστικότητα, είναι μια ώρα δραματική του δειλινού, σε ορεινά τοπία έξοχα φωτισμένα μέσα από τα σύννεφα. Καθώς κατηφορίζουμε προς τη Βολισσό και περνάνε τα λεπτά, η απειλή της καταιγίδας απομακρύνεται, το φως γίνεται συνεχώς γλυκύτερο. Ήδη προβάλλει απέναντί μας το περίγραμμα του Κάστρου, τυλιγμένο σε μια ερυθρωπή χροιά, έτσι όπως ποτέ δεν το έχουμε αντικρύσει έως τώρα.

Ταυτόχρονα αποκαλύπτεται χαμηλότερα και το μεγαλειώδες Σχολείο της Βολισσού, κτίσμα πετρόχτιστο και υπέροχο του 1928, αναμφισβήτητα ένα από τα επιφανέστερα σχολικά οικοδομήματα της Ελλάδας. Με φόντο στο βάθος τη θάλασσα, μας προσφέρει μια οπτική γωνία, που δεν είχαμε επισημάνει μέχρι σήμερα. Το πρόβλημα όμως είναι, ότι στην οπτική μας ευθεία παρεμβάλλονται πολλές σκοτεινές βουνοπλαγιές, που αφαιρούν μεγάλο τμήμα από την γοητεία των θεμάτων. Κατηφορίζουμε με μεγάλη ταχύτητα τις έρημες στροφές, ψάχνοντας εναγώνια για μια λύση. Την συναντάμε τυχαία σ’ έναν χωματόδρομο, που σκαρφαλώνει για μερικές εκατοντάδες μέτρα στην κορυφή ενός λόφου, λίγα λεπτά πριν ο ήλιος χαθεί οριστικά. Είναι ένα κορυφαίο σημείο προς το Σχολείο και το Κάστρο. Βαθειά ικανοποιημένοι από τις πολυποίκιλες εικόνες της πρώτης μέρας της περιήγησης, επιστρέφουμε με το τελευταίο φως στο μπαλκόνια του Ζορμπά. Στα μισά της νύχτας ξυπνάω αιφνιδιαστικά από τον φοβερό κρότο μιας βροντής. Τα βαριά σύννεφα, που όλο το απόγευμα συσσωρεύονταν στον ουρανό της Χίου, έχουν αρχίσει τις εχθροπραξίες και τις συγκρούσεις με απανωτές βροντές και αστραπές. Σε λίγα λεπτά ξεσπάει μια δυνατή βροχή, ίσως η πρώτη στα τόσα ταξίδια μας στη Χίο. Υπόκρουση είναι ο ήχος των κυμάτων. Ίσως δεν υπάρχει ωραιότερο νανούρισμα.

 

ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΕΛΙΝΝΑΙΟΥ

 

Στη διάρκεια της νύχτας ο καιρός έχει μεταβληθεί σε γαρμπή, που ξεχύνεται από το ανοιχτό πέλαγος στα ΝΔ, ακριβώς στην μπούκα των κολπίσκων της Βολισσού. Τα κύματα θεριεύουν ακόμη περισσότερο, παρακολουθούμε το ξέσπασμά τους από τον κήπο, καθώς πίνουμε τον πρωινό καφέ.

Η σημερινή μας περιήγηση είναι προσανατολισμένη να συμπεριλάβει αρχικά τα Α όρια του Δήμου Αμανής, που αναπτύσσονται κατά μήκος των δυτικών πλαγιών του μεγαλύτερου ορεινού όγκου του νησιού, του Πελινναίου. Για μας είναι μια από τις ελάχιστες διαδρομές που έχουν απομείνει άγνωστες στη Χίο και περιλαμβάνει κάποια χωριά, που δεν έχουμε ποτέ επισκεφθεί στο παρελθόν. Ένα πρόσθετο ενδιαφέρον ποαρουσιάζει η ύπαρξη της περίφημης Μονής Μουδών. Ξεκινάμε λοιπόν από το ΝΑ σημείο εισόδου της Βολισσού με αρχική κατεύθυνση προς Χίο. Για μερικά λεπτά θαυμάζουμε την αφρισμένη θάλασσα, καθώς κινούμαστε παράλληλα με την αχανή αμμουδιά Μάναγρος, στον όρμο της Βολισσού. Στα 6,7 χλμ. συναντάμε το κεντρικό οδικό δίκτυο, που, μέσω της Σιδηρούντας, αποτελεί μία από τις εναλλακτικές – και εκπληκτικής ομορφιάς – διαδρομές προς την Χίο και, κατ’ επέκτασιν, προς το νότιο τμήμα του νησιού. Εμείς συνεχίζουμε αριστερά, με Β κατεύθυνση προς την ενδοχώρα. Ήδη χαμηλότερα, μερικές εκατοντάδες μέτρα από τον κεντρικό δρόμο, εμφανίζεται ο γραφικότατος μικρός οικισμός της Κατάβασης. Φτάνουμε στην μικροσκοπική πλατεία της Οσίας Ματρώνας, που γεννήθηκε κατά τον 13ο ή 14ο αιώνα στη Βολισσό από το γένος Σεζένια. Εδώ δεσπόζει η εκκλησία της, κτίσμα του 1865 και ασβεστοχρισμένη σε χρώμα γαλανόλευκο, που καλύτπει κάθε ίχνος της παλιάς της τοιχοποιίας.

Χτισμένος αμφιθεατρικά ο οικισμός, δημιουργεί αρχικά την εντύπωση ότι είναι εγκαταλελειμμένος. Κανένας ήχος, καμιά ομιλία, κανένας άνθρωπος. Τα σπίτια, με άριστη λιθοδομία τα περισσότερα, αν δεν είναι ερειπωμένα, είναι επτασφράγιστα. Σε κάποιον το υπέρθυρο είναι ανάγλυφα αποτυπωμένη η χρονολογία 1882. Σχεδόν σε όλα, το πάνω τμήμα από τα παμπάλαια χοντρόξυλα κυρίως αμυγδαλιάς, θεόξερα και σκεβρωμένα από το χρόνο. Σε κάποια άλλα παρεμβάλλονται συμπαγή διακοσμητικά κεραμιδάκια, που φέρνουν στο νου βυζαντινή ναοδομία. Ένα τέτοιο χωριό και να είναι έρημο! Είναι κάτι πολύ δύσκολα μπορούμε να το δεχτούμε.

Κατηφορίζουμε στο ΝΔ άκρο του χωριού, όπου τα περισσότερα σπίτια είναι ερειπωμένα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το λιοτρίβι, ερειπωμένο κι αυτό, απ’ το οποίο απομένουν μόνον οι τοίχοι. Στο χορταριασμένο εσωτερικό ακολουθούν να επιζούν, σκουριασμένα όμως, το «στυράκι», ο διαχωριστήρας του λαδιού από τη μούργα, καθώς και ο σιδερένιος κάδος με δυο τεράστιες πέτρες που πολτοποιούσαν τον ελαιόκαρπο. Από το σημείο αυτό, όπως γενικά και από όλο το χωριό, η θέα προς τα Ψαρά και το Αιγαίο είναι υπέροχη. Στις μέρες ακμής της η Κατάβαση πρέπει να ήταν ένα μικρό αριστούργημα.

Εγκαταλείπουμε το λιοτρίβι, που, όπως και αρκετά άλλα σπίτια, κάηκε το 1981 από τη μεγάλη φωτιά που κατάαψε το Δ. Πελινναίο και ένα μεγάλο τμήμα της Αμανής. Περνάμε δίπλα από έναν εξαιρετικής κατασκευής, τεράστιο ξυλόφουρνο. Ύστερα ανηφορίζουμε προς την πλατεία. Σ’ ένα σοκάκι εμφανίζεται ένας γέρικος γαϊδουράκος. Ακούγεται ένα αδύνατο γάβγισμα σκύλου. Αμέσως μετά συναντάμε επιτέλους και μια ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι η κυρά-Νίκη, με το ιστορικό επίθετο Σεζένια. Στα 80 της σήμερα, είναι ο μοναδικός άνθρωπος που ζει όλο το χρόνο στο χωριό. Φυσιογνωμία ευγενική και συμπαθέστατη η κυρά-Νίκη, μας δείχνει δίπλα από το σπίτι της το λιοτρίβι της Αγ. Ματρώνας (η μνήμη της τιμάται στις 80 Οκτωβρίου), διατηρεί όλο το μηχανολογικό εξοπλισμό καθώς και την εγκατάσταση για την παραγωγή της σούμας (του ρακιού από τα σύκα).

-Καλά που ήρθατε κι εσείς και είδα έναν άνθρωπο, μας λέει καθώς την αποχαιρετάμε.

Φεύγοντας από την Κατάβαση, και πριν βγούμε στην άσφαλτο, παίρνουμε έναν εσωτερικό χωματόδρομο προς το επόμενο μικροχώρι της περιοχής, τα «Διευχά». Ολόγυρα εκτείνεται μια υπέροχη κοιλάδα, με λίγους ελαιώνες αλλά πλούσια θαμνώδη βλάστηση, που κατέλαβε τη θέση των πεύκων, που κάηκαν από τις τεράστιες φωτιές του 1981 και 1987. Πριν μπούμε στο χωριό, συναντάμε στα ριζά ενός απόκρημνου λοφίσκου πέτρινη βρύση με άφθονη ροή δροσερότατου νερού.

Δύο χιλιόμετρα μετά την Κατάβαση φτάνουμε στην υποτυπώδη πλατειούλα του «Χριστού» με την ομώνυμη εκκλησία. Στο κέντρο της πλατείας δεσπόζει ένας γέρικος πεύκος, που υποβαστάζεται πάνω από το έδαφος με υποστυλώματα. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα από την Κατάβαση. Διαμένουν περίπου 25 μόνιμοι κάτοικοι και στην πλατειούλα υπάρχει το Καφενείο-Ταβέρνα «Ο Πεύκος», που λειτουργεί κυρίως τα Σαββατοκύριακα και την θερινή περίοδο. Τα χαρακτηριστικά των δυο χωριών είναι σχεδόν όμοια. Αμφιθεατρικότητα, υψόμετρο 300-350 μέτρων, άριστος Ν-ΝΔ προσανατολισμός με ευρύτατο στεριανό και θαλάσσιο ορίζοντα. Τα σπίτια έχουν κι εδώ επιμελημένη λιθοδομία, με όλα τα γνωστά μας αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, αρκετά όμως είναι ερειπωμένα και ακατοίκητα.

800 μ. μετά την πλατεία βρισκόμαστε μπροστά στη «Μονή Μουνδών». Ο Γ. Ζολώτας στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ (ΤΟΜΟΣ Γ΄) αναφέρει: «Εις την βόρειαν Χίον έχομεν σπουδαιότερον εξ’ όλων μοναστήριον το των Διευχών ή των Μουνδών λεγόμενον, σταυροπηγιακόν και με μετόχια αξιόλογα, αριθμούν δε σήμερον περί τους είκοσι αδελφούς. Η μονή αυτή ήκμασε λίαν εις τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, υποδεχομένη τους τον μονήρη βίον ασπαζομένους εκ της παλαιάς βυζαντινής αριστοκρατίας της Χώρας και της Βολισσού, συναριθμείται δε εν τοις πατριαρχικοίς σταυροπηγίοις, ως εκ των σιγιλίων τα Μονής φαίνεται».

Εντύπωση μας προξενεί πάνω από την πύλη του αύλειου χώρου της Μονής, ένας τρούλος με εξαίρετο κωνικό σχήμα, καλυμμένος με χοντρές κεραμιδόπλακες. Σε θαυμάσια πετρόχτιση κόγχη πάνω από την πύλη υπάρχει φθαρμένη τοιχογραφία του Χριστού με μικρή δυσδιάκριτη επιγραφή, ενώ πριν από την πύλη ορθώνονται πέντε βαριές πετρόχτιστες και ορθογώνιες κολώνες με αρκετές φθορές.

Με παμπάλαια ξύλινη πόρτα, επενδεδυμένη με χοντρή λαμαρίνα, μπαίνουμε στο εσωτερικό. Αρχίζει ένας μακρύς λιθόστρωτος διάδρομος, με λεία την επιφάνειά του από την χρήση των αιώνων. Διακρίνουμε ακιδογραφήματα με αρχικά ονομάτων και παλιές χρονολογίες. Μια βρύση – που δεν λειτουργεί – φέρει πολύ παλιά, ανορθόγραφη επιγραφή. Αριστερά και δεξιά του διαδρόμου ορθώνονται οι ερειπωμένες αλλά με έξοχη λιθοδομή από καφεκίτρινη πέτρα, εγκαταστάσεις των κελιών. Στη δυτική όμως πτέρυγα του διαδρόμου κάποια κελιά έχουν ανακαινισθεί. Από το 1957 που απεβίωσε ο Δαμασκηνός, ο τελευταίος μοναχός, η Μονή παραμένει ακατοίκητη.

Στο τέρμα του – 50 περίπου μέτρων – λιθόστρωτου διαδρόμου ορθώνεται ο Καθολικό του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή, που, με τις λαξευτές πέτρες και τα διακοσμητικά κεραμιδάκια, διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Η κατασκευή είναι φρουριακή με διάσπαρτα στους τοίχους σιδερένια «κλειδιά», αυτά τα μεγάλα και συμπαγή σίδερα που «κλειδώνουν» την τοιχοποιία. Η αίσθηση του φρουρίου συμπληρώνεται από τα παράθυρα με τα ισχυρότατα σιδερένια κάγκελα. Πάνω από το υπέρθυρο υπάρχει λιθανάγλυφο με την χρονολογία ανακαίνισης (1835), ενώ μπροστά στην είσοδο το δάπεδο αποτελείται από θαυμάσιο βοτσαλωτό.

Ο Γιώργος Φωκάς από τα Διευχά μας ανοίγει με το κλειδί το Καθολικό. Είναι μια βασιλική μονόκλιτη και πολύ μακρόστενη, με μια πολύ σπάνια – για μας – αναλογία διαστάσεων μήκους – πλάτους: περίπου 21 μέτρα μήκος επί (μόλις) 5 πλάτος! Η οροφή είναι θολωτή, δίνει την αίσθηση μιας τεράστιας αψίδας. Τα στασίδια είναι χειροποίητα και παμπάλαια, το τέμπλο βαμμένο σε χρώμα ασημί, με αρκετά διακοσμητικά στοιχεία. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει πάνω απ’ όλα στο εσωτερικό του Καθολικού είναι οι πολύ καλής τέχνης και ασύλληπτες σε αριθμό τοιχογραφίες (475 συνολικά)! Οι κατάγραφες επιφάνειες των τοίχων και της οροφής είναι χωρισμένες σε αμέτρητα τετράγωνα ή κυκλικά τμήματα με μορφές Αγίων ή παραστάσεις από την Αγία Γραφή, που φέρνουν στο νου πληθώρα γεγονότων από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη.

Σύμφωνα με τον Γ. Ζολώτα, στις 25 Απριλίου του 1620 γίνεται συμφωνία με τον εκ Χίου ζωγράφο Μανουήλ Κονταρίνη «δια να ζωγραφίση τον ναόν του Τιμίου Προδρόμου. Αλλά των τοιχογραφιών του ναού καταστραφεισών γίνεται συμφωνία του 1738, επί καθηγουμένου Ιακώβου Αργέντη, δια την ιστόρησιν του ναού από την μίαν άκραν έως των άλλων». Το έργο έφερε σε πέρας ο Κωνσταντίνος Καταρρακτούσης και είναι αυτό που και σήμερα θαυμάζουμε, συμπληρωμένο και με κάποιες τοιχογραφίες του 1849.

Σε καλή κατάσταση βρίσκεται και το βαρύ πετρόχτιστο καμπαναριό, με επιγραφή του 1781. πρέπει τέλος να συμπληρώσουμε, ότι η μονή ιδρύθηκε το 1582, και, σύμφωνα με τον Ζολώτα, «η θέσις και η περιοχή των Μουνδών είναι εκ των αξιολογοτέρων της νήσου, κρύπτουσα ίσως αρχαίον κόσμον και πράγματα αξιολογώτατα».

Διασχίζουμε τους δύσβατους λιθοσωρούς και τα ερείπια πίσω από το Ιερό και βγαίνουμε σε χωματόδρομο. Μετά από μερικές δεκάδες μέτρα καταλήγουμε στο παρεκκλήσι του Αγ. Ιακώβου, ωραίας φρουριακής κατασκευής. Από το εσωτερικό απουσιάζουν οι τοιχογραφίες, ενώ στο κέντρο του πλακόστρωτου δαπέδου μια στρογγυλή μαρμάρινη πλάκα φέρει ανάγλυφο αστέρι με επτά ακτίνες.

Βγαίνοντας από την άσφαλτο συνεχίζουμε την πορεία μας προς τα βόρεια. 4 σχεδόν χιλιόμετρα μετά στρίβουμε αριστερά για Κηπουριές. Σε μισό λεπτό φτάνουμε στην πλακόστρωτη πλατεία, σε υψόμετρο 400, με πλατάνια και ένα πανύψηλο καβάκι. Κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι η πηγή με την απίστευτη ροή υπέροχου νερού κατευθείαν από το Πελινναίο. Πασίγνωστες στην περιοχή για το καλό τους φαγητό είναι οι δύο ταβέρνες, η «Πέτρινη Πλατεία» (τηλ. 22740-21672) και το «Μαγειριό της κυρά – Ρήνης» (τηλ 6973-384668). Ανηφορίζοντας σκαλοπάτια φτάνουμε στην μικρή εκκλησία της Παναγίας του 1861 και στην διπλανή μεγαλύτερη του Αγ. Παντελεήμονα, με χρονολογία 1800 στο λιθανάγλυφο του υπέρθυρου. Εδώ δεσπόζει ένα πουρνάρι πολλών αιώνων με κουφάλα μαυρισμένη πιθανότατα από κεραυνό.

Συνεχίζοντας από τις Κηπουριές φτάνουμε μετά από δύο χιλιόμετρα στα Φυτά, τον τελευταίο οικισμό του Δήμου Αμανής. Μας υποδέχεται πάνω στο δρόμο η μεγάλη και καινούργια εκκλησία της Αγ. Παρασκευής, ενώ κάτω από το δρόμο είναι η ομώνυμη μικρότερη παλιά, με θαυμάσιο καμπαναριό από ορθογώνιες λαξευτές πέτρες. Αν και το χωριό έχει παλιά ιστορία, σώζονται ελάχιστα πέτρινα οικοδομήματα, ανάμεσα στα οποία, η βάση ενός πύργου του 1516. Από τα υπόλοιπα παραδοσιακά στοιχεία του χωριού ξεχωρίζουμε την μικρή εκκλησία της Αγ. Κυριακής του 1874, έναν ωραίο πέτρινο φούρνο και ένα πετρόχτιστο σπίτι του 1881.

Ο οικισμός είναι χτισμένος αμφιθεατρικά με σκαλοπάτια και σοκάκια, σε υψόμετρο που ξεπερνάει τα 500 μέτρα. Η θέα του είναι κορυφαία στο Αιγαίο και από πάνω του δεσπόζουν οι απόκρημνες δυτικές πλαγιές του Πελινναίου.

Αυτές οι πλαγιές εξακολουθούν να είναι καλυμμένες από πεύκα, αφού οι μεγάλες φωτιές της δεκαετίας του ’80 ξέσπασαν χαμηλότερα.

Από τα Φυτά συνεχίζουμε προς Σπαρτούντα, το χωριό απ’ όπου δυο χρόνια πριν είχαμε ανεβεί στην κορυφή του Πελινναίου. Διάσπαρτα πάνω στο δρόμο έχουν επιβιώσει από τις φωτιές μερικά αιωνόβια πεύκα, αληθινά μνημεία της φύσης. Σε απόσταση 1,6 χλμ. από τα Φυτά κατηφορίζουμε αριστερά έναν χωματόδρομο, που μετά από 200 μέτρα τερματίζει. Στο μικροσκοπικό πλάτωμα που δημιουργείται, κυριαρχούν με τον όγκο τους δυο γιγαντιαία πεύκα και ένα γέρικο πλατάνι.

-Για άλλο λόγο σας έφερα εδώ, λέει  ο φίλος μας Γιάννη Ζορμπάς. Για να δοκιμάσετε το νερό «Τα’ Αγγέλου», το ωραιότερο νερό της περιοχής από την πιο παράξενη πηγή.

Στην πίσω πλευρά του πλάτανου δημιουργείται μια μεγάλη κουφάλα με το εσωτερικό της μαυρισμένο από φωτιά ή κεραυνό. Από τα έγκατά της, μέσα από το χώμα, ρέει άφθονο νερό, εκπληκτικό σε γεύση και δροσερότατο, πραγματικός αιθέρας του Πελινναίου. Είναι μια πηγή μοναδική, που όμοιά της δεν έχουμε ως τώρα συναντήσει. Σ’ αυτό το ονειρεμένο φυσικό περιβάλλον, που δύσκολα περιγράφεται με λόγια και απέχει συνολικά 21,7 χλμ. από την πλατεία της Βολισσού, χαρίζουμε στους εαυτούς μας λίγη ώρα απόλυτης γαλήνης.

Καθώς επιστρέφουμε μας προλαβαίνει το σκοτάδι. Στην πλευρά της δύσης, μαύρα σύννεφα. Ωστόσο, πάνω από το πέλαγος, παραμένει ανοιχτό ένα τμήμα του ουρανού. Χρώματα παράξενα, σκούρα πράσινα και ιώδη, μια εικόνα που δεν φωτογραφίζεται αλλά ούτε περιγράφεται. Αρκούμαστε λοιπόν στην ανάμνηση των σπάνιων αυτών στιγμών.

Η τόσο γεμάτη μέρα εξελίσσεται εξίσου συναρπαστικά στην πλατεία της Βολισσού. Εδώ, στο ταβερνάκι του κυρ-Αντρέα, μας περιμένει άριστα ψημένη, μια συναγρίδα σχεδόν δύο κιλών, χτυπημένη το πρωί με ψαροντούφεκο.

-Είναι δυνατόν τρεις άνθρωποι να φάμε αυτό το ψάρι; ρωτάω το Γιάννη. την απάντηση την παίρνω μια ώρα αργότερα, όταν στην πιατέλα έχουν απομείνει μόνον τα κόκκαλα.

Η νύχτα στο μπαλκόνι του «Ζορμπά» δεν θα μπορούσε να υπολείπεται σε ιδιαιτερότητες. Πάνω από τον ουρανό του Αιγαίου έχει πέσει ζοφερή, ένα άγουρο φεγγάρι μας κρυφοκοιτάζει μέσα από τα σύννεφα. Από τα βάθη του πελάγου λάμπουν που και που αστραπές χωρίς βροντές. Ο γαρμπής φυσάει με μανία. Κάποιες στιγμές η έντασή του πρέπει να ξεπερνάει τα 9 μποφόρ. Ευτυχώς τα αρμυρίκια είναι ευλύγιστα, αλλιώς θα διαλύονταν. Στις δύο παραλίες, τα Λευκάθια και τη Λήμνο, τα κύματα μούγκριζαν μ’ ένα κρεσέντο που δεν έχει τελειωμό. Όπως βρίσκομαι ακριβώς ανάμεσα στους δύο κόλπους, έχω την αίσθηση, πως ακούω «στέρμο» τον συγκλονιστικό αυτό ήχο της ανάσας του Αιγαίου.

 

ΣΤΗΝ ΒΟΛΙΣΣΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ

 

Έρχεται η στιγμή να γνωρίσουμε τις συναρπαστικές λεπτομέρειες της πολιτείας της Βολισσού και  της εγγύτερης περιοχής. Μακάρι να διαθέταμε απεριόριστο χώρο, για να συμπεριλάβουμε όλα τα στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό που έχουμε συγκεντρώσει. Αναγκαστικά λοιπόν περιοριζόμαστε στη συνοπτική καταγραφή των σημαντικότερων «ευρημάτων» μας, βέβαιοι πως σας δίνουμε το έναυσμα για περαιτέρω αναζητήσεις.

Κοντά στο θαυμάσια ανακαινισμένο κτίριο του Μουσείου βρίσκεται το Δημαρχείο του Δήμου Αμανής. Αποσπούμε για λίγη ώρα από τα καθήκοντά του το Δημαρχείο Γιάννη Μαλαφή και αμέσως μετά ξεκινάμε την περιήγησή μας από την μικρή κεντρική πλατεία της συνοικίας του «Χριστού», όπου και η ομώνυμη εκκλησία. Εδώ είναι συγκεντρωμένα τα καφενεία, τα ταβερνάκια και τα καταστήματα. Σε αντίθεση με τον παροξυσμό του καιρού στα παράλια, στο σημείο αυτό επικρατεί άπνοια.

Ανηφορίζουμε προς τα Α-ΒΑ, στην τσιμεντόστρωτη οδό Μ.Σ. Μπελέγρη. Αριστερά και δεξιά παμπάλαια σπίτια εκπληκτικής αρχιτεκτονικής, κάποια ερειπωμένα και ακατοίκητα αλλά και πολλά σύγχρονα ανάμεσά τους. Κατευθυνόμαστε προς την συνοικία «Πύργος» και στρίβουμε ένα παρακλάδι με κατεύθυνση Α. το σκηνικό παραμένει το ίδιο, συνύπαρξη παλιών και νέων οικημάτων. Σε δυο λεπτά περνάμε μπροστά από μεγάλο ερειπωμένο λιοτρίβι με άριστη τοιχοποιία. Ακριβώς δίπλα η επιβλητική εκκλησία του Αγ. Νικολάου, με περίτεχνη αρχιτεκτονική και τοιχοποιία από λαξευτούς λίθους. Γύρω της ερείπια και χαλάσματα, το παρελθόν και η φθορά του χρόνου είναι αποτυπωμένα σε κάθε γωνία της Βολισσού. Κάποτε όλη αυτή η διαδρομή ήταν λιθόστρωτα σοκάκια, σήμερα το οδόστρωμα είναι καλυμμένο από πλάκες ή τσιμέντο.

Περνάμε δίπλα από το παλιό εκκλησάκι του Αη-Γιάννη, με δείγματα ωραίας τοιχοποιίας κάτω από το άτεχνο επίχρισμα. Για λίγο συνεχίζουμε να κινούμαστε στις Α-ΝΑ παρυφές της Βολισσού που καταλήγουν στην άσφαλτο. Εμείς περνάμε από το εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής και κατευθυνόμαστε προς το εσωτερικό του οικισμού. Βρισκόμαστε πάντα στην συνοικία «Πύργος», με ανηφοριές, σκαλοπάτια και κορυφαία θέα. Τα ερειπωμένα οικήματα με τα δείγματα της έξοχης αρχιτεκτονικής του είναι πανταχού παρόντα. Ανάμεσα όμως στα χαλάσματα πνέει εδώ και αρκετά χρόνια μια πνοή αισιοδοξίας. Οφείλεται αρχικά στην πρωτοβουλία και επιχειρηματική έμπνευση της Στέλλας Τσακίρη, που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘ 80, ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πλάνο αγοράς και αποκατάστασης ερειπωμένων οικιών με την επωνυμία “VOLISSOS TRAVEL”. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ ελπιδοφόρο τόσο για την φυσιογνωμία όσο και για την τουριστική υποδομή της Βολισσού. Η αποκατάσταση των οικιών έγινε με χρήση ντόπιων υλικών και με πλήρη σεβασμό προς την αρχιτεκτονική παράδοση των παλαιοτέρων.

Το παράδειγμα της Στέλλας ακολούθησαν στη συνέχεια, και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους αλλά με το ίδιο πάντα ευτυχισμένο αποτέλεσμα, και άλλοι επενδυτές στο χώρο του τουρισμού όπως ο αδερφός της Στέλλας Αργύρης Αγγέλου (OMIROS TRAVEL), η Μαρία Μαυρομάτη και ο Άγγλος Patrick Witliam με τα «ΠΕΤΡΙΝΑ» και, εδώ και μερικά χρόνια, ο Στέφανος Λιόβαρος, με τις εντυπωσιακής πολυτέλειας κατοικίες “PIRGOS VILLAGE”. Έτσι λοιπόν, στη διάρκεια της τελευταίας 15ετίας, η Βολισσός έχει αποκτήσει μια αξιοζήλευτη δυναμική που εξελίσσεται συνεχώς και την μεταμορφώνει σε τουριστικό προορισμό, όπου ο επισκέπτης μπορεί να βιώσει σε σημαντικό βαθμό τις συνθήκες κατοικίας του παρελθόντος, με όλες βέβαια τις σύγχρονες ανέσεις. Στο σύνολό τους, τουλάχιστον 60 παλιά και ερειπωμένα σπίτια έχουν αναστηλωθεί σε κορυφαία σημεία του οικισμού.

Σε περίοπτη θέση, και σε πλατεία που περιβάλλεται από πολλά αναπλασμένα οικήματα, ορθώνεται η εντυπωσιακή σε όγκο εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. Δυστυχώς είναι επίχριστη με ώχρα, που καλύπτει εντελώς την τοιχοποιία της. Εδώ υπάρχει και σημείο εξόδου της Βολισσού προς την περιφερειακή άσφαλτο στα ΒΑ.

Ανηφορίζουμε Δ προς το κάστρο, ένα τμήμα του οποίου ήδη διακρίνεται. Σε 3 λεπτά βρισκόμαστε μπροστά στην εκκλησία του Αγ. Αντωνίου, 100 μέτρα κάτω από τα τείχη. Εδώ η άπνοια της πλατείας εξαφανίζεται, ο αέρας του πελάγους μας υπενθυμίζει την παρουσία του.

Ένας πλακόστρωτος πεζόδρομος μας επιτρέπει την περιδιάβαση στους εσωτερικούς χώρους του κάστρου. Σε πολλά σημεία είναι ερειπωμένο, η τοιχοποιία όμως που σώζεται είναι ισχυρότατη. Είναι κατασκευασμένη από σκουρόχρωμη πέτρα και το πάχος της ξεπερνάει το 1,5 μέτρο. Από το υψόμετρο των 230 μέτρων η θέα είναι συγκλονιστική προς κάθε σημείο του ορίζοντα. Ανοιχτό πέλαγος και παράλια, Νότια Χίος, Ψαρά, ορεινοί όγκοι της Αμανής και του Πελινναίου καθώς και αρκετοί οικισμοί, βρίσκονται στην οπτική μας εμβέλεια. Δεν είναι τυχαίο, που στις περισσότερες ως τώρα μετακινήσεις μας δεσπόζει, κοντινό ή απόμακρο και με διαφορετικές πάντα όψεις το Κάστρο της Βολισσού.

 

 

 

ΚΕΝΟ

 

 

Κατηφορίζουμε και πάλι προς τον Αγ. Γεώργιο και συνεχίζουμε την περιήγησή μας με κατεύθυνση ΝΔ. πολύ γρήγορα περνάμε από στενά με αλλεπάλληλους «βόλτους», αυτές τις ωραίες πετρόχτιστες αψίδες, που είναι τόσο χαρακτηριστικές και πολυάριθμες στα μεσαιωνικά χωριά της Χίου.

Συνεχίζουμε προς τα Δ, με το κάστρο πάντα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Είναι περιοχή με αρκετά ερειπωμένα σπίτια. Εδώ όμως υπάρχει και ένα μεγάλο νεότευκτο, που τα στοιχεία της αρχιτεκτονικής του δεν έχουν καμιά σχέση με την παράδοση του τόπου. Αμέσως πιο κάτω ο χαρακτήρας επανέρχεται. Χορταριασμένα μονοπάτια, ερείπια και χαλάσματα, παλιό εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου αλλά και ένα μεγάλο ωραιότατο πετρόχτιστο του Αργύρη Αγγέλου, το οποίο ολοκληρώνεται. Αλλεπάλληλα εκκλησάκια αποκαλύπτονται στη διαδρομή. Πρώτα του Αγ. Ταξιάρχη του «Χριστούσικου». Λίγο δυτικότερα βγαίνουμε σε περιφερειακό χωματόδρομο. Μπροστά μας ο ναΐσκος της Παναγίας, με ίχνη τοιχογραφιών κάτω απ’ το σοβά. Στο υπέρθυρο εσωτερικά υπάρχει κτητορική επιγραφή με χρονολογία 1735. Πιο πάνω βρίσκεται ο κοιμητηριακός ναός της Αγ. Μαρίνας και απέναντι στα Β-ΒΔ ο Αγ. Παντελεήμονας. Πιο βόρεια ακόμη ο Αη-Γιάννης. Είναι απίστευτη η πυκνότητα των εκκλησιών σ’ αυτό το σημείο της Βολισσού. Όλα δυστυχώς είναι ασβεστοχρισμένα, η ταυτότητα της τοιχοποιίας τους παραμένει άγνωστη.

Υπάρχει βέβαια και ένα κτίσμα, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα εκκλησιαστικά και διακόπτει τη συνέχειά τους. Είναι ένας από τους παλιούς ανεμόμυλους της Βολισσού. Ωστόσο μετά από 200 μέτρα, στο Δ άκρο του οικισμού, ξεπροβάλλει μέσα από παλιά και ημιερειπωμένα οικήματα ο επιβλητικός πετρόχτιστος ναός των Ταξιαρχών. Με χρονολογία ανακαίνισης 1883 στο υπέρθυρο, ο ναός διατηρείται ανεπίχριστος κι έτσι αναδεικνύει την εξαιρετική τοιχοποιία. Εξίσου ωραίος είναι ο αύλειος χώρος, στρωμένος με λιθόστρωτο και το τριώροφο πετρόχτιστο καμπαναριό.

Οι κατηφοριές έχουν τελειώσει, το έδαφος είναι ήδη επίπεδο. Συνεχίζουμε ανατολικά προς το εσωτερικό του οικισμού και σε ελάχιστα λεπτά φτάνουμε στην πλατεία του Πυθώνος. Εδώ επιβάλλεται με την παρουσία της η εκκλησία της Παναγίας, ασβεστοχρισμένη όμως, όπως το 4όροφο καμπαναριό της, που φέρει χρονολογία 1872. Το συναρπαστικότερο στοιχείο της εκκλησίας είναι ο αύλειος χώρος. Καταλαμβάνει μεγάλη έκταση και είναι ολοκληρωτικά διακοσμημένος με βοτσαλωτές παραστάσεις, με τέτοια πολυπλοκότητα και αρμονία σχεδίων, που θεωρούνται από τις επιφανέστερες που μπορεί να συναντήσει κανείς, όχι μόνον στη Χίο αλλά και στον Ελλαδικό χώρο γενικότερα. Δίπλα ακριβώς από την εκκλησία ορθώνονται δυο θαυμάσια πετρόχτιστα οικοδομήματα του 1874 και 1876. Σε κάθε σημείο της η Βολισσός επιδεικνύει το αρχοντικό της παρελθόν.

Ένα ταβερνάκι με τραπεζάκια έξω βρίσκεται στην πλατεία Πυθώνος, μπροστά στην εκκλησία. Για λίγη ώρα κάνουμε μια στάση και γευόμαστε τα μεζεδάκια της κυρά-Καλλιόπης, που είναι νοστιμώτατα. Με νέες δυνάμεις ολοκληρώνουμε την περιήγησή μας από το σημείο όπου ξεκινήσαμε, μπροστά από την εκκλησία του Χριστού, που είναι η πολιούχος της Βολισσού, με εορτασμό στις 6 Αυγούστου. Και για να κλείσουμε με τις αναρίθμητες εκκλησίες του οικισμού, αναφέρουμε και τη διπλανή του Αγ. Μηνά, κτισμένη το 1817 αλλά κι αυτή ασβεστωμένη.

Είναι ωραία να περιδιαβαίνει κανείς με τις ώρες στις ανηφοριές και τα στενά της Βολισού. Παλιά, ρομαντική σε κάποια σημεία ερειπωμένη, αλλού νεάζουσα – με τις αναπόφευκτες αποκλίσεις -, πάντα όμως γεμάτη με ενδιαφέροντα και γραφικά στοιχεία του παρελθόντος, που ανακαλύπτει συνέχεια κανείς.

Σ’ έναν δρομίσκο της πλατείας, που βγάζει στην άσφαλτο προς Χίο, επισκεπτόμαστε το – εντός του οικισμού – κατάλυμα του Ζορμπά, το «Αρχοντικό». Είναι ένα πετρόχτιστο οίκημα με εξαιρετική τοιχοποιία, που χτίστηκε το 1881, μετά το μεγάλο σεισμό. Παλαιότερα στέγαζε το Ειρηνοδικείο και κατά τους χρόνους της Κατοχής κάποιες σχολικές τάξεις, λόγω επίταξης του Σχολείου της Βολισσού. Αποτελείται από δυο διαμερίσματα. Το πρώτο είναι ένας ενιαίος και πανέμορφος χώρος μεγάλων διαστάσεων, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει επιπλέον και σοφίτα. Και τα δύο έχουν θαυμάσια τζάκια, κουζίνα πλήρως εξοπλισμένη και είναι διακοσμημένα με παραδοσιακή επίπλωση και παλιά αντικείμενα, ξύλινες πινακωτές, μπρούντζινους τεντζερέδες και πολλά άλλα. Είναι ένα οίκημα αυθεντικό, που διατηρεί αυτούσια την αύρα του παρελθόντος, αληθινή ευχαρίστηση να διαμένει κανείς.

Πριν εγκαταλείψουμε τη Βολισσό για τα περίχωρα, αναφέρουμε δυο παραδοσιακά επαγγέλματα, που εξακολουθούν να επιβιώσουν. Το ένα είναι ο παραδοσιακός ξυλόφουρνος του Γιάννη Κουρούπη, κοντά στον Αστυνομικό Σταθμό, που απ’ έξω ακόμα υποπτεύεται κανείς την παρουσία του, τόσο από τους σωρούς των ξερόκλαδων της ελιάς που χρησιμοποιούνται για το κάψιμο του φούρνου, όσο και –κυρίως- από την υπέροχη ευωδιά που αναδίδει το ψωμί.

Το δεύτερο επάγγελμα είναι το παραδοσιακό επίσης σαγματοποιείο του Θωμά Τσολάκη, που κατασκευάζει σαμάρια από ηλικίας 15 ετών, ενώ το μαγαζί του λειτουργεί από το 1949 στην συνοικία Πυθώνος. Στα 75 του σήμερα ο κυρ-Θωμάς τρέφει μεγάλη αγάπη για τον τόπο του κι έχει συγκεντρώσει σ’ ένα χώρο πλήθος παλιών αντικειμένων της καθημερινής ζωής, που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν στη βάση δημιουργίας ενός λαογραφικού μουσείου. Συνοδευόμενοι από τον Νίκο Πιτροπάκη και τον Ιπποκράτη Μπελέγρη (86 ετών). Ξεκινάμε για την γύρω περιοχή, και πρώτα για την τοποθεσία Σχοινιές, Α της Βολισσού. Στα 2,3 χλμ. από την πλατεία συναντάμε μάντρα με οικοδομικά υλικά και δίπλα της τον χορταριασμένο δρόμο με ίχνη καλντεριμιού, που πριν από την χάραξη των αμαξιτών δρόμων συνέδεε την Βολισσό με τη Χίο, μετά από 8 ώρες πορείας με το ζώο. Βαδίζοντας σ’ αυτή την παλιά στράτα, βρισκόμαστε μετά από δυο λεπτά μπροστά σε παμπάλαιο Γενοβέζικο πηγάδι και λαξευτή γούρνα, 100 περίπου μέτρα από την κοίτη του μεγάλου χειμάρρου Μαλαγκιώτη. Το πηγάδι είναι χτισμένο με έξοχες πελεκητές πέτρες, που αρχίζουν 1,5 περίπου μέτρα χαμηλότερα από την επιφάνεια του εδάφους. Το υπόλοιπο τμήμα, ως το έδαφος, είναι κατασκευασμένο με νεότερη τοιχοποιία από χοντρούς λίθους, που μοιάζει άτεχνη σε σύγκριση με αυτήν του παρελθόντος. Αυτό αποδεικνύει, ότι στα χρόνια των Γενοβέζων (14ος – 16ος αι.) το έδαφος ήταν στην περιοχή 1,5 μέτρο χαμηλότερα και ανυψώθηκε μεταγενέστερα από τις προσχώσεις.

Συνεχίζουμε στην περιοχή των Αγ. Αποστόλων με ερειπωμένες αγροτικές κατοικίες από αλώνια. Εδώ ξεχωρίζουν δυο παμπάλαια εκκλησάκια. Το μικρότερο είναι των Αγ. Αποστόλων, με κολονάκια αρχαίας προέλευσης εντοιχισμένα στην κόγχη του Ιερού. Το δεύτερο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, φέρει εντοιχισμένο στην πρόσοψη τμήμα αρχαίας πλάκας με ελληνικούς χαρακτήρες δυσδιάκριτους. Και των δυο ναών η τοιχοποιία είναι εξαιρετική, με πελεκητή πέτρα, διακοσμητικά κεραμιδάκια και λαξευτούς λίθους μεγάλων διαστάσεων που προέρχονται  από αρχαία κτίσματα.

Ένα ακόμα μεγαλύτερο Γενοβέζικο πηγάδι υπάρχει πλάι στο δρόμο, πολύ κοντά στη γέφυρα του Μαλαγκιώτη. Στις μαρμάρινες πέτρες του στομίου σώζονται ακόμη οι βαθιές αυλακιές, που δημιουργήθηκαν από την πολύχρονη χρήση του σχοινιού.

Φεύγουμε για λίγο από τα ηπειρωτικά και κατευθυνόμαστε προς τη θάλασσα, στον αχανή όρμο της Βολισσού, που το άνοιγμά του πλησιάζει τα 4 χλμ. Υπέροχη ακτή, ουδέποτε συνωστισμένη, με άμμο και λεπτό βοτσαλάκι που εκτείνεται από ΒΔ στη θέση «Γωνιά» μέχρι ΝΑ στα «Πραστιά». Ενδιάμεσα υπάρχουν πολλές ντόπιες ονομασίες από τις οποίες έχει επικρατήσει η γενική «Μάναγρος».

Στο εσωτερικό και πάλι. Το εκπληκτικό κτήμα του Ιπποκράτη μας μεθάει με το άρωμα από τα άνθη των πορτοκαλιών. Μας γεμίζει ο φίλος μας μια σακκούλα με αράντιστα πορτοκάλια, όπως αράντιστα είναι και τα υπόλοιπα δέντρα του κτήματος. Απέναντι, μετά το δρόμο, ορθώνεται η επιβλητική πέτρινη εκκλησία της Αγ. Βαρβάρας, με εντοιχισμένη στη γωνία του τοίχου του Ιερού σκουρόχρωμη πλάκα με αρχαίους ελληνικούς χαρακτήρες. Είναι σχεδόν αδύνατον να τους διαβάσουμε, αφού η πλάκα είναι εντοιχισμένη ανάποδα! Πάνω από την είσοδο του ναού υπάρχει ανάγλυφη σε μάρμαρο η κτητορική επιγραφή με χρονολογία 1783.

Ένα τελευταίο εκκλησάκι υπάρχει 150 περίπου μέτρα ΝΔ της Αγ. Βαρβάρας. Είναι της Παναγίας στη θέση «Πλάκες», με εντοιχισμένη επίσης αρχαία επιγραφή στον βορεινό τοίχο.

Η μοναδική σηματοδοτημένη πεζοπορική διαδρομή – που το μεγαλύτερο όμως τμήμα της μπορεί να γίνει και με αυτοκίνητο – ξεκινάει από την άσφαλτο, 2,5 περίπου χιλιόμετρα ΝΑ της Βολισσού με καλοστρωμένο χωματόδρομο. Τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία αυτής της διαδρομής, που την κάνουν ενδιαφέρουσα, είναι η ύπαρξη της παμπάλαιας εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου Βασιλικών, η διαδοχική παρουσία 4 παλιών νερόμυλων και το συνολικό τοπίο που είναι ειδυλλιακότατο.

Αρχικά ο δρόμος περνάει δίπλα από τον Αγ. Γεώργιο. Είναι μια επιβλητική βασιλική σταυροειδής με τρούλο και εξωνάρθηκα με 4 αρχαίες κολώνες. Στο υπέρθυρο της εισόδου υπάρχει ανάγλυφη σε πλάκα η χρονολογία 1817, που αναφέρεται στην προσθήκη του νεότερου τμήματος του ναού. Την περίοδο αυτή εκτελούνται εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης και ο ναός είναι κλειστός. Δίπλα του σώζεται μεσαιωνικός πύργος.

Ο καλός χωματόδρομος συνεχίζει μετά την εκκλησία ως σηματοδοτημένη πεζοπορική διαδρομή, παράλληλα με την αθέατη κοίτη του Μαλαγγιώτη. Συναντάμε τα ερείπια του εγκαταλελειμμένου οικισμού «Κόκκινο χωριό», καθώς και την τσιμεντένια μυλαύλακα από όπου κυκλοφορούσε το νερό. Εντυπωσιακός είναι ένας λόφος με βραχώδη κορυφή και αναβαθμίδες. Ο τόπος είναι κατάφυτος με ελιές, πλατάνια, βαλανιδιές και μερικές χαρουπιές.

Φτάνουμε στον 2ο νερόμυλο, κτίσμα μεγάλο και στιβαρό, που διατηρείται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το πρώτο. Στον επάνω όροφο σώζονται δυο μυλόπετρες με χαραγμένη χρονολογία 1934.

Πάντα οι πινακίδες μας δείχνουν το σημείο του 3ου νερόμυλου και μετά από λίγο του 4ου, που είναι συγκρότημα μεγάλο, με αψίδες και άριστη λιθοδομή αλλά ερειπωμένο σε μεγάλο βαθμό. Σώζεται ένα φουρνάκι, χτισμένο περίτεχνα με συμπαγή τουβλάκια. Επίσης μια μυλόπετρα με χρονολογία 1906.

Στον 4ο νερόμυλο τερματίζει ο χωματόδρομος με συνολική απόσταση 1,6 χλμ. από τον Αγ. Γεώργιο και 2,3 χλμ. από την άσφαλτο. Υπάρχουν ξύλινα παγκάκια για ξεκούραση. Όσοι θέλουν να συνεχίσουν με μονοπάτι, θα διασχίσουν μετά από λίγο την κοίτη του Μαλαγγιώτη και θα καταλήξουν στο εκκλησάκι της Παναγίας των Νερόμυλων ή Παναγίας στα Λουτρά, όπου βέβαια μπορεί να πάει κανείς και με αυτοκίνητο από άλλη διαδρομή.

Είναι εξαιρετική εμπειρία να περιπλανιέται κανείς, χωρίς σκοπό και χρονικούς περιορισμούς, στον μεγάλο κάμπο της Βολισσού, που εκτείνεται στα Ν και Α του οικισμού και είναι ο μεγαλύτερος στο ΒΔ τμήμα του νησιού. Κατάσπαρτες παντού προβάλλουν αγροτικές κατοικίες πετρόχτιστες, άλλες σε καλή κατάσταση και άλλες ερειπωμένες, αλώνια, πηγάδια, γραφικά εξωκκλησάκια, ελαιώνες, κτήματα με εσπεριδοειδή και περιβόλια. Είν’ ένας τόπος ήρεμος, ειδυλλιακός, με έντονα τα στοιχεία του παρελθόντος. Η περιοχή όμως που συγκεντρώνει στην ωραιότερη μορφή όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ο «Ροδώνας», που οριοθετείται από την παραλία του Μάναγρου, την κοίτη του Μαλαγγιώτη και την άσφαλτο.

Αφήνουμε το αυτοκίνητο και ξεκινάμε την περιπλάνησή μας με τα πόδια. Χωματόδρομοι στενοί, γραφικοί, με κίνηση μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Χαμηλοί πέτρινοι τοίχοι οριοθετούν τις ιδιοκτησίες των ελαιώνων και των κτημάτων με τις μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές και νεραντζιές. Κάθε κτήμα έχει την αγροτική του κατοικία, πετρόχτιστη, μεγάλη ή μικρή, καλοστεκούμενη ή μισοερειπωμένη. Κάθε κτήμα έχει το πηγάδι του με το εντυπωσιακό μάγγανο. Ένα από αυτά φέρει χρονολογία 1894 και είναι ίσως το μοναδικό που αντί για ορθογώνιες έχει κυλινδρικές κολώνες.

Παντού είναι διάχυτη η ευωδιά των εσπεριδοειδών, έρχονται έντονα στο νου οι μνήμες και οι εμπειρίες από τον «Κάμπο». Φτάνουμε στα Α-ΝΑ όρια της περιοχής με σύνορο τον χείμαρρο Μαλαγγιώτη, που την εποχή αυτή έχει ακόμη αρκετό νερό. Εδώ βρίσκεται το κτήμα του Δημήτρη του Καλούπη, το παλιό Επιτροπάκικο, με εσπεριδοειδή, ελαιόδεντρα, κηπευτικά και πλήθος ζώων. Σ’ αυτό τον μικρό παράδεισο ζει ολοχρονίς με την οικογένειά του ο Δημήτρης. Η γυναίκα του Σοφία υποδέχεται με εξαιρετικά φιλόξενη διάθεση τους απρόσκλητους επισκέπτες της. Πίνουμε καφεδάκι στη σκιά μιας δρυός πελωρίων διαστάσεων και πολλών αιώνων, που ανάμεσα στα γιγάντια κλαδιά της φιλοξενεί ένα ξύλινο σπιτάκι. Είναι οι τελευταίες και ωραιότερες στιγμές μας στο απέραντο περιβόλι του Ροδήνα.

 

ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ

 

Ξεκινάμε την μακρά περιήγησή μας προς τις βόρειες και δυτικές εσχατιές του Δήμου Αμανής, το βορειοδυτικότερο τμήμα του νησιού. Δυστυχώς είναι αδύνατον να σας περιγράψουμε τις εμπειρίες και τις εικόνες με τις λεπτομέρειες που θα θέλαμε. Ο τόπος είναι κυριολεκτικά ανεξάντλητος σε εναλλαγές και ιδαιτερότητες, σε απόκρυφες γωνιές. Είναι στην ουσία η πιο απόμακρη, ή λιγότερο τουριστική περιοχή της Χίου, γι’ αυτό και η πιο άγνωστη. Ακόμη κι εμείς, που, υποτίθεται, ότι την γνωρίζαμε, μείναμε έκπληκτοι από όσα αγνοούσαμε. Ας αρχίσουμε λοιπόν αυτό το συναρπαστικό, το «ωραίο ταξίδι», που έχει «μακρύ τον δρόμο».

Από την Βολισσό παίρνουμε τον κεντρικό άξονα κατ’ ευθείαν προς τα Β, με πρώτο σταθμό την Ποταμιά. Ανηφορίζουμε με στροφές. Ήδη απέναντί μας στα Α διαγράφεται ο όγκος του Πελινναίου με όλη τη διαδρομή στις υπώρειές του προς τη Μονή Μουνδών και τα χωριουδάκια που γνωρίσαμε. Μας χωρίζει μια τεράστια χαράδρα, που πριν από τις φωτιές ήταν κατάφυτη από πεύκα. Στα 6,7 χλμ. διασχίζουμε τον αδιάφορο αρχιτεκτονικά οικισμό της Ποταμιάς. Αμέσως μετά κατηφορίζουμε δεξιά. Με αλλεπάλληλες στροφές φτάνουμε μετά από 2χλμ. στον οικισμό της Πισπιλούντας, χωρίς ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αλλά με κορυφαία θέα προς την καταπράσινη Αμανή και το γκρίζο Πελινναίο. Βόρεια του οικισμού ξεκινάει ένα δίκτυο χωματόδρομου, που μετά από ωραία διαδρομή σε χαράδρες και κοιλάδες, καταλήγουν στο αιολικό πάρκο με τις ανεμογεννήτριες και κατόπιν στη Σπαρτούντα.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν από την Πισπιλούντα στρίβουμε σε καλό χωματόδρομο δεξιά. Μετά από 1,4 χλμ., μένουμε έκπληκτοι μ’ αυτό που αντικρύζουμε. Σ’ αυτή την απόκρυφη περιοχή βρισκόμαστε μπροστά στα ερείπια του μεσαιωνικού οικισμού «Τα Μάρκου». Ένας ισχυρότατος πύργος κυριαρχεί με τον όγκο του στο Α τμήμα του οικισμού και διασώζεται σε ύψος που υπερβαίνει τα 10 μέτρα. Η θέση του είναι στρατηγική και η θέα εντυπωσιακή. Η ισχυρότατη τοιχοποιία αποτελείται από λίθους και κεραμιδάκια με συνδετικό κονίαμα και το πάχος των τοίχων ξεπερνάει το ένα μέτρο. Πολεμίστρες, αψίδες, θολωτές αίθουσες, ο πύργος είναι ένα κτίσμα εκπληκτικό που επιβάλλεται καταλυτικά με την παρουσία του στην περιοχή. Σώζονται επίσης υπολείμματα ερειπωμένων κατοικιών, με πολύ καλή λιθοδομή, ενώ υπάρχουν γύρω και τρία εξωκκλήσια, της Παναγίας, του Αγ. Γεωργίου και της Αγ. Παρασκευής.

Καθόμαστε για λίγο στον Πύργο και αγναντεύουμε. Κοιλάδες, χαράδρες, πλαγιές θαμνοσκέπαστες και πράσινες, αλλού κίτρινες σαν ώχρα από σπάρτα και ασπάλαθους. Πίσω με τις βραχώδεις κορυφές του, γκρίζο και αυστηρό, το Πελινναίο. Κάποτε όλα αυτά ήταν καλυμμένα από πεύκα. Αναρωτιέμαι πότε η φύση ήταν ωραιότερη, αφού και τώρα έχει μιαν απερίγραπτη ομορφιά.

-Πάμε, λέει ο Γιάννης. Ο τόπος έχει κι άλλα να μας δείξει.

Πίσω και πάλι στην Ν. Ποταμιά. Μετά από 500 μέτρα κατηφορίζει ο δρόμος σε μια εντυπωσιακή χαράδρα αριστερά. Στροφές και καλός χωματόδρομος. Ενάμισυ χιλιόμετρο μετά ο ερειπιώνας της Π. Ποταμιάς ορθώνεται μπροστά μας. Είναι μια απότομη πλαγιά, σχεδόν απόκρημνη, αθέατη και προφυλαγμένη από παντού. Κάθε σημείο της επιφάνειάς της, από τη ρίζα ως την κορυφή, είναι καλυμμένη ασφυκτικά από κύβους πέτρινους, σπίτια μικρά ή μεγάλα, που ελάχιστα κενά διαστήματα αφήνουν μεταξύ τους. Είναι ένας συμπαγής πέτρινος όγκος, ένα συνεχόμενο φρούριο, που φέρνει στη μνήμη την Καστροπολιτεία του Ανάβατου.

Οδηγούμε με μεγάλη δυσκολία τα βήματά μας στο απότομο εσωτερικό του οικισμού. Παντού λιθοσωροί και χαλάσματα, οι δρόμοι απουσιάζουν εντελώς, ο τόπος είναι σχεδόν αδιάβατος. Τα σπίτια ωστόσο, όσα σώζονται, είναι χτισμένα όλα ανεξαιρέτως με σκουρόχρωμη πέτρα της περιοχής και τοιχοποιία καλή και ισχυρή. Ολόγυρα οι ρεματιές και οι πλαγιές είναι κατάφυτες, ένας τόπος πολύ ιδιαίτερος, που είναι μεγάλη ατυχία που μένει σιωπηλός και ακατοίκητος.

Στο χαμηλότερο σημείο, σε υψόμετρο 350 μέτρων, ένα γεφυράκι του 1911 περνάει πάνω από τον χείμαρρο και συνδέει τα δυο μέρη του χωριού. Εδώ βρίσκεται βαθύ πηγάδι με νερό και πέτρινο στόμιο με τα βαθειά αυλάκια που έχει αφήσει το σχοινί. Δίπλα ένα ταπεινό μαρμάρινο Ηρώο Πεσόντων. Λίγο πιο κάτω το πάλαι ποτέ ωραίο σχολείο και η ανακαινισμένη (!) εκκλησία του Αγ. Αντωνίου. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε το 1960 και 1970 και μεταστεγάστηκε στην Ν. Ποταμιά, που λησμόνησε εντελώς την αρχιτεκτονική παράδοση της Παλιάς.

Επιστρέφουμε στην άσφαλτο και συνεχίζουμε προς τα Β. Στα 2,8 χλμ. συναντάμε αριστερά τον χωματόδρομο, που οδηγεί στην Παναγιά Δέσποινα, το υψηλότερο εξωκκλήσι της Αμανής. Μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα διακρίνεται κάτω από το δρόμο άλλος ένας εγκαταλελειμμένος οικισμός, το Καμίνι, με την εκκλησία του Αγίου Μόδεστου.

Οι δύο επόμενοι οικισμοί είναι τα Χάλανδρα και τα Αφροδίσια, ορεινά χωριά χτισμένα σε υψόμετρο 450-500 μέτρων, με αδιάφορη αρχιτεκτονική αλλά με πλούσια βλάστηση και ωραία θέα στο Πελινναίο.

Μετά τα Αφροδίσια, που οφείλουν το όνομά τους στη θεά Αφροδίτη, ο δρόμος διχάζεται. Αριστερά στρέφει προς τα δυτικότερα και πιο απόμακρα χωριά, ολοκληρώνοντας τον οδικό κύκλο ως τη Βολισσό. Δεξιά καταλήγει, μετά από σύντομη διαδρομή, στον παραθαλάσσιο οικισμό Αγιάσματα, την βορειότερη παραλία του Δήμου Αμανής. Στρίβουμε αρχικά δεξιά κατηφορίζοντας συνεχώς ανάμεσα σε λοφοπλαγιές καλυμμένες με πευκοδάση, χαραδρώσεις με πλατάνια και πολλά λευκά εξωκκλησάκια, χαμένα σχεδόν ανάμεσα στα πεύκα. Σε κάποια απότομη πλαγιά είναι χτισμένος ο Κέραμος, με αρκετά πέτρινα σπίτια, γνωστός κυρίως από τα μεταλλεία του Αντιμονίου. Σήμερα είναι σχεδόν αδύνατον κανείς να αντιληφθεί, ότι κάτω από τις πευκόφυτες πλαγιές ήταν κάποτε χώρος μεταλλείων και ένας ολόκληρος κόσμος ζούσε – και πέθανε – απ’ αυτά. Με λίγη ωστόσο προσοχή διακρίνουμε στις αντικρινές πλαγιές δυο σκοτεινά ανοίγματα, που δεν είναι άλλα από στόμια στοών. Δίπλα στο δρόμο βλέπουμε μια παλιά στοά, που είναι πια καλυμμένη με τσιμέντο. Η περιοχή έχει πολλά νερά, υπάρχει ακόμη το παλιό πηγάδι με άφθονο νερό.

Ο Δημήτρης Τσιαδής από τον Κέραμο αναλαμβάνει την ξενάγησή μας. Πρώτα περνάμε από τις εγκαταστάσεις κατοίκησης του εργατοτεχνικού προσωπικού των μεταλλείων δίπλα στο δρόμο. Μεγάλα κτίσματα, με σημαντικές φθορές από το χρόνο αλλά και με τοιχοποιία εκπληκτική, που βασίζεται στη χρήση της εξαιρετικής θυμιανούσικης πέτρας, άριστα πελεκημένης. Ύστερα ανηφορίζουμε δεξιά με κατεύθυνση προς Αγ. Πέτρο, Αγ. Ιωάννη και παλιό οικισμό Λαρδάτο. 100 μ. μετά βρισκόμαστε μπροστά σε δυο στοές, δυο τεράστια ορύγματα που εισχωρούν ζοφερά στα έγκατα του λόφου. Καμιά βέβαια πινακίδα δεν υπάρχει ούτε στο δρόμο ούτε στις στοές. Ένα βασανισμένο παρελθόν για χιλιάδες ανθρώπους από τον 18ο αιώνα μέχρι το 1954 παραμένει άγνωστο για τον ανυποψίαστο ταξιδιώτη.

Μόνον το μνημείο με τα ονόματα των θανόντων θυμίζει την ύπαρξη αυτού του σκοτεινού και αβυσσαλέου τόπου, που ήταν κάποτε εδώ.

Συναντάμε τις πινακίδες για τα εξωκκλήσια και στρίβουμε δεξιά. Κάτω από ένα εικονοστάσι παρατηρούμε μια καμινάδα του 18ου αιώνα, που έβγαζα την σκόνη του αντιμονίου. Δύο σχεδόν χιλιόμετρα μετά την άσφαλτο φτάνουμε μπροστά στο εξωκκλήσι του Αγ. Ιωάννη, ασβεστοχρισμένο, με μοναδική ταυτότητα του παρελθόντος του μια μικρή πλακέτα με χρονολογία 1853. ακριβώς από κάτω σώζονται από τον μικρό οικισμό Λαρδάτο μερικοί ερειπωμένοι τοίχοι, με δείγματα όμως καλής τοιχοποιίας.

Επιστρέφοντας στην άσφαλτο συνεχίζουμε τη διαδρομή μας στην πλατανοσκέπαστη ρεματιά. Περνάμε πρώτα από τις ερειπωμένες εγκαταστάσεις της εταιρείας του Μποδοσάκη, της τελευταίας που εκμεταλλεύτηκε τα μεταλλεία Αντιμονίου.

Λίγο πιο κάτω τα υπολείμματα της Γαλλικής εταιρείας, που πρώτη τον 18ο αιώνα εγκαταστάθηκε εδώ. Αμέσως μετά ο δρόμος διχάζεται: Στην ευθεία 2 χλμ. προς Αγιάσματα και δεξιά 3 προς Λεπτόποδα. Τα Αγιάσματα είναι μικρός οικισμός με κάποιες εξοχικές κατοικίες και εγκαταστάσεις θερμών λουτρών. Η ακτή είναι βραχώδης και αφιλόξενη, ορθάνοιχτη στην τραμαντάνα, το μαΐστρο και τον γραίγο. Κοντά στην ακροθαλασσιά σώζονται διάσπαρτα παλιά κτίσματα με εξαιρετική τοιχοποιία σκούρης πέτρας, όπως τα παλιά λουτρά και το ξενοδοχείο του Κατσαρού, που λειτούργησε από τη δεκαετία του ‘ 30 ως το 1970.

Στο ΒΔ άκρο της παραλίας ρέει από μια σωλήνα μικρή ποσότητα καυτού νερού.

-Η θερμοκρασία του κυμαίνεται από 68-70 βαθμούς, μας λέει ο Δημήτρης.

Για του λόγου το αληθές το δοκιμάζουμε με το χέρι μας. Είναι αδύνατον να αντέξει πάνω από 5 δευτερόλεπτα.

Στο κέντρο του οικισμού, σε μια επιφάνεια 300 περίπου τετραγωνικών, συνωστίζονται τρία εκκλησάκια: του Αγ. Νικολάου, της Αγ. Ζώνης και των Αγ. Αναργύρων. Ανάμεσα στα εκκλησάκια υπάρχει ένα πηγάδι με στόμιο από λαξευτό μάρμαρο. Από το σημείο αυτό αρχίζουν οι εκπλήξεις. Στην επιφάνεια του στομίου σώζεται μια εγχάρακτη παράσταση με χαρακτήρες βυζαντινού τύπου, η οποία κατά τον Μ. Θ. Μιτσό (Αρχαιότητες Βόρειας Χίου) απεικόνιζε ωροσκόπιο. Επίσης στον εξωτερικό χώρο της Αγ. Ζώνης κάποιες πελεκητές πέτρες είναι προφανέστατα αρχαίες.

Οι εκπλήξεις όμως συνεχίζονται και στο εσωτερικό της εκκλησίας. Η μαρμάρινη μονοκόμματη πλάκα στο κατώφλι του Ιερού Βήματος είναι διακοσμημένη με εγχάρακτες παραστάσεις που απεικονίζουν οικοδομήματα, σταυρούς, σταφύλια και άμπελο και προέρχονται από Βυζαντινή εκκλησία. Μέσα στο Ιερό επίσης η Αγία Τράπεζα αποτελείται από συμπαγή ορθογώνιο λίθο με διαστάσεις 0,90 Χ 0,50 Χ 0,30, που στηρίζεται επάνω σε αρχαίο κιονόκρανο με πολύπλοκα σκαλίσματα που θυμίζουν Κορινθιακό ρυθμό. Τέλος, πάνω από το Α άκρο της παραλίας, υπάρχουν στον ναό του Αγ. Ισίδωρου κιονόκρανα από προγενέστεροι Παλαιοχριστιανικό ναό.

Μετά την περιδιάβασή μας στο αρχαίο παρελθόν της περιοχής βαδίζουμε για λίγο στο πιο πρόσφατο, στην βαρειάς κατασκευής (από πέτρα και τσιμέντο) προβλήτα της εταιρείας του Μποδοσάκη, από όπου φορτωνόταν το αντιμόνιο. Σ’ αυτό το σημείο η ακτή ομαλοποιείται, με αμέτρητα βοτσαλάκια και κομμάτια ελαφρόπετρας.

-Πριν χρόνια, σ’ αυτήν την ακτή, έβγαζα με πολυάγκιστρο, τσιπούρες, ζαργούς, λαβράκια και σκαθάρια, λέει αναπολώντας ο Δημήτρης.

Από τον ταπεινό, στα μάτια του ανυποψίαστου περιηγητή, αλλά γεμάτο με στοιχεία του παρελθόντος οικισμό των Αγιασμάτων κατευθυνόμαστε προς Λεπτόποδα, τον τελευταίο σ’ αυτή την περιοχή οικισμό του Δήμου Αμανής. Ο δρόμος τερματίζει σε υποτυπώδη πλατειούλα με αδιέξοδο. Αμέσως μετά αρχίζουν σοκάκια τσιμεντένια με πολλά σκαλιά, που καταλήγουν στο κατώτερο τμήμα του οικισμού, από όπου ο χωματόδρομος συνεχίζει προς Καμπιά.

Ο εξωνάρθηκας της εκκλησίας της Παναγίας στηρίζεται σε αρχαίες κολώνες, που υπάρχουν επίσης και στον αύλειο χώρο του ναού.

Επιστρέφουμε στη διασταύρωση προς τα Δ. Διασχίζουμε αρχικά τον οικισμό του Ιγρηγόρου, χτισμένου αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 400 μ., με πανοραμική θέα στο Πελινναίο και στην θάλασσα. Σε δύο λεπτά φτάνουμε στα Άνω Κουρούνια. Μικρή στάση στο ταβερνάκι-καφέ «Ο Αριούσιος». Κοκκινιστά σαλιγκάρια, μια γενναία ομελέτα και άγρια χόρτα που φυτρώνουν πλάι στη θάλασσα.

-Εδώ τα λέμε «φασολίδια», εξηγεί η κυρά Τούλα.

Στον αύλειο χώρο της εκκλησίας του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου λειτουργεί από το 1999 εκκλησιαστικό μουσείο με μορφές  ιερέων, παλιές φωτογδραφίες του χωριού, αγιογραφίες, έναν επιτάφιο του 1811 και ένα παλιό ευαγγέλιο.

Ένας χωματόδρομος ανηφορίζει με νότια κατεύθυνση στις πλαγιές της Αμανής. Εκεί, στα άνυδρα υψίπεδα, και σε υψόμετρα 500 περίπου μέτρων, τα μέλη της εταιρείας «Αριούσιος Α.Ε.» δημιουργούν αναβαθμίδες και φυτεύουν νεαρά κλήματα, ακόμα και στη σκληρή ώρα του μεσημεριού με σφοδρότατο γαρμπή. Σκοπός και φιλοδοξία αυτών των ανθρώπων είναι να αναβιώσουν την αρχαία και λαμπρή οινική παράδοση του τόπου τους, της «Αριουσίας Χώρας». Αυτή η περιοχή χαρακτηρίζεται από τον Στράβωνα ως «τραχεία και αλίμενος» και τοποθετείται μεταξύ της Μέλαινας Άκρας και του Πελινναίου όρους. Σήμερα ταυτίζεται με την περιοχή του όρους της Αμανής και των γύρω χωριών στη ΒΔ Χίο. Σύμφωνα με τον Ν. Μερούση, αν θεωρήσουμε ότι αυτή η ταύτιση είναι σωστή, τότε πρόκειται για μια έκταση 80 τ. χλμ. (80.000 στρεμμάτων), που ισούται βέβαια με το 1/10 της συνολικής έκτασης της Χίου.

Κατά τον Αθήναιο, ο Αριούσιος οίνος είναι «χαριέστατος» και κατά τον Στράβωνα ο «άριστος των ελληνικών». σως μετά από μερικά χρόνια, απ’ αυτά τα νεογέννητα κλήματα να δημιουργηθεί κρασί, που θα τιμά τον ένδοξο πρόγονό του.

Αμέσως μετά, από τα υψίπεδα με τα αμπελάκια, χαμηλώνουμε προς τα βόρεια, στην παραλία του Γαλάτου. Ένας βατός χωματόδρομος, με ωραία διαδρομή 6,3 χλμ., καταλήγει στην παραλία του Γαλάτου. Ακτή απόμακρη, ερημική, σπαρμένη με σκούρα βότσαλα και εκτεθειμένη στο βοριά. Εδώ υπάρχει το εκκλησάκι της Αγ. Ειρήνης, ενώ αριστερότερα ακόμη, σε θεαματική τοποθεσία, το εξωκκλήσι της Πέρα Παναγιάς.

Περνάμε από τα Νενητούρια με τους τέσσερις συνοικισμούς (Χαμέτος, Ψαράς, Κοσμάδος και Αντραχλιάς) διάσπαρτους ανάμεσα στις κατάφυτες πλαγιές. Στην έξοδο των οικισμών δεσπόζει πάνω στο δρόμο μια τεράστια βαλανιδιά με βρύση και ποτίστρα. Από το σημείο αυτό αρχίζει καλός χωματόδρομος, που μετά από 4,3 χλμ., καταλήγει σε κολπίσκο με το εκκλησάκι του Αη Γιώργη του Κρασσά. Ο ναΐσκος είναι πετρόχτιστος, παλιός, με βαρειά λιθοδομή, που είναι ευδιάκριτη κυρίως στην κόγχη του Ιερού, αφού οι υπόλοιποι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι. 20 περίπου μέτρα απ’ την ακτή υπάρχει πηγάδι με νερό, κτισμένο με βότσαλα. Με άνοιγμα σχεδόν 100 μέτρων ο κολπίσκος είναι στρωμένος με λεία, σκουρόχρωμα βότσαλα τα νερά όμως βαθαίνουν απότομα και η πρόσβαση δεν είναι από τις ευκολότερες. Αριστερά από το εξωκκλήσι υπάρχει ένας όμοιος κολπίσκος, απ’ όπου αχνοφαίνεται ο όγκος των Ψαρών. Μερικοί πελώριοι, σκουρόχρωμοι βράχοι κυριαρχούν με την παρουσία τους πολύ κοντά στη θάλασσα.

Πλησιάζουμε προς το Αγ. Γάλας, πασίγνωστο από το Σπήλαιο και τις εκκλησιές του. Λίγο νωρίτερα όμως, ανηφορίζουμε για 2,5 χλμ. περίπου προς τον παλιό οικισμό του Αη-Γιάννη, που πριν χρόνια τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά με τον καλό μας φίλο Γιώργο Μισετζή και από τότε εξακολουθεί να παραμένει όπως ήταν. Έρημος τόπος, αυλές χορταριασμένες και χαλάσματα, σπίτια ερειπωμένα, που μάταια περιμένουν ένα χέρι στοργικό για να τους ξαναδώσει τη ζωή. Ωστόσο ο Αη-Γιάννης ήταν κάποτε ένα πανέμορφο ορεινό χωριό, σε φυσικό περιβάλλον εκπληκτικό και με κορυφαία θέα στο Αιγαίο. Για τους λάτρεις της πεζοπορίας ένα ωραίο σηματοδοτημένο μονοπάτι διασχίζει μια κατάφυτη χαράδρα και καταλήγει μετά από μισή περίπου ώρα στο Άγιο Γάλας. Οικισμός με ιδιαίτερη φυσιογνωμία, παράξενη θα έλεγε κανείς, είναι χτισμένος σε υψόμετρο 250 μέτρων, στο επίπεδο τμήμα ενός λόφου  που καταλήγει σε απόκρημνες πλαγιές. Κάτω από το δρόμο δίνει την εντύπωση ενός κάστρου, που δεσπόζει από ψηλά προστατευμένο απ’ τους γκρεμούς του. Περιδιαβαίνοντας στα στενοσόκακα οι εντυπώσεις μας εναλλάσσονται. Πλάι στα παλιά πετρόχτιστα με την τόσο ωραία αρχιτεκτονική και τοιχοποιία ορθώνονται άχαρα τα καινούργια τσιμεντένια. Δεν θέλουμε να είμαστε άδικοι προς τους λιγοστούς κατοίκους που απέμειναν. Γι’ αυτούς προείχε η επιβίωση, το χαμηλό κόστος και μετά η καλαισθησία. Απλά το Αγ. Γάλας, αν είχε νωρίτερα προσεχθεί, θα μπορούσε να ήταν ένα μικρό κομψοτέχνημα. Μας συνοδεύει μια κυρούλα από το χωριό, εφοδιασμένη με τα κλειδιά των βυζαντινών εκκλησιών. Περνάμε αρχικά από την μονόχωρη βασιλική της Αγ. Παρασκευής του 1891, πετρόχτιστη, με πλακόστρωτο δάπεδο και τέμπλο ξυλόγλυπτο εξαιρετικής τέχνης. Στην θολωτή οροφή διακρίνονται κάτω από την ασβεστοχρισμένη επιφάνεια δυο μαυρισμένες τοιχογραφίες του Χριστού και της Παναγάις. Με σκαλοπάτια κατηφορίζουμε σε μισό λεπτό στο παμπάλαιο βυζαντινό εκκλησάκι του Αγ. Θαλελαίου, κτίσμα του 11ου αιώνα (!), με διαστάσεις 7Χ4,5 μ. Η ογκώδης κατασκευή αποτελείται από λαξευτά αγκωνάρια και η δίρριχτη σκεπή από χοντρά κεραμίδια που υποστηρίζονται με σοβά. Στο εσωτερικό διατηρείται το παμπάλαιο δάπεδο, ένα τμήμα του οποίου αποτελείται από συμπαγή επιφάνεια βράχου. Οι τοιχογραφίες που σώζονται, έστω και με φθορές, αποκαλύπτουν την αυστηρότητα της βυζαντινής τους τεχνοτροπίας, ενώ το χοντρό επίχρισμα πάνω στο οποίο είναι ζωγραφισμένες, έχει φύγειε πολλά σημεία αποκαλύπτοντας την τοιχοποιία.

Κατηφορίζοντας τσιμεντένιο μονοπάτι και σκαλοπάτια φτάνουμε αμέσως στο δεύτερο βυζαντινό μνημείο του χωριού, την εκκλησία της Παναγιάς Αγιολουλούσαινας, που χρονολογείται από τον 13ο αιώνα! Ο σταυροειδής με τρούλο ναός είναι χτισμένος στα ριζά της απόκρημνης πλαγιάς δεσπόζοντας από ψηλά στην πλατανοσκέπαστη ρεματιά. Στο μαρμάρινο υπέρθυρο της εισόδου είναι εγχάρακτη η χρονολογία 1817, η οποία ανάγεται φυσικά σε μεταγενέστερη ανακαίνιση.

Με την είσοδό μας στο εσωτερικό η αίσθηση είναι συγκλονιστική, μας καθηλώνει το ανεπανάληπτης τέχνης και βαθύτατα σκαλισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο με πληθώρα λεπτομερειών από την Αγ. Γραφή.

Χαμηλά στο δεξιό τμήμα του τέμπλου υπάρχει σκαλισμένη στο ξύλο επιγραφή με την ταυτότητα των «ταλιαδόρων» (των ξυλογλυπτών) που το κατασκεύασαν και την χρονολογία 1721. Τα ξύλινα στασίδια είναι επίσης παμπάλαια, δυστυχώς απουσιάζουν παντελώς οι τοιχογραφίες.

Το ταξίδι στα άδυτα της Ορθοδοξίας δεν τελειώνει όμως εδώ. Από τον χώρο του τέμπλου προχωράμε στα έγκατα του βράχου. Εδώ φωλιάζει το μικρό βυζαντινό παρεκκλήσι της Αγ. Άννας, με ίχνη παμπάλαιων τοιχογραφιών. Ο χώρος είναι μυστηριακός και υποβλητικός, η φύση συμμετέχει με την συνεχή σταγονορροή από τους συμπαγείς βράχους της χαμηλής οροφής. Αυτό το γεμάτο ανθρακικό ασβέστιο νερό από την σπηλαιώδη οροφή συλλέγεται από τους ντόπιους σε πήλινα αγγεία. Είναι το περίφημο «Άγιο Γάλας», που η παράδοση το θεωρεί θαυματουργό.

Βγαίνουμε στο φως, κατηφορίζουμε μερικά πέτρινα – αυτή τη φορά – σκαλοπάτια και περνάμε μπροστά από την είσοδο του σπηλαίου, που είναι κλειστή λόγω έργων αξιοποίησης. Το Σπήλαιο στο Άγιο Γάλας είναι περίφημο γιατί εδώ ανακαλύφθηκαν τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης στη Χίο, που ανάγονται στην Μέση Νεολιθική Εποχή, 6.000 χρόνια π.Χ. Είναι μάλιστα το πρώτο νεολιθικό σπήλαιο που εντοπίστηκε στον Ελληνικό χώρο, στη δεκαετία του 1880. Από σπηλαιολογική άποψη το σπήλαιο είναι το μεγαλύτερο και πιο δαιδαλώδες της Χίου και εξερευνήθηκε το 1969 από την Άννα Πετροχείλου και τους συνεργάτες της. Λίγο πιο κάτω, στη ρεματιά, είναι υπό κατασκευών αναψυκτήριο. Ευχόμαστε η αρχιτεκτονική και η εμφάνισή του να είναι τέτοια, που να μην προσβάλλει την αρμονία και τη συνολική σημαντικότητα της περιοχής.

Πριν συνεχίσουμε την άσφαλτο για Βολισσό κατηφορίζουμε για λίγο και προς τα παράλια με χωματόδρομους βατούς.

Ο πρώτος αρχίζει 200 περίπου μέτρα πριν από τη Β είσοδο του χωριού.

-Κοντά στον ανεμόμυλο θα δείτε και το ναυάγιο, μας λέει ένας ντόπιος.

1,5 χλμ. μετά φτάνουμε στον παλιό ανεμόμυλο, που δεσπόζει πάνω απ’ το Αιγαίο. Μετά συνεχίζουμε για μερικές εκατοντάδες μέτρα αριστερά και ξαφνικά εμφανίζεται κάτω χαμηλά ένα τμήμα απ’ το ναυάγιο. Για ένα τέταρτο κατηφορίζουμε την απότομη πλαγιά δίνοντας πραγματική μάχη με αγκαθωτούς θάμνους, γιγάντια σπάρτα και κακοτράχαλο έδαφος. Τελικά καταφέρνουμε να έχουμε μια ρεαλιστική εικόνα του ναυαγίου. Είναι ο άτυχος «ΑΡΙΩΝ», που προσάραξε στην άγρια ακτή τον Φεβρουάριο και έκτοτε παραμένει εκεί καρφωμένος πεισματικά, παρά τις προσπάθειες αποκόλλησης.

Δύο ακόμη βοτσαλωτές παραλίες σ’ αυτή την αφιλόξενη ακτή είναι το «Γλυκό Νερό» και η «Λειχήνα», που τις βρίσκουμε με τον χωματόδρομο που κατηφορίζει δίπλα από το στρατιωτικό φυλάκιο. Μετά από μερικά λεπτά φτάνουμε στον όμορφο οικισμό του Μελανιού, με αρκετά πέτρινα σπίτια ανάμεσα στα καινούργια. Ένας καλός χωματόδρομος μας οδηγεί γρήγορα στην βοτσαλωτή παραλία του «Κάμπου». Το λιτό μνημείο που ανεγέρθηκε εδώ το 1963 μας θυμίζει ένα από τα δραματικότερα συμβάντα της Σφαγής της Χίου, τον Απρίλιο του 1822 από τους Τούρκος.

Κατηφορίζουμε προς τις «Τρύπες». Λίγο πριν από τον οικισμό ένας πρόσφατα συντηρημένος χωματόδρομος καταλήγει μετά από 2,4 χλμ. στην παραλία της «Έζουσας» είναι κολπίσκος με άνοιγμα 200 περίπου μέτρων, σκουρόχρωμη άμμο και βότσαλα και μερικές παραθεριστικές κατοικίες, κάποιες απ’ τις οποίες είναι κακότεχνες με τσιμεντόλιθους. Ακριβώς απέναντι είναι τα Ψαρά.

Οι Τρύπες είναι οικισμός χτισμένος σε πλαγιά με ανοιχτή θέα προς το πέλαγος. Θα μπορούσε να ήταν πολύ γραφικός, αν ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια δεν παρεμβάλλονταν τα άχαρα τσιμεντένια.

Μετά το χωριό ένας καινούργιος ασφαλτόδρομος τερματίζει στα 3,8 χλμ. στην παραλία Αγ. Ισίδωρου, έναν όμορφο κολπίσκο με χαρακτηριστικά όμοια με της Έζουσας. Κι εδώ υπάρχουν παραθεριστικές κατοικίες κι ένα ξενοδοχείο, που δεν λειτούργησε ποτέ.

Στην Παρπαριά και πάλι, καφεδάκι στην πλατεία. Πριν κατηφορίσουμε οριστικά για Βολισσό, οφείλουμε μια τελική επίσκεψη στην καρδιά της Αμανής, στα ορεινά ξωκκλήσια του χωριού. Από την έξοδο της Παρπαριάς ανηφορίζουμε αριστερά και στα 400 μ. συναντάμε την «Απέσω Βρύση», σε θαυμάσιο περιβάλλον με πλατάνι, πηγάδι, ένα καινούργιο εξωκκλήσι και ένα παλιό θολωτό κτίσμα με την πηγή, που είναι χτισμένο στο πρανές. Μια βρύση στη βάση του τρέχει λιγοστό νερό. Με σχετική βατότητα ο δρόμος ανηφορίζει διαρκώς στον θαμνοσκέπαστο – μετά τις φωτιές – ορεινό όγκο της Αμανής. Θέα θαυμάσια, γίνεται όλο και ωραιότερη. Στα 4,8 χλμ. φτάνουμε μπροστά στο, έρημο πια, μοναστήρι της Παναγιάς Παγούσαινας, που αναφέρει στην Ιστορία της Χίου ο Ζολώτας. Χτισμένη στους πρόποδες μιας βραχώδους πλαγιάς η εκκλησία, γιορτάζει το 15 Αύγουστο με πλήθος επισκεπτών, οι τσιμεντένιες όμως εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτησή τους δεν είναι σε αρμονία με το τοπίο και τον χώρο. Κάτω από το τσιμεντένιο ακούγεται η συνεχής ροή του φημισμένου για την ποιότητά του νερό, που τροφοδοτεί την Παρπαριά.

Ο χωματόδρομος συνεχίζεται. Στα 6,7 χλμ. από την Παρπαριά, και σε υψόμετρο που πλησιάζει τα 800 μέτρα, βρισκόμαστε σε αυχένα με τρίστρατο και αέρα σφοδρό. Προς τα Α (δεξιά) συναντάμε μετά από 1,5 χλμ. κεραία κινητής τηλεφωνίας. Εδώ, στην κορυφή του λόφου, είναι χτισμένο το εξωκκλήσι της Παναγιάς Δέσποινας, το ορεινότερο της Αμανής, που γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου και έχει ταυτόχρονη θέα στο Αιγαίο, τόσο στα Β, όσο και στα Ν. Αν συνεχίσουμε μετά την εκκλησούλα, συναντάμε μετά από 3,7 χλμ. τα ασφάλτινο οδικό δίκτυο με τις χαρακτηριστικές ανεμογεννήτριες, πριν από τα Χάλανδρα. Αν πάλι από το τρίστρατο κατηφορίσουμε προς τα Β, θα περάσουμε αρχικά από τα νεοσύστατα αμπελάκια της «ΑΡΙΟΥΣΙΟΣ ΑΕ» και μετά θα καταλήξουμε στο ασφάλτινο δίκτυο πάνω απ’ τα Κουρούνια.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Είμαστε και πάλι στη Βολισσό. Οι πολυήμερες – και ολοήμερες – περιπλανήσεις μας έχουν φτάσει πια στο τέλος τους. Κάποιες ήταν αρκετά κοπιώδεις και περίπλοκες. Τουλάχιστον όμως μπορούμε να καυχηθούμε, ότι απ’ αυτόν τον ωραίο τόπο, της δυτικής και βόρειας Χίου, ελάχιστα έχουν απομείνει μυστικά.

Στο αποχαιρετιστήριο δείπνο βρισκόμαστε και πάλι στο ταβερνάκι του Βαγγέλη Ζήκου, στο λιμανάκι των Λιμνιών, μπροστά σε μια αστακομακαρονάδα, που για πολύ καιρό θα θυμόμαστε τη γεύση της.

Αργά τη νύχτα ξαναβγαίνω στο μπαλκόνι του Ζορμπά. Τα στοιχεία της φύσης έχουν επί τέλους ηρεμήσει. Τα αρμυρίκια από κάτω είναι ακίνητα, κανένας ήχος δεν φτάνει από τη θάλασσα. Η Βολισσός μας αποχαιρετάει γαληνεμένη.

back-button
next-button
xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_1 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_2 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_3 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_4 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_5 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_6 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_7 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_8 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_9 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_10 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_11 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_12 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_13 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_14 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_15 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_16 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_17 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_18 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_19 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_20 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_21 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_22 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_23 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_24 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_25 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_26 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_27 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_28 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_29 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_30 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_31 xios-eksereunwntas-ta-voreioxwra_32
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories