Μια συναρπαστική εμπειρία η διάσχιση της Τύμφης. Μια σπουδή στην εντυπωσιακή γεωμορφολογία της. Ένα διήμερο στον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου που μας αποκαλύπτει τον τεράστιο πλούτο της σπάνιας χλωρίδας και πανίδας του.
Κοιτάζω με δέος το πέρασμα του Καρτερού. Είχα ακούσει τόσα πολλά γι’ αυτό. Είναι δύσκολο μου είπαν. Κρατάει και χιόνια μέχρι τα τέλη Ιούνη.
Τα πόδια μου αρχίζουν να τρέμουν, εικόνες πτώσης περνούν από το μυαλό μου. Κάθομαι στην άκρη του γκρεμού προσπαθώντας να υπολογίσω την απόσταση, την κλίση, και να μετριάσω τους χτύπους της καρδιάς. Η θέα του απότομου αυτού περάσματος που στα 2/3 του είναι καλυμμένο με χιόνι, είναι στην ουσία ένα σαθρό λούκι με πέτρες σε κλίση σχεδόν 40% και υψομετρική διαφορά περίπου 200 μέτρα. Είναι το μοναδικό πέρασμα από τη Γκαμήλα για το Σιάδι της Μύγας για όσους θέλουν να ολοκληρώσουν μια κυκλική διάσχιση της Τύμφης.
Τραβάω μερικές φωτογραφίες κι αρχίζω να ετοιμάζω τον εξοπλισμό μου. Μου δίνω πολλά συγχαρητήρια που έφτασα μέχρι εδώ και σκέφτομαι να ξεκινήσω την επιστροφή μου για το καταφύγιο.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για το πώς, ποιοι και γιατί, βρεθήκαμε εδώ.
Σου έχω καλά νέα, ακούστηκε ενθουσιασμένη η φωνή του συνοδοιπόρου και φίλου Γιάννη στο τηλέφωνο, 10 μέρες πριν.
Μια ομάδα που γνωρίζω και που διοργανώνει ιδιαίτερες εκδρομές σε βουνά, έχει προγραμματίσει διάσχιση της Τύμφης κάνοντας μια κυκλική διαδρομή από Κόνιτσα-Κερασιά-Γκαμήλα-Αστράκα-Πέρασμα Καρτερού-Σιάδι Μύγας-Κόνιτσα. Όπως το είχαμε ονειρευτεί, και μάλιστα θα το κάνουμε με παρέα και οδηγούς. Τι λες; Δηλώνουμε συμμετοχή;
Έκλεισα το τηλέφωνο κι έψαξα στο διαδίκτυο τη φόρμα συμμετοχής στην ιστοσελίδα του Alpikos Rythmos.
Απόγευμα Παρασκευής 30/5 φτάσαμε στην Κόνιτσα, ο Γιάννης, ο Δημήτρης, κι εγώ. Η συνάντηση με την υπόλοιπη ομάδα είχε ορισθεί για αύριο Σάββατο 31/5 κι ώρα 07:30 στο εμβληματικό γεφύρι.
Το βράδυ ο ύπνος δύσκολος, με σκέψεις πολλές για τη βατότητα του μονοπατιού, τις δυσκολίες λόγω μεγάλων υψομετρικών (περίπου 2000μ.), τις θερμοκρασίες (ζέστη στα χαμηλά, κρύο στα ψηλά), τους ρυθμούς ανάβασης της ομάδας, μα πάνω από όλα το πέρασμα του Καρτερού.
6:30 από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου Αώου αγναντεύω τη μοναδική κόψη της Γκαμήλας, την ψηλότερη κορυφή της Τύμφης (2497μ.). Πόσους μάγεψε με την ομορφιά της κι έκανε εραστές της αυτή η βράχινη, σκληρόκαρδη κυρία, της οποίας η ανάβαση έγινε ένας από τους δημοφιλέστερους ορειβατικούς προορισμούς της Ηπείρου και η αντανάκλασή της στα νερά της δρακόλιμνης, η πιο instagram-ική φωτογραφία.
Όλα έτοιμα και η αναμνηστική φωτογραφία με τους 12 συνοδοιπόρους δίνει την εκκίνηση.
Πρώτος πάει ο Νίκος, αρχηγός της ομάδας και πολύ καλός γνώστης του μονοπατιού. Ένας- ένας ακολουθούμε, αρχικά στα πρώτα ασφάλτινα μέτρα διπλά στο ποτάμι, πηγαίνοντας προς το πάρκινγκ όπου σταθμεύουν τα οχήματά τους οι επισκέπτες της Ιεράς Μονής Στομίου. Στην αριστερή πλευρά του πάρκινγκ διακρίνεται ένα πέρασμα. Η σήμανση αραιή με κόκκινα σημάδια σε δέντρα και βράχια, μας βάζει στο δασωμένο μονοπάτι.
Χαρούμενοι που η πορεία μας είναι κάτω κι ενδιάμεσα από δέντρα, ανοίγουμε συζητήσεις με τους διπλανούς. Κάποιοι (αρκετοί) έχουν έρθει από Αθήνα, άλλοι από Τρίκαλα, Φλώρινα, και η τριάδα μας από Θεσσαλονίκη. Όλοι λάτρεις των βουνών και των δυνατών συγκινήσεων. Ο Άγγελος, δεύτερος οδηγός της ομάδας, μένει τελευταίος, είναι η σκούπα.
Χαμηλά, στα 400 μ. υψόμετρο, διασχίζουμε πυκνά δάση από αριές, πουρνάρια, φιλίκια, κουτσουπιές, πλατάνια, σχίνα, σκλήθρα και ιτιές Καθώς κερδίζουμε υψόμετρο, στα 750-1000 μ. συναντάμε πολλά είδη φυλλοβόλων, βελανιδιές, σφενδάμια, γάβρους, σορβιές, και λίγο ψηλότερα στα 1000-1.600 μ. ξεκινάει ένα υπέροχο μεικτό δάσος με έλατα, μαυρόπευκα, οξιές, και νανόκεδρα. Στα ανώτερα υψομετρικά όρια φυτρώνουν τεράστια ρόμπολα και στο τέλος απλώνονται τα ατέλειωτα υποαλπικά κι αλπικά λιβάδια με πολλά σπάνια φυτά.
Η πορεία μας συνέχεια ανηφορική, αρκετά απαιτητική και με συχνές στάσεις για ανάσες, νερό και μικρή ανάπαυλα. Στόχος να φτάσουμε με το τελευταίο φως στο καταφύγιο της Αστράκας, όπου και η διανυκτέρευσή μας, αφού πρώτα ανέβουμε στη δρακόλιμνη.
Οι τελευταίες εικόνες από ψηλά των μαιανδρισμών του Αώου μας αποζημιώνουν, καθώς αλλάζουμε κατεύθυνση και μπαίνουμε βαθύτερα στο εσωτερικό του βουνού. Ο ορεινός όγκος της Τύμφης είναι ένα τεράστιο ορεινό σύστημα από πανύψηλες κορυφές, κάθετους γκρεμούς, αλπικά λιβάδια, ατέλειωτες σάρες, φαράγγια, βάραθρα, δάση, δρακόλιμνες, εποχικές λούτσες και ποτάμια, τα οποία σχηματίζουν ένα τοπίο που θυμίζει έντονα τα βουνά των Άλπεων. Δικαίως η Τύμφη θεωρείται το πιο μεγαλόπρεπο βουνό της Πίνδου. Καταλαμβάνει μια έκταση 350.000 στρεμμάτων που απλώνεται σε μια περίμετρο 60 χλμ. Η ψηλότερη κορυφή της είναι η Γκαμήλα (2.497 μ.) και ακολουθούν ο Καρτερός (2.478 μ.), τα Μεγάλα Λιθάρια (2.467 μ.), η Γκούρα (2.466 μ.), η Αστράκα (2.432 μ.), ο Πλόσκος (2.377 μ.), η Τσούκα Ρόσσα (2.376 μ.), το Κρεβάτι (2.375 μ.), το Σαμάρι (2.297 μ.), ο Λάπατος (2.254 μ.), το Τζουμάκο (2.157 μ.) και πολλές ακόμα. Στα βόρεια της Τύμφης σχηματίζεται η κοιλάδα του Αώου που τη χωρίζει από τον Σμόλικα και την Τραπεζίτσα. Στα δυτικά και νότια και κάτω από την Αστράκα, βρίσκονται το φαράγγι του Βίκου, το φαράγγι του Μέγα Λάκκου και ο Βοϊδομάτης, ενώ στα ανατολικά οι πλαγιές κατεβαίνουν πιο ομαλά προς τον Γυφτόκαμπο.
Η διάσχιση της Τύμφης είναι μια μοναδική εμπειρία, μια σπουδή στην εντυπωσιακή γεωμορφολογία, δεδομένου πως βρίσκεται στον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου και φυλάσσει καλά έναν τεράστιο πλούτο από σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας.
Ο καιρός στα αλπικά τοπία είναι ευμετάβλητος. Δυνατός αέρας και βαριές σταγόνες βροχής μας αναγκάζουν να σταματήσουμε για να φορέσουμε τ’ αδιάβροχα. Κανείς όμως δεν παραπονιέται και δεν το κουνάει από το σημείο θέας της απέναντι κορυφής, της Τραπεζίτσας, καθώς ο ήλιος της χαρίζει τις μεσημεριανές του ακτίνες. Η βροχή σταματάει, απότομα όπως ήρθε, το χώμα ευωδιάζει καθώς διασχίζουμε απέραντα λιβάδια με ασφόδελους. Η φωνή ενός αγριόγιδου μας ακινητοποιεί και μας γεμίζει με αισιοδοξία για τα μικρά αυτά ελεύθερα πλάσματα που μας επιτρέπουν να συνυπάρχουμε στον χώρο τους.
17:00 κι έχουμε φτάσει στο σημείο ανάβασης για τη δρακόλιμνη.
Κάποιοι αποφασίζουν να συνεχίσουν για το καταφύγιο, ενώ κάποιοι ρομαντικοί επιλέγουμε ν’ ανέβουμε για να απολαύσουμε τη δύση καθώς η κόκκινη σταρ του βουνού θα καθρεφτίζεται στα νερά της δρακόλιμνης.
Ξαφνικά, νομίζουμε ότι είμαστε σε κεντρικό δρόμο μεγαλούπολης. Ομάδες, παρέες, σκύλοι, κατεβαίνουν χαρούμενοι φωνάζοντας και τραγουδώντας. Είναι ευτυχισμένοι που τα κατάφεραν και μας μεταδίδουν τη θετική τους ενέργεια. Σε λίγες ώρες θα γίνουμε όλοι μια παρέα, τρώγοντας και πίνοντας στις φωτισμένες σάλες του καταφυγίου, αλλά και χορεύοντας στη μοναδική βεράντα του κάτω από τον έναστρο ουρανό.
16,7 χλμ. είναι πολλά για μια μέρα όταν θα πρέπει ν’ ανέβεις πάνω από 1700 μέτρα. Τα καταφέραμε όμως, έστω και μέσα σε 12 ώρες.
Κυριακή 1/6 όλοι με καφεδάκι και πρωινό απολαμβάνουμε το πρώτο φως στα θεαματικά βράχια της Αστράκας. Όπως όλα δείχνουν, ωστόσο, κάποια μέλη της ομάδας δε θα συνεχίσουν τη διάσχιση. Η ομάδα που θα μείνει στο καταφύγιο θα γυρίσει πίσω μέσω μιας άλλης, πιο σύντομης διαδρομής, ενώ εμείς οι 8 θα συνεχίσουμε κανονικά.
07:30 μια τελευταία αναμνηστική φωτογραφία στην είσοδο του καταφυγίου και ξεκινάμε.
Αρχικά η πορεία μέσα σε αλπικά λιβάδια. Περνάμε ρυάκια και μάντρες, ενώ πάντα στα δεξιά μας έχουμε την Αστράκα. Είμαστε χαρούμενοι που ξεκινάμε για καινούργιες πορείες και συχνά εντυπωσιαζόμαστε από τα ιδιαίτερα γεωλογικά φαινόμενα που συναντάμε.
Σαν αυγά δράκου δεν είναι αυτά; αναρωτιέμαι φωναχτά καθώς φωτογραφίζω πελώριους στρογγυλούς βράχους. Είναι ένα στοιχείο που αργότερα θα το αναφέρω στον συνεργάτη-γεωλόγο Βασίλη Μέλφο. Ίσως είναι κάτι πολύ σημαντικό για τη γεωμορφολογία της περιοχής. Όλοι συμφωνούν και περιμένουν τις επεξηγήσεις (οι οποίες δεν άργησαν και παρουσιάζονται στο άρθρο του Δρ. Γεωλογίας Χρήστου Λ. Στεργίου, που θα δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα μας στις 30 Αυγούστου!)
Προορισμός μας η κορυφή της Γκαμήλας. Θεαματικός ο επιβλητικός όγκος του Πλόσκου, μας ακολουθεί συνέχεια απ’ αριστερά. Μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες στην κορυφή, στην οποία δύσκολα μπορούμε να σταθούμε όρθιοι από τον αέρα, και γρήγορα επιστροφή στα ρίζα του βουνού για τη συνέχιση της πορείας.
Τραβερσάρουμε στη ράχη της Γκαμήλας II. Κερδίζοντας σίγα-σιγά υψόμετρο το μονοπάτι γίνεται δυσδιάκριτο, το έδαφος σαθρό δυσκολεύει τα πόδια και μειώνει την ταχύτητα. Σήμανση ανύπαρκτη. Μόνιμη οπτική επαφή με τον Νίκο, τον οδηγό μας, που με τους ελιγμούς του χαράζει πορεία και τον ακολουθούμε. Ο ήλιος έχει ανέβει και νιώθουμε τη ζέστη. Κάθε φορά όμως που κάνουμε στάση είναι απαραίτητο το μπουφάν. Το βάλε-βγάλε κουραστικό αλλά αναγκαίο. Κινούμαστε συνέχεια στην κορυφογραμμή της Τύμφης, είμαστε στην καρδιά της και γύρω μας βουνά που ορθώνονται άγρια μα και προστατευτικά. Μια αίσθηση ελευθερίας αλλά και ταπεινότητας μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο της φύσης της πατρίδας μας.
Σε λίγο αρχίζει η κατάβαση. Χέρια επιστρατεύονται για τη στήριξη καθώς το πόδι δε βρίσκει επαρκές έδαφος να πατήσει. Σαν μια μικρή κουκίδα φαίνεται ο Νίκος μπροστά καθώς σταματά κάτω από έναν πελώριο βράχο. Έχω αρχίσει ήδη να αισθάνομαι άβολα καθώς υποψιάζομαι ότι φτάσαμε στο πέρασμα του Καρτερού. Σκέψεις μήπως έπρεπε να είχα μείνει κι εγώ στο καταφύγιο φουντώνουν μέσα μου.
Ευτυχώς που οι σκέψεις δεν έχουν φωνή. Σε λίγο φτάνουμε όλοι στον Νίκο. Έχει καθίσει σε μια άκρη κι αγναντεύει τον γκρεμό. Είμαστε στο πέρασμα του Καρτερού. Είναι άλλο να στο περιγράφουν κι άλλο να το βλέπεις μπροστά σου. Ο Άγγελος με πλησιάζει και μου δίνει οδηγίες για τη χρήση του κράνους και του πιολέ. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μας τα παραχωρήσανε και τα κουβαλούσαμε σε όλη την πορεία. Ήρθε η ώρα τους. Το μεγαλύτερο μέρος της σάρας είναι καλυμμένο με χιόνι. Μόνο μια στενή λωρίδα απ’ αριστερά, δίπλα στα απότομα βράχια, είναι ακάλυπτη, την οποία και θα επιλέξουμε για την κατάβαση.
Μπροστά πάει ο Νίκος και τα 3 αγόρια της ομάδας. Πίσω εγώ και τα 2 κορίτσια με τον Άγγελο. Αρχίζουμε τον κατήφορο. Η τεχνική είναι να μένουμε σε όρθια στάση, να φρενάρουμε με τις φτέρνες, να κρατάμε αποστάσεις για να μη δημιουργούμε πρόβλημα στον προπορευόμενο, και να βυθίζουμε βαθιά το πιολέ για στήριξη.
Πέτρες μικρές και μεγάλες κυλούν άναρχα κάτω από τα πόδια μου και το σώμα μου συνέχεια αλλάζει θέση καθώς αλλάζω χέρι στο πιολέ. Προσπαθώ να κρατηθώ όρθια, αλλά η κλίση είναι τέτοια που με αναγκάζει να χαμηλώνω το κέντρο βάρος μου και να λυγίζω τα γόνατα για μεγαλύτερη ισορροπία. Βήμα-βήμα, πόντο πόντο. Ελιγμούς δεξιά-αριστερά. Κάποιες προεξοχές του βράχου αριστερά είναι πολύτιμες χειρολαβές. Παίρνω κουράγιο και συνεχίζω. Οι κινήσεις γίνονται πλέον μηχανικές. Ο χρόνος δεν υπάρχει. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Όλα είναι πέτρες, όλα είναι χιόνι.
Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Έτσι και το πέρασμα του Καρτερού, το οποίο μας πήρε πάνω από ώρα για να το κατεβούμε.
Ακουμπισμένη σ’ έναν βράχο και κοιτάζοντας ψηλά τις κορυφές των βουνών και την πελώρια σάρα που μόλις κατεβήκαμε, νιώθω περήφανη για τις επιδόσεις μου αλλά και για τη ψυχική μου δύναμη να διαχειριστώ την πρόκληση, να ξεπεράσω τις φοβίες μου, να διατηρήσω τον έλεγχο και ν’ αντιμετωπίσω τις δυσκολίες.
Στο σημείο αυτό έχουμε το ωραιότερο και νοστιμότερο γεύμα μέσα σ’ αυτή την άγρια ομορφιά, ευγνώμονες για την εμπειρία που μας προσφέρθηκε.
Το Σιάδι της Μύγας, η πολυφωτογραφημένη αυτή τοποθεσία, είναι η επόμενη στάση μας. Δεν είναι τυχαίο που όλοι μιλάνε γι’ αυτήν και που όλοι θα ήθελαν να περάσουν ένα βράδυ εκεί. Είναι πραγματικά υπέροχο να κοιμάσαι σ’ ένα ξέφωτο του δάσους, με μοναδικό φως το φεγγάρι και τ’ αστέρια, και να ξυπνάς με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου αντικρίζοντας την επιβλητική κόψη της Γκαμήλας.
Μετά το Σιάδι της Μύγας, το κατηφορικό μονοπάτι χάνεται στριφογυριστό μέσα σε πυκνά δάση και πραγματικά εύχεσαι κάποια στιγμή να τελειώσει γιατί τα πόδια σου δεν σε υπακούουν πια. Επίπονη, λοιπόν, η κατάβαση με τελικό προορισμό την Ιερά Μονή Στομίου. Μικρή στάση για νερό και στη συνέχεια βάδισμα σε χωματόδρομο μέχρι το γεφύρι της Κόνιτσας.
25,9 χλμ. είναι πολλά για μια μέρα όταν θα πρέπει να κατέβεις περίπου 2100 μέτρα. Τα καταφέραμε όμως, έστω και μέσα σε 14 ώρες.
Το περπάτημα σε αυτό το βουνό μένει αξέχαστο στον κάθε ταξιδιώτη, φυσιολάτρη, ορειβάτη, εξερευνητή.




































