home Άρθρα Δρυμώνας: Στα ορεινά της Τριχωνίδας
Δρυμώνας: Στα ορεινά της Τριχωνίδας

– Αυτό που μπορώ να σας εγγυηθώ είναι ένας ωραίος συνδυασμός υγρού στοιχείου και βουνού. Χαμηλά στον κάμπο τα νερά της Τριχωνίδας. Ολόγυρά μας τα έλατα των βουνών. Τ’ αγναντεύουμε όλα με μια ματιά. Για την φιλοξενία και την κουζίνα μας δεν θα μιλήσω εγώ. Αυτά θα τα κρίνετε εσείς.
Κάπως έτσι τελείωσε το τηλεφώνημά της η Κατερίνα Κεραμίδα. Με λίγες λέξεις, λιτές αλλά παραστατικές, πέτυχε την καλύτερη παρουσίαση τόσο του ξενοδοχείου «ΔΡΥΜΩΝΑΣ», όσο και του ομώνυμου οικισμού στα ορεινά της Λίμνης Τριχωνίδας. Παράλληλα, ενεργοποίησε άμεσα τα αντανακλαστικά μας γι’ αυτή την Ελλάδα, που δύσκολα ανακαλύπτουν οι κάμερες κι οι τουρίστες αλλά που εμείς τόσο πολύ αγαπάμε και πονάμε.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Δρυμώνας: Στα ορεινά της Τριχωνίδας
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Αιτωλοακαρνανία

– Αυτό που μπορώ να σας εγγυηθώ είναι ένας ωραίος συνδυασμός υγρού στοιχείου και βουνού. Χαμηλά στον κάμπο τα νερά της Τριχωνίδας. Ολόγυρά μας τα έλατα των βουνών. Τ’ αγναντεύουμε όλα με μια ματιά. Για την φιλοξενία και την κουζίνα μας δεν θα μιλήσω εγώ. Αυτά θα τα κρίνετε εσείς.

Κάπως έτσι τελείωσε το τηλεφώνημά της η Κατερίνα Κεραμίδα. Με λίγες λέξεις, λιτές αλλά παραστατικές, πέτυχε την καλύτερη παρουσίαση τόσο του ξενοδοχείου «ΔΡΥΜΩΝΑΣ», όσο και του ομώνυμου οικισμού στα ορεινά της Λίμνης Τριχωνίδας. Παράλληλα, ενεργοποίησε άμεσα τα αντανακλαστικά μας γι’ αυτή την Ελλάδα, που δύσκολα ανακαλύπτουν οι κάμερες κι οι τουρίστες αλλά που εμείς τόσο πολύ αγαπάμε και πονάμε.

 

ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΡΥΜΩΝΑ

 

Από ποια διαδρομή να πάμε στον Δρυμώνα; Μελετώντας τους χάρτες έχω ν’ αποφασίσω ανάμεσα σε πέντε (5!) κύριες και δευτερεύουσες διαδρομές, όλες γνωστές από διάφορα ταξίδια στο παρελθόν.

Άλλες διασχίζουν τα ορεινά του Καρπενησίου κι άλλες τα πεδινά του Κορινθιακού Κόλπου και της οδικής αρτηρίας του Ιονίου. Επιλέγουμε τελικά μια έκτη διαδρομή που μας φέρνει ως τα Γιάννενα μέσω της καινούργιας Εγνατίας Οδού. Η συνέχεια είναι γνωστή: Άρτα, Αμφιλοχία, Αγρίνιο. Μακρύς δρόμος που μας γαληνεύει όμως στα τελειώματά του με το γοητευτικό υδάτινο περιβάλλον των διαδοχικών λιμνών, της Αμβρακίας, ο Οζερού, της Λυσιμαχίας και της Τριχωνίδας.

Νύχτα πια μας υποδέχεται η ιστορική κωμόπολη του Θέρμου, με την άριστη τοιχοποιία των παραδοσιακών της σπιτιών. Η κίνηση είναι ζωηρή στην μεγάλη πλατεία, στα καταστήματα, στις ταβέρνες. Συνωστισμένοι οι δρόμοι από κόσμο και αυτοκίνητα.

Διασχίζουμε το Θέρμο και πιάνουμε τα ψηλώματα προς τα βόρεια. Λίγο αργότερα, απρόσμενα εντελώς, εξαφανίζεται το ορεινό τοπίο ολόγυρά μας. Η ορατότητα περιορίζεται στα 20-30 μέτρα της ασφάλτου που ξετυλίγεται, άλλοτε με ευθείες και άλλοτε με στροφές μπροστά απ’ τα φώτα. Σ’ όλη τη διαδρομή των 16 περίπου χιλιομέτρων ως τον Δρυμώνα η ομίχλη συνεχίζεται επίμονη και πυκνή. Αλλά και ιδιαίτερα ενοχλητική με τόσες ανηφόρες και στροφές.

Κάποτε αποκαλύπτεται κι ο Δρυμώνας, με τα φώτα του θαμπά μέσα στην ομίχλη. Το ξενοδοχείο μας όμως εξακολουθεί να είναι αθέατο. Το ανακαλύπτουμε λίγα λεπτά αργότερα, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω απ’ τα τελευταία σπίτια του χωριού. Είν’ ένα κτίριο μοναχικό στο πλάτωμα του δρόμου. Το μόνο που διακρίνεται αχνά ολόγυρά του είναι τα περιγράμματα κάποιων ελάτων. Τίποτε άλλο. Η θέα που υποσχόταν στο τηλεφώνημά της η Κατερίνα για νερά λίμνης, δάση και βουνά αναβάλλεται για τις πρωινές ώρες, που έχουμε την ελπίδα, ότι θα διαλύσουν την ομίχλη.

Καταλαβαίνει από την πρώτη στιγμή την παροδική απογοήτευσή μας η Κατερίνα και σπεύδει να διασκεδάσει τις ανησυχίες μας.

– Το φθινόπωρο και το χειμώνα έτσι συνηθίζει να κάνει ο καιρός. Το πρωί όμως θα σας δείξει άλλο πρόσωπο.

Μας υποδέχονται με μεγάλη εγκαρδιότητα η Κατερίνα κι ο Λουκάς. Μόλις λίγους μήνες πριν ολοκλήρωσαν την κατασκευή του ξενοδοχείου τους, μια απόφαση ζωής και αρκετά παράτολμη εδώ στο υψόμετρο των 1100 περίπου μέτρων. Η απλοχωριά είναι εντυπωσιακή παντού, στα δωμάτια, στην αίθουσα εστίασης, στα σαλόνια. Το τζάκι στο εστιατόριο είναι ήδη αναμμένο. Στις αρχές του Οκτώβρη και σ’ αυτό το υψόμετρο ο καιρός διαφέρει πολύ από του κάμπου.

Ο Κώστας και η Λούλα, υπεύθυνοι στην κουζίνα, αναλαμβάνουν να μας απαλλάξουν από την πείνα του πολύωρου ταξιδιού. Το καταφέρνουν περίφημα, με πίτες και ποικιλία πολύ καλών μαγειρευτών φαγητών.

 

ΟΡΕΙΝΗ ΔΙΑΣΧΙΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΥΣΟ.

 

Ξημερώνει μια μέρα ηλιόλουστη και ζεστή. Σύννεφα και ομίχλες παρεμβάλλονται ανάμεσα στις ελατοσκέπαστες πλαγιές του Παναιτωλικού όρους αλλά και σε ορίζοντες μακρινούς. Εκεί, αποκαλύπτονται αμυδρά, μικρά τμήματα της λίμνης Τριχωνίδας αλλά και περιγράμματα βουνών της Πελοποννήσου και Στερεάς. Αποκαλύπτεται κι ο οικισμός του Δρυμώνα, χτισμένος αμφιθεατρικά σε μια κατάφυτη πλαγιά.

Ο χαρακτηρισμός του χωριού ως «μπαλκόνι της Ρούμελης» δικαιολογείται απόλυτα από την απεριόριστη θέα του στα βουνά της ορεινής Ναυπακτίας και Αχαίας, ως τον Πατραϊκό κόλπο και τα Ιόνια νησιά. Από το βιβλίο του Γεωργίου Δημητράντζου «ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΡΥΜΩΝΑ ΑΙΤΩΛΙΑΣ», αντλούμε μερικά συνοπτικά ιστορικά στοιχεία για τον τόπο, του οποίου η παλιά ονομασία ήταν «Μπερίκος¨, που οφείλεται στην τούρκικη λέξη «μπερεκέτι», τα πολλά δηλαδή γεωργικά προϊόντα που παρήγε ο τόπος.

Η ιστορία του τόπου φαίνεται να χάνεται στα βάθη των αιώνων, με πιθανή κατοίκηση γύρω στο 1000 π.Χ. Από τα ευρήματα των Βυζαντινών χρόνων προκύπτει, ότι ήταν ανεπτυγμένη η μεταλλουργία και κεραμοποιία, ενώ ως τις αρχές του 19ου αιώνα καλλιεργούνταν μεταξοσκόληκες. Εξ αιτίας επιδρομών των Τουρκοαλβανών οι κάτοικοι εγκατέλειψαν στα τέλη του 16ου αιώνα τον τόπο και ίδρυσαν τον Μπερίκο στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 21 έδρασε εδώ ο ξακουστός πρωτοκλέφτης Κίτσος Πλάκας. Τον Απρίλιο του 1825, μετά την μάχη του Θέρμου, οι Τούρκοι έκαψαν ανάμεσα σε άλλα χωριά και τον Δρυμώνα. Ο τόπος όμως υπέφερε και στην νεώτερη εποχή, στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής αλλά και στα γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου. Οι κάτοικοί του σήμερα φτάνουν τους 250 και οι περισσότεροι ασχολούνται με την κτηνοτροφία.

Βόρεια του ξενοδοχείου αρχίζει ένας καλός χωματόδρομος που ο χάρτης τον δείχνει να οδηγεί στον Προυσό. Η άγνωστη δασική διαδρομή είναι για μας η καλύτερη παρακίνηση. Δεν επρόκειτο να το μετανιώσουμε καθόλου.

Συναντάμε αρχικά τον μικρό συνοικισμό του Άνω Δρυμώνα, πάνω στο δρόμο. Καρυδιές, καστανιές, κερασιές, ταβερνούλα, βρύση με δύο κρουνούς που μας τροφοδοτούν με κρυστάλλινο νερό. Δύο καμινάδες καπνίζουν στον οικισμό. Κατάφυτος ο τόπος από μεγάλα έλατα, πλατάνια και κέδρα. Στην εκκλησία της Αγ. Παρασκευής πανύψηλα πουρνάρια και σφενδάμια.

Μετά τον Άνω Δρυμώνα αρχίζει ένα βαθύ, θεαματικότατο φαράγγι, με απότομες πλαγιές και βλάστηση απόλυτα αδιαπέραστη. Από το βάθος της κοίτης ακούγεται ήχος νερού. Είν’ ένα βουερό ρέμα, ένας από τους πολλούς παραπόταμους του Εύηνου. Ο δρόμος στενεύει, περνάει στο χείλος χαοτικών γκρεμών, εξακολουθεί όμως να είναι βατός.

Πίσω από μια στροφή του δρόμου αποκαλύπτεται το μικρό χωριουδάκι Νεροσύρτης. Στην είσοδο του χωριού κείτεται πεσμένη μια πινακίδα με την ένδειξη «Προυσός». Την τοποθετούμε στη θέση της. Ένας δρομίσκος ανηφορίζει απότομα δεξιά προς το βουνό. Από τις γυμνές ράχες αυτού του βουνού, στα 1500 περίπου μέτρα, περνάει ένα μονοπάτι, που σε μερικές ώρες καταλήγει στην Μονή Προυσσού και στον ομώνυμο οικισμό.

Σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων ο Νεροσύρτης περιβάλλεται από αναρίθμητες καρυδιές, ενώ και τα βατόμουρα αφθονούν. Τα σπίτια είναι διάσπαρτα στις κατάφυτες πλαγιές ενώ κάποια είναι πέτρινα, με ωραία τοιχοποιιία. Διασχίζουμε το χωριό με δρόμο χωμάτινο και στενό, που μας δίνει την αίσθηση, ότι καταλήγει στο εσωτερικό αυλής σπιτιού. Γρήγορα ο δρόμος βγαίνει απ’ το χωριό και ανηφορίζει σε θεαματικό βραχώδες πέρασμα στο χείλος του φαραγγιού. Οι απόκρημνες άκρες του δρόμου είναι περίτεχνα χτισμένες με τοιχαλάκι ξερολιθιάς.

Εξελίσσεται εκπληκτική η διαδρομή και τελείως μοναχική. Κανένα αυτοκίνητο δεν έχουμε συναντήσει μέχρι εδώ. Υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα και τέτοιες διαδρομές.

Στα 10 χλμ. από το κατάλυμά μας διασχίζουμε τον μικροσκοπικό οικισμό Λαδικόν. Δεν υπάρχει ψυχή. Μετά το χωριουδάκι ανηφορίζουμε συνεχώς μέσα στα ελατοδάση, στους πρόποδες των γυμνών κορυφών του Παναιτωλικού.

Στα 12,6 χλμ. βρισκόμαστε μπροστά σε διακλάδωση χωρίς πινακίδες. Ο χάρτης της Ανάβασης μας πληροφορεί, ότι το αριστερό τμήμα του δρόμου συναντάει μετά από 7,5 χλμ. τον ασφαλτόδρομο, που μπορεί να μας οδηγήσει στον Προυσό. Εμείς βέβαια, προτιμάμε τον ανηφορικό χωματόδρομο δεξιά. Είναι πολύ σοφή επιλογή, γιατί, στα 17,2 χλμ. φτάνουμε στον αυχένα εξαιρετικά θεαματικό. Από υψόμετρο 1.370 μέτρων, που είναι το υψηλότερο της διαδρομής μας, αγναντεύουμε προς τα βόρεια πολλές διάσημες οροσειρές της Ευρυτανίας, Τυμφρηστό, Καλιακούδα, Χελιδόνα.

Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε με σιγανή βροχή. Στα 20,4 χλμ. στρίβουμε σε διακλάδωση δεξιά (πάλι χωρίς σήμανση), ενώ στα 23,4 χλμ. μια πινακίδα μας καλωσορίζει σ’ έναν μικρό συνοικισμό του Προυσσού. Στα 25,5 χλμ. η ορεινή δασική διαδρομή τερματίζει. Φτάνουμε στην άσφαλτο, που δεξιά οδηγεί προς Τόρνο και Καστανιά, ενώ στην ευθεία προς Προυσό. Μια μεγάλη ενημερωτική πινακίδα είναι ανηρτημένη εδώ, με περιγραφές και σκαρίφημα των μονοπατιών της περιοχής.

Μερικές δεκάδες μέτρα μετά, μια σιδερένια γέφυρα τύπου Μπέλεϋ συνδέει τις όχθες ενός παραπόταμου του Καρπενησιώτη ποταμού. Μετά ακριβώς από την γέφυρα αρχίζει το μονοπάτι της Μαύρης Σπηλιάς.

 

ΑΝΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΣΠΗΛΙΑ

 

Αρχίζει το μονοπάτι από υψόμετρο 775 μέτρων. Δίπλα του χτιστή πηγή με πλούσια ροή παγωμένου νερού. Χαμηλά μας συντροφεύει το ρέμα.

Ανηφοράκι ανάμεσα σε έλατα, πλατάνια και πουρνάρια. Παγκάκι ξεκούρασης. Ωραία θέα στο φαράγγι με τις απότομες πλαγιές. Σε 7,8 λεπτά αρχίζει σύντομος κατήφορος. Μ’ ένα ξύλινο γεφυράκι περνάμε πάνω από το ρέμα. Ανηφορίζουμε και πάλι. Κυκλάμινα, φτέρες, μανιτάρια και κισσοί. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια μας φέρνουν στην κοίτη του ρέματος. Εδώ σχηματίζεται μια πανέμορφη λιμνούλα που δημιουργείται από το καθάριο νερό ενός καταρράκτη, ύψους τουλάχιστον 10 μέτρων.

Θαυμάσιο ελικοειδές μονοπάτι και πάλι, περνάει δίπλα από πηγούλα νερού που αναβλύζει από τη γη. Ένα θεαματικό ξύλινο γεφυράκι ταλαντεύεται στα βήματά μας. Αμέσως μετά περνάμε μικρότερο γεφυράκι. Βρισκόμαστε ήδη μερικά μέτρα χαμηλότερα από την είσοδο της εντυπωσιακής Μαύρης Σπηλιάς. Ένας μισογκρεμισμένος τοίχος με ξυλοδεσιές δημιουργεί την αίσθηση μιας σπηλαιώδος κατοικίας, που θα μπορούσε να ήταν το απόλυτο ερημητήριο της περιοχής. Το υψόμετρο εδώ είναι 880 μέτρα και ο συνολικός χρόνος από την αρχή του μονοπατιού, χωρίς στάσεις, δεν ξεπερνάει τα 20 λεπτά. Επιστρέφουμε ευτυχισμένοι που γνωρίσαμε αυτό τον τόπο με την απαράμιλλη ομορφιά.

Οι ευχάριστες εκπλήξεις όμως δεν είχαν τελειώσει ακόμη.

 

Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ «ΘΕΟΤΙΚΟΥ»

 

– Αν δεν πάτε στο «Θεοτικό», δεν έχετε δει τίποτε από την φύση της περιοχής, λέει ο Νίκος Παπαδογιάννης απ’ τον Δρυμώνα.

– Και τι είναι το Θεοτικό, Νίκο;

– Μια παραξενιά της φύσης, ένα σπάνιο γεφύρι. Ξεκινάμε από το ξενοδοχείο με κατεύθυνση προς Δρυμώνα, στα 1,2 χλμ. στρίβουμε δεξιά και αμέσως μετά πάλι δεξιά. Κακός χωματόδρομος, ελάχιστα φιλικός για συμβατικά αυτοκίνητα. Στα 3,6 χλμ. ο δρόμος τερματίζει σε υποτυπώδες πλάτωμα. Από εδώ κατηφορίζει μονοπάτι με κατεύθυνση Ν-ΝΔ 205ο. Το υψόμετρο είναι 800 μέτρα.

Εμφανές το μονοπάτι διασχίζει δάσος πανύψηλων ελάτων, κέδρων και αιωνόβιων πουρναριών. Η σήμανση είναι στα δέντρα με κορδέλλες πλαστικές. Σε κάποια σημεία το μονοπάτι είναι έντονα κατηφορικό και αρκετά ολισθηρό. Συναντάμε μεγάλα πλατάνια. Στο έδαφος φύλλα φθινοπωρινά, φτέρες και υγρασία.

Σε μισή ώρα φτάνουμε στην κοίτη μικρορρέματος με λιμνούλα. Περνάμε εύκολα απέναντι και ανηφορίζουμε. Αρχίζουν οι άριες, πελώρια δέντρα, ηλικίας πολλών αιώνων. Ξερό και πετρώδες έδαφος, με πουρνάρια και κέδρα. Τα έλατα εδώ είναι σποραδικά,, ενώ κυριαρχούν στην αντικρινή πλαγιά. Μετά την υγρασία και τη σκιά βγαίνουμε στον ήλιο. Στις αρχές του Οκτώβρη είναι ευχάριστος. Πάνω απ’ τα κεφάλια μας ο καταγάλανος ουρανός είναι διακοσμημένος με σύννεφα ασημόγκριζα. Ευωδιά ρίγανης, πεζούλες με μικροχώραφα, που μισό αιώνα πριν έσπερναν με σιτηρά οι κάτοικοι του Δρυμώνα.

Μπαίνουμε σε εκπληκτικό δάσος πελώριων πουρναριών. Ανάμεσά τους μικρά ξέφωτα με φτέρες. Εδώ σώζονται τα υπολείμματα μικρών πετρόχτιστων καλυβιών των παλιών καλλιεργητών. Ακούγεται έντονος ήχος νερού, διακρίνεται χαμηλά η μεγάλη ρεματιά. Μεγάλα πλατάνια κι ένα πανύψηλο δέντρο μηλιαριού, «μηλιό» το ονομάζει ο Νίκος.

– Αν βράσεις τη φλούδα του, κάνει καλό στην πίεση, συμπληρώνει.

Μία ώρα μετά την αναχώρησή μας φτάνουμε πάνω από την κοίτη της ρεματιάς. Μα, τι παράξενη εικόνα είναι τούτη! Η θέα προς ένα τμήμα της κοίτης ξαφνικά έχει χαθεί. Για 40 ως 50 μέτρα μεσολαβεί πάνω από το ρέμα ένα κομμάτι γης, με χώμα και χορτάρι, που γεφυρώνει τις απότομες όχθες της ρεματιάς. Είν’ ένα φυσικό γεφύρι, με το οποίο μπορεί να περάσει απέναντι κανείς.

– Καταπληκτικό!, λέμε στον Νίκο.

– Μα, δεν είδατε τίποτε ακόμη. Τα θαύματα είναι κρυμμένα κάτω απ’ το γεφύρι. Και αποκαλύπτονται μόνον σε όσους κατέβουν να τα δουν.

Είν’ ένας λόγος να κατέβει κανείς. Ως την κοίτη μεσολαβούν πάνω από 15 μέτρα πλαγιάς, με τόσο έντονη κλίση και τέτοια ολισθηρότητα από τα χόρτα και τη λάσπη, που το εγχείρημα μοιάζει αρχικά με αποκοτιά. Ο Νίκος,, βέβαια, με τη σιγουριά που χαρακτηρίζει τις κινήσεις αγριοκάτσικου, αρχίζει την καταρρίχηση και σ’ ελάχιστο χρόνο βρίσκεται στην κοίτη. Ακολουθεί η Άννα και στο τέλος εγώ. Παρά τα  – θεωρητικά – αντιολισθητικά πεζοπορικά παπούτσια, έρχονται στιγμές που δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ολισθηρότητα του εδάφους. Σ’ εκείνες τις κρίσιμες στιγμές επεμβαίνει ο Νίκος και με τη βοήθειά του καταφέρνουμε στο τέλος να φτάσουμε στην κοίτη. Αυτό που αντικρύζουν τα μάτια μας, μας κάνει να ξεχάσουμε τις προηγούμενες στιγμές. Μια απίστευτη φυσική σήραγγα από συμπαγή βράχο καλύπτει σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων το ρέμα. Στα φαρδύτερα σημεία η σήραγγα πρέπει να φτάνει τα 7 μέτρα, ενώ στα στενότερα δεν ξεπερνάει τα 3 μέτρα.

Τα τοιχώματα και η οροφή του απίστευτου αυτού διαμπερούς σπηλαίου είναι διακοσμημένα από σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Νερά τρέχουν από παντού. Λίγο ψηλότερα οι ακτίνες του ήλιου φιλτράρονται ανάμεσα από κλαδιά και φύλλα πλατανιών.

Η Άννα και ο Νίκος βγάζουν κάλτες και παπούτσια, σηκώνουν παντελόνια και αρχίζουν να βηματίζουν κάτω από το τούνελ, μέσα στο νερό. Μετά από πορεία 20 μέτρων επιστρέφουν, με τα πόδια μουδιασμένα από το παγωμένο, βουνίσιο νερό.

Απομένουμε μερικά λεπτά να θαυμάζουμε αυτόν τον νεραϊδότοπο, το περίφημο «Θεοτικό» του Δρυμώνα. Ύστερα αρχίζουμε την αναρρίχηση στην πλαγιά, που πάντα είναι ευκολότερη από την καταρρίχηση.

 

Ι. ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ ΔΡΥΜΩΝΑ

 

-Στην Μονή Καταφυγίου πρέπει να πάτε οπωσδήποτε, μας λένε στο ξενοδοχείο.

Δεν έχουμε την παραμικρή αντίρρηση. Άλλωστε η φήμη της Μονής είχε φτάσει ως εμάς.

Ο Νίκος αναλαμβάνει πάλι τον ρόλο οδηγού. Παίρνει μάλιστα και το κλειδί της εκκλησίας από το καφενείο του χωριού.

Στο 1 χλμ. από το κέντρο του Δρυμώνα, εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και κατηφορίζουμε σε χωματόδρομο δεξιά. Έναν χωματόδρομο, που σύντομα αποδεικνύονται πολύ δύσβατος, πολύ σαθρός και ολισθηρός αλλά και επικίνδυνος από τις κατολισθήσεις των τελευταίων ημερών. Τελικά, 3,7 χλμ μετά το χωριό, ο δρόμος τερματίζει σ’ ένα πλάτωμα μπροστά στη μονή. βρισκόμαστε σε υψόμετρο 485 μέτρων και το πλάτωμα αυτό είναι το μοναδικό επίπεδο σημείο στο κέντρο ενός άγριου, σχεδόν απροσπέλαστου φαραγγιού.

Ποικίλες εικόνες περνάνε διαδοχικά από τα μάτια μας. Στον αύλειο χώρο ένα κυκλικό πηγάδι, με περίτεχνη τοιχοποιΐα από λαξευτή πέτρα, διάμετρο 4 περίπου μέτρων και βάθος τουλάχιστον 8 μέτρων ως την επιφάνεια του νερού.

Μερικά μέτρα πιο πέρα ορθώνονται τρεις φυτικοί γίγαντες, τρία πανύψηλα κυπαρίσσια, που δεν είναι καθόλου παράξενο να έχουν την ίδια ηλικία με την Μονή, δηλαδή κάτι παραπάνω από 600 χρόνια. Ιδιαίτερα του ενός κυπαρισσιού η περίμετρος, που σχηματίζει και κουφάλα στον κορμό του, ξεπερνάει τα 6 μέτρα!

Αμέσως μετά τα μνημεία της φύσης, θαυμάζουμε το Μνημείο της Ορθοδοξίας. Είναι το καθολικό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, χτισμένο με επιμελημένη αργολιθοδομή, πελεκητούς γωνιόλιθους και πωρόλιθους λαξευτούς στα τόφα των παραθύρων και των θυρών. Μερικά μέτρα πιο πάνω σώζονται οι ερειπωμένοι τοίχοι των εγκαταστάσεων της μονής. Η μεγάλη μας ατυχία είναι, ότι κανένα από τα κλειδιά δεν μπορεί ν’ ανοίξει τις πόρτες του ναού. Χάνουμε έτσι την ευκαιρία να θαυμάσουμε τις σπάνιες υστεροβυζαντινές τοιχογραφίες του ναού.

back-button
next-button
drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_1 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_2 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_3 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_4 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_5 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_6 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_7 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_8 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_9 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_10 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_11 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_12 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_13 drumwnas-sta-oreina-tis-trixwnidas_14
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories