home Άρθρα Επίσκεψη στο Άνω Πωγώνι Ιωαννίνων
Επίσκεψη στο Άνω Πωγώνι Ιωαννίνων

Η πρώτη μας προσέγγιση με το Άνω Πωγώνι ήταν κάπως ανορθόδοξη. Αντί ν’ ακολουθήσουμε το κεντρικό οδικό δίκτυο και την άσφαλτο, φτάσαμε στον τόπο μέσα από δασικούς δρόμους και βουνά. Στην πραγματικότητα το Πωγώνι μας προέκυψε τυχαία, αφού βασικός μας προορισμός ήταν ο συνώνυμος οικισμός του …Πωγωνίσκου. Ποιος είναι όμως ο Πωγωνίσκος; Ένας μικρός και αθέατος οικισμός στις δυτικές εσχατιές του Δήμου Κόνιτσας, χαμένος μέσα στα βουνά. Μόνον συμπτωματικά μπορεί κάποιος να βρεθεί στον Πωγωνίσκο, αφού το τουριστικό ενδιαφέρον της περιοχής τελειώνει στη φημισμένη βυζαντινή Μονή του Μολυβδοσκέπαστου και λίγο ψηλότερα, στο ομώνυμο χωριό.
Ωστόσο, στη στροφή του δρόμου προς τον οικισμό του Μολυβδοσκέπαστου υπάρχει μια ταπεινή πινακιδούλα. Πάνω της γράφει: Πωγωνίσκος. Κανένας γνήσιος ταξιδευτής δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος στη θέα της πινακίδας. Η κατεύθυνσή της παραπέμπει σ’ έναν στενό ασφαλτόδρομο, που διεισδύει και εξαφανίζεται σε βραχώδες στόμιο φαραγγιού. Υπακούοντας στην περιέργειά μας διαβαίνουμε την πελώρια φυσική πύλη των βράχων και ξαφνικά βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε μια μακρόστενη κοιλάδα με βοσκοτόπια, ανάμεσα σε απότομες πλαγιές. Ο δρομίσκος διασχίζει αρχικά με ήπιες και στη συνέχεια με απότομες κλίσεις την κοιλάδα. Στο τέρμα της ανηφοριάς αρχίζουν οι εκπλήξεις. Και πρώτα τα υπολείμματα του παλιού οικισμού, ξερολιθιές κατάσπαρτες εδώ και εκεί, που κάποτε συνιστούσαν τον Πωγωνίσκο. Αμέσως μετά προβάλλει η εκκλησία, το μοναδικό οικοδόμημα που απομένει από το παρελθόν όρθιο στη θέση του. Κοντά της έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ο νέος οικισμός, καμιά δεκαριά σπίτια όλα κι όλα, με κόκκινες σκεπές, κεραίες τηλεοράσεων αλλά πορτοπαράθυρα σφαλισμένα. Είναι φανερό, ότι περιστασιακά πια κατοικείται ο Πωγωνίσκος. Στη σημερινή εποχή ελάχιστοι μπορούν ν’ αντέξουν αυτή την ερημιά.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Επίσκεψη στο Άνω Πωγώνι Ιωαννίνων
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΗΠΕΙΡΟΣ, Ιωάννινα

Η πρώτη μας προσέγγιση με το Άνω Πωγώνι ήταν κάπως ανορθόδοξη. Αντί ν’ ακολουθήσουμε το κεντρικό οδικό δίκτυο και την άσφαλτο, φτάσαμε στον τόπο μέσα από δασικούς δρόμους και βουνά. Στην πραγματικότητα το Πωγώνι μας προέκυψε τυχαία, αφού βασικός μας προορισμός ήταν ο συνώνυμος οικισμός του …Πωγωνίσκου. Ποιος είναι όμως ο Πωγωνίσκος; Ένας μικρός και αθέατος οικισμός στις δυτικές εσχατιές του Δήμου Κόνιτσας, χαμένος μέσα στα βουνά. Μόνον συμπτωματικά μπορεί κάποιος να βρεθεί στον Πωγωνίσκο, αφού το τουριστικό ενδιαφέρον της περιοχής τελειώνει στη φημισμένη βυζαντινή Μονή του Μολυβδοσκέπαστου και λίγο ψηλότερα, στο ομώνυμο χωριό.

Ωστόσο, στη στροφή του δρόμου προς τον οικισμό του Μολυβδοσκέπαστου υπάρχει μια ταπεινή πινακιδούλα. Πάνω της γράφει: Πωγωνίσκος. Κανένας γνήσιος ταξιδευτής δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος στη θέα της πινακίδας. Η κατεύθυνσή της παραπέμπει σ’ έναν στενό ασφαλτόδρομο, που διεισδύει και εξαφανίζεται σε βραχώδες στόμιο φαραγγιού. Υπακούοντας στην περιέργειά μας διαβαίνουμε την πελώρια φυσική πύλη των βράχων και ξαφνικά βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε μια μακρόστενη κοιλάδα με βοσκοτόπια, ανάμεσα σε απότομες πλαγιές. Ο δρομίσκος διασχίζει αρχικά με ήπιες και στη συνέχεια με απότομες κλίσεις την κοιλάδα. Στο τέρμα της ανηφοριάς αρχίζουν οι εκπλήξεις. Και πρώτα τα υπολείμματα του παλιού οικισμού, ξερολιθιές κατάσπαρτες εδώ και εκεί, που κάποτε συνιστούσαν τον Πωγωνίσκο. Αμέσως μετά προβάλλει η εκκλησία, το μοναδικό οικοδόμημα που απομένει από το παρελθόν όρθιο στη θέση του. Κοντά της έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ο νέος οικισμός, καμιά δεκαριά σπίτια όλα κι όλα, με κόκκινες σκεπές, κεραίες τηλεοράσεων αλλά πορτοπαράθυρα σφαλισμένα. Είναι φανερό, ότι περιστασιακά πια κατοικείται ο Πωγωνίσκος. Στη σημερινή εποχή ελάχιστοι μπορούν ν’ αντέξουν αυτή την ερημιά.

Ο τόπος, ωστόσο, είναι συναρπαστικός, ένα απόκρυφο οροπέδιο σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων. Το υψίπεδο εκτείνεται προς τα βόρεια, απόλυτα επίπεδο, καλυμμένο με χορτάρι. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά το λιβαδοτόπι διακόπτεται από πυκνό δάσος φυλλοβόλων. Ακριβώς από πάνω αρχίζουν οι απότομες, γυμνές πλαγιές της Νεμέρτσικας, του εντυπωσιακού ορεινού όγκου που χωρίζει Ελλάδα και Αλβανία.

Έξω από τον περίβολο του μικρού κοιμητηρίου του χωριού ορθώνεται ένα πελώριο σφενδάμι. Μπροστά του ακριβώς περνάει ένας χωματόδρομος, που ανηφορίζει και χάνεται στην πυκνοδασωμένη πλαγιά του βουνού.

– Πολύ θάθελα να ξέρω που βγάζει αυτός ο δρόμος, λέω στον φίλο μου τον Πέτρο. Ας πάμε λίγο παραπάνω.

Ήξερα βέβαια, πως το «λίγο παραπάνω» σήμαινε ως το τέρμα της διαδρομής. Δεν το μετανιώσαμε ποτέ. Εκείνο το Μαγιάτικο απόγευμα περιπλανηθήκαμε για ένα τρίωρο, ως το πέσιμο του ήλιου, σε μια άγνωστη και εκτεταμένη δασική περιοχή στις Ν και ΝΑ απολήξεις της Νεμερτσίκας. Διασχίζουμε αρχικά πυκνό δάσος με μεγάλη ποικιλία φυλλοβόλων από σφενδάμια, γάβρους, φράξους, βαλανιδιές, αγριοφουντουκιές και καστανιές. Από κάποιο άνοιγμα προβάλλει στο βάθος του ανατολικού ορίζοντα η Κόνιτσα. Τρία χιλιόμετρα πιο πάνω μια διακλάδωση του δρόμου ανηφορίζει απότομα δεξιά. Χαμηλώνουμε αριστερά, περνάμε πάνω από τον μεγάλο οικισμό του Κεφαλόβρυσου και συνεχίζουμε την βουνίσια μας περιπλάνηση. Το δασικό δίκτυο είναι δαιδαλώδες με πολλά αδιέξοδα. Το τοπίο είναι ποικίλο. Πυκνά δάση εναλλάσσονται με ξέφωτα, παντού φυτρώνουν αγριολούλουδα, πρόβατα βόσκουν αμέριμνα χωρίς την παρουσία βοσκού. Να μια πετρόχτιστη υδατοδεξαμενή, βαλανιδιές εντυπωσιακές, αιωνόβιες. Να κι ένα ξωκκλήσι σχεδόν μέσα στο δάσος. Η επικλινής σκεπή και η θέση του θυμίζουν πιο πολύ ορειβατικό καταφύγιο. Λίγο αργότερα ο δρόμος χαμηλώνει, αποκαλύπτοντας μερικές πρώτες κεραμοσκεπτές και αμέσως μετά ένα μεγάλο και ωραίο χωριό με πολλά πέτρινα σπίτια, πραγματικά αρχοντόσπιτα. Μετά από 20 σχεδόν χιλιόμετρα δασικής περιπλάνησης έχουμε φτάσει απρόσμενα στο Βασιλικό, έναν από τους μεγαλύτερους οικισμούς του Δήμου Πωγωνίου. Η ασφάλτινη επιστροφή μας στην Κόνιτσα δεν μπορεί να συγκριθεί με την απόλυτη ηρεμία και την αμεσότητα της φύσης στην δασική διαδρομή.

 

ΣΤΑ ΥΨΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΝΕΜΕΡΤΣΙΚΑΣ

 

Η ανηφορική διακλάδωση που είχαμε παραλείψει προς τα ψηλώματα της Νεμέρτσικας εξακολουθούσε να παραμένει στο μυαλό μου. Δεν είχα ιδέα ποια ήταν η κατάσταση του δρόμου και που κατέληγε. Ήμουν όμως βέβαιος, πως θα μου αποκάλυπτε μια άλλη όψη, πιο κοντινή, πιο άμεση του ωραίου και άγνωστου βουνού.

Αρχές Σεπτέμβρη, 4 μήνες μετά την πρώτη προσέγγιση, ο δρόμος με ξαναφέρνει στον Πωγωνίσκο. Συνταξιδιώτες τη φορά αυτή ο καλός μου φίλος Γιώργος Καλογερόπουλος και ο θείος του Παναγιώτης. Ζει πολλές δεκαετίες στον Καναδά ο Παναγιώτης, δεν παραλείπει όμως κάθε χρόνο να επιστρέφει για ένα μήνα στην πατρίδα. Τους υπόλοιπους μήνες περιηγείται στην Ελλάδα μέσα από τις εικόνες και τα άρθρα του περιοδικού.

Τρία χιλιόμετρα μετά τον Πωγωνίσκο φτάνουμε στην διακλάδωση και ανηφορίζουμε δεξιά.

– Δεν πιστεύω να μπούμε κατά λάθος στην Αλβανία, λέει γελώντας ο Παναγιώτης.

Ο Γιώργος συμβουλεύεται τον λεπτομερή χάρτη της περιοχής στην οθόνη του GPS.

– Αυτός ο δρόμος συνεχίζει σε Ελληνικό έδαφος για 11 περίπου χιλιόμετρα. Μετά δείχνει να σταματάει.

Το οδόστρωμα είναι πετρώδες αλλά βατό. Κάτω στον κάμπο προβάλλει σε τέλεια κάτοψη το Κεφαλόβρυσο. Από μια στροφή, λίγο πιο πάνω, αποκαλύπτεται στα ανατολικά σε μεγάλη απόσταση το στόμιο της κοιλάδας του Σαραντάπορου πριν ενωθεί με Βοϊδομάτη και Αώο. Διακρίνεται καθαρά ο τελωνειακός σταθμός της Μερτζιανής και ο αντίστοιχος Αλβανικός στην αντικρινή όχθη του ποταμού. Ο τόπος γύρω μας ευωδιάζει από ανθισμένη μέντα. Την εντοπίζουμε και μαζεύουμε, το άρωμά της γεμίζει το αυτοκίνητο.

Ο δρόμος συνεχίζει ν’ ανηφορίζει με στροφές, άλλοτε φιλικός και άλλοτε δύσκολος για συμβατικά αυτοκίνητα. Οι πλαγιές του βουνού είναι κατάφυτες από μεγάλης ηλικίας γάβρους, ανάμεσά τους και αρκετούς μαύρους γάβρους. Τα δυο άλλα είδη δέντρων που κυριαρχούν στα απότομα ασβεστολιθικά πρανή είναι οι βαλανιδιές και τα σφενδάμια, μεγάλης ηλικίας κι αυτά. Περνάμε δίπλα από μια μικρή στάνη και λίγο αργότερα ο συνεχής ανήφορος τελειώνει, φτάνουμε σε υψίπεδα με ειδυλλιακά βοσκοτόπια όπου βόσκουν αγελάδες. Κάτω χαμηλά απλώνεται η εκτεταμένη επικράτεια του Πωγωνίου, με το πλούσιο φυσικό ανάγλυφο, τις δρυοσκέπαστες λοφοπλαγιές, τα κατάσπαρτα ημιορεινά και ορεινά χωριά.

Κερδίζουμε υψόμετρο συνεχώς, τα μεγάλα δέντρα αραιώνουν, η βλάστηση γίνεται θαμνώδης, το έδαφος καλύπτεται με χορτάρι. Για αρκετά λεπτά κατευθυνόμαστε ΒΔ με θέα χαμηλά στο Πωγώνι και στον ανοιχτό ορίζοντα με τις μακρινές Αλβανικές οροσειρές. Ξαφνικά στρίβει ο δρόμος με κατεύθυνση ΒΑ, ανηφορίζει απότομα σε μια πλαγιά με σαθρό έδαφος και γίνεται απαγορευτικός για συμβατικά αυτοκίνητα. Η πλαγιά είναι κατάσπαρτη με χαμηλά κέδρα μαυρισμένα απ’ τη φωτιά. Αδύνατον να καταλάβουμε πώς και γιατί έπιασε φωτιά ο τόπος σ’ αυτό το υψόμετρο και σ’ αυτή την ερημιά. Ένας παράδρομος χαμηλώνει για λίγο δεξιά πλάι από μια στάνη με κόκκινη σκεπή. Ανηφορίζουμε για μερικές εκατοντάδες μέτρα ακόμη. Θέα εκπληκτική αποκαλύπτεται στα μάτια μας, χαμηλά στα δασωμένα φαράγγια που συνεχίζουν στον αθέατο Πωγωνίσκο, στις γυμνές κορυφές των λόφων με το πολύπλοκο ανάγλυφο και στο βάθος του ανατολικού ορίζοντα ως την Κόνιτσα, την Τύμφη και τον Σμόλικα. Απέναντί μας χάσκει μια ιλιγγιώδης πλαγιά της Νεμέρτσικας, τόσο λεία που μοιάζει κομμένη με μαχαίρι. Κι ενώ πιστεύουμε πως έχουμε φτάσει στο τέρμα της διαδρομής, ο δρόμος εγκαταλείπει το χείλος του γκρεμού και στρέφεται στο εσωτερικό του βουνού. Βρισκόμαστε ξαφνικά σ’ ένα κοίλο οροπέδιο, ένα ειδυλλιακό βοσκοτόπι σε υψόμετρο 1650-1700 μέτρων. Εντυπωσιακή σχηματισμοί βράχων με παράξενα σχήματα ορθώνονται πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Μια δρασκελιά πιο πάνω ακόμη διαγράφεται η γυμνή κορυφογραμμή της Νεμέρτσικας, το σύνορο ανάμεσα σε Ελλάδα και Αλβανία, που τόσες φορές έχω αγναντέψει από την Κόνιτσα.

-Πλησιάζουμε στο τέρμα, λέει ο Γιώργος, που παρακολουθεί την πορεία μας στην οθόνη του GPS.

Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω η – προσβάσιμη οδικώς – Ελληνική επικράτεια φτάνει στο τέλος της. Βρισκόμαστε 14,5 χλμ. μακριά από τον Πωγωνίσκο, μπροστά στις εγκαταστάσεις μιας μικρής στάνης. Το μαντρί είναι άδειο από ζώα, ωστόσο δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτή την ερημιά. Μας πλησιάζει ένας άνθρωπος λεπτός και κοντός, προφανώς ο κτηνοτρόφος.

– Καλώς τα παλικάρια, λέει χαμογελώντας. Ποιος άνεμος σας φέρνει εδώ πάνω;

– Συναντήσαμε το δρόμο πάνω απ’ το Κεφαλόβρυσο κι είπαμε να δούμε που τελειώνει.

– Εδώ, λίγο πιο κάτω τελειώνει, σε μια πηγή που’ χω τα ζώα. Αυτή είναι η τελευταία στάνη της Ελλάδας.

Κτηνοτρόφος από το Κεφαλόβρυσο ο Λευτέρης Κιόσης, ομιλητικός, συμπαθέστατος και καλά ενημερωμένος για τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Όση ώρα συζητάμε, κρατάει στα χέρια του ένα κομμάτι πρόβειο τυρί.

– Τι το κρατάω τόση ώρα; λέει ξαφνικά. Πάρτε το για το δρόμο, είναι ολόπαχο και νόστιμο.

– Εμείς τι να σου δώσουμε Λευτέρη;

– Τίποτα δεν θέλω.

Θυμάμαι τα ροδάκινα που έχουμε αγοράσει το πρωί από έναν παραγωγό στην Κλειδωνιά. Βάζω μερικά σε μια σακούλα και, παρά τις διαμαρτυρίες του, του τα δίνω.

– Καλή αντάμωση, παιδιά. Αν σας βγάλει ο δρόμος, θα είμαι το χειμώνα στο Κεφαλόβρυσο.

Δυο μήνες μετά, στα μέσα του Νοέμβρη, η Νεμέρτσικα μας υποδέχεται πολύχρωμη και λουσάτη, με στολή φθινοπωριάτικη. Στους πρόποδές της, τα φυλλοβόλα δέντρα και οι θάμνοι έχουν αδράξει τις μπογιές και τα πινέλα και συναγωνίζονται ποιο θα δημιουργήσει την περισσότερο εμπνευσμένη σύνθεση. Στα ψηλώματα, ωστόσο, του βουνού η διάθεσή του είναι χειμωνιάτικη. Υπεύθυνος γι’ αυτό ειν’ ένας λιγόωρος χιονιάς, που άρκεσε όμως για ν’ ασπρίσει τις κορφές του. Το ειδυλλιακό βοσκοτόπι που είχαμε γνωρίσει στα 1700 μέτρα τον Σεπτέμβρη είναι τώρα πασπαλισμένο με χιόνι και εχθρικό, άδειο από κτηνοτρόφους κι από ζώα. Ένας παγωμένος βοριάς σαρώνει απ’ άκρη σ’ άκρη το υψίπεδο και μας διώχνει.

 

ΜΙΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΩΓΩΝΙ

 

Από τις χειμερινές συνθήκες στο υψόμετρο του βουνού επιστρέφουμε στο εύκρατο κλίμα του λεκανοπεδίου του Άνω Πωγωνίου. Ενός λεκανοπεδίου με συνολική έκταση 137.000 στρεμμάτων, που αναπτύσσεται σε υψόμετρα από 550 έως 950 περίπου μέτρα. Μολονότι όμως ο τόπος είναι ορεινός, η γεωμορφολογία του είναι τόσο ήπια, ώστε δεν μας φορτίζει με το δέος και τα άλλα έντονα συναισθήματα, που μας γεμίζουν άλλες ορεινές περιοχές της χώρας. Εδώ απουσιάζουν τα χαοτικά φαράγγια κι οι χαράδρες, οι πανύψηλες κορυφές, οι ορθοπλαγιές κι οι επικίνδυνοι γκρεμοί. Βλέμμα και ψυχή ξεκουράζονται και χαλαρώνουν πάνω σε λοφοπλαγιές δρυοσκέπαστες, μικρά λιβάδια και βοσκοτόπια, κυματιστές ρεματιές και πολύπλοκες χαραδρώσεις, που πλαισιώνουν τους μικρούς και μεγάλους οικισμούς. Ο μεγαλύτερος απ’ αυτούς, έδρα του Δήμου Άνω Πωγωνίου, είναι το Κεφαλόβρυσο, που η παλιά του ονομασία είναι Μετζιντιέ ή κατά τον Λαμπρίδη Μετζιδιέ.

Ο δασικός δρόμος απ’ το βουνό μας οδηγεί κατευθείαν στο κέντρο του οικισμού. Η κίνηση είναι ζωηρή. Μετά από πολλές ώρες ξαναβλέπουμε ανθρώπους και μάλιστα πολλούς, αφού οι κάτοικοι του Κεφαλόβρυσου ξεπερνούν τους χίλιους. Πολύ εύκολα εντοπίζουμε και το μεγάλο κτίριο που στεγάζει το Δημαρχείο. Ο Δήμαρχος όμως, Ντόντης Ιωάννης, είναι υπ’ ατμόν, ρυμθίζει τις τελευταίες λεπτομέρειες ενός ταξιδιού που αφορά τον Δήμο του. Βρίσκει, ωστόσο, το χρόνο και τη διάθεση να παράσχει κάθε βοήθεια και κάθε πληροφορία στους απρόσμενους επισκέπτες του, κάτι που συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο η πολύ εξυπηρετική Μαρία Τσιέπα, από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών. Η καλή μας τύχη συνεχίζεται με την γνωριμία του Δημοτικού Συμβούλου Θανάση Τσάλη, που αναλαμβάνει την ξενάγησή μας στην επικράτεια του δήμου.

Περιδιαβαίνουμε αρχικά το Κεφαλόβρυσο, που οι κάτοικοί του έχουν βλάχικη προέλευση. Κατά τον Χαρ. Φούκη το χωριό κατοικήθηκε πριν από το 1840, ενδεχομένως μάλιστα και από τα τέλη του 19ου αιώνα. Εν τούτοις ελάχιστα σπίτια σώζονται παλιά. Την εξήγηση μας δίνει η νεώτερη ιστορία του οικισμού και συγκεκριμένα η μοιραία 10η Ιουλίου 1943. Ήταν η μέρα, που έκτοτε έμεινε γνωστή ως «Ολοκαύτωμα» αφού οι Γερμανοί, κατά την προσφιλή τους συνήθεια, κατέκαυσαν για λόγους αντιποίνων το χωριό και μαζί μ’ αυτό 21 απ’ τους κατοίκους του. Η θλιβερή εκείνη επέτειος γιορτάζεται με μεγάλη συγκίνηση κάθε χρόνο στο Κεφαλόβρυσο.

– Ελάτε τώρα να δείτε που γίνονται τα ευρωκέρματα, λέει ο Θανάσης Τσάλης.

– Τι εννοείς τα ευρωκέρματα;

– Εννοώ τα μεταλλικά δισκία των διαφόρων ευρωκερμάτων που, μετά τη διαδικασία της σφράγισής τους από το Εθνικό Νομισματοκοπείο αποκτούν την ονομαστική τους αξία και χρησιμοποιούνται στις καθημερινές μας συναλλαγές.

Λιγότερα από 3 χλμ. μας χωρίζουν από την «Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου Α.Ε.», ένα υψηλής τεχνολογίας μεταλλουργικό εργοστάσιο, που λειτουργεί ήδη από το 1979. Μας υποδέχεται ο Γενικός Διευθυντής Βαγγέλης Κουκουλάρης.

– Δυστυχώς, σήμερα που ήρθατε είστε άτυχοι, το χυτήριο δεν λειτουργεί, βρίσκεται ακόμη σε φάση προθέρμανσης. Αν όμως είστε και αύριο στην περιοχή, μπορείτε στις 9 το πρωί ακριβώς να δείτε την εντυπωσιακή εικόνα της πύρινης ροής του λιωμένου χαλκού.

– Δεν σκοπεύουμε να χάσουμε αυτή την εμπειρία. Αύριο το πρωί στις 9 θα είμαστε εδώ.

Το εργοστάσιο βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του δήμου, εκεί όπου ο δρόμος από το Κεφαλόβρυσο ενώνεται με την βασική αρτηρία που διασχίζει το Πωγώνι από τα ΝΑ προς τα ΒΔ. Ξεκινάμε την περιήγησή μας από τα χωριά που βρίσκονται προς τα ΝΑ. Και πρώτα από το πιο απομακρυσμένο, τη Ρουψιά. Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία των οικισμών του δήμου, που έχουν αλλάξει την παλιά, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ονομασία τους με νέα, η Ρουψιά διατηρεί το αρχικό της όνομα. Συναντάμε το χωριό 1 χλμ. εσωτερικά του κεντριού δικτύου, χτισμένο σ’ έναν λοφίσκο σε υψόμετρο 650-700 μέτρων. Σ’ όλη τη διαδρομή μας συντροφεύει με την πολυχρωμία του ένα εκπληκτικό δάσος υψίκορμων δρυών.

Πατρίδα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνα Βλάχου (1874-1956) η Ρουψιά, έχει χαρακτηριστικά πολλά και αξιόλογα, όπως τα μεγάλα και παλιά πετρόχτιστα σπίτια με την εξαίρετη αρχιτεκτονική, κάποια παλιά πηγάδια, η επιβλητική εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου των αρχών του 19ου αιώνα. Από την πλατεία απολαμβάνουμε την εντυπωσιακή θέα των πύργων της Αστράκας και το στόμιο του Φαραγγιού του Βίκου. Επιστρέφοντας από τη Ρουψιά στο κεντρικό οδικό δίκτυο πλανάται στην ατμόσφαιρα η οσμή του καμένου ξύλου. Πολύ γρήγορα ανακαλύπτουμε, ότι η οσμή προέρχεται από καμίνια ξυλοκάρβουνου μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από το δρόμο.

Κατευθυνόμαστε ήδη προς Αγ. Κοσμά και, για να κερδίσουμε απόσταση, παίρνουμε έναν κάθετο χωματόδρομο με κατεύθυνση δυτική, που διασχίζει με γεφυράκι τον ποταμό Γορμό και σε λίγα λεπτά μας φέρνει έξω από το χωριό. «Κακούσια» ήταν το παλιό όνομα του τόπου, που αντικαταστάθηκε από το δημοφιλέστερο Αγ. Κοσμάς. Κατά τον Λαμπρίδη «οι Κακουσιοί υπήρξαν μεταξύ των ακμαίων κωμών του Πωγωνίου… είχε δε και πολλούς τιμαριούχους η κοινότης αύτη μέχρι του 1635».(1)

Ο Αγ. Κοσμάς είναι μια αποκάλυψη, ένας γραφικότατος οικισμός με πολλά πέτρινα σπίτια παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Ένα τέτοιο αρχοντικό του 1856 βρίσκεται στη μικρή πλατεία. Στο ισόγειο στεγάζει το όμορφο καφενείο του Σωκράτη, που έχει επιστρέψει και ζει μόνιμα πια στη γη των προγόνων του. Στον όροφο του οικήματος στεγάζεται το πολύ περιποιημένο Πολιτιστικό Κέντρο, όπου εκτίθεται παραδοσιακή Πωγωνίσαι στολή, βιβλιοθήκη, πολλές φωτογραφίες από το παρελθόν του χωριού και τους ανθρώπους του και ποικιλία παλιών σκευών. Παραδίπλα ορθώνεται ένα εξαίρετο αρχοντικό, διώροφο και μακρόστενο. Η αυλόθυρα είναι ξύλινη, εντοιχισμένη σε κολόνες με λαξευτή πέτρα.

Απέναντι από την πλατεία παίρνουμε ένα ανηφορικό χορταριασμένο μονοπάτι που σε δυο λεπτά μας οδηγεί σ’ ένα λοφίσκο με το παλιό πέτρινο σχολείο του χωριού. Το οικοδόμημα έχει κηρυχθεί διατηρητέο, η αυλή του όμως δεν είναι απλά χορταριασμένη αλλά έχει κυριολεκτικά καταληφθεί από πλήθος πυκνών θάμνων που όλο και μεγαλώνουν. Το υψόμετρο εδώ πλησιάζει τα 700 μέτρα και η θέα είναι κορυφαία, τόσο προς τα Α στην οροσειρά της Τύμφης όσο και ΒΔ προς τις κορφές της Νεμέρτσικας.

Από τον Αγ. Κοσμά επιστρέφουμε στο Ωραιόκαστρο. Στην είσοδό του μας υποδέχεται ο κοιμητηριακός ναός του Αγ. Αθανασίου, με το λιτό πέτρινο καμπαναριό και τις αιωνόβιες βαλανιδιές με τις πελώριες διαστάσεις. Αμέσως μετά είναι η κοίτη του ποταμού Γορμού με τα διαυγέστατα νερά. Ένας καλός χωματόδρομος καταλήγει μετά από 200 περίπου μέτρα σ’ ένα μικρό πλάτωμα, δίπλα στην κοίτη του ποταμού. Εδώ σχηματίζεται ένας φαρδύς αλλά χαμηλού ύψους καταρράκτης. Ολόγυρα η φύση είναι υπέροχη με μεγάλη ποικιλία δέντρων. Μια άλλη ονομασία του Γορμού είναι «των Αγίων», όπως αναφέρει ο Λαμπρίδης: «Ο Γορμός, όπισθεν των Κάτω Ραβενίων ρέων και από βραχώδους στενού βουνού εξερχόμενος και σκιαζόμενος υπό πλατάνων, καλείται «των Αγίων». Πηγάζει ΝΑ του Κοκολάκκου, ύδατα όμως πολλά δέχεται εκ των πηγών της Γκλάβας».

Μερικές εκατοντάδες μέτρα κάτω από τον ναό του Αγ. Αθανασίου ενώνει τις όχθες του Γορμού το «Κάτω-γέφυρο», ένα δίτοξο πέτρινο γεφύρι. Το αριστερό του τόξο είχε καταπέσει στα μέσα όμως της δεκαετίας του ’90 αναστηλώθηκαν με θαυμάσιο τρόπο, ακριβώς όπως το δεξί.

Το Ωραιόκαστρο είναι πολύ όμορφο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω από τον Γορμό σε υψόμετρο 600 περίπου μέτρων. Αρκετά από τα σπίτια του είναι πετρόχτιστα με εξαίρετη τοιχοποιία. Στον λόφο δεσπόζει ο ναός της Θεοτόκου «Παλιουρής», κτίσμα του 1876 με λαξευτή πέτρα και διαστάσεις εντυπωσιακές. Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Λαχανόκαστρο και, όπως αναφέρει ο Λαμπρίδης, ήταν «τιμάριον Λαχανά τινός κατά τον μεσαίωνα, έκειτο δε παρά των αριστερών όχθων του ποταμίου Γορμού, επί θέσεων υψηλής και των ποταμίων τούτω επικρεμαμένης».

Με κολακευτικά λόγια χαρακτηρίζει τη φύση του οικισμού ο Λαμπρίδης: «Χαριεστάτη η περικυκλούσα το χωρίον τούτον σκηνογραφία. Κλιτύες κατάφυτοι δημητριακών καρπών μετ’ άλσους εκ δρυός, λαμπράν αποτελούσιν αντίθεσιν προς την γυμνήν και χιονοσκέπαστον Νεμέρτσικαν».

Από τον Λαμπρίδη επίσης μαθαίνουμε, ότι στη θέση του Λαχανόκαστρου υπήρχε νωρίτερα οχυρή βυζαντινή πόλη που καταστράφηκε από τους Αλβανούς. Στη θέση αυτής χτίστηκε το Λαχανόκαστρο, που άκμασε για τρεις τουλάχιστον αιώνες και αριθμούσε 400 οικογένειες.

Επιστρέφουμε στο κεντρικό οδικό δίκτυο και συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας προς το ΒΔ τμήμα της επικράτειας του δήμου. 4 χλμ. μετά το εργοστάσιο, στα δεξιά του δρόμου, νιώθουμε ξαφνικά να μας καθηλώνει η εικόνα ενός οικισμού. Είναι τα πέτρινα σπίτια της Κάτω Μερόπης, κατάσπαρτα εδώ κι εκεί σε μιαν απότομη πλαγιά. Πολλά απ’ αυτά είναι ερειπωμένα, με πεσμένους τοίχους και ξεχαρβαλωμένα πορτοπαράθυρα, χωρίς σκεπές. Πολύ δύσκολα, ωστόσο θυμόμαστε να έχουμε συναντήσει γοητευτικότερα ερείπια, συναρπαστικότερο σκηνικό, που θυμίζει γκραβούρα μιας άλλης εποχής.

– Μισό αιώνα μένω εδώ, λέει ο 70χρονος τυροκόμος Μήτσος Πορίκης, που έχει το μικρό του τυροκομείο πάνω στο δρόμο, στην είσοδο του χωριού. (τηλ. 6946-210170). Πρόλαβα το χωριό στα τελευταία χρόνια της ακμής του, τότε που στο σχολείο υπήρχαν πάνω από 100 παιδιά. Ύστερα σιγά-σιγά άρχισε να φεύγει ο κόσμος, ερήμωσε το χωριό. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια κάποιοι επισκεύασαν τα σπίτια τους και, έστω και παροδικά, ξαναγύρισε η ζωή.

Ένας στενός ανηφορικός δρόμος μας οδηγεί στην ευρύχωρη πλατεία. Εδώ το υψόμετρο φτάνει τα 900 μέτρα και η θέα είναι παντού κορυφαία και ανεμπόδιστη. Δεσπόζουν με τον όγκο τους το πέτρινο Δημοτικό Σχολείο του 1915 και ο μεγάλων διαστάσεων ναός της Ευαγγελίστριας, κτίσμα του 1816, με πολλές πέτρινες καμάρες στον εξωνάρθηκα και λιθανάγλυφα στην εξωτερική κόγχη του Ιερού.

Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Φραστανά. Αναφέρει σχετικά ο Λαμπρίδης, ότι «τα Παληοφραστανά ηρίθμουν οικογενείας 700. εις το άκρον των νυν Φραστανών, λειψάνων των αρχαίων εκείνων, υπάρχουσιν ερείπια ακροπόλεως Βυζαντιακής, ένθα έκειτο η πόλις Βύρλα. Φαίνεται δε, ότι μετά την καταστροφήν της πόλεως ταύτης, απωνομάσθη η πολόιχνη Φραστανά, εκ της επικρατήσεως μεγαλοκτηματίου τινός και τιμαριούχον ομωνύμου».

Ξεκινάμε να γνωρίσουμε στις λεπτομέρειές του τον οικισμό. Πελεκητή πέτρα και έξοχη τοιχοποιία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των περισσότερων οικημάτων, είτε είναι ερειπωμένα είτε κατοικούνται. Πολλά σπίτια, όπως και αυλόγυροι, είναι χτισμένα με ξερολιθιά, πέτρα λαξευτή χωρίς ενδιάμεσο κονίαμα που αντέχει περίφημα στο χρόνο. Να κι ένα αλωνάκι μέσα στο χωριό. Ο εξωτερικός κυκλικός του τοίχος, φτιαγμένος με ξερολιθιά, σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, ενώ το πλακόστρωτο επίπεδο εσωτερικό τμήμα του αλωνιού είναι, από την μακρόχρονη αχρησία, χορταριασμένο. Για κάποιο λόγο, που δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς, καθώς περιδιαβαίνω ανάμεσα στους λιθοσωρούς και τα οικιστικά υπολείμματα, δεν αισθάνομαι την απογοήτευση και θλίψη που συνήθως νιώθω στη θέα ερειπίων. Είναι ίσως η ανοιχτή στον ορίζοντα και αγέρωση τοποθεσία του οικισμού, η ομορφιά κάποιων σπιτιών που αποκαταστάθηκαν και κατοικούνται ή ακόμη και η όψη των ερειπίων αυτών καθ’ εαυτών, που μοιάζουν να διατηρούν την παλιά τους αίγλη αλλά και την ελπίδα, πως ίσως κάποιο χέρι θα βρεθεί να τα αναστηλώσει, να τα σώσει απ’ την κατάρρευση.

Αν, ωστόσο, η Κ. Μερόπη μας γοητεύει με την τοπογραφία της και την ομορφιά των αναστηλωμένων και ερειπωμένων της σπιτιών, εξίσου ή και περισσότερο τους εντυπωσιάζουν τα παμπάλαια μνημεία Ορθοδοξίας που διασώζονται εδώ, η περίτεχνη αρχιτεκτονική τους και το φυσικό περιβάλλον όπου είναι ενταγμένα. Και πρώτα ο ναός του Αγ. Αθανασίου μέσα στο χωριό που χρονολογείται στα 1585. Είναι μικρός μονόχωρος ναός με μεταγενέστερο νάρθηκα, ενώ οι πολλές τοιχογραφίες του έχουν υποστεί σημαντικές φθορές.

Ένα περίπου χλμ. έξω απ’ το χωριό με κατεύθυνση προς Παλαιόπυργο στρίβουμε αριστερά σε χωματόδρομο, ακολουθώντας τις πινακίδες προς Ναό Κοίμησης της Θεοτόκου και Μονή Αγ. Ιωάννου. 400 μέτρα μετά την άσφαλτο φτάνουμε σε ωραίο ξέφωτο μέσα σε δρυοδάσος. Σ’ αυτό το υπέροχο περιβάλλον εξακολουθεί να διατηρείται για 6 αιώνες ο Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου. Χτισμένος κατά τον Λαμπρίδη το 1413 θεωρείται από τα παλαιότερα μνημεία του Πωγωνίου και από τα σημαντικότερα της Ηπείρου. Ο ναός είναι μονόχωρος, με τρίπλευρη αψίδα ανατολικά και νεότερο νάρθηκα δυτικά. Στην ανατολική όψη του μνημείου υπάρχουν δυο ταινίες με κεραμοπλαστική διακόσμηση ψαροκόκκαλου, στοιχείο που χαρακτηρίζει αρκετά μνημεία του 15ου αιώνα της Ηπείρου.

Το εσωτερικό του κυρίως ναού ήταν κατάγραφο, ωστόσο, στα μέσα του 20ου αιώνα, πυρκαγιά προκάλεσε σημαντικές φθορές στις τοιχογραφίες, που ήταν έργο του αξιόλογου ζωγράφου του 15ου αιώνα Ξένου Διγενή. Παρά την καταστροφή των χρωμάτων εξακολουθούν να διακρίνονται ακόμα οι λεπτοδουλεμένες μορφές με τα ευγενικά χαρακτηριστικά και οι ισορροπημένες συνθέσεις, που συνδυάζουν στοιχεία της παλαιότερης παλαιολόγειας παράδοσης με τις νεότερες τάσεις της Κρητικής ζωγραφικής.

Την περίοδο 2005-2007 πραγματοποιήθηκαν από την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης του μνημείου.

Σε απόσταση 2 χλμ. από την άσφαλτο, μέσα σε πανέμορφο δρυοδάσος, συναντάμε τη Μονή του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή το καθολικό ανοικοδομήθηκε το 1614, ενώ ο κτήτορας της μονής άρχοντας Νίκας εικονίζεται με την οικογένειά του στον νάρθηκα. Η αρχιτεκτονική του συγροτήματος είναι απαράμιλλης ομορφιάς. Το καθολικό είναι μονόχωρος ναός που καλύπτεται με αβαθή θόλο και φέρει τρίπλευρη αψίδα στην ανατολική πλευρά. Το εσωτερικό είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες του 1614, ενώ αξιόλογο είναι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Στο βόρειο τμήμα του συγκροτήματος υψώνεται διώροφο κτίριο κελιών και διαβατικού χτισμένο στα 1888. Στην αυλή υπάρχει και η στέρνα της μονής. Οι εργασίες αποκατάστασης πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 2005-2007.

Ξεσπάει μια δυνατή και συνεχής βροχή, που προσωρινά βάζει τέλος στην περιήγησή μας στο Πωγώνι. Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε το επόμενο πρωί.

 

ΣΤΑ ΚΑΥΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

 

Προσεγγίζοντας τον Δήμο Πωγωνίου από τα ανατολικά το πρώτο χωριό που συναντάμε είναι το Βασιλικό, χτισμένο σε μια δασωμένη ήπια πλαγιά. Ψηλά στα ΒΔ δεσπόζει ο όγκος της Νεμέρτσικας. Καθώς μπαίνουμε στο χωριό κυριαρχεί αριστερά το πετρόχτιστο Σχολείο με τις μεγάλες του διαστάσεις. Πάνω στο δρόμο συναντάμε ένα όμορφο μαρμάρινο πηγάδι με μηχανισμό τουλούμπας, χτίσμα του 1913. Λίγο πιο κάτω ανηφορίζουμε δεξιά προς το σπίτι όπου γεννήθηκε το 1886 ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄. Σήμερα το σπίτι έχει διαμορφωθεί σε μουσείο με τα προσωπικά είδη του Πατριάρχη.

Μεγάλος οικισμός το Βασιλικό, με πολλά πέτρινα σπίτια εξαιρετικής αρχιτεκτονικής, πραγματικό αρχοντοχώρι. Στα χρόνια του Λαμπρίδη η ονομασία του ήταν Τσαραπλανά.

Σε μερικά λεπτά φτάνουμε στο Κεφαλόβρυσο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν από το εργοστάσιο, σε μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο, ένας λύκος διασχίζει αγέρωχα και μ’ όλη την ησυχία του την άσφαλτο κι ύστερα χάνεται στην αντικρινή πλαγιά. Φαίνεται πως μετά την κάθοδο των κοπαδιών από τα ψηλά, ήρθε ν’ αναζητήσει χαμηλότερα την τροφή του.

10 λεπτά πριν απ’ τις 9 μπαίνουμε στο εργοστάσιο. Ο προϊστάμενος παραγωγής Κώστας Τσίνας μας υποδέχεται, μας δίνει κρασί και μας συνοδεύει στον χώρο του χυτηρίου.

Στην ενημερωτική επίσκεψη της προηγούμενης μέρας ο χώρος του χυτηρίου ήταν ήρεμος, αφού ο φούρνος τήξης του μετάλλου τελούσε ακόμη σε φάση προθέρμανησς. Σήμερα τα πάντα είναι διαφορετικά: ζέστη, ατμοί, αναμονή και ένταση διάχυτες στον αέρα, εργαζόμενοι με κράνη έτοιμοι στις θέσεις τους περιμένουν τη στιγμή που θ’ αρχίσει η «μετάγγιση». Τι είναι όμως η μετάγγιση; Είναι αυτή η ιδιαίτερη διαδικασία του χυτηρίου με την οποία ο λιωμένος χαλκός σε θερμοκρασία 1350 0C μεταφέρεται από τον φούρνο τήξης στον φούρνο συντήρησης. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει, πρέπει αρχικά να πούμε ότι η Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου διαθέτει μια γραμμή συνεχούς οριζόντιας χύτευσης για παραγωγή δυο ταινιών σε ρόλους διαστάσεων 330-400 Χ 16-18 mm. Η γραμμή περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων ένα φούρνο συντήρησης, ο οποίος διατηρεί το μέταλλο (που είναι χαλκός ή κράμα χαλκού) στην απαιτούμενη θερμοκρασία και τροφοδοτεί τη συνεχή οριζόντια χύτευση των δυο ταινιών. Για να ξεκινήσει όμως η λειτουργία του φούρνου συντήρησης (που είναι ηλεκτρικός επαγωγικός με κανάλι) απαιτείται η τροφοδοσία αυτού του φούρνου με λιωμένο χαλκό σε ποσότητα αρκετή (έως 600 κιλά) πότε να καλύψει το κανάλι που υπάρχει στο κάτω μέρος του φούρνου. Η τροφοδοσία του λιωμένου χαλκού στον φούρνο συντήρησης απαιτεί την προηγούμενη κατάλληλη προθέρμανση της πυρίμαχης επένδυσης του φούρνου.

Ο λιωμένος χαλκός χύνεται στο φούρνο συντήρησης μέσω ενός καναλιού μεταφοράς από ένα φούρνο τήξης (που είναι ηλεκτρικός επαγωγικός χωρίς κανάλι). Ο φούρνος αυτός έχει τη δυνατότητα να λιώσει το χαλκό, που πριν από το χυτήριο πρέπει να έχει θερμοκρασία 1350 ΟC. Λίγα λεπτά μετά τη μετάγγιση από τον φούρνο τήξης στον φούρνο συντήρησης, και αφού η επιφάνεια του χαλκού ηρεμήσει, ο φούρνος συντήρησης τροφοδοτείται με ηλεκτρικό ρεύμα και μπαίνει σε λειτουργία. Ακολουθούν οι απαραίτητες διαδικασίες ώστε να ξεκινήσει η παραγωγή.

Είναι δύσκολη αλλά και πολύ θεαματική η διαδικασία της μετάγγισης με τους εξειδικευμένους χειριστές., το σύννεφο των ατμών, τις αναρίθμητες σπίθες που πετάγονται παντού και, πάνω απ’ όλα, το λιωμένο μέταλλο στην υψηλή του θερμοκρασία, που σαν πύρινη γλώσσα ρέει από τον ένα φούρνο στον άλλον. Η παρακολούθηση της μετάγγισης αλλά και της υπόλοιπης παραγωγικής διαδικασίας ως την κοπή των δισκίων στην πρέσα και τη συγκέντρωσή τους στους κάδους είναι μια εμπειρία εξαιρετική που μας δείχνει με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο, πως το λιωμένο μέταλλο με την μορφή του πύρινου υγρού μπορεί να μετατραπεί στο δισκίο του ευρωκέρματος, ένα στάδιο πριν από την επίσημη μετατροπή του σε μέσον συναλλαγής τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων σε τόσες χώρες της Ευρώπης.

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΚΟΜΗ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΝΩ ΠΩΓΩΝΙΟΥ

 

Μετά τις ασυνήθιστες εικόνες, τη ζέστη και τους θορύβους του χυτηρίου, ξαναβγαίνουμε στην γαλήνια φύση του φθινοπώρου. Μας απομένουν τρία χωριά του δήμου, ο Παλιόπυργος, η Μερόπη και ο Κακόλακκος. Καθώς περνάμε από την Κ. Μερόπη διακρίνουμε ψηλά στο Δ. τμήμα του χωριού το εκκλησάκι του Αγ. Αθανασίου, που είχαμε παραλείψει στην προηγούμενη επίσκεψη. Χτισμένο με την ίδια τοιχοποιία και την ίδια λευκόγκριζη πελεκητή πέτρα το εκκλησάκι δύσκολα ξεχωρίζει, μοιάζει ακριβώς όμοιο με τα σπίτια ολόγυρά του. Είναι μικρός μονόχωρος ναός, που χρονολογείται στα 1585. δυστυχώς είναι κλειδωμένος, έτσι δεν μπορούμε να δούμε όσες από τις παλιές τοιχογραφίες σώζονται ακόμη από τη φθορά του χρόνου.

– Πόσοι μένετε μόνιμα στο χωριό; ρωτάω πριν φύγουμε έναν ηλικιωμένο.

– 28 άνθρωποι από 70-93 ετών. Οι νεότεροι έρχονται μόνον τις Κυριακές και τα καλοκαίρια.

Συνεχίζουμε για τον Παλιόπυργο, με το πολύ ωραίο εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου πάνω στο δρόμο, χτισμένο το 1881. Ο Παλιόπυργος, που ονομαζόταν άλλοτε Μέβδιλα, είναι από τα πιο ορεινά χωριά του δήμου, με υψόμετρο που ξεπερνάει τα 900 μ. στους ΝΔ πρόποδες της Νεμέρτσικας. Η απλή διάσχιση του δρόμου ελάχιστα φανερώνει στοιχεία του οικισμού. Κατηφορίζοντας όμως προς το κέντρο αποκαλύπτεται ένα γραφικότατο χωριό, πολύ μεγαλύτερο από όσο υποψιάζεται κανείς. Αποκαλύπτονται επίσης σπίτια υπέροχα του 19ου αιώνα, χτισμένα με πελεκητή πέτρα και την εξαίρετη πάντα αρχιτεκτονική που χαρακτηρίζει τα παραδοσιακά οικήματα του τόπου.

Μια πλούσια φύση με ποικίλα δέντρα παρεμβάλλεται ανάμεσα στα σπίτια του οικισμού. Δεν βλέπουμε, ωστόσο, καμιά καμινάδα να καπνίζει ούτε κάποια άλλη ένδειξη ζωής. Το παλιό καφενεδάκι με την ξυλόσομπα, τους καπνούς των τσιγάρων και τους γραφικούς θαμώνες είναι μια εικόνα, που μάλλον έπαψε να υπάρχει από χρόνια.

Κατηφορίζουμε από το χωριό με κατεύθυνση ΝΔ. Περνάμε από το κοιμητήριο, το μαντρί του Σίμου και συνεχίζουμε σε αξιόπιστο χωματόδρομο. Τρία χιλιόμετρα μετά, το οδόστρωμα διακόπτουν τα καθάρια και γοργοκίνητα νερά ενός ρέματος.

– Φτάσαμε, λέει ο Θανάσης.

Μερικές δεκάδες μέτρα μακριά μας, πάνω από την κοίτη του ρέματος, διαγράφεται μια κομψή, πέτρινη σιλουέττα. Είναι το γεφύρι του Παλιόπυργου, γνωστότερο και ως «Γκρέτση».αποτελείται από ένα μεγάλο κεντρικό τόξο που πλαισιώνεται από δύο ανακουφιστικά μικρότερα. Το χτίσιμό του είναι αριστοτεχνικό, από την ίδια λευκόγκριζη πελεκητή πέτρα, που κυριαρχεί σ’ όλα τα παραδοσιακά οικοδομήματα του τόπου. Καθώς πλησιάζουμε ανακαλύπτουμε, ότι εκτός από το πρώτο ρέμα υπάρχει κι ένα δεύτερο, που επίσης ρέει κάτω απ’ το γεφύρι. Η κοίτη του έχει μια ελικοειδή διαδρομή ανάμεσα σε βράχους, έξοχα σμιλεμένους από το νερό που τρέχει στους αιώνες.

Τα δυο ρέματα συγκλίνουν κάτω από το κεντρικό τόξο και στη συνέχεια δημιουργούν, με κοινή ροή, έναν θεαματικό και βουερό καταρράχτη, που από ύψος 9 περίπου μέτρων καταλήγει στη βάση ενός στενού φαραγγιού. Το φαραγγάκι αυτό μπορεί να μην έχει τη χαοτική μεγαλοπρέπεια και το μέγεθος άλλων φαραγγιών, αποτελείται όμως από βραχώδεις σχηματισμούς τόσο περίτεχνα σμιλεμένους από την προαιώνια δύναμη των νερών του καταρράχτη, ώστε δημιουργεί στα μάτια μας μια εικόνα απρόσμενης ωραιότητας.

Ένας ευδιάκριτος δρομίσκος παράλληλα με το φαράγγι καταλήγει, 400 περίπου μέτρα μετά το γεφύρι, ακριβώς πάνω από έναν αναστηλωμένο νερόμυλο. Μ’ ένα εξαίρετο καλντερίμι φτάνουμε σ’ ένα λεπτό στον μύλο, που βρίσκεται μερικά μέτρα πάνω από τη συμβολή δυο χειμάρρων. Ο ένας είναι ο γνωστός μας που σχηματίζεται κάτω από το γεφύρι μετά τη σύγκλιση των δυο ρεμάτων. Ο δεύτερος χείμαρρος, με πιο πλούσια ίσως ροή κατηφορίζει από τα Β, από τις απότομες χαραδρώσεις της Νεμέρτσικας. Και οι δυο αυτοί χείμαρροι, με κοινή πλέον ροή μέσα απ’ το φαράγγι, δημιουργούν τον ποταμό Γορμό, που συναντάμε λίγο πιο κάτω στο Ωραιόκαστρο. Στη συνέχεια ο Γορμός, μετά από διαδρομή αρκετών χιλιομέτρων, ενώνεται κάτω από το Καλπάκι με τον μεγαλύτερο Καλαμά.

Ο μύλος είναι έξοχα αναστηλωμένος, ελάχιστα όμως στοιχεία διατηρεί στο εσωτερικό του, όπως μια μυλόπετρα και το τζάκι. Το φυσικό περιβάλλον, γύρω και μέσα στο φαράγγι είναι υπέροχο.

– Κάποτε υπήρχε σε χρήση μονοπάτι που διέσχιζε το φαράγγι και συνέδεε το Ωραιόκαστρο με την Πωγωνιανή, λέει ο Θανάσης. Αυτό το μονοπάτι στοχεύει ν’ αναβιώσει ο Δήμος, είναι μάλιστα έτοιμη και η σχετική μελέτη.

Η κοιλάδα, ωστόσο, του Γορμού δεν έχει μόνον φυσική ομορφιά. Τα πλούσια νερά, τα βοσκοτόπια, οι μικρές ομαλές εκτάσεις για καλλιέργεια, το ήπιο ανάγλυφο του εδάφους δημιούργησαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για εγκατάσταση ανθρώπων ήδη από Ύστερη Νεολιθική εποχή. Πλήθος θέσεων με επιφανειακά λείψανα μαρτυρούν τη συνεχή κατοίκηση της περιοχής από την προϊστορική εποχή και τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους μέχρι σήμερα. Συστάδες τύμβων μιλούν  για μια συνήθεια ταφής των νεκρών που έχει τη ρίζα της στη Ρωσική στέπα. Τα ίχνη ενός κεραμεικού κλίβανου στην Γκλάβα Κάτω Μερόπης χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα π.Χ. Από εδώ περνούν εχθροί και φίλοι, καθώς η κοιλάδα του Γορμού αποτελεί φυσικό πέρασμα από την κοιλάδα του Δρίνου στην πεδιάδα του Καλπακίου και από κει στο Λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, ενώνοντας το Βορρά με το Νότο, τα δυτικά παράλια με την ενδοχώρα και την Ανατολή. Πολύπαθο και πολυμήχανο το Πωγώνι θα μοιραστεί τα πάθη και τις δόξες της «ευάνδρου» Ηπείρου. Μολοσκοί, βασιλιάς Πύρρος, ρωμαϊκή κατάκτηση, βυζαντινοί με τον αυτοκράτορα Κων/νο Πωγωνάτο – απ’ τον οποίο προφανώς πήρε το όνομά του το Πωγώνι – στη συνέχεια Νορμανδοί, Δεσποτάτο της Ηπείρου και δυο περίπου αιώνες ακμής. Ακολουθεί η οθωμανικοί κατάκτηση και τα χρόνια του Αλή Πασά. Παρ’ όλες τις κακουχίες το Πωγώνι αντέχει, με τα πολλά του σχολεία ακμάζει πνευματικά και το πλήθος των εκκλησιών και των νομών διατηρεί την πίστη του.

Την πινακίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με την ένδειξη «Προϊστορικοί Τύμβοι» έχουμε επισημάνει σε αρκετές περιοχές της επικράτειας του Δήμου Πωγωνίου. Την ίδια πινακίδα συναντάμε και δίπλα στο γεφύρι. Αποφασίζουμε ν’ αποκαλύψουμε το μυστικό της και το προϊστορικό παρελθόν της περιοχής. Διασχίζουμε λοιπόν τον ποταμό Γορμό και ανηφορίζουμε ελαφρά τον καλό δασικό δρόμο με κατεύθυνση προς Πωγωνιανή. Πολύ γρήγορα συναντάμε μια δεύτερη, όμοια πινακίδα, που ο προσανατολισμός της μας οδηγεί σ’ ένα παρακλάδι του δρόμου προς τα νότια. Καμιά βέβαια πινακίδα δεν αναφέρει κάποια ένδειξη απόστασης, η διαδοχική τους όμως και τόσο επίσημη παρουσία μας οπλίζει με την βεβαιότητα, ότι είναι θέμα χρόνου να βρεθούμε μπροστά στο απώτατο παρελθόν του τόπου. Μερικά λεπτά μετά ο δασικός δρόμος αιφνιδιαστικά διχάζεται. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη για την ακολουθητέα πορεία. Επιλέγουμε στην τύχη τη δεξιά διακλάδωση. Μέσα στο δρυοδάσος ο δρόμος ανηφορίζει για μερικές εκατοντάδες μέτρα, περνάει δίπλα από ένα ξωκκλήσι και αμέσως μετά καταλήγει σε αδιέξοδο. Ψάχνουμε ολόγυρα για κάποια προϊστορικά υπολείμματα, μα δεν υπάρχει τίποτε. Επιστρέφουμε και ακολουθούμε την άλλη διακλάδωση. Πολύ γρήγορα το μετανιώνουμε. Μετά τις πρόσφατες βροχοπτώσεις, σε πολλά σημεία έχει χαθεί κάθε έννοια του δρόμου. ακόμα και με αργή τετρακίνηση, κάποια στιγμή η κατάσταση του οδοστρώματος μας απαγορεύει να συνεχίσουμε. Το πιο απογοητευτικό είναι, ότι δεν έχουμε καμιά επιβεβαίωση της ορθότητας της πορείας μας ούτε καμιά ένδειξη για την απόσταση που υπολείπεται ως τους «Προϊστορικούς Τύμβους» της πινακίδας. Με σωστή πληροφόρηση θα μπορούσαμε κάλλιστα να φτάσουμε με τα πόδια.

Εκνευρισμένοι με την ελλιπή πληροφόρηση, επιστρέφουμε στον κεντρικό δασικό άξονα, διασχίζουμε το περίφημο δρυοδάσος κι ένα τμήμα της κοινότητας Πωγωνιανής και, 8 περίπου χλμ. μετά, φτάνουμε στο τελευταίο χωριό του Άνω Πωγωνίου, τον Κακόλακκο. Είναι οικισμός πολύ ορεινός, ξεπερνάει το υψόμετρο των 950 μέτρων. Τα σπίτια έχουν την ίδια πάντα θαυμάσια τοιχοποιία, όπως και στα υπόλοιπα χωριά. Χτισμένος ο Κακόλακκος στις ΝΔ πλαγιές της Νεμέρτσικας, αγναντεύει έναν ευρύτατο ορίζοντα, η έλλειψη όμως κατοίκησης είναι εμφανέστατη.

Ο Δημήτρης Καραθάνος, ένας από τους τελευταίους που «φυλάνε Θερμοπύλες», μας ανοίγει την εκκλησία του Αγ. Δημητρίου με το ξυλόγλυπτο επιχρωματισμένο τέμπλο, αφιέρωμα της οικογένειας του Μ. Μπότσαρη. Μερικές δεκάδες μέτρα μετά, δίπλα στο δρόμο, βρίσκεται και το μνημείο που είναι αφιερωμένο στον ήρωα.

Πολύ κοντά στον Κακόλακκο βρίσκεται η Μερόπη, με το παλιό όνομα Ρουμπάτες. Το χωριό έχει πολλά μεγάλα και ομορφοχτισμένα πέτρινα σπίτια. Ο κεντρικός εσωτερικός δρόμος που κατηφορίζει στο Μεσοχώρι είναι στρωμένος με καινούργιο αλλά καλοφτιαγμένο καλντερίμι. Σε αντίθεση με την αίσθηση ερημιάς που αποπνέουν άλλα χωριά, εδώ σε κάποια σπίτια καπνίζουν καμινάδες.

Επιστρέφουμε με την ικανοποίηση, ότι έχουμε διαμορφώσει μια αρκετά καλή άποψη για την επικράτεια του Δήμου Άνω Πωγωνίου. Στο ύψος του Ωραιοκάστρου ξαναβλέπουμε τους «Προϊστορίκούς Τύμβους» σε μια πινακίδα. Αποφασίζουμε άλλη μια απόπειρα. Για 1,2 χλμ. ταλαιπωρούμαστε σε λασπόδρομο φοβερό. Καταλήγουμε σ’ ένα επίπεδο τόπο με βοσκοτόπια και καλλιέργειες. Αντικρίζουμε περίφραξη με πλέγμα και λουκέτο, πολυτελείς πινακίδες «Αρχαιολογικός Χώρος – Νεκροταφείο Τύμβων Πωγωνίου» αλλά εμφανή μνημεία πουθενά. Το μόνον που απομένει, είναι κάποιες ανεπαίσθητες πλακόπετρες, που είναι αδύνατον να αποτυπωθούν φωτογραφικά. Δεν προτίθεμαι να αμφισβητήσω την αρχαιολογική σημασία αυτών των υπολειμμάτων, δεν θα συνιστούσα όμως σε κανέναν αυτή την ταλαιπωρία, αφού οι οπτικές εντυπώσεις είναι πολύ υποδεέστερες των όποιων προσδοκιών. Και, επιτέλους, εφ’ όσον υποτίθεται, ότι οι πινακίδες έχουν τοποθετηθεί για εξυπηρέτηση των επισκεπτών, ας το πράξουν ολοκληρωμένα και σωστά και πάντα με την αναγραφή της ακριβούς απόστασης. Μόνον έτσι επιτυγχάνεται η υπεύθυνη ενημέρωση αλλά και η μεγιστοποίηση του ενδιαφέροντος του επισκέπτη για την ιστορία της πατρίδας του.

 

Ευχαριστίες

 

Θερμές ευχαριστίες οφείλονται:

Στον Δήμαρχο Άνω Πωγωνίου Ντόντη Ιωάννη.

Στον Δημοτικό Σύμβουλο Θανάση Τσάλη.

Στην υπάλληλο του ΚΕΠ Μαρία Τσιέπα.

Στην Μεταλλουργική Βιομηχανία Ηπείρου και προσωπικά στον Γενικό Διευθυντή Ευάγγελο Κουκουλάρη, στον Προϊστάμενο Παραγωγής Κώστα Τσίνο και στην Μηχανικό Σοφία Δήμου.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

Δήμος Άνω Πωγωνίου: 26570 41166

ΚΕΠ: 26570 41156

 

ΔΙΑΜΟΝΗ: ΞΕΝΩΝΑΣ ΠΑΝΟΡΑΜΑ/ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟ

26570 41440, 6945 851131 (Σχίζας Δημ.)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ιωάννου Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά

Μελετήματα-Πωγώνι, Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1993.

Παραπομπή

Τιμαριούχοι ήταν οι κάτοχοι τιμαρίων, εκτάσεων δηλαδή γης που τους παραχωρούσε ο Σουλτάνος με αντάλλαγμα τη στρατιωτική τους υπηρεσία. Η άρνηση υπηρεσία είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση του τιμαρίου.

 

 

back-button
next-button
anw-pwgwni-iwanninwn anw-pwgwni-iwanninwn_1 anw-pwgwni-iwanninwn_2 anw-pwgwni-iwanninwn_3 anw-pwgwni-iwanninwn_4 anw-pwgwni-iwanninwn_5 anw-pwgwni-iwanninwn_6 anw-pwgwni-iwanninwn_7 anw-pwgwni-iwanninwn_8 anw-pwgwni-iwanninwn_9 anw-pwgwni-iwanninwn_10 anw-pwgwni-iwanninwn_11 anw-pwgwni-iwanninwn_12 anw-pwgwni-iwanninwn_13 anw-pwgwni-iwanninwn_14 anw-pwgwni-iwanninwn_15 anw-pwgwni-iwanninwn_16 anw-pwgwni-iwanninwn_18 anw-pwgwni-iwanninwn_19 anw-pwgwni-iwanninwn_20 anw-pwgwni-iwanninwn_21
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories