home Άρθρα Επίσκεψη στο νησί της Σκύρου
Επίσκεψη στο νησί της Σκύρου

Μπορούμε να γνωρίσουμε με τις δικές μας περιηγήσεις τη Σκύρο ή με την βοήθεια ενός τουριστικού οδηγού. Αν όμως έχουμε για ξεναγό μας έναν ντόπιο, καλά ενημερωμένο και πρόθυμο ν’ αποκαλύψει τις ιδιαιτερότητες του τόπου τότε: βαδίζουμε σε μυστικά πανέμορφα μονοπάτια, συναντάμε απόμακρα, σπηλαιώδη ξωκκλήσια, μοναστήρι βυζαντινό από τον Νικηφόρο Φωκά με παραστάδες στην είσοδο από αρχαία αγάλματα και κολώνες.
Φωτογραφίζουμε ελεύθερα, χαριτωμένα Σκυριανά Αλογάκια στο «Βουνό». Ερχόμαστε σ’ επαφή με υπέροχους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης. Και ακόμη, γευόμαστε εξαίρετες γεύσεις τοπικές σε ταβέρνες γραφικές. Μετά το τέλος της επίσκεψής μας είμαστε βέβαιοι, ότι έχουμε γνωρίσει ένα τμήμα της φυσιογνωμίας της Σκύρου, πολύ ξεχωριστό.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Επίσκεψη στο νησί της Σκύρου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Σκύρος

-Θα ΄χουμε κάποιον να μας κατατοπίσει στο νησί; ρωτάω την Άννα.

-Βέβαια, την Σκυριανή Μαρία Αθανασιάδου. Έχει αναλάβει πλήρως την μύησή μας  στις ιδιαιτερότητες της Σκύρου

-Και ποιος θα μας συνοδέψει σε μονοπάτια;

-Η Μαρία, φυσικά. Είμαστε πολύ τυχεροί να έχουμε σ’ έναν άγνωστο τόπο έναν άνθρωπο με τις γνώσεις και την προθυμία της Μαρίας.

Δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω με την Άννα. Ωστόσο, ξαφνικά αισθάνθηκα παράξενα. Περίπου σαν κάποιος τουρίστας που ακολουθεί ένα γκρουπ, όπου τα πάντα είναι ρυθμισμένα ως την τελευταία λεπτομέρεια. Επιφυλάχθηκα, πάντως,  να διατυπώσω τους προβληματισμούς μου αναμένοντας τις εξελίξεις. Που δεν επρόκειτο, βέβαια, να καθυστερήσουν…………..

ΠΡΩΤΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΗ ΣΚΥΡΟ

30 χρόνια μετά την πρώτη σαλπάρω και πάλι από την  Κύμη  για τη Σκύρο.

Λίγα λεπτά πριν δέσει το καράβι στο λιμάνι της Λιναριάς, χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο φύλακας άγγελός μας, η Μαρία Αθανασιάδου. Που, αφού δύο ώρες νωρίτερα βεβαιώθηκε για την επιβίβασή μας στο καράβι, δύο ώρες νωρίτερα, επικοινωνεί και πάλι μαζί μας, για να μας προσδιορίσει το ακριβές σημείο της προκυμαίας, όπου θα αναμένει την άφιξή μας.

Συγκινητικό ενδιαφέρον, λέει με ενθουσιασμό η Άννα.

Μέχρι ασφυξίας μουρμουρίζω μέσα στο δόντια μου εγώ.

Την στιγμή που το λευκό μας SUZUKI JIMNY εγκαταλείπει το σκάφος και αγγίζει την προκυμαία, ένα χέρι υψώνεται ανάμεσα στον κόσμο και μας νεύει ζωηρά. Μερικά δευτερόλεπτα μετά η Μαρία μας σφίγγει, με εγκαρδιότητα τα χέρια. Με φυσιογνωμία ευγενική, βλέμμα καθάριο που κοιτάζει κατάματα και σώμα λεπτοκαμωμένο και «τσαγανάτο», η Σκυριανή φίλη μας καταργεί από την πρώτη στιγμή επώνυμα και πληθυντικούς και εντάσσεται στην 4 μελή μας  ομάδα με την ευκολία και την άνεση κάποιου που μας γνωρίζει από χρόνια.

Πόσο είσαστε κουρασμένοι; Ρωτάει η Μαρία

-Ά καθόλου. Από το πρωί που ξεκινήσαμε, δεν έχουμε συμπληρώσει ούτε 10 ώρες, σε θάλασσες και δρόμους.

-Έ  τότε, ας αναβάλουμε κάποιες επισκέψεις που είχα στο μυαλό μου. Προτείνω, λοιπόν, πρώτα ξενοδοχείο και μετά φαγάκι, εντάξει;

Ποιος θα μπορούσε να ‘χει αντίρρηση σε μια πρόταση τόσο λογική.

9 χιλιόμετρα μετά το λιμάνι της Λιναριάς (*) φτάνουμε στη Χώρα. Στην θέση «ΠΛΑΓΙΑ» πριν τις γραφικές ανηφοριές,  συναντάμε το ξενοδοχείο μας τη «ΝΕΦΕΛΗ». Το συγκρότημα μας κερδίζει από την πρώτη στιγμή, τόσο με την πολυδιάστατη αρχιτεκτονική των επι μέρους κτιρίων, όσο και με την εξαιρετικά φιλόξενη υποδοχή όλων των μελών του προσωπικού.

Ο αύλειος χώρος είναι εκπληκτικός με πλακόστρωτους διαδρόμους και σκαλοπάτια, αναρίθμητα λουλούδια, δέντρα, και αρωματικά φυτά. Κυρίαρχη θέση κατέχει, μια επιβλητική πισίνα 220 τετραγωνικών.  Δίπλα της ένας έξοχος χώρος με μεγάλα ξύλινα τραπέζια χρησιμοποιείται ως χώρος πρωινού, καφέ, δείπνου ή ποτού. Κάτι άλλο που μας συναρπάζει στην ΝΕΦΕΛΗ είναι η αντικρινή εικόνα της Χώρας, αυτός ο θεαματικός λόφος του Κάστρου, που έχει γίνει παγκοσμίως διάσημος  για την αρχιτεκτονική των σφιχταγκαλιασμένων του σπιτιών.

Καθώς ανάβουν τα πρώτα φώτα της Χώρας  όλη η ομάδα είναι έτοιμη για την νυχτερινή της έξοδο. Μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά τα βήματά μας περιδιαβαίνουν τον κεντρικό λιθόστρωτο πεζόδρομο της Χώρας. Είναι η πιο εμβληματική στράτα της Σκύρου, αληθινό αξιοθέατο με αναρίθμητα καταστήματα, που φιλοξενούν στα ράφια και στις βιτρίνες τους τα εξαιρετικά προιόντα της Σκυριανής χειροτεχνίας, ξυλόγλυπτα, κεραμικά και υφαντά. Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα του βραδινού φαγητού.  Το απολαμβάνουμε σε μια δροσερή ταρατσούλα αγναντεύοντας τα φώτα της πόλης , και τ’ αστέρια του ουρανού.

ΜΟΥΣΕΙΑ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ Β.ΣΚΥΡΟΥ

Νωρίς το πρωί μας ξυπνούν τιτιβίσματα πουλιών. Απ’ τα παράθυρα της διώροφης μαιζονέτας μας αγναντεύουμε την ρόδινη ανταύγεια του αθέατου –ακόμα- ήλιου  πίσω από τον όγκο του Κάστρου.  Είναι αληθινό προνόμιο να ξεκινάμε με τέτοιες συνθήκες τη ν πρώτη μέρα μας στη Σκύρο

Διασχίζοντας  το λιθόστρωτο δρομάκι ανάμεσα στα λουλούδια και στα αρώματα της λεβάντας και της λουίζας, κατευθυνόμαστε στον χώρο του πρωινού. Ο μπουφές της Νεφέλης απηχεί την προσήλωση της διεύθυνσης στην ποιότητα, στα ολόφρεσκα ντόπια προϊόντα.  Παραδοσιακές πίτες, στραπατσάδα από χωριάτικα αυγά, φέτα Σκύρου, ρυζόγαλο, κέικ και κουλουράκια, λουκουμάδες και σιμιγδαλένιος  χαλβάς και ακόμα σύκα Κύμης και φρέσκα φρούτα, υπέροχο μέλι Σκύρου και σπιτικές μαρμελάδες και τόσα άλλα ακόμη για χορτοφάγους, διαβητικούς και μικρά παιδιά.

Εμφανίζεται η Μαρία με ακρίβεια δευτερολέπτου στο ραντεβού μας. Την εκτιμώ ακόμη περισσότερο. Γεννημένη στη Σκύρο, με μεγάλους σταθμούς στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα και με διεθνή καρριέρα και σπουδές, η Μαρία Αθανασιάδου επέστρεψε τα τελευταία χρόνια στην γενέθλια γη και αφοσιώθηκε σ’ αυτήν. Με ποιο τρόπο; Μα προσφέροντας εθελοντικά τις εμπειρίες και τις γνώσεις της για τη Σκύρο, σε επισκέπτες του νησιού, Έλληνες και ξένους. Μοναδικός της στόχος και επιδίωξη παραμένει σταθερά η μεγαλύτερη δυνατή προβολή των ιδιαιτεροτήτων της Σκύρου, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

-Λέω να ξεκινήσουμε κάπως αντισυμβατικά την περιήγησή μας, λέει η Μαρία.

Αντί ν’ ασχοληθούμε με τις εξωτερικές ομορφιές της Σκύρου, να εστιάσουμε την προσοχή μας στο πνεύμα και την ψυχή της, στα μουσεία της. Αυτά θα μας θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε όσα στη συνέχεια θα συναντήσουμε στο νησί.

Και πού θα χωρέσουν όλα αυτά σ’ ένα άρθρο;

Δεν είναι απαραίτητο να συμπεριλάβεις, τα πάντα. Ας είναι μια πικάντικη γεύση προς το παρόν. Αρκετή όμως για να διεγείρει την όρεξη και το ενδιαφέρον κάθε περιηγητή, κάθε φυσιολάτρη για την Σκύρο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τα δύο Μουσεία του νησιού, το Αρχαιολογικό και του Μάνου Φαλτάϊτς.

Ακολουθούμε τον παραθαλάσσιο ασφαλτόδρομο, κάτω από την Χώρα. Σ’ ένα σημείο ανηφορίζουμε  ένα φαρδύ λιθόστρωτο που ανηφορίζει με σκαλοπάτια και πολύ γρήγορα μας οδηγεί σ’ ένα σημείο με περίοπτη θέση, όπου βρίσκεται το μνημείο της «Αιωνίας Ποιήσεως». Είναι ο ανδριάντας του γυμνού νέου που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος στη μνήμη του φιλέλληνα Άγγλου ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ. Λίγο πιο κάτω συναντάμε το Αρχαιολογικό Μουσείο Σκύρου. Χτίστηκε το 1963 με την φροντίδα του Σκυριανού Αρχαιολόγου Γιάννη Παπαδημητρίου. Άρχισε να λειτουργεί το 1973. Περιλαμβάνει το «Σκυριανό Σπίτι» και δύο αίθουσες αρχαιοτήτων.

Το Σκυριανό Σπίτι είναι δωρεά της αείμνηστης Λίτσας Παπαδημητρίου-Κωστήρη και στεγάζει την προσωπική της συλλογή από κεραμικά, Σκυριανά έπιπλα και κεντήματα.

Στις δύο αίθουσες αρχαιοτήτων εκτίθενται αξιόλογα ευρήματα που αποτελούν αμάχητες αποδείξεις για την επαφή της Σκύρου με τα άλλα νησιά του Αιγαίου και την Μικρασιατική ακτή. Το 1981 οι κυρίες Στυλιανή Παρλαμά και Μαρία Θεοχάρη αρχαιολόγοι της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ξεκίνησαν την ανασκαφή του αρχαίου λιμένα του Παλαμαρίου στο ΒΑ άκρο του νησιού με οχύρωση από την 3η χιλιετία π.χ.

Παρατηρούμε με θαυμασμό τα εκτιθέμενα ευρήματα, πιστοποιούν την υψηλή αισθητική των Ελλήνων από τα πρώτα στάδια της ύπαρξής τους.

Βγαίνοντας από το Αρχαιολογικό Μουσείο ανηφορίζουμε για λίγο και μπαίνουμε στα άδυτα του Μουσείου Φαλτάιτς. Μετά το ανεπανάληπτο σε γλαφυρότητα και πληρότητα άρθρο της Μαίρης Μπελογιάννη για το Μουσείο (1) το μόνο που μπορούμε εμείς να εκφράσουμε είναι ο θαυμασμός μας για τον πολυδιάστατο χώρο, τα απίστευτης ιστορικής και συλλεκτικής αξίας εκθέματα και κυρίως για τις συναρπαστικές προσωπικότητες του ζεύγους Φαλτάιτς. Και βέβαια, είναι αληθινή τύχη να μοιραζόμαστε μερικές στιγμές  σπάνιας πνευματικότητας με τον Μάνο Φαλτάιτς στο λιακωτό του μουσείου που βιγλίζει το Αιγαίο, πάνω από τον μεγαλύτερο πύργο των πανάρχαιων Πελασγικών τειχών της Σκύρου.

Εντυπωσιασμένοι από το αρχαίο και το νεώτερο πρόσωπο της Σκύρου παίρνουμε τις ανηφοριές για τη Χώρα

Ακολουθούμε την ανηφορική οδό Μπρουκ, ένα αυθεντικό παμπάλαιο  καλντερίμι που περνάει μπροστά από το σπίτι του θρυλικού Αρχαιολόγου Μανώλη Ανδρόνικου. Δίπλα βρίσκεται το εκκλησάκι των Πέντε Μαρτύρων, της οικογένειας Φαλτάιτς. Την εκτυφλωτική λευκότητα σπιτιών και εκκλησιών χρωματίζουν έντονα οι πορφυρές μπουκαμβίλιες, Αρχίζει η οδός του Δημάρχου Ανδρέα Γιαλούρη, η επονομαζόμενη «Μεγάλη Στράτα» ο δρόμος της άρχουσας τάξης της Σκύρου.

Πώς θα τις ξέραμε αυτές τις λεπτομέρειες χωρίς εσένα; ρωτάω την Μαρία. Για απάντηση εισπράττω ένα χαμόγελο φανερής ικανοποίησης.

Ανήφορος, σκαλοπάτια και φτάνουμε στην λιλιπούτεια πλατειούλα της «Σαρούς» που  αποτελούσε το κέντρο της αρχοντιάς και της δύναμης του νησιού, όπως απεικονίζεται γλαφυρά στους παρακάτω στίχους:(2)

«Εδώ το λένε της Σαρούς το μέγα μεϊντάνι, που μένουνε οι διαλεχτοί και οι μεγαλουσιάνοι… που βγαίνουν οι αρχόντισσες και κάνουνε συργιάνι»

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πλατείας  είναι οι τρεις εκκλησούλες. Η πρώτη είναι η «Αρχοντοπαναγιά» του 17ου αιώνα, η εκκλησιά των κοτζαμπάσηδων.

Απέναντι ακριβώς είναι η «Παναγία του Κουκιού» του «Κτσου» στην Σκυριανή διάλεκτο. Ονομάστηκε έτσι γιατί στην γιορτή της, στις 21 Νοεμβρίου, προσφέρουν αντί για σιτάρι, βραστά κουκιά, τα «κτσα». Η εκκλησούλα είναι κτίσμα του 1560, ενώ οι θαυμάσιες τοιχογραφίες της ανάγονται στον 17ο αιώνα.

Δίπλα βρίσκεται η εκκλησία των Ταξιαρχών, με τοιχογραφίες όμοιας τεχνοτροπίας και εποχής αλλά περισσότερο φθαρμένες.

Έξω από τους ναϊσκους ένα πανέμορφο «σκεπαστό» σοκάκι μας χαρίζει δροσερή ροή αέρα και πολύτιμη σκιά.

Παρατηρούμε την πλατειούλα της Σαρούς, τις μικροεκκλησίες και τα σοκάκια. Κάθε στοιχείο της γειτονιάς αλλά και γενικότερα της Χώρας, έχει περιορισμένες διαστάσεις. Έτσι, λοιπόν, «από τον οικισμό  λείπουν τελείως οι άνετοι χώροι. Κάθε σπίτι για να κρατηθεί κοντά στο Κάστρο, έπρεπε να καταλάβει ένα ελάχιστο επιφανείας, τόσο όσο ήταν απόλυτα αναγκαίο για την οικογένεια. Ωστόσο μέσα σ’ αυτόν το στενό χώρο βρήκαν τη θέση τους οι μικρές εκκλησίες, σχεδόν όλοι οι άγιοι της Ορθοδοξίας(3).

Συνεχίζουμε ν’ ανηφορίζουμε την οδό Αγίου Γεωργίου που οφείλει την ονομασία της στο ομώνυμο επιβλητικό μοναστήρι του προστάτη αγίου της Σκύρου. Συναντάμε σπίτια παραδοσιακά, όλα ασβεστοχρισμένα, με δεξαμενές για τη συγκέντρωση βρόχινου νερού από την υδρορροή. Πολλά δρομάκια, απίστευτα στενά, φεύγουν αριστερά και δεξιά. Βαδίζουμε αργά, απολαυστικά, αποτυπώνουμε όσες περισσότερες μπορούμε αρχιτεκτονικές, κατασκευαστικές ή διακοσμητικές λεπτομέρειες των σπιτιών. Να και μια πλατειούλα με δύο παγκάκια, το παμπάλαιο σπίτι του Γιαλούρη και ο κατάλευκος τρούλος της εκκλησούλας «Κυρα-Ψωμούς». Πιο πάνω εμφανίζεται της Αγίας Τριάδας, με δύο εξωτερικούς αράβδωτους κίονες και λίγες σωζόμενες τοιχογραφίες.

Μετά  την Αγία Τριάδα προβάλλει ξαφνικά μπροστά μας ο πελώριος, κάθετος βράχος του Κάστρου. Δυστυχώς, εξαιτίας εργασιών που είναι σε εξέλιξη, η πρόσβαση στο Κάστρο δεν είναι επιτρεπτή. Δύο ακόμη εκκλησάκια βρίσκονται εδώ: του Αη-Γιάννη και του Αη-Νικόλα. Κάτω χαμηλά απλώνονται με κορυφαία θέα, οι παραλίες των «Μαγαζιών» και του «Μώλου». Στις κοιλότητες του βράχου του Κάστρου, μερικά περιστέρια γουργουρίζουν στην σκιά. Τα μακαρίζω γιατί εμείς ξαναβγαίνουμε στον ήλιο. Το πρόγραμμα της Μαρίας και προβλέπει για την συνέχεια μετάβαση στο βορειότερο σημείο του νησιού. Εκεί στην άκρη της ακτής, βρίσκεται ο οχυρωμένος οικισμός του Παλαμαρίου.

Η περιοχή έχει μια παράξενη γοητεία, με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση, αμμοθίνες  με πικροδάφνες  ομαλές πλαγιές και χαμηλούς λοφίσκους πλάι στην ακτογραμμή. Λίγο  χαμηλότερα εκτείνεται ο ευρύς όρμος Παλαμαρίου με μεγάλες επίπεδες πλάκες στον ρηχό βυθό. Πάνω από τα απότομα πρανή του όρμου συνεχίζεται πάντα η ανασκαφή της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας σε έκταση 17 στρεμμάτων περίπου, που έχει φέρει στο φως έναν από τους σπουδαιότερους προϊστορικούς οικισμούς του Αιγαίου κατά την Πρώιμη και Μέση Χαλκοκρατία. Τη σημασία του οικισμού αυτού καθιστά ακόμη μεγαλύτερη η άριστα διατηρημένη ισχυρή του οχύρωση, ενώ έχουν επίσης αποκαλυφθεί οι ερειπωμένες τοιχοποιϊές πολλών κατοικιών. Στην ευρύτερη περιοχή επικρατεί άπνοια και ζέστη.

-Έχω την πεποίθηση ότι μας χρειάζεται μια μικρή ανάπαυλα, λέει η Μαρία

Ναι,  μας τρέχεις αρκετές ώρες τώρα χωρίς διακοπή

-Το ξέρω. Από τώρα και στο εξής όμως χαλαρώνουμε και απολαμβάνουμε.

Διασχίζουμε τον χωματόδρομο από το Παλαμάρι και ξαναβγαίνουμε στην άσφαλτο. Εδώ, μέσα στην ερημιά, προβάλλει η χασαποταβέρνα «Το Πέρασμα».

-Εγώ θα ονειρευόμουνα ψαροταβέρνα πλάι στο κύμα, λέει με απογοήτευση η Άννα

-Υπομονή, θα έρθει κι η σειρά της ψαροταβέρνας.

-Μα, τι θα φάμε στην χασαποταβέρνα της Σκύρου, παϊδάκι;

Υπάρχουν κι άλλες λιχουδιές, λέει  με μυστηριώδες ύφος η φίλη μας.

Στο μεταξύ η κυρα-Μαριγούλα με την κόρη της Φρόσω μας υποδέχονται πολύ πρόσχαρα με χυμούς και κρύο νερό.

Εγώ πεινάω, λέει ξαφνικά η μικρή Αθηνά.

Κι εγώ πεινάω, της απαντάει η Μαρία. Μήπως όμως μπορούμε να ρίξουμε πρώτα μια βουτιά σε απίθανα νερά;

Στην στιγμή ξεχνάμε κούραση και πείνα, ξαναμπαίνουμε στο αυτοκίνητο, διασχίζουμε προς τα νότια ένα υπέροχο πευκοδάσος και τρία περίπου χιλιόμετρα μετά, έχουμε την ευτυχία ν΄αντικρύζουμε μια αμμουδιά εξωτική. Είναι ο περίφημος Όρμος Καλογριάς, με τις εκπληκτικές αμμουδιές της κυρα-Παναγιάς. 

Μέσα στη φοβερή ζέστη του απομεσήμερου πέφτουμε στο διάφανο σαν κρύσταλλο, υπέροχο νερό. Η ευτυχία όλων εκτοξεύεται σε επίπεδα υψηλά. Το μόνο που δεν απασχολεί τη σκέψη μας πια είναι το φαγητό.

Σχοίνοι και κεδροκυπάρισσα αποτελούν την κύρια βλάστηση της αμμουδερής παραλίας. Το δάσος των σκιερών πεύκων αρχίζει πιο πάνω.  Παρ’ όλα αυτά εντοπίζουμε μια μικρή συστάδα κεδροκυπάρισσων, που μας προσφέρουν τη σκιά τους. Ήδη όμως πεινάμε. Ο μόνος επιθυμητός προορισμός είναι η πολλά υποσχόμενη χασαποταβέρνα «Το Πέρασμα». Τούτη την απογευματινή ώρα είμαστε μόνοι στο μαγαζί.

Ευτυχώς, λέει η Μαρία, δεν μας έπιασαν το «Μπουένος Αϊρες»

-Και ποιο είναι το Μπουενος Αϊρες;

Οι «Καλοί Αέρηδες», το πιο δροσερό σημείο του μαγαζιού. Να, εκεί δίπλα.

Σ’  ένα τραπέζι στο Α-ΒΑ άκρο της ταρατσούλας, κάτω από ωραίες αψίδες με λαξευτό ντόπιο πωρόλιθο. Εδώ επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η επιλογή της Μαρίας. Το μικροκλίμα αυτού του σημείου,  είναι εκπληκτικό.  Καθόμαστε. Σαν να βρισκόμαστε, ξαφνικά, σ’ ένα μικρό τοπικό μπουγάζι, με δροσερό αεράκι που φυσάει συνεχώς.

Θα μας φέρετε έναν κατάλογο;

Τι τον χρειάζεστε; Εγώ θα σας φέρω μερικά πιάτα κι ό,τι δεν σας αρέσει, το παίρνω πίσω.

Έρχεται πρώτα η γραβιέρα Σκύρου, τυροκομημένη με παραδοσιακό τρόπο, που από οικογένεια σε οικογένεια διαφέρει. Η γεύση της είναι μοναδική, καμιά σύγκριση με τις  επώνυμες γραβιέρες των SUPER MARKETS. Μετά φέρνει η Μαριγούλα μια στρογγυλή πίτα.

-Λαδόπιτα με ξυνοτύρι, μας ξεναγεί η Μαρία. Τοπική σπεσιαλιτέ της Σκύρου.

Υπέροχη η λαδόπιτα και εξίσου νόστιμα τα πιταράκια  με τραχανά. Εμφανίζεται ένα βαθύ πιάτο, που απ’ τα τρία μέτρα μοσχοβολάει.

Κατσικίσιο συκωτάκι στιφάδο, αναγγέλλει η Μαριγούλα. Αν δεν σας αρέσει…………

-Ξέρω, το παίρνεις πίσω. Εμάς όμως μας αρέσει! Και μάλιστα πολύ!

-Αφήστε χώρο και για το κυρίως πιάτο, λέει η Μαρία

Τι εννοείς; Υπάρχει και συνέχεια;

Μα, δεν ήρθαμε μόνον γι αυτά. Άλλη είναι η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού. Το κατσίκι  λεμονάτο με χειροποίητα μακαρόνια! Γι αυτό το κατσικάκι φημίζεται η Σκύρος.

Δεν θα προσπαθήσω να περιγράψω το κατσικάκι της Μαριγούλας. Πώς να περιγράψεις θεϊκές γεύσεις και μυρωδιές; Αυτές τις δύο αισθήσεις ούτε καν η κάμερα δεν μπορεί να περιγράψει. Πόσο μάλλον οι λέξεις.

Αποχαιρετάμε την Μαριγούλα και την Φρόσω, αποχαιρετάμε το «Πέρασμα»,  που εκτός από δροσερό υπαίθριο χώρο το καλοκαίρι, προσφέρει και φιλόξενο χώρο με τζάκι για τον χειμώνα. Ονειρεύομαι από τώρα μια τέτοια προοπτική.

Με τα χαμήλωμα του ήλιου επιστρέφουμε στη  Χώρα. Τον προλαβαίνουμε να ρίχνει το τελευταίο του φως πάνω  σ’ αυτό τον απίστευτα όμορφο λόφο του Κάστρου, όπου είναι γαντζωμένα, σ’ ένα συντροφικό αγκάλιασμα τα ολόλευκα Σκυριανά σπιτάκια, το ένα δίπλα στο άλλο.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΑΗ-ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ

-Μακάρι να συνεχίσει έτσι το πρόγραμμα σου, λέω νωρίς το πρωί στην Μαρία. Είμαι έτοιμος να παραιτηθώ από κάθε δική μου αναζήτηση.

Δεν είδες τίποτα ακόμη. Πάντως, «ό,τι δεν σου αρέσει, το παίρνω πίσω» όπως έλεγε χθες και η Μαριγούλα.

Αριστερά πάνω απ’ το ξενοδοχείο μας παίρνουμε ανηφορικό ασφαλτόδρομο με κατεύθυνση Ν-ΝΔ. Ελάχιστα λεπτά μετά φτάνουμε σε αυχένα, με  εξαίρετη θέα χαμηλά στην κοιλάδα του Φερεκάμπου και στις δασωμένες πλαγιές του Ολύμπου στο κέντρο της Βόρειας Σκύρου. Σ’αυτές τις καταπράσινες πλαγιές διακρίνουμε μια ολόλευκη πινελιά. Είναι το μοναστήρι του Αη-Δημήτρη

Φτάνουμε στην κοιλάδα, ανοίγουμε δυο διαδοχικές συρμάτινες πόρτες, ανηφορίζουμε έναν δύσβατο χωματόδρομο και τερματίζουμε σ’ ‘ένα ξέφωτο της πευκόφυτης πλαγιάς. Εδώ αρχίζουνε τα θαύματα. Αρχικά μας εντυπωσιάζει ένας οχυρωματικός περίβολος φρουριακής κατασκευής, που περιβάλλει το μοναστηριακό συγκρότημα με μέγιστος ύψος 5 μέτρων και πάχος τοιχοποιίας τουλάχιστον 1 μέτρου.

Το εσωτερικό του μοναστηριού είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Εδώ μας οδηγεί μια πύλη με παραστάδες από μαρμάρινους κίονες προχριστιανικού ναού. Το υπέρθυρο αποτελείται από μεγάλο κομμάτι μαρμάρου, ανορθόγραφη κτητορική επιγραφή, αναφέρεται  η χρονολογία 1614

-Αυτή όμως είναι πολύ μεταγενέστερη χρονολογία, μας επισημαίνει η Μαρία. Σύμφωνα με τον σημερινό  ιδιοκτήτη του κτήματος και του μοναστηριού, Χάρη Μεταλλινό, το μνημείο είναι βυζαντινό, χτισμένο από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά το 960, όπως και το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στη Χώρα.

Εξίσου εντυπωσιακός, αριστερά της πύλης, είναι ένας μεγάλος ασκεπής χώρος με τρεις παράλληλες αψίδες βαρειάς κατασκευής. Προφανώς στήριζαν τη σκεπή του μεγάλου τούτου χώρου, ο οποίος ήταν αναμφίβολα η κεντρική αίθουσα με την Τράπεζα της μονής. Χοντρά κομμάτια λαξευτού πωρόλιθου, αποτελούν  το κοίλο τμήμα των αψίδων. Η αίθουσα καταλήγει στο Β-ΒΑ τμήμα του περιβόλου, όπου διακρίνουμε τρεις πολεμίστρες.

Ο  λιθόστρωτος  διάδρομος  προς το καθολικό περνάει  κάτω από μια δεύτερη αυλή, εντυπωσιακότερη από την  πρώτη.

Και αυτής της πύλης οι παραστάδες προέρχονται από προχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη, κίονα στ’ αριστερά και τοιχισμένο άγαλμα αρχαίου θεού στα δεξιά. Εξαιρετικές παραστάσεις κοσμούν και το μαρμάρινο υπέρθυρο της πύλης. Άλλα αξιοσημείωτα στοιχεία του μοναστηριού είναι η δεξαμενή νερού, ο ξυλόφουρνος και ο ερειπωμένος νερόμυλος έξω από την οχύρωση.

Το καθολικό είναι ένας μικρός μονόχωρος ναός, σταυροειδής με τρούλλο. Οι τοιχογραφίες στους τοίχους είναι εκπληκτικές. Μεγαλύτερη ωστόσο, είναι η συγκίνηση μας στη θέα του ανάγλυφου, στο κέντρο του μαρμάρινου δαπέδου, Δικέφαλου Αετού!

Δεν μπορώ ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να συμπεριλάβω εδώ ένα χωρίο από το έξοχο βιβλίο του αείμνηστου Νικ. Ι. Πανταζόπουλου για τον «Δικέφαλο Αετό» (4). Η παράθεση αυτού του χωρίου αποτελεί ταυτόχρονα και φόρο τιμής ως προς τον θρυλικό αυτό καθηγητή μου της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

«Ο Αετός, ο βασιλιάς των πουλιών,  μονοκέφαλος ή δικέφαλος είναι το αρχέγονο πολιτισμικό σύμβολο για την προέλευση της επίγειας ισχύος… Στο ελληνικό έθνος ο Δικέφαλος αετός του Βυζαντίου αποτελεί το έμβλημα της ισχύος και η εξάπλωσή του τείνει να ταυτισθεί με τις συνέπειες μιας  πραγματικότητας, αυτήν που αποτυπώνει η εκπεσμένη αυτοκρατορία και ενός μυστικιστικού πνεύματος, εκείνου που εκφράζει η εθνική ιδέα».

Σε απόσταση, μερικών δεκάδων μέτρων από το μοναστήρι προς την πλαγιά του βουνού συναντάμε ένα τοπίο παραδεισένιο,  με δεξαμενή νερού και μεγάλη στέρνα με νούφαρα και χρυσόψαρα. Ευθυτενή κυπαρίσσια, πανύψηλα πλατάνια και πελώριες κερασιές καλύπτουν το έδαφος  με πυκνή σκιά. Μερικές αιωνόβιες κληματαριές, όμοιες  με γιγάντια μυθικά χταπόδια αβυσσαλέων βυθών,  έχουν τυλιχθεί στους κορμούς και στα κλαδιά των μεγάλων δέντρων σ’ έναν αιώνιο σφιχτό εναγκαλισμό.

Μέσα σ’ όλο αυτό το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον είναι αρμονικά ενταγμένο το λιτό, σπίτι της οικογένειας του Χάρη Μεταλλινού, που έδωσε πραγματικό αγώνα για να βρίσκεται  σ’ αυτήν την καλή κατάσταση διατήρησης το μνημείο. Απομένουμε για μερικά λεπτά σιωπηλοί, έχοντας στ’ αυτιά μας το κελάρυσμα του νερού και τα τιτιβίσματα των μικροπουλιών

Σκέφτομαι, πόση ευτυχία θα αισθανόμουν, αν κάποιο χάραμα άνοιγα τα μάτια μου σ’ αυτό το σπιτικό, λέει η Άννα και δεν έχω κανέναν λόγο να διαφωνήσω μαζί της.

ΣΤΗΝ ΠΑΝΓΙΑ ΛΥΜΠΙΑΝΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ  ΠΕΥΚΟΥ

Είναι ώρα να ξεμουδιάσουμε λιγάκι λέει η Μαρία.

Με καλό χωματόδρομο διασχίζουμε προς τα Β-ΒΑ την κοιλάδα του Φερεκάμπου. Βλάστηση, πικροδάφνες αλλά και εκτεταμένες χωματουργικές  εργασίες για την δημιουργία ενός φράγματος, για τη συλλογή των όμβριων υδάτων από τα ρέματα της κοιλάδας. Μακάρι ν’ αποδείξει την χρησιμότητά του το έργο, προς το παρόν όμως η αισθητική του τοπίου έχει βαρειά  τραυματιστεί.

Στο τέλος της κοιλάδας ανηφορίζουμε δασικό δρόμο αριστερά (δυτικά). Στην ευθεία συνεχίζει μονοπάτι που, σε λιγότερο από μια ώρα καταλήγει στη Χώρα. Εμείς, ανάμεσα από δάσος τραχείας πεύκης, περνάμε αρχικά δίπλα από το ξωκκλήσι του Αγ. Μύρωνα (που στην Σκύρο τον ονομάζουν Μέρωνα). Λίγο αργότερα συναντάμε το πολύ όμορφο ξωκκλήσι του Αγ. Νικολάου, 800 μέτρα μετά σταματάμε μπροστά σε συρμάτινη πόρτα.

10:45. Ξεκινάμε το μονοπάτι από υψόμετρο 290 μέτρων με κατεύθυνση ΒΔ.  Ένα σημάδι με τον αριθμό «2» είναι καρφωμένο πάνω σε πεύκο. Η πορεία μας αρωματίζεται από θυμάρι και θρούμπι, ενώ η βλάστηση είναι  κυρίως σχοίνοι , αγκάθια και νεαρά πεύκα. Αφήνουμε δεξιά μας γαλαρία παλιού ορυχείου. Ξαφνικά στο μονοπάτι παρεμβάλλεται ένας μεγάλος πεσμένος κορμός πεύκου. Παραμερίζουμε κλαδιά, εισχωρούμε από κάτω και συναντάμε και πάλι ελεύθερο μονοπάτι. Κατήφορος ελαφρός, στη συνέχεια επίπεδο έδαφος και μετά ανηφοράκι.

11:00 Μετά τα αλλεπάλληλα ανεβοκατεβάσματα βρισκόμαστε και πάλι στα 290 μέτρα. Σ’ αυτό το σημείο είναι σαν η φύση της Σκύρου να ‘ χει χαράξει μια νοητή γραμμή. Μετά την οποία αρχίζει-ανάμεσα στους σχοίνους και στα πεύκα –ν’ αναπτύσσεται και η ζώνη της κουμαριάς-.

11:20 Μετά από πολλή ώρα συναντάμε και πάλι σήμανση, μια στενόμακρη όρθια πέτρα και σημάδι σε κορμό με κατεύθυνση Α-ΒΑ 60ο Ένα 10λεπτο μετά φτάνουμε σε βραχώδες έξαρμα εδάφους σε υψόμετρο 350 μέτρων. Αέρας και μακρινή θέα στα Ν-ΝΑ στον συννεφιασμένο Κόχυλα, την υψηλότερη κορυφή της Σκύρου. Για μερικά λεπτά κατηφορίζουμε ένα στενό, κακοτράχαλο μονοπάτι.

11:35  Σε 50 λεπτά από την αναχώρησή μας φτάνουμε στην Παναγία Λυμπιανή, που πήρε βέβαια το όνομά της από τη θέση της στον Όλυμπο  το ψηλότερο βουνό  της «Μερόης»,  της Βόρειας Σκύρου(5)

Το σπηλαιώδες  ξωκκλήσι είναι  φωλιασμένο στα έγκατα ενός θεόρατου ασβεστολιθικού βράχου σε υψόμετρο 330 μέτρων (6). Το έτος κτίσης τοποθετείται στα 1798. Για την είσοδο στον ναϊσκο έχουν χρησιμοποιηθεί δύο μαρμάρινες παραστάδες προχριστιανικής εποχής ενώ δύο ακόμη μαρμάρινα θωράκια εξαιρετικής τέχνης βρίσκονται στο εσωτερικό  του ξωκκλησιού. Το ένα είναι εντοιχισμένο ενώ το άλλο χρησιμοποιείται ως Αγ. Τράπεζα. Ακριβώς πάνω από την εκκλησούλα καταλήγει ένας δασικός δρόμος, που έχει διανοιχθεί μόλις τα τελευταία λίγα χρόνια.

Με γρήγορο βηματισμό χρειαζόμαστε 35’ για τη διαδρομή της επιστροφής. Το μεσημέρι μας βρίσκει σε πεύκα πάλι, όχι στο βουνό αλλά στην «Παραλία του Πεύκου» Φυσάει ένας δροσερός γραίγος που ξεπερνάει τα 5 μποφόρ. Τα νερά του Πεύκου, ωστόσο είναι  ατάραχα, ανεπηρέαστα από ανατολικούς και βορείους ανέμους. Πανέμορφος είναι ο τόπος, ένας κλειστός όρμος με αμμουδιά και βοτσαλάκι.  Ολόγυρα οι πλαγιές καταλήγουν απότομα ως τη θάλασσα, με πεύκα και σχοίνους, που φτάνουν ελάχιστα μέτρα πάνω απ’ το νερό. Πέτρινα σκαλοπάτια καταλήγουν στην ακτή. Πιο κάτω ο δρόμος τερματίζει πάνω από αραξοβόλι με ψαρόβαρκες και σκαφάκια αναψυχής. Εκεί δίπλα, συναντάμε αυτό που θα επιθυμούσε κάθε επισκέπτης: ένα ταβερνάκι. Είναι το εστιατόριο «Η Σταματία» Η ιστορία ξεκινάει ήδη από την δεκαετία του 50. Ήταν τότε που οι γονείς της Σταματίας, ο μπαρμπα Μήτσος κι η κυρα-Ανέσα είχαν το σπιτικό τους εδώ στον Πεύκο. Ήταν άνθρωποι φιλόξενοι που είχαν πάντα ανοιχτό το σπιτικό τους στους ταξιδευτές-επισκέπτες εκείνης της εποχής. Μικρή τότε η Στεφανία, θυμάται και σήμερα τα χρωματιστά άρβυλα και σακίδια των πεζοπόρων -αλλοδαπών κυρίως- εκείνης της εποχής.

Κάπως έτσι ξεκίνησε το πρώτο ταβερνάκι στον Πεύκο. Σήμερα είναι το πασίγνωστο εστιατόριο της Σταματίας με παραδοσιακή ελληνική κουζίνα, κατσικάκι λεμονάτο και λαδόπιτα, εξαίρετη μελιτζανοσαλάτα  και φυσικά αστακομακαρονάδα. Τα ψάρια, είναι ολόφρεσκα, τα ψαρεύει ο άντρας της Σταματίας, ο Κώστας. Επιλέγουμε μερικά πρωινά βραστόψαρα κι έναν υπέροχο λούτσο περίπου ενός κιλού, που μοσχοβολάει θάλασσα.

Λουλούδια,  σκιερές μουριές και θέα στον όρμο του Πεύκου. Στιγμές για χαλάρωση και ρεμβασμό, που προσδοκούμε να συνεχιστούν αργότερα , την ώρα του δειλινού στην πισίνα της Νεφέλης. Πολύ γρήγορα αποδείχτηκε, ότι «λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο», που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η Μαρία, με το επόμενο στάδιο του προγράμματος που είχε προετοιμάσει.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ «ΒΟΥΝΟ»

Στα ψηλώματα της Δ-ΒΔ ακτής του Πεύκου δεσπόζει το ξωκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα. Είν’ ένα σημείο σε κορυφαία θέση, που από υψόμετρο 260 μέτρων ατενίζει χαμηλά την κάτοψη του Πεύκου, ενώ στον Α-ΝΑ ορίζοντα αγναντεύει τον γυμνό ορεινό όγκο του «Βουνού».

-Είναι νωρίς ακόμα, προλαβαίνουμε μια βόλτα ως το Βουνό, λέει η Μαρία

Μα, τι θα κάνουμε σ’ αυτή την ερημιά;

-Θα δούμε ένα τοπίο  ιδιαίτερο, πολύ διαφορετικό από την πρωινή Μερόη. Κι αν είμαστε τυχεροί –που απ ό,τι βλέπω είμαστε αρκετά- ίσως συναντήσουμε να τριγυρνάει ελεύθερο και κανένα πανέμορφο αλογάκι.

Στο άκουσμα της γλυκύτατης αυτής λέξης η Αθηνά ξεχνάει την λαχτάρα της για βουτιές και δηλώνει ενθουσιασμένη για μια βόλτα στο «Βουνό. Μόλις αφήνουμε πίσω μας τις παραλίες της Καλαμίτσας κι αρχίζουμε τις ανηφοριές,  το τοπίο αλλάζει δραματικά.  Φαντάζει στα μάτια μας εξωπραγματικό, πετρόσπαρτο κι ανεμοδαρμένο, ένα τραχύ και αρρενωπό νότιο τμήμα της Σκύρου, που αρνείται κάθε ομοιότητα, κάθε κοινό χαρακτηριστικό με το βόρειο κομμάτι της, την τρυφερή και ήπια Μερόη.

Ο Κώστας Φαλτάιτς, πατέρας του Μάνου έγραφε μεταξύ άλλων για το Βουνό (7) «Παρθενικότης» ανέγγιχτη κυριαρχεί στη νότια γη. Πέτρα και κλαδί και πάλι πέτρα και κλαδί. Πέτρες λευκές, κοκκινωπές, λευκόσταχτες. Και τα χαμόκλαδα, ανέγγιχτα κι αυτά, έχουν άλλη φύση κι άλλο χαρακτήρα από τη φύση των κλαδιών και των δέντρων του βόρειου τμήματος. Κυριαρχεί στο βόρειο τμήμα ο πεύκος αλλά από το νότιο δεν βρίσκεται ούτε ένα από τα δέντρα αυτά αυτοφυές. Τουναντίον κυριαρχεί το σφενδάμι, ο ληόπερνας, το πουρνάρι, η αγριελιά,  ο άριος.

Σ’ αυτή τη γη ανηφορίζουμε κι εμείς αποθαυμάζοντας από την σεληνιακή γυμνότητα του Σκυριανού «Βουνού». Ξαφνικά ο έρημος τόπος βγαίνει από την πέτρινη ακινησία του, ζωντανεύει και ημερεύει. Σε  μια στροφή του δρόμου εμφανίζονται πέντε αλογάκια. Μαζί τους κι ένα νεογέννητο, με ζωή ελάχιστων ημερών. Στη στιγμή ακινητοποιούμε το αυτοκίνητο, μένουμε τελείως σιωπηλοί. Υπάρχει φόβος να σκιαχτούν από την παρουσία μας και με τα φτερωτά τους πόδια να καλπάσουν μακρυά.

Περνούν τα δευτερόλεπτα , τίποτε δεν συμβαίνει. Μετά την πρώτη διερευνητική ματιά τα χαριτωμένα ζώα συνεχίζουν να ψάχνουν χορταράκια, ενώ το μικρό, με αδέξια βηματάκια προσπαθεί να κρυφτεί πίσω απ’  τη μαμά του. Μπορούμε πια να βγούμε απ’ τ’ αυτοκίνητο, να τα θαυμάσουμε από κοντά. Δεν θα μπορούσαμε να προσδοκούμε ευτυχέστερο συναπάντημα.

Γράφει για τα αλογάκια της Σκύρου ο Γιώργος Φαλτάιτς (8)… τα ιθαγενή  ιππάρια της Σκύρου, ζούσαν όλη τους τη ζωή στα βουνά, στερημένα από κάθε περιποίηση και ιδιαίτερη φροντίδα από τους κατόχους τους. Ζούσαν αγεληδόν και τρέφονταν με χόρτα και τρυφερά κλαδιά χαμόδεντρων. Πολλές φορές, τον χειμώνα, μέσα στην αγρά φύση, εξαντλημένα από το κρύο και την πείνα, αδυνάτιζαν και πέθαιναν, χωρίς κανείς να φροντίζει γι αυτά. Τον Μάρτη όμως και τον  Απρίλη όταν όλη η φύση ζωντανεύει και το χορτάρι βρίσκεται άφθονο, τότε βαθμηδόν, αναλάμβαναν τις δυνάμεις,  τους γίνονταν  ζωηρά, πολλαπλασιάζονταν και διαιώνιζαν το είδος τους. Και το καλοκαίρι, την εποχή του θερισμού και του αλωνίσματος, όταν οι μηχανές δεν είχαν κάνει ακόμα την παρουσία τους στο νησί, «προσκαλούνταν» για να αποδείξουν τη χρησιμότητά τους στον άνθρωπο… Η επιστημονική εκδοχή για την καταγωγή τους είναι ότι μένουν οι τελευταίοι   αντιπρόσωποι του «Ιππαρίου του Πικερμικού», που έζησε στο χώρο της Ελλάδας πριν από δεκαεπτά εκατομμύρια χρόνια.

Μετά την χαριτωμένη παρένθεση ξαναβρίσκουμε την  αυστηρή φυσιογνωμία του Βουνού. Να όμως στα νότια παράλια μια εικόνα πολύ ειδυλλιακή, με αλλεπάλληλους ορμίσκους και κάβους και ανάμεσά  τους τον ευρύτατο, ημικυκλικό όρμο «Τρείς Μπούκες». Το στόμιό του προφυλάσσουν απ’ τους νοτιάδες οι ακατοίκητες νησίδες «Πλατειά» και «Σαρακηνό».  Εδώ, σε μια κλειστή αγκάλη γεμάτη βρίσκεται ο τάφος Ρούπερτ Μπρουκ. Το μεσαίωνα, μέχρι την απελευθέρωση της Σκύρου, οι Τρεις Μπουκες ήταν τα μεγαλύτερα κέντρα δράσης των πειρατών του Αιγαίου.

Οι εκπλήξεις όμως του Βουνού δεν έχουν τελειώσει ακόμη. Λίγο πιο πάνω αποκαλύπτεται το υψίπεδο «Άρη» με σκληρό χώμα, κοκκινωπό. Είναι ένας τελείως επίπεδος τόπος, «ξυρισμένος» από πέτρες και θάμνους, που θυμίζει διάδρομο προσγείωσης. Στη διαδρομή περνούν από τα μάτια μας πάμπολοι θάμνοι λυγισμένοι απ’ το Βοριά. Ξαφνικά δοκιμάζουμε τη μέγιστη έκπληξη.  Έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε απέναντι σ’ ένα πέτρινο αλογάκι.  Πλησιάζουμε, παρατηρούμε προσεκτικά και αναρωτιόμαστε, αν το πέτρινο ομοίωμα του αλόγου που έχουμε μπροστά μας είναι σπάνιο γλυπτό της φύσης ή έχει συμμετάσχει και χέρι ανθρώπου. Ό, τι κι αν είναι μας αφήνει έκπληκτους, η παρουσία του δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη και σε ιδανικότερο περιβάλλον.

Τερματίζουμε τούτη την πρώτη περιήγησή μας στο Βουνό με μια κατεβασιά – με αλλεπάλληλες φουρκέτες- στις άγριες ανατολικές ακτές με τις θαλασσοσπηλιές. Η τελευταία ευχάριστη ανάμνηση απ’ τον τόπο είναι το κρυστάλλινο νερό από την πηγή «Νύφι», πάνω από την εκκλησούλα της Αγίας Τριάδας.

Πανευτυχείς από τις απρόβλεπτες αποκαλύψεις του Βουνού επιστρέφουμε στην Χώρα. Πριν στρίψουμε για το ξενοδοχείο, η Μαρία μας κατευθύνει ως το ακρότατο σημείο της παραλίας των Μαγαζιών. Εκεί, στο ακροθαλάσσι,  βρισκόμαστε στο Αρχαίο Λατομείο Πουριών.  Τα Πουριά, ο διπλανός Μώλος, όπως και άλλα σημεία της Σκύρου, κατοικήθηκαν ήδη από την 3η χιλιετία. Ως προς τα λατομεία της Σκύρου, αυτά ποικίλλουν ανάλογα με τα είδη της πέτρας. Μεταξύ αυτών, ως γνωστά και διαπιστωμένα αναφέρονται σε λατινική επιγραφή τα λατομεία πωρόλιθου στα Πουριά (9). Περιδιαβαίνουμε το πιο παράξενο τοπίο της Σκύρου. Μπροστά μας το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, στα έγκατα ενός γιγάντιου πωρόλιθου και μια δρασκελιά πάνω από το νερό, το ξωκκλήσι του Αγίου Ερμόλαου, στο αντικρυνό ομώνυμο νησιδάκι. Σ’  όλη την ακτή, αρχαίες λαξεύσεις και εντυπωσιακά σχήματα πωρόλιθου, μέσα κι έξω απ’ το νερό. Λίγα λεπτά πριν δύσει ο ήλιος, η ιδιαιτερότητα του τοπίου είναι μοναδική.

ΑΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ Ο ¨ΕΞΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ»

Είναι μεγάλη η επιθυμία μας να επιστρέψουμε στο «Βουνό» με μια πεζοπορική διαδρομή.

Θα πάμε στον Άγιο Αρτέμιο, λέει η Μαρία

Κατευθυνόμαστε νότια και από τους Ασπούς  στρίβουμε αριστερά προς το «Αχίλλι», με την μεγάλη αλλά ημιτελή ακόμα μαρίνα. Απέναντι βρίσκουμε πολύ ανηφορικό τσιμεντόδρομο, πάνω περνάει δίπλα από δεξαμενή με νερό της πηγής «Νυφάτσι». Αρχίζει πολύ δύσβατος χωματόδρομος, μόνον για 4Χ4. Πιο πάνω συναντάμε την αρχή του μονοπατιού. Είναι εμφανής αλλά χωρίς την παραμικρή σήμανση. Ωστόσο, κάποιος ευαισθητοποιημένος ντόπιο έχει αφήσει μερικά χοντρά καλάμια για υποβοήθηση των πεζοπόρων του βουνού

11:15’ Αρχίζουμε την ανάβαση από υψόμετρο 180 μέτρων. Το μονοπάτι είναι ανηφορικό, χαραγμένο ανάμεσα σε θυμάρι και αγκάθια, ευκολοδιάβατο κι ευδιάκριτο. Σε μερικά λεπτά φτάνουμε σ’ ένα «σήκανο», συρμάτινη πόρτα που εμποδίζει τη διέλευση των ζώων. Πού και πού εμφανίζονται φιγούρες κατσικιών.  Αναρωτιόμαστε τι βρίσκουν να φάνε σ’ αυτό τον αγκαθότοπο.

11:25’ Μετά από συνεχή ανήφορο φτάνουμε σχεδόν σε επίπεδο αυχένα. Στα Ν-ΝΑ αποκαλύπτονται, μέσα από γοργοκίνητα σύννεφα, οι κορυφές του «ΒΟΥΝΟΥ»

11:40’. Εμφανίζονται τέσσερα πρόβατα με μακρυά, άναρχα μαλλιά. Η εμφάνισή τους δεν μας εκπλήσσει. Ποιος ν’ ασχοληθεί με την κόμμωσή τους σ’ αυτή την ερημιά! Αρχίζει κατηφοράκι με πολύ ωραίο, χωμάτινο μονοπάτι. Λίγα λεπτά μετά η πορεία μας κόβει κάθετα το «Γαϊδουρόρρεμα, που καταλήγει στην κακοτράχαλη ακτή του όρμου «Νυφάκι». Με συρμάτινη πόρτα διασχίζουμε την κοίτη και ν’ ανηφορίζουμε την αντικρινή πλαγιά.

11:50’ Φτάνουμε σε οροπέδιο, σε υψόμετρο 310 μέτρων. Εδώ ακολουθούμε ένα πολύ στενό, ανεπαίσθητο μονοπάτι, ανάμεσα σε αγκάθια. Ο προσανατολισμός μας είναι Α-ΝΑ 100ο. Αριστερά μας υπάρχει μικρό καλυβάκι και μπροστά ένα μοναχικό δέντρο γκορτσιάς (αγριοαχλαδιάς).  Διασχίζουμε στενό χωματόδρομο και συνεχίζουμε το μονοπάτι με κατεύθυνση ΝΑ

12:00 Αρχίζει χωματόδρομος πολύ ανηφορικός με χαλίκι ολισθηρό. Μερικά λεπτά μετά εμφανίζεται μια πυκνή, συστάδα δέντρων. Είναι αιωνόβια σφενδάμια. Αναφέρει σχετικά ο Κώστας Φαλτάιτς: «Σφενδάμια, δέντρα ωραιότατα, σχηματίζουν εδώ κι εκεί συστάδες παρθενικές, γεμάτες ημιάγρια γοητεία. Παλαιότερα οι συστάδες αυτές ήταν μεγάλα δάση και το νότιο τμήμα είχε μια άγρια μορφή. Στις καναλιές υπάρχουν ακόμη μεγάλα δέντρα και κορμοί καμένοι που δείχνουν τον παλιό εκείνο πράσινο πλούτο. Οι συστάδες  έμειναν λίγες μέσα στα αλλεπάλληλα βουνά του παράδοξου τούτου νοτίου τμήματος….»

12:10’ Σε 55 λεπτά μετά την αναχώρησή μας φτάνουμε στον Άγιο Αρτέμιο σε υψόμετρο 400 μέτρων. Είναι ένας εξώστης εκπληκτικός, με μοναδική θέα στον ορίζοντα, στεριανό και θαλασσινό. Το ξωκκλήσι είναι αθέατο στη σπηλιά, που υπάρχει στη βάση του γιγάντιου βράχου. Δίπλα του μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στα έγκατα του βράχου  με πηγή  πόσιμου νερού. Στις 20 του Οκτώβρη, γιορτή του μεγαλομάρτυρα Αρτεμίου, γίνεται εδώ σπουδαίο πανηγύρι, με παραδοσιακό βραστό κρέας γίδας που συνοδεύεται με ρύζι.

Χαρίζουμε στους εαυτούς μας μια χορταστική στάση, άλλοι στη σκιά του βράχου κι άλλοι στη σκιά των σφενδαμιών. Ύστερα παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής με τη  βεβαιότητα, ότι ο Άγ. Αρτέμιος είναι ένας από τους ωραιότερους πεζοπορικούς προορισμούς.

Στο επίπεδο της θάλασσας και πάλι. Μεσημέρι και ζέστη.

Το πρόγραμμα σήμερα δεν προβλέπει τσιπουράκι; ρωτάω τη Μαρία.

-Και βέβαια, μου απαντάει, στο ταβερνάκι του Ασημενού.

Βγαίνοντας στο κεντρικό δίκτυο Χώρας-Λιναριάς συναντάμε την ταβερνούλα με τις σκιερές της κληματαριές. Εντοπίζουμε αμέσως το «Μπουένος Αϊρες» στη δροσερή γωνία του μαγαζιού. Νέος σε ηλικία και συμπαθητικός ο Ασημενός μας καλωσορίζει ευγενικά

Τι τσιπουράκι έχει το μαγαζί;

-Ένα πολύ καλό από τη Θεσσαλονίκη,  του «ΜΠΑΜΠΑΤΖΙΜ»

-Το τσίπουρο του φίλου μου του Ανέστη στη Σκύρο;

-Ά εδώ είναι πολύ γνωστό και αγαπητό.

Επιστρέφει σε δύο λεπτά ο Ασημενός. Συνοδεύει το τσίπουρο με σαρδέλα και τόνο παστό και φιλετάκια μέλαινας καπνιστής.

Αυτά είναι δικής μας παραγωγής.

Και είναι στ’ αλήθεια εκπληκτικά

Στη Σκύρο λοιπόν, οι ευχάριστες  γευστικές διαδρομές συνεχίζονται αδιάλειπτα, φανερώνοντας μια συνολική ποιότητα, με μεράκι αλλά και σεβασμό των επαγγελματιών εστίασης της Σκύρου προς τους επισκέπτες του νησιού.

-Τι ψαράκι προτείνει το μαγαζί;

-Τα σημερινά πρωινά ψάρια είναι οι μέλαινες και ο γαύρος.

Μοσχοβολάει το τραπέζι μας απ’ τα τηγανιτά φρέσκα ψάρια. Θαυμάσια είναι και η ντομάτα από τον κήπο με την κάππαρη και τα κρίταμα. Αλλά και η λαδόπιτα με ξυνοτύρι της Σταυρούλας  της μητέρας του Ασημενού, είναι από τις καλύτερες.

Αν ξανάρθετε θα σας έχω κατσικάκι λεμονάτο ή ψαρόσουπα και μανέστρα με αστακό. Τα ψάρια τα βγάζουν ο Ασημενός με τον πατέρα του το Γιώργη.

Υπεύθυνη για το βραδινό μας πρόγραμμα είναι η «Νεφέλη». Είμαστε όλοι προσκεκλημένοι για το αποχαιρετιστήριο δείπνο δίπλα στην πισίνα. Σ’ αυτή την δροσερή ατμόσφαιρα, την τόσο ρομαντική, γευόμαστε τα εξαιρετικά ντόπια μεζεδάκια της Σκυριανής μαγείρισσας του ξενοδοχείου κι έναν  περίφημο κόκκορα με κόκκινη σάλτσα και μακαρόνια. Τα φώτα της Χώρας, απέναντί μας, είναι πολλά και λαμπερά, επιτρέπουν να διακρίνονται  μόνον οι φωτεινοί αστερισμοί του ουρανού.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θα ‘ταν πολύ αιθεροβάμων στόχος να επιδιώξουμε σ’ ένα και μόνον άρθρο, να συμπεριλάβουμε καθετί αξιόλογο για τη Σκύρο. Ευτυχώς! Γιατί έτσι θα ‘χουμε την ευτυχία να επισκεφθούμε κι άλλες φορές στο μέλλον το υπέροχο νησί. Και να γνωρίσουμε με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες τον τόπο και τους ανθρώπους. Ας ευχηθούμε, λοιπόν, «να είναι μακρύς ο δρόμος μας για τη Σκύρο».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Μάνου Φαλτάιτς, «ΣΚΥΡΟΣ» 3Η Ιστορική Ανατύπωση, Σκύρος 2006

-«ΣΚΥΡΟΣ», ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ, εκδ. «ΜΕΛΙΣΣΑ», ΑΘΗΝΑ 1982

-Νικολάου Ι. Πανταζόπουλου, «Ο ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ ΑΕΤΟΣ Η εξέλιξη ενός συμβόλου» UNIVERSITY STUDIO PRESS / ΕΚΦΡΑΣΗ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 2001

-Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, «ΣΚΥΡΟΣ» ΥΠ.ΠΟ., Τ.Α.Π.Α, ΑΘΗΝΑ 1997

-Αλίκη Λάμπρου, «ΟΙ ΣΚΥΡΙΑΝΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ», ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΑΥΠΛΙΟ 1994

-Αλίκη Λάμπρου, «Τραγούδια και έθιμα της Σκύρου», Σκύρος 2004

-Περιοδικό «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ τεύχος 10 (εξαντλημένο) «Το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ» τεύχος 32 «ΓΕΡΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΕΛΕΣ», τεύχος 45 «ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΑΛΤΑΪΤΣ»

-Μάνου Φαλτάϊτς, «ΛΙΝΑΡΙΑ, Η γέννηση και εξέλιξη της κοινωνίας του Σκυριανού λιμανιού», ΑΘΗΝΑ 1975

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Επιθυμούμε θερμότατα να ευχαριστήσουμε : τους  ιδιοκτήτες, τη διεύθυνση και το προσωπικό του ξενοδοχείου «ΝΕΦΕΛΗ» για την υψηλού επιπέδου φιλοξενία και τις άψογες υπηρεσίες σε όλα τα επίπεδα.

-Το ζεύγος Μάνου και Αναστασίας Φαλτάιτς

-Την Αλίκη Λάμπρου και τον αδελφό της Γιώργο Λάμπρου

Τις εξαίρετες επιχειρήσεις εστίασης της Σκύρου

-Τέλος, ιδιαίτερα ευχαριστούμε τη Μαρία Αθανασιάδου, για την πληθωρική συμμετοχή της και τις πολύωρες προσπάθειές της στην δημιουργία του πρώτου τούτου μεγάλου άρθρου για την Σκύρο.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  • ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ τεύχος 45, Μάιος-Ιούνιος 2005
  • Μάνου Φαλτάιτς «ΣΚΥΡΟΣ»
  • «ΣΚΥΡΟΣ» εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ
  • «Ο ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ ΑΕΤΟΣ», Η εξέλιξη ενός συμβόλου
  • Το βόρειο τμήμα της Σκύρου, που είναι εύφορο και δασωμένο, ονομάζεται «Μερόη», δηλαδή ήμερο. Υψηλότερο βουνό είναι ο Όλυμπος με 403 μέτρα. Το νότιο τμήμα, αντίθετα, είναι ορεινό, άγονο και πετρώδες και ονομάζεται «Βουνό». Υψηλότερη κορυφή είναι ο Κόχυλας, με 792 μέτρα.
  • Μια πινακιδούλα αναφέρει υψόμετρο 367 μέτρων
  • Στο διήγημά του «Βοκολίνας»
  • Γιώργου Φαλτάϊτς, «Τα ημιάγρια αλογάκια της Σκύρου».
  • Στοιχεία από το βιβλίο «ΣΚΥΡΟΣ» της Εφόρου Αρχαιοτήτων Έφης Σαπουνά-Σακελλαράκη (ΥΠ.ΠΟ, Τ.Π.Π.Α 1997)
  • 9 χλμ. Απέχει η Χώρα από το λιμάνι της Λιναριάς. Για τον οικισμό της Λιναριάς αναφέρει στη σχετική μονογραφία του ο Μάνος Φαλτάιτς (*) ότι «αντίθετα με το «Χωρίο», την πρωτεύουσα της Σκύρου, που βρίσκεται απαρασάλευτα στον ίδιο ακριβώς χώρο από την πρωτοϊστορική αρχαιότητα, η ιστορία του οικισμού της Λιναριάς, του σημερινού επινείου της πόλης, δεν ξεπερνά τα 200 χρόνια. Είναι, μάλιστα, αξιοπερίεργο ότι η περιοχή με το θαυμάσιο φυσικό της λιμάνι, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στο παρελθόν για οικιστική εγκατάσταση, όπως δείχνει η ανυπαρξία οποιωνδήποτε καταλοίπων (όπως αρχαία θεμέλια, όστρακα κπλ.). Ενώ αντίθετα βρίσκονται σε πολλά άλλα σημεία του νησιού. Όσον αφορά την χρησιμοποίηση της Λιναριάς ως λιμανιού άρχισε μετά την Επανάσταση του 1921 και συγκεκριμένα από το 1828»

 

 

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Λιμεναρχείο Κύμης  τηλ. 22220 22606

Ταξιδιωτικό γραφείο «SKYROS TRAVEL» τηλ. 22220 91123

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ τηλ 222220 91327

ΜΟΥΣΕΙΟ ΦΑΛΤΑΙΤΣ τηλ. 22220 91232 www.faltaits.gr

ΕΚΘΕΣΙΑΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ

ΔΗΜΟΣ ΣΚΥΡΟΥ τηλ. 22223 50300

 

ΔΙΑΜΟΝΗ

Ξενοδοχείο ΝΕΦΕΛΗ τηλ. 22220 91964 www.skyros-nefeli.gr

Περισσότερες πληροφορίες  στην ιστοσελίδα του Δήμου Σκύρου: www.skyros.gr

ΕΣΤΙΑΣΗ:

Ψαροταβέρνα «ΑΣΗΜΕΝΟΣ» τηλ. 22220 93007, 6947 539257

Χασαποταβέρνα «ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ» τηλ. 2220 92911 & 92859

Ταβέρνα – Εστιατόριο «Η ΣΤΑΜΑΤΙΑ» τηλ. 6972 558232

Ταβέρνα «ΜΟΥΡΙΕΣ» τηλ. 22220 93555 (Κτήμα με Σκυριανά Αλογάκια»

Ζαχαροπλαστείο «ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ ΤΗΣ ΦΑΛΤΑΪΝΑΣ» τηλ 22220 91005

ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Χειροποίητα Σκυριανά Έπιπλα «ΜΠΑΛΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ» τηλ. 22220 91483 και παραγωγός μελιού

Σκυριανά Ξυλόγλυπτα «ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΥΓΟΚΛΟΥΡΗΣ» τηλ. 22220 91106

Υπάρχουν και πολλές άλλες ποιοτικές επιλογές στο νησί που εσείς θα επισκεφθείτε και θα αξιολογήσετε.

 

back-button
next-button
nisos-skuros nisos-skuros_1 nisos-skuros_2 nisos-skuros_3 nisos-skuros_4 nisos-skuros_5 nisos-skuros_6 nisos-skuros_7 nisos-skuros_8 nisos-skuros_9 nisos-skuros_10 nisos-skuros_11 nisos-skuros_12 nisos-skuros_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories