home Άρθρα Διασχίζοντας την κοιλάδα του Σαραντάπορου
Διασχίζοντας την κοιλάδα του Σαραντάπορου

– Μπορείς να κάνεις μια μικρή στάση εδώ; λέει ο Πέτρος.
– Γιατί ειδικά εδώ;
– Νομίζω πως αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον. Μια ματιά θα ρίξω μόνον, δεν θ’ αργήσω.
Δεν θυμάμαι πια πόσες στάσεις έχουμε κάνει στην κοιλάδα του Σαραντάπορου. Ψάχνουμε να βρούμε σημεία πρόσβασης στην κοίτη, όψεις του ποταμού που είναι αθέατες από το δρόμο. Τα σημεία στάσης όμως δεν είναι πάντα ιδανικά. Εκεί που στενεύει ο δρόμος, οι νταλίκες των διεθνών μεταφορών περνούν σύρριζα από δίπλα μας. Το κύμα αέρα μας ταρακουνάει φοβερά. Οι οδηγοί, ανάλογα με την εθνικότητα ή τη διάθεσή τους, άλλοτε χειρονομούν κι άλλοτε κορνάρουν, μ’ αυτή την τρομερή κόρνα των μεγάλων φορτηγών που θυμίζει απόπλου πλοίου.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Διασχίζοντας την κοιλάδα του Σαραντάπορου
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΗΠΕΙΡΟΣ, Ιωάννινα

– Μπορείς να κάνεις μια μικρή στάση εδώ; λέει ο Πέτρος.

– Γιατί ειδικά εδώ;

– Νομίζω πως αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον. Μια ματιά θα ρίξω μόνον, δεν θ’ αργήσω.

Δεν θυμάμαι πια πόσες στάσεις έχουμε κάνει στην κοιλάδα του Σαραντάπορου. Ψάχνουμε να βρούμε σημεία πρόσβασης στην κοίτη, όψεις του ποταμού που είναι αθέατες από το δρόμο. Τα σημεία στάσης όμως δεν είναι πάντα ιδανικά. Εκεί που στενεύει ο δρόμος, οι νταλίκες των διεθνών μεταφορών περνούν σύρριζα από δίπλα μας. Το κύμα αέρα μας ταρακουνάει φοβερά. Οι οδηγοί, ανάλογα με την εθνικότητα ή τη διάθεσή τους, άλλοτε χειρονομούν κι άλλοτε κορνάρουν, μ’ αυτή την τρομερή κόρνα των μεγάλων φορτηγών που θυμίζει απόπλου πλοίου.

– Εδώ όμως δεν εμποδίζουμε κανέναν, λέει με ανακούφιση ο Πέτρος. Όσο θα λείπω, απόλαυσε τη θέα του ποταμού.

Πώς ν’ απολαύσω τη θέα μες το καταμεσήμερο του Μάη; Ο ήλιος σήμερα καίει απ’ το πρωί, μ’ αυτό το γνώριμο συννεφόκαμα, που υπόσχεται βροχή αλλά την αναβάλλει διαρκώς. Στο σημείο, επιπλέον, που βρισκόμαστε, κάπου κοντά στη διασταύρωση προς Πύργο, η κοιλάδα είναι κλειστή από παντού. Η άπνοια που επικρατεί επιτείνει την κουφόβραση. Και το πλάτωμα που σχηματίζεται δεν είναι από τα πιο ειδυλλιακά. Είναι καλυμμένο με μπάζα και μεγάλα κομμάτια ασφαλτοτάπητα, που έχουν απομείνει από την παλιά χάραξη του δρόμου. Το μοναδικό σκιερό σημείο προέρχεται από μερικά νεαρά πλατάνια, που έχουν όμως αναπτυχθεί στην άκρη ενός απότομου πρανούς. Είναι αδύνατον να καθήσω από κάτω και να επωφεληθώ από τη δροσιά έστω αυτής της αδύναμης σκιάς. Ο φίλος μου, ωστόσο, φορτώνεται τον φωτογραφικό του εξοπλισμό και ξεκινάει ν’ ανακαλύψει πρόσβαση στην κοίτη.

– Θέλω να φωτογραφίσω την καρδιά του ποταμού, να νιώσω σαν κομμάτι του, μου λέει. Είδα μια νησίδα μέσα στο ποτάμι. Εκεί θέλω να φτάσω.

Προσπαθώ να τον αποτρέψω. Το εγχείρημα δεν μου φαίνεται τόσο εύκολο και τα νερά είναι φουσκωμένα από τις πρόσφατες βροχές. Ο Πέτρος όμως είναι αμετάπειστος.

– Μην ανησυχείς, θα προσέχω, λέει και εξαφανίζεται κάτω από το δύσβατο πρανές, που έχει σχηματισθεί από τις πέτρες και τα χώματα της διάνοιξης του δρόμου. Απομένω στον μεσημεριανό ήλιο. Άλλοτε βηματίζω πάνω-κάτω κι άλλοτε μπαίνω για λίγο στο αυτοκίνητο που καίει. Προσπαθώ να διασκεδάσω τις στιγμές της προσωρινής μου αδράνειας παρακολουθώντας τα διακριτικά των εθνικοτήτων στις πινακίδες κυκλοφορίας των φορτηγών. Είναι μια διεθνής παρέλαση από Ελλάδα, Τουρκία, Αλβανία, Βουλγαρία, Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία, ακόμα και Ιράν. Όλες σχεδόν οι νταλίκες είναι καλογυαλισμένες και πλούσια διακοσμημένες με φωτάκια, πρόσθετους προβολείς, λογότυπα των επιχειρήσεων που ανήκουν, διευθύνσεις και τηλέφωνα. Οι Έλληνες οδηγοί είναι πάντα πιο ευρηματικοί, πιο εξωστρεφείς. Εκτός από την απίθανη ποικιλία των στολιδιών, κάποιοι αναγράφουν και μηνύματα: «Φεύγω μα θα γυρίσω», «Η Παναγιά μαζί σου», «Έρχεται ο Στελάρας» και τόσα άλλα. Στο σημείο που βρίσκομαι το οδόστρωμα έχει από χρόνια υποστεί μια μικρή, σχεδόν αδιόρατη καθίζηση, που ποτέ δεν έχει οριστικά αποκατασταθεί. Όλοι ανεξαιρέτως οι οδηγοί κόβουν ταχύτητα, γνωρίζουν και τις παραμικρές λεπτομέρειες του δρόμου, ποιος ξέρει πόσες φορές έχουν κάνει αυτή τη διαδρομή. Αλλά κι εγώ θα ήταν αδύνατον πια να υπολογίσω, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα, πόσες φορές πέρασε από τα μάτια μου η κοιλάδα του Σαραντάπορου.

Στα πρώτα εκείνα χρόνια το οδόστρωμα ήταν πιο άγριο και στενό, με λακκούβες και παγίδες. Τα ιδιωτικά αυτοκίνητα ήταν λίγα, τα φορτηγά ελάχιστα. Ήταν μια από τις αγαπημένες μου μοναχικές διαδρομές, που μου χάριζε το προνόμιο να οδηγώ αργά, να παρακολουθώ με την ησυχία μου τη ροή του ποταμού, να σκέφτομαι απερίσπαστα. Με τα χρόνια άλλαξε η κοιλάδα, πλήθυναν τ’ αυτοκίνητα. Ποτέ, ωστόσο, δεν έγινε ο συνωστισμένος και αφιλόξενος δρόμος που κάθε οδηγός παρακαλάει να τελειώσει. Ακόμα κι οι στροφές είναι φιλικές, πολύ πιο ήπιες και αραιές από τις αλλεπάλληλες στροφές που κυριαρχούν στην ανάβαση του Βοΐου ως τον Πεντάλοφο και στην κατάβαση ως το Επταχώρι.

Κάθε φορά που παίρνω την τελευταία κλειστή στροφή με την πηγούλα στο πλάι του δρόμου και μπαίνω στο Επταχώρι, νιώθω ν’ αλαφρώνω, φεύγει ξαφνικά από πάνω μου η ένταση, που τόση ώρα κρατούσε τα δάχτυλά μου σφιγμένα στο τιμόνι. Το Βόϊο μένει πίσω οριστικά, αρχίζει η χαλάρωση στην γλυκύτατη κοιλάδα. Το βουνό, ωστόσο, είναι υπέροχο, με ομορφιά μοναδική κάθε εποχή του χρόνου και ιδιαίτερα το φθινόπωρο. Βαλανιδιές και καστανιές, σφενδάμια, έλατα και πεύκα κοσμούν τις ρεματιές και τα φαράγγια, τις απότομες πλαγιές του ως την κορυφή. Είναι δέντρα ωραία και υγιή, πολλά απ’ αυτά αιωνόβια. Οι βαθιές τους ρίζες συγκρατούν τα χωματερά εδάφη του βουνού, που μετά τις πλούσιες βροχές και τα χιόνια του χειμώνα, γεμίζουν με υγρασία. Αυτές οι κρυφές ποσότητες νερού τροφοδοτούν κάθε χρόνο τις αναρίθμητες πηγές, που στη συνέχεια μεταμορφώνονται σε ρυάκια και μικρορρέματα, γοργοκίνητα και ανυπόμονα να κατηφορίσουν στην κοιλάδα. Σημείο συνάντησής τους στις δυτικές καταπτώσεις του Βοΐου είναι το Επταχώρι. Εδώ γεννιέται ο Σαραντάπορος, αρχικά ένα ρέμα ταπεινό που διασχίζει το χωριό. Η κοίτη του, σε σύγκριση με την κατοπινή του διαδρομή είναι στενή, όση για να χωρέσει το λιγοστό νερό, που προλαβαίνει να μαζευτεί απ’ αυτό το τμήμα του βουνού. Ωστόσο, αν και σε βρεφική ηλικία το ποτάμι, δεν στερείται τη χαρά και υπερηφάνεια να έχει ένα γεφύρι, όπως όλοι οι υπολογίσιμοι χείμαρροι και μεγάλοι ποταμοί. Μ’ αυτό το γεφύρι ο μικρούλης ακόμα Σαραντάπορος κάνει γνωστή την παρουσία του, βγαίνει από την ανυποληψία και την αφάνεια. Παράλληλα όμως δηλώνει και την δισυπόστατη φύση του, που από ήρεμη και αθώα σε περιόδους ανομβρίας, μπορεί να μεταβληθεί απροειδοποίητα σε ορμητική και επικίνδυνη, μετά από δυνατές βροχές και λιώσιμο χιονιών.

Για μερικά χιλιόμετρα μετά το χωριό, η κοίτη εξακολουθεί να είναι ταπεινή, μισοχαμένη σε στενό φαράγγι και πυκνή παραποτάμια βλάστηση. Ο Σαραντάπορος δεν εμπνέει ακόμα σεβασμό, γρήγορα όμως αρχίζουν οι πρώτες ενισχύσεις του με τα νερά των ρεμάτων και ρυακιών που κατηφορίζουν απ’ τα ψηλώματα της Ζούζουλης, της Χρυσής και του Πευκόφυτου. Καθώς περνάνε, το ένα μετά το άλλο τα χιλιόμετρα, το ποτάμι αλλάζει σταδιακά μορφή, δυναμώνει, γίνεται ο κυρίαρχος υδάτινος μονάρχης στην κοιλάδα. Σαν υπήκοοι που επιζητούν την εύνοιά του, σπεύδουν από κάθε χαράδρα ή ρεματιά να δηλώσουν υποταγή, χάνοντας μαζί και την ανεξαρτησία τους, ρέματα, ρυάκια, καταρράκτες και χείμαρροι, μεγάλοι ή μικροί. Καταφθάνουν από παντού, από την παλιά ερειπωμένη Ζέρμα, την πλούσια σε νερά Δροσοπηγή, την εγκαταλειμμένη Λυκόρραχη, την ορεινή Αετομηλίτσα στους πρόποδες του Γράμμου, το μακρινό Πληκάτι πάλι στους πρόποδες του Γράμμου, την απομονωμένη Φούρκα ψηλά πάνω στο Σμόλικα. Ο Σαραντάπορος είναι πια αληθινό ποτάμι, που μπορεί να ατενίζει χωρίς κατωτερότητα τους δυο άλλους συγγενικούς του ποταμούς, τον Βοϊδομάτη και των Αώο.

Κοιτάζω το ρολόι μου για πολλοστή φορά. Κοντεύει σχεδόν μια ώρα που έφυγε ο Πέτρος. Αναρωτιέμαι τι να κάνει τόση ώρα στο ποτάμι. Επιχειρώ να μιλήσω μαζί του μα το κινητό του χτυπάει μέσα στο αυτοκίνητο. Περνάει από τη σκέψη μου μια υποψία ανησυχίας, σαν φευγαλέα σκιά. Δεν περιβάλλεται βέβαια – αν εξαιρέσουμε ορισμένα σημεία – από απόκρημνα φαράγγια ο Σαραντάπορος, όπως αυτά που συναντάμε στον Αώο. Δεν παύει όμως να είναι ένα ποτάμι με κροκάλες που γλιστρούν και με πολύ νερό αυτή την εποχή.

Φτάνω ως την άκρη του απότομου πρανούς, εκεί όπου κατηφόρισε ο Πέτρος. Προσπαθώ να κατοπτεύσω την κοίτη και τις όχθες μα τα πλατανόφυλλα είναι πυκνά, μου περιορίζουν την ορατότητα. Μια λύση μου απομένει: ν’ ακολουθήσω την πιθανή διαδρομή που πήρε ο φίλος μου και να τον αναζητήσω στο ποτάμι. Ψάχνω ήδη να βρω την καταλληλότερη πρόσβαση στην απότομη κατάβαση όταν, ανάμεσα στο βουητό της ροής του ποταμού, ξεχωρίζω έναν ακανόνιστο θόρυβο, σαν να χτυπούν κροκάλες μεταξύ τους. Ταυτόχρονα σχεδόν διακρίνω τον Πέτρο χαμηλά, να ψάχνει την πορεία του μέσα στις πέτρες του αναχώματος. Κάποτε φτάνει στο επίπεδο του δρόμου, κάθιδρος, αναψοκοκκινισμένος, με τις φωτογραφικές του μηχανές. Στο δεξί του χέρι κρατάει σαν στήριγμα ένα ολόισιο, κατεργασμένο ραβδί κρανιάς, που πιθανότατα ξέχασε στις όχθες κάποιος άλλος οδοιπόρος. Η ταλαιπωρία του φίλου μου είναι φανερή, το χαμόγελό του όμως είναι πλατύ, δείχνει μεγάλη ικανοποίηση.

– Το αγαπώ πολύ αυτό το ραβδί. Χωρίς τη βοήθειά του δεν θα ισορροπούσα στις πέτρες, θα έπεφτα μέσα στο νερό. Και βέβαια δεν θα έφτανα ποτέ στη νησίδα του ποταμού.

– Και γιατί έπρεπε να φτάσεις στη νησίδα;

– Γιατί εκεί ήμουν στο κέντρο, στην καρδιά του Σαραντάπορου. Ένιωθα το ποτάμι να ορμάει καταπάνω μου, κάποιες στιγμές νόμιζα πως θα γίνω ένα μαζί του. Ήταν μια αίσθηση αμεσότητας φοβερή, που δεν την είχα από τις όχθες. Τώρα όμως αισθάνομαι κουρασμένος και διψάω τρομερά. Δυστυχώς δεν πίνεται το νερό του ποταμού, μετά τις βροχές είναι θολό.

Ψάχνουμε επειγόντως ένα σημείο σκιερό και δροσερό, αφού τόση ώρα έχω κι εγώ μείνει στον ήλιο εκτεθειμένος και απροστάτευτος. Στην κοιλάδα του Σαραντάπορου όμως τα σκιερά σημεία είναι δυσεύρετα. Είναι αρκετά παράδοξο να διασχίζει κάποιος για τρεις δεκάδες χιλιόμετρα μια πυκνοδασωμένη κοιλάδα ποταμού και μ’ όλη αυτή τη βλάστηση τριγύρω να έχει ελάχιστη ή και καθόλου επαφή. Αυτό οφείλεται στην γεωφυσική ιδιαιτερότητα της κοιλάδας. Είναι μια πελώρια φυσική χοάνη ανάμεσα σε βουνά με έντονο ανάγλυφο και απότομα πρανή, πυκνοδασωμένα με βαλανιδιές, πουρνάρια και γάβρους, έλατα και πεύκα. Τα δάση αυτά, που στα περισσότερα σημεία έχουν παραμείνει αδιαπέραστα και απάτητα, αναπτύσσονται ως τις παρυφές της φαρδιάς κοίτης του ποταμού ή καταλήγουν απότομα πάνω από το δρόμο, χωρίς να έχουν μαζί του άμεση επαφή. Εδώ δεν περνάμε κάτω από ειδυλλιακές αψίδες που σχηματίζουν λεύκες ή πυκνά φυλλώματα αιωνόβιων πλατανιών, θέαμα γοητευτικό και αρκετά οικείο σε άλλα ποτάμια της Ελλάδας. Στην κοιλάδα του Σαραντάπορου θαυμάζουμε ουσιαστικά την γενναιόδωρη γύρω φύση και την ευρύτατη κοίτη με τη ροή του ποταμού. Το εύρος της κοίτης είναι εκπληκτικό. Σε ορισμένα σημεία φτάνει τις δυο με τρεις εκατοντάδες μέτρα. Ανάμεσα στα συμπαγή καταπράσινα βουνά θυμίζει μια πελώρια λεωφόρο με γκρίζο αμμοχάλικο, που σμίλεψε στους αιώνες, κατατρώγοντας τα βουνά, η ροή του ποταμού. Μια ροή πολυπρόσωπη, άλλοτε ήρεμη και αρχοντική, σαν λίμνη και άλλοτε βουερή και ορμητική, που ψάχνει να βρει δίοδο ανάμεσα από βράχους και φαράγγια. Πολύ συχνά η ροή είναι άστατη και παιχνιδιάρικη, αρέσκεται στις διακλαδώσεις και παρεκκλίσεις, στις αποσχίσεις από τον κύριο όγκο των νερών του ποταμού. Τότε δημιουργεί νησίδες μεγάλες ή μικρέ σαν κι αυτή, που λίγη ώρα πριν φιλοξένησε στο ασταθές έδαφός της τον Πέτρο.

Η δίψα μας έχει φτάσει πλέον στα όριά της. Και γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς ηχεί στ’ αυτιά μας το αέναο βουητό του ρέοντος νερού. Στη θύμησή μου έρχεται η διακλάδωση προς τον ορεινό οικισμό του Πύργου. Εκεί, αμέσως μετά τη σιδερένια γέφυρα, υπάρχει μια πηγή. Δεν χάνουμε στιγμή. Βγαίνουμε από το κεντρικό οδικό δίκτυο και σ’ ένα λεπτό συναντάμε την πηγή.

– Να το πρόσωπο της ευτυχίας, φωνάζει ο Πέτρος. Μια δροσερή πηγή νερού που, τη στιγμή που την έχεις ανάγκη, εμφανίζεται μπροστά σου.

Βάζουμε πρώτα τα κεφάλια μας κάτω απ’ το νερό που κατεβαίνει κρύο από τα σπλάχνα του βουνού. Ο ιδρώτας και το κάψιμο του ήλιου απομακρύνονται, μας κυριεύει αμέσως μια απερίγραπτη αίσθηση ευφορίας και δροσιάς. Το χώμα από κάτω είναι λασπωμένο, βουλιάζουν τα παπούτσια και βρεχόμαστε. Δεν νοιάζεται κανένας. Ύστερα πίνουμε αχόρταγα απ’ αυτό το αμόλυντο, φυσικό νερό, που σε τίποτε δεν θυμίζει τη βρύση μας στην πόλη. Είναι μια απ’ αυτές τις μικρές-μεγάλες χαρές του ταξιδιού στα ελληνικά βουνά, που εξακολουθούν ν’ ανταμείβουν τον ταξιδιώτη με το πολυτιμότερο φυσικό αγαθό που όλο και σπανίζει.

Μετά τον κορεσμό της δίψας σειρά έχει η πείνα.

– Έχω ακούσει, πώς το νερό αυτής της πηγής είναι πολύ χωνευτικό, λέω στον Πέτρο. Τρως μισό αρνί, πίνεις απ’ αυτό το νερό και σε τρεις ώρες ξαναπεινάς.

– Πόσο μάλλον εμείς, που δεν φάγαμε καθόλου απ’ το πρωί, μου απαντάει γελώντας. Δεν έχουμε βέβαια αρνί αλλά μόνον δύο σάντουιτς ταπεινά.

Ξέρω πολύ καλά τα «ταπεινά» σάντουιτς, που με ιδιαίτερη επιμέλεια προετοιμάζει ο Πέτρος. Είναι από μαύρο ψωμί από τον «Φούρνο της Πυλαίας» και περιέχουν δύο είδη γραβιέρας που συνδυάζονται με σαλάμι αέρος, το πιο πικάντικο και νόστιμο δυνατό. Τι να το κάνουμε το αρνί; Κάτω από τη σκιά των δέντρων, δίπλα στην πηγή, το γεύμα αυτό είναι ασύγκριτο. Μερικά μέτρα μπροστά μας μας γαληνεύει η ροή των νερών του ποταμού.

Γεμίζουμε τα παγούρια μας με φρέσκο νερό και ξεκινάμε την ανάβαση για τον οικισμό του Πύργου. Η στάση στην πηγή μας έχει αναζωογονήσει στον υπέρτατο βαθμό, είμαστε δυο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, σαν να βρισκόμαστε στο ξεκίνημα της μέρας. Από τη σκιά και τη δροσιά ξαναβγαίνουμε στη ζέστη και το φως. Ο δρόμος ανηφορίζει με αλλεπάλληλες στροφές, μας οδηγεί διαρκώς σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Είναι μια πορεία αργή, μοναχική, με κίνηση ανύπαρκτη, μια ιδανική διαδρομή που μετατρέπει την αυτοκίνηση σε αληθινή απόλαυση. Η άπνοια της κοιλάδας έχει δώσει τη θέση της σ’ ένα αεράκι, που όσο ανεβαίνουμε δροσίζει περισσότερο. Κάθε στροφή μας επιφυλάσσει μια νέα εικόνα της κοιλάδας πιο θεαματική, πιο πανοραμική. Αντιλαμβανόμαστε ήδη πολύ ρεαλιστικά, όχι μόνον τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες της χαράδρας αλλά και τις πραγματικές της διαστάσεις, τη μεγαλοπρέπεια της φύσης. Είναι μια τέλεια κάτοψη της μακρόστενης χοάνης, που στο χαμηλότερο επίπεδό της διακοσμείται με τις παράλληλες ελικοειδείς πορείες του Σαραντάπορου και του δρόμου. Στο βάθος της κοιλάδας διακόπτεται ο ορίζοντας από το περίγραμμα του Γράμμου, ενώ απέναντί μας δεσπόζει ο Σμόλικας με τα τελευταία χιόνια στην κωνική του κορυφή. Δυο στροφές πιο πάνω προβάλλει και η Τύμφη με αρκετό χιόνι ακόμα στις ανήλιαγες χαραδρώσεις της. Έχουμε την ευτυχία ν’ αγναντεύουμε γύρω μας τρία από τα ψηλότερα ελληνικά βουνά στην ωραιότερη και πιο θεαματική ορεινή διαδρομή της περιοχής. Δυστυχώς, την ώρα τούτη του ζεστού απομεσήμερου, δεν είναι ευνοϊκό για φωτογράφηση το φως.

– Θα επιστρέψουμε αργότερα, λέω στον Πέτρο.

Προς τα νότια και δυτικά παύει να διακρίνεται η χοάνη της κοιλάδας, χάνεται πίσω από βουνά. Εκεί, για μερικά χιλιόμετρα λοξεύει ο Σαραντάπορος, γίνεται αθέατος απ’ το δρόμο. Τον ξανασυναντάμε αργότερα στον δρόμο προς Αμάραντο. Εδώ είναι ίσως το φαρδύτερο τμήμα της κοίτης του ποταμού. Δεν είναι πια κοιλάδα αλλά μια τεράστια επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με κροκάλες και αμμοχάλικο. Μέσα σ’ αυτή τη γκρίζα απεραντοσύνη χάνει τη δυναμική και την ενιαία ροή του ο Σαραντάπορος, κυλάει νωχελικά και διακλαδίζεται σε μικρότερους ποταμούς. Ωστόσο, η ηρεμία αυτή είναι παροδική. Σ’ ένα σημείο στενεύει απότομα η κοίτη και δίνει τη δυνατότητα στις δυο αντικριστές όχθες να ενωθούν με μια σιδερένια γέφυρα τύπου Μπέλεϋ. Αμέσως μετά τη γέφυρα δημιουργείται ένα φαράγγι με βράχους κατακόρυφους. Η συμπεριφορά του ποταμού, έτσι όπως συμπιέζεται στον πέτρινο κλοιό, μεταβάλλεται δραματικά. Ο νηφάλιος χαρακτήρας του αποκτάει μια επιθετικότητα πρωτόγνωρη στην μέχρι τώρα διαδρομή. Θολό και αφρισμένο το νερό κατρακυλάει πάνω στις πέτρες με δυνατό βουητό, προσδίδοντας στον Σαραντάπορο μια όψη τρομερή.

Δεν κρατάει πολύ η οργή του ποταμού, στα Λουτρά των Καβάσιλων ξεθυμαίνει οριστικά. Νηφάλιος πια και φιλικός ο ποταμός διατρέχει το τελευταίο κομμάτι της ελληνικής του διαδρομή, περνάει κάτω από τον οικισμό της Καλόβρυσης και την γέφυρα της Μέρτζιανης και φτάνει σε απόσταση αναπνοής από τη φημισμένη Μονή της Μολυβδοσκέπαστης. Εκεί συναντάει τα αδελφωμένα νερά του Βοϊδομάτη και του Αώου και, με κοινή πορεία τα τρία ποτάμια, χάνονται στα βάθη της Αλβανίας.

Νωρίς το απόγευμα φτάνουμε στον Πύργο. Το ελαφρό αεράκι μοιάζει αδύναμο να περιορίσει την κουφόβραση. Δεν συναντάμε ούτε ψυχή. Οι λιγοστοί κάτοικοι του ορεινού οικισμού χαλαρώνουν αυτή την ώρα στην γαλήνη των σπιτιών.

– Ωραία ώρα για ένα καφεδάκι, λέει ο Πέτρος. Πού να το βρούμε όμως σ’ αυτή την ηρεμία;

– Θα δοκιμάσουμε την τύχη μας στην Καστάνιανη, απαντάω.

Κατηφορίζουμε και πάλι στα βάθη της κοιλάδας μα το μετανιώνουμε στη στιγμή. Σαν να είναι συνεννοημένες αυτή την ώρα οι νταλίκες, περνάνε ακατάπαυστα από δίπλα μας, μας κάνουν να νοσταλγούμε την ερημιά του Πύργου, έστω και χωρίς την προοπτική ενός καφέ. Ακόμα και το ωραιότερο φυσικό περιβάλλον, όταν διαταράσσεται από ανθρώπινες δραστηριότητες, χάνει μεγάλο μέρος της ομορφιάς του. Ευτυχώς η δοκιμασία δεν κρατάει πολύ. Γρήγορα λοξεύουμε προς Καστάνιανη, που – ατυχώς – αντικατέστησε το παλιό, εύηχο όνομά της με το κοινότοπο σύγχρονο Καστανιά. Ήρεμοι και πάλι θαυμάζουμε χαμηλά τις επιβλητικές διακλαδώσεις της ροής του Σαραντάπορου και ύστερα εισχωρούμε σε δάσος πυκνό και σκιερό.

Ο καιρός αλλάζει, τα σύννεφα πυκνώνουν και κρύβεται ο ήλιος. Σε μια στροφή του δρόμου, αθέατη ως εκείνη τη στιγμή, προβάλλει μεγαλόπρεπη η Καστάνιανη, μια οικιστική ενότητα γοητευτική, φωλιασμένη αμφιθεατρικά σε καταπράσινη πλαγιά. Βρίσκουμε έναν δασικό δρόμο, που μας βγάζει σ’ ένα ξέφωτο με κορυφαία θέα σ’ όλο το χωριό. Εδώ σταματάμε, το καφεδάκι μπορεί για λίγο να περιμένει. Πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής. Ωστόσο ο καιρός δεν είναι σκοτεινός, πού και πού διαπερνά τα σύννεφα ο ήλιος και ρίχνει ένα φως φιλτραρισμένο και απαλό σ’ όλο το δάσος και στα σπίτια του χωριού.

Η βροχή σταματάει, μας δίνει τη δυνατότητα μιας μεγάλης βόλτας στον ωραίο οικισμό. Καλντερίμια, στενοσόκακα, κατηφόρες και ανηφόρες, αρχοντικά τριώροφα πετρόχτιστα, χρονολογίες του 19ου αιώνα, εκκλησία επιβλητική με δίδυμο καμπαναριό και τοιχοποιία εκπληκτική, πέτρινο γεφύρι, λουλούδια και αυλές αλλά και αναρίθμητα καλώδια της παρείσακτης ΔΕΗ. Άνθρωποι πρόσχαροι μας χαιρετάνε ευγενικά. Να και το καφενεδάκι στον πρώτο όροφο, πάνω από το Κοινοτικό Γραφείο του χωριού. Η παρουσία του γίνεται μετά βίας αντιληπτή. Κόσμος αρκετός στο εσωτερικό, όλοι ηλικιωμένοι και όλοι άντρες, σύμφωνα με τις πατροπαράδοτες συνήθειες των ηπειρώτικων χωριών.

Ξεκουραζόμαστε, γαληνεύουμε, μιλάμε με τους ντόπιους για την παλιά ακμή του μεγάλου αυτού χωριού, ενός από τα πιο παραδοσιακά και ωραία μαστοροχώρια της επαρχίας της Κόνιτσας.

Το απόγευμα προχωράει, σκοτεινιάζει και πάλι ο ουρανός. Πριν βγούμε στο κεντρικό οδικό δίκτυο, ρίχνουμε μια ματιά από ψηλά στην φαρδιά κοίτη του Σαραντάπορου. Είναι ακριβώς το σημείο, όπου παρεμβάλλεται μια μικρή νησίδα και αναγκάζει τη ροή του ποταμού ν’ αποκτήσει σχήμα κυκλικό. Ένα αμυδρό φως πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Για λίγες στιγμές χαρίζει στα νερά παράξενες αποχρώσεις γαλάζιες και ασημί.

Παίρνουμε αργά τον δρόμο για την Κόνιτσα. Η ξέφρενη απογευματινή παρέλαση των φορτηγών βρίσκεται στο τέλος της. Στην διασταύρωση του Πύργου κόβω ταχύτητα και στρίβω δεξιά. Ο Πέτρος με κοιτάζει με απορία.

– Σου είχα υποσχεθεί να επιστρέψουμε σ’ αυτή τη διαδρομή. Δυστυχώς μας γοήτεψε η Καστάνιανη και αργήσαμε. Δεν ξέρω αν θα προλάβουμε τον ήλιο. Έτσι κι αλλιώς είναι κρυμμένος, λέω στον φίλο μου.

Στον ανήφορο λοιπόν και πάλι για τον Πύργο. Σ’ αυτή την ονειρεμένη διαδρομή, που έμελλε να  μας χαρίσει την συναρπαστικότερη οπτική και αισθητική εμπειρία στο τελείωμα της μέρας. Ήδη από τις πρώτες στροφές κάτι δείχνει να έχει αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Είναι το φως του δειλινού, όχι άμεσο αλλά διάχυτο παντού, που δεν καίει τους χρωματισμούς στο περιβάλλον αλλά τους αποδίδει ρεαλιστικά, με τόνους φυσικούς. Επιπλέον, μετά την απογευματινή βροχή και την απομάκρυνση της ζέστης, η φύση έχει λευτερωθεί από το πέπλο της καταχνιάς, που είχε θρονιαστεί αμετακίνητα πάνω από κοιλάδα, δάση και βουνά ως το βάθος του ορίζοντα. Ψηλά στον ουρανό φυσάει δυνατά, τα σύννεφα αλλάζουν θέση συνεχώς.

– Προμηνύονται εκπλήξεις, λέω στον Πέτρο. Ας προλάβουμε λοιπόν το ωραιότερο θεωρείο, που μας προσφέρει η φύση σ’ αυτή την περιοχή.

Είναι ένα μικρό πλάτωμα του δρόμου μ’ ένα μνημείο λαξευμένο σε συμπαγές κομμάτι βράχου. Η θέα είναι απαράμιλλη προς την Τύμφη και τον Σμόλικα, ένα μεγάλο μέρος της κοιλάδας, τ’ αντικρινά μαστοροχώρια Γανναδιό, Μόλιστα και Μοναστήρι και τον ορίζοντα της δύσης. Εδώ αποφασίζουμε να υποδεχτούμε το τελείωμα της μέρας. Έχει όμως ψυχράνει ο καιρός. Τυλιγόμαστε στα μπουφάν, καθόμαστε στο πέτρινο πεζούλι και αγναντεύουμε. Ο αέρας φέρνει στ’ αυτιά μας γλυκό ήχο κουδουνιών. Είναι από το μικρό κοπάδι κατσικιών, που δυο στροφές χαμηλότερα διέσχιζε το δρόμο. Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά μας ο νεαρός βοσκός. Δεν ήρθε από το δρόμο αλλά ανηφόρισε κάθετα, απ’ την απότομη πλαγιά. Παίρνει μια-δυο ανάσες να διώξει το λαχάνιασμα και μας ζητάει με ξενική προφορά να του δώσουμε φωτιά.

– Έχασα τον αναπτήρα μου, έχω πολλή ώρα να καπνίσω.

Του δίνουμε αναπτήρα, ανάβει ένα τσιγάρο, τραβάει δυο-τρεις γενναίες ρουφηξιές και μας αποχαιρετάει με ευχαριστίες. Εξαφανίζεται και πάλι στην απότομη πλαγιά. Τα λεπτά κυλούν, ο ήλιος εξακολουθεί να είναι φυλακισμένος απ’ τα σύννεφα της δύσης.

– Έπεσα έξω, λέω στον Πέτρο. Σε λίγη ώρα θα χαθεί ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά.

– Ας μείνουμε λίγο ακόμα, επιμένει ο φίλος μου. Δεν συναντάμε κάθε μέρα τέτοιο υπερθέαμα.

Η εύνοια της φύσης εκδηλώνεται τόσο απρόσμενα που μας βρίσκει απροετοίμαστους. Ξαφνικά ανακαλύπτει κάποια ανοίγματα ο ήλιος και κατευθύνει δέσμες φωτός στ’ αντικρινά βουνά, σαν να κρατάει έναν πανίσχυρο προβολέα που τον μετακινεί επιλεκτικά. Ταυτόχρονα σχεδόν συντελούνται κι άλλες, θεαματικότερες αλλαγές. Π σκοτεινός ουράνιος θόλος πάνω από τον Σμόλικα χρωματίζεται αχνά.

– Ουράνιο τόξο!, φωνάζουμε κι οι δυο.

Τρέχει ο Πέτρος βιαστικά στο αυτοκίνητο, αρπάζει τον βαρύ τρίποδα και τον στήνει στο έδαφος, ανοίγω εγώ τη θήκη και βγάζω τον μεγάλο τηλεφακό, περνούν πολύτιμα δευτερόλεπτα, ευτυχώς το ουράνιο τόξο δεν χάνεται αλλά μεγαλώνει συνεχώς. Κι ενώ στοχεύει ο Πέτρος και κάνει τις τελευταίες του ρυθμίσεις, σκάζουν πάνω μας οι πρώτες σταγόνες της βροχής.

– Γρήγορα το αδιάβροχο, φωνάζει ο Πέτρος.

– Καλύτερα την ομπρέλλα, λέω εγώ.

Βρίσκω αμέσως την ομπρέλλα, την ανοίγω, μου την χαλάει ο αέρας, φτάνω επιτέλους πάνω από τον Πέτρο, προλαβαίνω να προστατέψω τον πολύτιμο εξοπλισμό. Κάτω από την ομπρέλλα φωτογραφίζει ασταμάτητα ο φίλος μου, μια το ουράνιο τόξο, μια την Τύμφη, μια τον Σμόλικα, μια τις πλαγιές με τ’ αντικρινά βουνά, πάλι το ουράνιο τόξο, οριζόντιο, κάθετο, μισοχαμένο πίσω από μια ξαφνική καταιγίδα στην κορυφή του Σμόλικα. Η βροχή σταματάει, έτσι ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Το ουράνιο τόξο παραμένει για λίγο ακόμη, μας δίνει την ευκαιρία ν’ απολαύσουμε την μεγαλοπρέπειά του μ’ όλη μας την άνεση. Ύστερα ξεθωριάζει αργά στο τελευταίο φως του δειλινού.

back-button
next-button
stin-koilada-tou-sarantaporou stin-koilada-tou-sarantaporou_1 stin-koilada-tou-sarantaporou_2 stin-koilada-tou-sarantaporou_3 stin-koilada-tou-sarantaporou_4 stin-koilada-tou-sarantaporou_5 stin-koilada-tou-sarantaporou_6 stin-koilada-tou-sarantaporou_7 stin-koilada-tou-sarantaporou_8 stin-koilada-tou-sarantaporou_9 stin-koilada-tou-sarantaporou_10 stin-koilada-tou-sarantaporou_11
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories