home Άρθρα Δεσφίνα Φωκίδας, ένας τόπος για απαιτητικούς περιηγητές
Δεσφίνα Φωκίδας, ένας τόπος για απαιτητικούς περιηγητές

Η Δεσφίνα έχει την τύχη ή την ατυχία, να γειτονεύει μ’ έναν παγκοσμίως διάσημο τόπο, τους θρυλικούς Δελφούς. Θαμπωμένος από το μεγαλειώδες Δελφικό τοπίο ο επισκέπτης, δεν έχει μάτια για να δει τίποτε άλλο στην κοντινή περιοχή. Έτσι, περνάει ξυστά από την πολιτεία της Δεσφίνας, σταματάει ίσως σ’ ένα ταβερνάκι ή για κάποιο τοπικό προϊόν και συνεχίζει, χωρίς να αντιληφθεί καμία από τις ιδιαιτερότητες ή τα χαρακτηριστικά της πόλης. Πολύ δε περισσότερο από το φυσικό της περιβάλλον, τα μονοπάτια και οροπέδια, τα παλιά και σύγχρονα μοναστήρια, στα πιο μυστικά, απόμακρα αλλά και εντυπωσιακά σημεία αυτού του τόπου. Ενός τόπου, που δεν είναι προορισμένος να γοητεύει τον διαβατικό τουρίστα αλλά τον αυθεντικό περιηγητή.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Δεσφίνα Φωκίδας, ένας τόπος για απαιτητικούς περιηγητές
Κατηγορίες: Δραστηριότητες, Εκκλησίες, Μνημεία, Μοναστήρια, Οικισμοί παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, Παράδοση, Πεζοπορία, Περιήγηση, Σπήλαια, Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: Φωκίδα, Δεσφίνα

Στον οδικό άξονα για Αθήνα και τόσο κοντά στους Δελφούς η Δεσφίνα μάς αποκαλύπτει ενδιαφέροντα στοιχεία, παμπάλαια μοναστήρια και μοναχικές διαδρομές σε τοπία κακοτράχαλα αλλά πολύ γοητευτικά.

Η Δεσφίνα έχει την τύχη ή την ατυχία, να γειτονεύει μ’ έναν παγκοσμίως διάσημο τόπο, τους θρυλικούς Δελφούς. Θαμπωμένος από το μεγαλειώδες Δελφικό τοπίο ο επισκέπτης, δεν έχει μάτια για να δει τίποτε άλλο στην κοντινή περιοχή. Έτσι, περνάει ξυστά από την πολιτεία της Δεσφίνας, σταματάει ίσως σ’ ένα ταβερνάκι ή για κάποιο τοπικό προϊόν και συνεχίζει, χωρίς να αντιληφθεί καμία από τις ιδιαιτερότητες ή τα χαρακτηριστικά της πόλης. Πολύ δε περισσότερο από το φυσικό της περιβάλλον, τα μονοπάτια και οροπέδια, τα παλιά και σύγχρονα μοναστήρια, στα πιο μυστικά, απόμακρα αλλά και εντυπωσιακά σημεία αυτού του τόπου. Ενός τόπου, που δεν είναι προορισμένος να γοητεύει τον διαβατικό τουρίστα αλλά τον αυθεντικό περιηγητή.

Π. Πόλη Δεσφίνας. Μουσείο Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα. Παραδοσιακός Ξυλόφουρνος. Πλινθόκτιστα σπίτια.

Μ. Παλιά και Νέα Μονή Τιμίου Προδρόμου, Σπήλαιο του “Τυριά”, Βυζαντινός Ναός Ταξιαρχών.

Δ. Πεζοπορία ως το Μοναστήρι του Αγ. Μηνά, Μοναστήρι Μακρονικόλα, Τιμίου Προδρόμου

 

Το φθινόπωρο του 2002 ξεκινήσαμε να επισκεπτόμαστε την Φωκίδα. Γνωρίσαμε αρχικά την πρωτεύουσά της, την ιστορική και γραφικότατη Άμφισσα.  Από τις πρώτες κιόλας ώρες η πόλη κέρδισε τις εντυπώσεις και την καρδιά μας. Το ίδιο συνέβη, στα χρόνια που ακολούθησαν, και με ολόκληρη την Φωκίδα, που έγινε τόπος οικείος κι αγαπημένος, με τους φιλόξενους ανθρώπους.

Από εκείνο το μακρινό 2002 επιστρέφουμε ξανά και ξανά, γνωρίζουμε καινούργιους ανθρώπους, ανακαλύπτουμε αθέατες γωνιές. Μα πάντα έχουμε την αίσθηση, πως για πρώτη φορά αντικρίζουμε την Φωκίδα. Γιατί είναι ένα τεράστιο ψηφιδωτό με ψηφίδες αναρίθμητες, που τις συμπληρώνουμε λίγες – λίγες.

Να ‘μαστε, λοιπόν, πάλι, τελειώματα του Γενάρη στην Φωκίδα. Με σκοπό να τοποθετήσουμε δύο ακόμη ψηφίδες : του Λιδωρικίου και της Δεσφίνας.

ΜΕ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΝ ΙΤΕΑ

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο κανένα κατάλυμα, μεγάλο ή μικρό, δεν λειτουργεί στα γεωγραφικά όρια του πρώην Δήμου Δεσφίνας. (1) Αναζητούμε, λοιπόν, ορμητήριο για τις περιηγήσεις μας σ’ έναν τόπο γνώριμο και αγαπημένο από παλιά : στην γειτονική φιλική και απλόχωρη Ιτέα. Το 2008 (2) είχαμε εκτιμήσει τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της πόλης. Γράφαμε λοιπόν τότε : “Η επαφή μάς με την Ιτέα μας αποκάλυψε μια μικρή, ήρεμη και ανθρώπινη πολιτεία, ένα βολικότατο ορμητήριο για σύντομες ή και πολύωρες εξορμήσεις“. Κόσμημα της πόλης είναι η εκπληκτική παραλιακή της λεωφόρος μια από τις ωραιότερες και πιο ευρύχωρες της Ελλάδας. στο κέντρο της λεωφόρου συναντάμε το ξενοδοχείο “ΓΑΛΗΝΗ”. Μάς υποδέχεται με ανεπιτήδευτη εγκαρδιότητα και ευγένεια η οικογένεια Γεωργαντά : ο Παναγιώτης, η Ρίτα και ο γιος του Γιάννη. Ελάχιστα λεπτά μετά αισθανόμαστε μαζί τους μια ευχάριστη οικειότητα, σαν φίλοι από παλιά. Αυτή η όμορφη διάθεση έμελλε να μας συνοδεύει σ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής μας.

ΔΕΣΦΙΝΑ, ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Καθώς ξημερώνει η τελευταία μέρα του Γενάρη, πολλά σύννεφα συνωθούνται στον ουρανό. Πού και πού μάς κρυφοκοιτάζει ο ήλιος, μα το βλέμμα του είναι θαμπό. Διασχίζουμε την παραθαλάσσια λεωφόρο της Ιτέας και τον συνεχόμενο οικισμό της Κίρρας, με τον αρχαιολογικό χώρο και την παραλία με τα αβαθή νερά. Μετά παίρνουμε τις ανηφοριές για την Δεσφίνα. Ο ασφαλτόδρομος έχει οδόστρωμα φαρδύ και αντιολισθητικό, ενώ οι στροφές είναι γενικά ανοιχτές και φιλικές.

Κερδίζουμε σταθερά υψόμετρο, ατενίζουμε τις πανέμορφες πολιτείες του Γαλαξειδίου κα της Ιτέας, καθώς το πρωινό φως πέφτει πάνω τους απαλά. Εξίσου συναρπαστική είναι η παρατήρηση του στεριανού τοπίου, όπως αποτυπώνεται στις ράχες των βουνών. Τραχύτατο το έδαφος, κατάσπαρτο από ασβεστολιθικές πέτρες και συγκροτήματα βράχων, με τα έγκατά τους διάτρητα από μικρά και μεγάλα στόμια σπηλαίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η βλάστηση των βουνοπλαγιών. Κυριαρχούν τα κεδροκυπάρισσα και οι καταπράσινοι, ακόμη, φλόμοι. Θυμάρι, φασκόμηλο και αγκαθωτές αφάνες συμπληρώνουν την χαμηλή βλάστηση, που μαζί με το χορτάρι, αποτελούν την βασική τροφή των χιλιάδων αιγοπροβάτων του τόπου.

Αθέατη ως την τελευταία στιγμή, εμφανίζεται ξαφνικά η Δεσφίνα απέναντί μας. Με μέσο υψόμετρο 600 περίπου μέτρων, η μισή πολιτεία είναι απλωμένη νωχελικά στο εκτεταμένο της οροπέδιο, ενώ η άλλη μισή σκαρφαλωμένη σε ημικυκλικές λοφοπλαγιές. Τα σπίτια στην συντριπτική πλειονότητά τους είναι καλυμμένα από κεραμοσκεπές. Οι περισσότερες έχουν το γνωστό κόκκινο χρώμα, μα υπάρχουν και κάποιες σχεδόν κιτρινωπές. Τα περισσότερα σπίτια είναι σοβαντισμένα και η όψη τους αδιάφορη. Κάποια, μετά την απομάκρυνση του σοβά, έχουν αποκαλύψει την τοιχοποιία τους από καλά λαξευμένη γρανιτόπετρα.

Καθώς πλησιάζουμε παρατηρούμε έναν ακόμη τύπο σπιτιών, σπάνιο και ασυνήθιστο, που αποκαλύπτει μια πτυχή του οικιστικού παρελθόντος του τόπου. Είναι τα πλινθόκτιστα σπίτια της Δεσφίνας, χτισμένα με κυβοειδείς πλίνθους. Με χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα και με μικρότερες διαστάσεις από τα υπόλοιπα σπίτια, προβάλλουν διάσπαρτα εδώ κι εκεί και ιδιαίτερα στις πιο παραδοσιακές γειτονιές. (3)

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΕΣΦΙΝΑ

Εισχωρούμε από την δυτική είσοδο στην πόλη και με την βασική οδό της 25ης Μαρτίου κατευθυνόμαστε προς το κέντρο. Πολύ γρήγορα, σε μια πάροδο συναντάμε τον φούρνο του Γιώργου Σαμουήλ. Που λειτουργώντας 45 χρόνια, από το 1969, είναι ο μοναδικός παραδοσιακός ξυλόφουρνος της Δεσφίνας. Λιλιπούτειος  ο χώρος, μετά βίας χωράει τους ανθρώπους του φούρνου, το μακρύ φουρνόξυλο που τροφοδοτεί με άψητα ψωμιά το καυτό εσωτερικό, τους πελάτες που δεν παύουν να μπαινοβγαίνουν αλλά και μάς, με τις φωτογραφικές μας μηχανές.

Δεν έχει σταματήσει ο Γιώργος Σαμουήλ την απασχόλησή του στον φούρνο. Ωστόσο, μετά από τόσα χρόνια, ο παλιός φούρναρης έχει παραδώσει τα ηνία της επιχείρησης στον Θόδωρο, τον γιο του. Που μαζί με την γυναίκα του έχουν αναλάβει να συνεχίσουν την πατροπαράδοτη εργασία. Μοσχοβολάει το ζυμωτό, ψωμί. Ένα ψωμί, που ακόμα και 10 μέρες μετά μπορεί, χωρίς πρόβλημα να καταναλωθεί. Θα ‘ταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και τα παραδοσιακά παξιμάδια, για τα οποία φημίζεται η Δεσφίνα. (4)

Ανηφορίζοντας ελαφρά την 25ης Μαρτίου φτάνουμε γρήγορα στην πλατεία του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα. Η προτομή του ιερωμένου ήρωα στην πλατεία είναι η παντοτινή υπενθύμιση της θυσίας του κατά την Επανάσταση του 1821. Ένας επιβλητικός ναός κυριαρχεί με τις εντυπωσιακές διαστάσεις του στον χώρο. Είναι αφιερωμένος στην Παναγία και χτισμένος με πελεκητή πέτρα το 1896. Δίπλα βρίσκονται και οι κτιριακές εγκαταστάσεις του πρώην Δημαρχείου Δεσφίνας. Η υπάλληλος του Δήμου Ρίτα Τιμολέοντος αναλαμβάνει μια πρώτη ξενάγησή μας στα αξιοθέατα του τόπου.

Κατευθυνόμαστε ανατολικά προς τον λόφο του Προφητηλία. Είναι πευκόφυτος και δεσπόζει ημικυκλικά πάνω από τα σπίτια του οικισμού. Εδώ, σε υψόμετρο 635 μέτρων συναντάμε το άλσος με τον ναό του πολιούχου Αγίου Χαράλαμπου. Είναι απολαυστικό το αγνάντεμα της Δεσφίνας από ‘δω πάνω.

Υπάρχει, ωστόσο, και ο γειτονικός βυζαντινός ναΐσκος των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ. Κάτω από πανύψηλα πεύκα και ανάμεσα από ζουμπούλια που ευωδιάζουν προβάλλει το εκκλησάκι.Είναι μια μικροσκοπική μονόκλιτη και θολοσκέπαστη βασιλική, με ημικυκλικό ιερό. Εκεί υπάρχει το μοναδικό μικρό άνοιγμα παραθύρου, που επιτρέπει να εισχωρήσει λιγοστό φως. Πάνω από την είσοδο, σε μια μικρή κόγχη, διακρίνεται αμυδρά η παράσταση του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

Ακανόνιστες πέτρες με ενδιάμεσα κεραμιδάκια αποτελούν την τοιχοποιία του ναού. Το εσωτερικό είναι κατάγραφο από τοιχογραφίες που, ιδιαίτερα στα κατώτερα τμήματα των τοίχων, παρουσιάζουν σημαντικές φθορές. Το μνημείο ανεγέρθηκε επί αυτοκράτορος Ανδρόνικου Παλαιολόγου (1328-1341). Μια επιγραφή στο εσωτερικό, μάς πληροφορεί για το έτος της αγιογράφησης, 1332. (5)

ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΪΑ

50 μέτρα απέναντι από τον Άγιο Χαράλαμπο ορθώνεται ένα επιβλητικό πετρόχτιστο οίκημα. Είναι το σπίτι, όπου γεννήθηκε το 1778 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας. Στερνοπαίδι του Παπα – Στάθη Παπαευσταθίου και της Αρχόντως ο Ηλίας, έμαθε τα πρώτα του γράμματα στα Σάλωνα (την μετέπειτα Άμφισσα) και στην συνέχεια στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου Δεσφίνας. Εκεί ασπάστηκε το 1797 τον μοναχισμό, με το όνομα Ησαΐας. Συνέχισε τις σπουδές του στην περίφημη Μονή Οσίου Λουκά και τέλος στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Επιστρέφοντας στην Δεσφίνα αρχίζει την φιλανθρωπική και επαναστατική του δράση. Το 1818, σε ηλικία μόλις 40 ετών, χειροτονείται Επίσκοπος Σαλώνων. Στις 24 Μαρτίου 1821 ο Ησαΐας κηρύσσει την Επανάσταση στην Ρούμελη, ντύνεται τα άρματα και ως απλός αγωνιστής ρίχνεται σε άνιση μάχη με τους Τούρκους. Πέφτει μαχόμενος με τον αδελφό του Παπαγιάννη στα υψώματα της Χαλκωμάτας στις 23 Απριλίου 1821. Με τον ηρωικό θάνατό του  ο Ησαΐας γίνεται ο μοναδικός Δεσπότης που χάνει τη ζωή του στο πεδίο της μάχης για την πατρίδα. Ως ελάχιστο φόρο τιμής οι συμπατριώτες του Δεσφινιώτες φρόντισαν να μετατρέψουν την πατρογονική του εστία σε Μουσείο, έναν χώρο παντοτινής μνήμης και τιμής. (6)

Η δημιουργία του Μουσείου έγινε δυνατή χάρη στις προσπάθειες του τέως Δήμου Δεσφίνας, του Δήμου Δελφών καθώς και του Συλλόγου των εν Αθήναις και απανταχού Δεσφινιωτών. Τα εγκαίνιά  του στο, εξαιρετικά αναπλασμένο, πατρικό σπίτι του Ησαΐα, έγιναν τον Ιούλιο του 2013. Από το μπαλκόνι του η θέα της Δεσφίνας και της γύρω περιοχής είναι εκπληκτική. Και μπορεί μεν ο χώρος του Μουσείου να μην είναι γεμάτος από διάσημα αρχαιολογικά ευρήματα ή εκθέματα, είναι όμως ένας λιτός και απέριττος χώρος μνήμης και ευγνωμοσύνης για την θυσία του Δεσπότη Σαλώνων Ησαΐα, του υπέροχου Δεσφινιώτη αγωνιστή.

Σ’ ένα σοκάκι, κάτω απ’ το Μουσείο καλημερίζουμε μια μικρόσωμη κυρούλα.

Αυτή είναι η Κυρίκου Γαρυφαλλιά, γνωστότερη ως Γαρέφω, λέει η συνοδός μας. Ακόμα και σήμερα, σε ηλικία 91 ετών, η φωνή της είναι εκπληκτική.

Με λίγη προσπάθεια πείθεται η θειά – Γαρέφω και εκεί, στο στενάκι της Δεσφίνας, μάς τραγουδάει ένα δημοτικό τραγούδι με κρυστάλλινη φωνή. Δυστυχώς, η προικισμένη αυτή φωνή δεν κατόρθωσε να διαγράψει μια καριέρα ανάλογη της αξίας της. Γιατί στα χρόνια της νεότητάς της είχε ν’ αντιμετωπίσει ένα υπερσυντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον, που στάθηκε φραγμός σε όσα όνειρα και φιλοδοξίες είχε για τον χώρο του τραγουδιού.

Από το Μουσείο παίρνουμε τον ισοϋψή περιφερειακό δρόμο με κατεύθυνση ανατολική. Είναι μια εξαίρετη διαδρομή, που μας αποκαλύπτει την ωραιότερη εικόνα της  Δεσφίνας. Μας φανερώνει επίσης παραδοσιακά σπίτια του 19ου αιώνα, όπως ένα του 1871.

Κάποιο άλλο, ακριβώς κάτω από το δρόμο, διατηρεί τις πλιθιές του αλλά και επίστρωση του αρχικού σοβά με χρώμα λουλακί.

– Αυτό το χρώμα στα Δεσφινιώτικα λέγεται “Γαλαζούρα”, διευκρινίζει η Ρίτα, η ξεναγός μας.

Ο περιφερειακός δρόμος συνεχίζει έξω από τα τελευταία σπίτια και διαγράφει μια ημικυκλική πορεία, ανάμεσα σε αμπέλια, ελιές και αμυγδαλιές. Ένας αγροτικός δρόμος διασταυρώνει την πορεία μας με κατεύθυνση προς τον νότο. Είναι μια δευτερεύουσα οδός προσέγγισης προς την Παλαιά Μονή του Τιμίου Προδρόμου, που θα γνωρίσουμε αργότερα.

Εισχωρώντας από την νότια είσοδο στην Δεσφίνα τα σπίτια είναι χαμηλότερα και πιο αραιοχτισμένα, με περιβόλια και αυλές. Διασχίζουμε στενούς δρόμους και καταλήγουμε πάλι μπροστά στο Δημαρχείο, έχοντας διανύσει μια συνολική κυκλική διαδρομή 4,5 χιλιομέτρων ακριβώς. Που για τους λάτρεις της πεζοπορίας μπορεί να αποτελέσει έναν ξεκούραστο περίπατο με πολλές ενδιαφέρουσες εικόνες και αξιοθέατα της Δεσφίνας: όπως η οικία του φημισμένου ζωγράφου Σπύρου Παπαλουκά καθώς και το σπήλαιο με την ονομασία “Τυριάς“. Βρίσκεται σε πρανές του Προφητηλία, στα ανατολικά  της Δεσφίνας. Κατά την Επανάσταση χρησίμευσε και ως καταφύγιο των κατοίκων από τους Τούρκους. Αργότερα, ένας μεγάλος χώρος του διαμορφώθηκε σε αποθήκη για συντήρηση τοπικών τυροκομικών προϊόντων λόγω των συνθηκών μόνιμης φυσικής ψύξης που επικρατούν στο εσωτερικό.

Η ΝΕΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Θρησκευτικό προσκύνημα ιδιαίτερα σεβαστό και αγαπητό στους Δεσφινιώτες είναι η Μονή Τιμίου Προδρόμου, τόσο η Νέα όσο και η Παλαιά. Με ξεναγό μας τον Ηλία Μακρή, υπάλληλο του Δήμου Δελφών, ξεκινάμε αρχικά για την Νέα Μονή, παίρνοντας τον δρόμο προς Αθήνα και Λειβαδιά. Διασχίζουμε το οροπέδιο Χέρσο, με μικρά αμπελάκια και αραιούς ελαιώνες και, σε απόσταση 3,5 χλμ. από την ανατολική έξοδο της Δεσφίνας, στρίβουμε δεξιά. Ήδη, απέναντί μας, ορθώνονται οι επιβλητικές εγκαταστάσεις του μοναστηριού, σε υψόμετρο 535 μέτρων.

Έξω από την πύλη μάς εντυπωσιάζει ένα υπεραιωνόβιο πουρνάρι. Στον περιποιημένο αύλειο χώρο μάς υποδέχεται εγκάρδια ο Ιερομόναχος Πρόδρομος, που από το 2002 έχει ολοκληρωτικά αφιερώσει τον εαυτό του στο Μοναστήρι. Η λειτουργία του οποίου ξεκίνησε περίπου το 1875, όταν μεταφέρθηκαν σ’ αυτό οι μοναχοί της Παλαιάς Μονής. Έκτοτε, επανδρώθηκε κατά καιρούς από άνδρες μοναχούς, πάντα λιγοστούς. Εξαίρετη είναι η τοιχοποιία του καθολικού από πελεκητή γρανιτόπετρα, ενώ στο υπέρθυρο υπάρχει ανάγλυφη η χρονολογία 1873. Το μοναστήρι γιορτάζει κάθε χρόνο στις 29 Αυγούστου.

Ο πατέρας Πρόδρομος μας καλεί για ένα τσιπουράκι με γλυκό του κουταλιού. Στο καθιστικό με την πλούσια βιβλιοθήκη και το τζάκι, οι στιγμές κυλούν με απόλυτη γαλήνη. Είναι όμως ώρα να ξεκινήσουμε για την Παλαιά Μονή.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΜΟΝΗ

Συνεχίζουμε ΝΑ, με κατεύθυνση προς Λειβαδιά. Μετά από λίγο αρχίζει ο “Μεσόκαμπος“, ένα οροπέδιο φυτεμένο με ελαιώνες και αμπελάκια. Ξαφνικά η ένταση του ανέμου αυξάνει κατακόρυφα και η θερμοκρασία πέφτει αισθητά.

Ο Μεσόκαμπος είναι πολύ εκτεθειμένος και το μικροκλίμα του ιδιαίτερα τραχύ, παρατηρεί ο Ηλίας. Εδώ ο αέρας είναι πάντα δυνατότερος και ψυχρότερος.

Σε απόσταση 2,1 χλμ από το μοναστήρι και 100 περίπου μέτρα πριν την διασταύρωση Αντίκυρας – Λειβαδιάς, συναντάμε έναν χωματόδρομο δεξιά.

– Εδώ θα στρίψουμε, λέει ο Ηλίας. Όπως βλέπετε, δεν υπάρχει σήμανση αλλά αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην Παλιά Μονή.

Στο κακοτράχαλο οροπέδιο με το δίκτυο των λασπωμένων χωματόδρομων επιλέγουμε τον κεντρικό, το πιο εμφανή. Μετά διασχίζουμε όσα κατάλοιπα κτισμάτων έχουν απομείνει από ένα φιλόδοξο αλλά ανεκπλήρωτο ιδιωτικό πλάνο τουριστικής αξιοποίησης της άγονης αυτής περιοχής. Σε απόσταση 4,4 χλμ από την αρχή του χωματόδρομου το οροπέδιο τερματίζει. ‘Ηδη ο δρόμος κατηφορίζει ανάμεσα σε βράχους, στρωμένος για μερικά μέτρα με το παλιό καλντερίμι. Μεγάλα ελιόδεντρα ορθώνουν  μέσα απ’ το σκληρό έδαφος γέρικους αλλά εντυπωσιακά αειθαλείς κορμούς.

Ο δρόμος γίνεται δύσβατος και στενός. Πουρνάρια, ασβεστολιθικοί βράχοι, κεδροκυπάρισσα και θυμάρι συμμετέχουν στην συγκλονιστική λιτότητα του τόπου. Ενός τόπου, που ελάχιστα διαφέρει από τα πιο αυθεντικά τοπία της Μάνης. Ένας μεγάλος ασβεστολιθικός όγκος φιλοξενεί στα ριζά του ένα μαντρί. Αρχίζει στενός τσιμεντόδρομος, με πολύ απότομες κλίσεις και στροφές. Καταλήγει σ’ ένα μικρό πλάτωμα, τον χώρο στάθμευσης της μονής. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 400 μέτρων και ήδη απέχουμε 5,2 χλμ απ’ την άσφαλτο.

Είναι αθέατη, ακόμη, στα μάτια μας η Μονή. Το τοπίο, ωστόσο, προβάλλει απέναντί μας υποβλητικό. Είναι μια πελώρια κοιλότητα άγριου εδάφους προφυλαγμένη στο Β-ΒΑ της τόξο από μια κατακόρυφη πλαγιά. Τα σπλάχνα αυτού του εντυπωσιακού ασβεστόλιθου είναι διάτρητα από μικρά και μεγάλα στόμια σπηλαίων. Που μοιάζουν σαν να δημιουργήθηκαν από τη φύση αποκλειστικά γι’ αναχωρητές. Σ΄αυτό τον τόπο, με την μεγαλόπρεπη φυσική αγριότητα, βρίσκεται φωλιασμένο το Παλιό Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Στη θέα του, 100 περίπου μέτρα χαμηλότερα, συνειδητοποιούμε ότι μόνον τυχαία δεν είναι η αγάπη του Ιερομόναχου Προδρόμου για τον τόπο και η ισχυρότατη έλξη που αισθάνεται για μια μελλοντική εγκατάστασή του εδώ.

Ένας λιθόστρωτος δρομίσκος καταλήγει σ’ ένα λεπτό στο καθολικό του μοναστηριού. Είναι ένας ναός εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο, έξοχα ανακαινισμένος. Η τοιχοποιία του αποτελείται από ακανόνιστες πέτρες με ενδιάμεσα κεραμίδια. Ο τρούλλος στο κέντρο της στέγης είναι αρκετά υπερυψωμένος και διαθέτει τέσσερα μικρά θολωτά ανοίγματα, προσανατολισμένα στα αντίστοιχα σημεία του ορίζοντα.

Το εσωτερικό του ναού είναι τετράγωνο κανονικό, με μήκος πλευράς 5,65 μ. Το τέμπλο είναι ξύλινο, με χοντροφτιαγμένο σκάλισμα και εμφανή ίχνη φθοράς. Είναι κατασκευασμένο, σύμφωνα με την σωζόμενη επιγραφή, από το 1768. Την ίδια εποχή πραγματοποιείται και η ιστόρηση του ναού, κατάγραφου από αγιογραφίες σε διαφορετική κατάσταση διατήρησης. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε, στην κεντρική κόγχη του Ιερού Βήματος, την Πλατυτέρα. Αναγνωρίζουμε επίσης τις απεικονίσεις του Μυστικού Δείπνου, της Κυριακής των Βαΐων και της Λειτουργίας των Αγγέλων, καθώς και μεγάλου αριθμού αγίων. Την ακριβή χρονολόγηση του ναού κάποιοι την τοποθετούν στον 17ο αιώνα, ενώ άλλοι πολύ παλαιότερα, στον 13ο ή 14ο αιώνα.

Η δυσπρόσιτη θέση της Μονής την κατέστησε καταφύγιο σπουδαίων οπλαρχηγών και αγωνιστών της Επανάστασης. Πολλοί μάλιστα έστελναν επιστολές στους ηγούμενους του μοναστηριού ζητώντας κάθε είδους εφόδια για τον αγώνα. Ανάμεσα στους οπλαρχηγούς ήταν, ο Καραϊσκάκης, ο Πανουργιάς, ο Γκούρας, ο Δυοβουνιώτης και άλλοι. Σε ανάμνηση της ιστορικής εκείνης πραγματικότητας υπάρχει κορνιζωμένο σε μια κολώνα του ναού, το αντίγραφο μιας επιστολής του Καραϊσκάκη στον τότε Ηγούμενο της Μονής, στις 27 Ιανουαρίου 1827, για την αποστολή ογδόντα (80) οκάδων κρασιού. Επίσης ο Μακρυγιάννης ήταν ένας από αυτούς που βρήκαν καταφύγιο στη Μονή, κυνηγημένος από τους Τούρκους. Από ευγνωμοσύνη, μάλιστα, προς τον Αϊ – Γιάννη, χάρισε προς τιμήν του ένα μεγάλο ασημένιο καντήλι με τ’ όνομα του, το οποίο δυστυχώς έχει κλαπεί.

Τρία υψίκορμα κυπαρίσσια δεσπόζουν έξω απ’ το ναό. 30 μέτρα μακρύτερα βρίσκονται οι αναπλασμένες εγκαταστάσεις, προορισμένες για τον μοναχό ή τους μοναχούς που θ΄αποφασίσουν να μονάσουν και να ξαναδώσουν ζωή στην Παλιά Μονή. Με θαυμάσια τοιχοποιία το κτιριακό συγκρότημα διαθέτει επί πλέον και αύλειο χώρο, κατάλληλο για περιβολάκι. Έξω από την περίφραξη σώζονται ερειπωμένοι τοίχοι από χωματόπλινθο, όπως τα παλιά σπίτια της Δεσφίνας. 100 μέτρα χαμηλότερα βρίσκεται η κοίτη μιας ρεματιάς. Εδώ σώζεται το εκπληκτικό όσο και ασυνήθιστο συγκρότημα των χτισμένων με ξερολιθιά κυψελών, με θέσεις για 40 τουλάχιστον κυψέλες.

Ένας λάκκος με στάσιμο νερό υπάρχει στην κοίτη της ρεματιάς. Εκεί δίπλα μάς εντυπωσιάζει με τις διαστάσεις της μια “καρούτα“, λαξευμένη σε συμπαγή ασβεστόλιθο. (7) Πάνω απ’ τα κεφάλια μας, σε ύψος δεκάδων μέτρων, αντικρίζουμε με δέος τα στόμια των σπηλαίων, ιδανικών καταφυγίων για ασκητές. Στην αντικρινή πλαγιά της ρεματιάς, διακρίνουμε χοντροφτιαγμένο καλντερίμι με τοιχαλάκι. Είναι μια πεζοπορική πρόσβαση προς την Παλιά Μονή, με κακοτράχαλο, χωρίς σήμανση μονοπάτι. Στην αφετηρία αυτού του μονοπατιού αναλαμβάνει να μας οδηγήσει ο Χρήστος Μπλάντας.

Βγαίνουμε από το νότιο άκρο της Δεσφίνας και στα 1,7 χλμ λοξεύουμε σε χωραφόδρομο αριστερά. Στην δεξιά του διακλάδωση ο δρόμος κατευθύνεται προς τον παραθαλάσσιο οικισμό του Αγίου Μηνά. Μετά τις καλλιεργημένες εκτάσεις το τοπίο γίνεται άγονο και ο δρόμος ακατάλληλος συμβατικά αυτοκίνητα. Στα 5,2 χλμ από την Δεσφίνα το αγροτικό του Χρήστου καταλήγει σ΄ένα υποτυπώδες πλάτωμα, απέναντι απ΄την μονή. Βρίσκουμε μια κακοτράχαλη γιδόστρατα χωρίς σήμανση, ανάμεσα σε  ασβεστολιθικές πέτρες, πουρνάρια και θυμάρι. Αργότερα συναντάμε το καλντερίμι, που καταλήγει στην κοίτη της ρεματιάς. Ο συνολικός χρόνος, από το αυτοκίνητο ως την κοίτη, δεν ξεπερνάει τα 15 λεπτά. Καθώς χαμηλώνει η ρεματιά κάτω από την μονή, μετατρέπεται σε αφιλόξενη χαράδρα, που μετά από δυσπρόσιτη πορεία, καταλήγει στον όρμο της Συκιάς.

Είναι πολύ άγριος τόπος, παρατηρεί ο Χρήστος. Κάποιες φορές που βρέθηκα εδώ, έχω ακούσει από τα βάθη της χαράδρας ουρλιαχτά λύκων και τσακαλιών.

Αφήνουμε πίσω μας την εχθρική χαράδρα κι επιστρέφουμε στην Δεσφίνα. Στο τέλος του Γενάρη ο καιρός εξελίσσεται συννεφιασμένος και ψυχρός. Αυτό, ωστόσο, δεν μας εμποδίζει να συνεχίσουμε την περιήγησή μας, με ξεναγό, τούτη τη φορά, τον Γιάννη Καλιακούδα.

Με τον Γιάννη παίρνουμε μια γεύση από τα νότια της Δεσφίνας, την ογκώδη χερσόνησο του Μακρανικόλα. Είν’ ένας τόπος μοναχικός, μακριά από τους οδικούς άξονες και τα μάτια των τουριστών. Ένας τόπος με συναρπαστική ποικιλομορφία, που κερδίζει τις ψυχές μας αλλά, με την σκοτεινιά της ατμόσφαιρας, αφήνει ασυγκίνητες τις φωτογραφικές μας μηχανές.

Πρέπει, οπωσδήποτε να επιστρέψουμε, με καιρικές συνθήκες ευνοϊκές.

ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΑΚΡΟΝΙΚΟΛΑ

Τρεις εβδομάδες μετά επιστρέφουμε στην Δεσφίνα. Προχωρημένος Φλεβάρης πια, ο τόπος μάς υποδέχεται μεταμορφωμένος. Λουλουδιασμένες αμυγδαλιές, ροζ και λευκές, αμέτρητα αγριολούλουδα στους αγρούς, άρωμα άνοιξης παντού. Μας χαρίζει πλατειά χαμόγελα η φύση μετά τις κατσούφικες μέρες του χειμώνα. Ακόμα κι ο παγερός άνεμος του Μεσόκαμπου χάνει την ορμή του, γίνεται ένα δροσερό, ευχάριστο αεράκι.

Μετά τον Μεσόκαμπο παίρνουμε τις γνωστές μας κατηφοριές προς τον κόλπο της Αντίκυρας. Καθώς χαμηλώνουμε προς την θάλασσα το σκληρό ασβεστολιθικό τοπίο ημερεύει. Ανάμεσα στα πουρνάρια, τα κεδροκυπάρισσα και τους  φλόμους αρχίζουν να παρεμβάλλονται ειρηνικά δέντρα ελιάς. Πολλά είναι ηλικίας πολλών αιώνων, με εντυπωσιακούς ογκώδεις κορμούς.

Είμαστε ήδη στο “Στενό του Αγίου Σωτήρα“. Στη στροφή του δρόμου, σπίτια πλινθόκτιστα μας θυμίζουν την Δεσφίνα. Κατευθυνόμαστε στην ακροθαλασσιά, στον περίκλειστο κολπίσκο με τα ρηχά νερά. Την γραφικότητα του τοπίου συμπληρώνουν οι μικροί αυτοσχέδιοι ξύλινοι και πέτρινοι μώλοι με τις βαρκούλες. Κάποιες ιχθυοκαλλιέργειες διακρίνονται στο στενό στόμιο του κόλπου.

Συνεχίζοντας την παράκτια περιήγησή μας συναντάμε τον μικρό οικισμό και το λιμανάκι των Ποταμών, με το τρεχούμενο, μέσα στην θάλασσα νερό. Αποκαλύπτεται ο ευρύς όρμος του Βάλτου, με αρκετά σπίτια σκαρφαλωμένα στην ελαιόφυτη πλαγιά. Ρηχή παραλία με βότσαλο, αμμουδιά και διάφανα νερά, ιδανικός τόπος θερινών διακοπών.

Τούτη την περίοδο, ωστόσο, ο Βάλτος είναι ερημικός, τα μικρά ψαροκάικα λικνίζονται αγκυροβολημένα, το παραθαλάσσιο ταβερνάκι είναι κλειστό.

Αρχίζει χωματόδρομος βατός αλλά με οδόστρωμα σκληρό, κατάσπαρτο με πέτρες και ατελείωτες λακκούβες. Χοροπηδάει το ελαφρύ και μαζί του χοροπηδάμε, αναγκαστικά, κι εμείς. Τελείως ερημικός, χωρίς το παραμικρό ίχνος κατοίκησης ο τόπος. Ακολουθούν δύο μικροί, συνεχόμενοι όρμοι. Με χιονισμένες τις κορφές του ορθώνεται στο φόντο του ουρανού  ο Παρνασσός. Ο δρόμος διακλαδίζεται. Η εσωτερική διακλάδωση τέμνει στο στενότερο σημείο της την χερσόνησο και καταλήγει στον όρμο της Συκιάς. Εμείς ακολουθούμε την παραθαλάσσια διαδρομή στ΄αριστερά.

Μετά τον κάβο του Τράχηλου εμφανίζονται οι εγκαταστάσεις και οι δεκάδες κλωβοί εκτεταμένων ιχθυοκαλλιεργειών. Περνάμε πάνω από τον ωραίο βοτσαλωτό όρμο του Αγίου Ανδρέα. Λιγοστά γραφικά σπίτια και απέραντοι ελαιώνες. Σωστό ησυχαστήριο για τους αναχωρητές του καλοκαιριού. Αφήνουμε αριστερά τον όρμο και συνεχίζουμε για το ξωκκλήσι του Αγίου Ανδρέα. Σ’ ένα ξέφωτο του ελαιώνα προβάλλει ένα πηγάδι και ακριβώς δίπλα του δύο λαξευτές πέτρινες καρούτες. Η μία είναι πραγματικό έργο τέχνης με τέλειο κωνικό σχήμα, μέγιστη εσωτερική διάμετρο ενός μέτρου και ύψος 70 εκ. Κάποιοι μερακλήδες στο παρελθόν αφιέρωσαν πολλή υπομονή και τέχνη για να δημιουργήσουν την μνημειακή αυτή πέτρινη ποτίστρα.

Αιωνόβιοι ελαιώνες με χώμα κοκκινωπό, πέτρινο σπίτι, ανηφοράκι και απότομη στροφή δεξιά. Περνάμε δίπλα από τον μικρό, πετρόχτιστο οικισμό “Μακριά Μαλλιά” και αρχίζουμε να κατηφορίζουμε, αγναντεύοντας απέναντί μας το πανόραμα των χιονισμένων βουνών του Μοριά. Πιο κάτω διχάζεται ο δρόμος. Συνεχίζουμε ευθεία και με άγριο πετρόδρομο φτάνουμε σε λίγο στο μαντρί του Θανάση Οικονόμου. Πρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Δεσφίνας ο Θανάσης, αναλαμβάνει με προθυμία να μας συνοδέψει ως το ακροτελεύτιο σημείο του προορισμού μας : το μοναστήρι του Μακρανικόλα στο ομώνυμο ακρωτήρι.

400 μέτρα μετά το μαντρί ο υποτυπώδης δρόμος τερματίζει. Από υψόμετρο 110 μέτρων παίρνουμε μια γιδόστρατα με γενική κατεύθυνση Δ- ΝΔ. Προπομπός μας, φυσικά, ο Θανάσης, αλαφροπάτητος και σβέλτος, δεν τον προφταίνουμε. Κινείται σαν αγρίμι στο κακοτράχαλο μονοπάτι, σαν να βηματίζει στο σαλόνι του σπιτιού του.

Ε, μη σας εντυπωσιάζει, λέει ο φίλος μας, από πιτσιρικάς ακολουθώ τα βήματα του πατέρα μου σε τούτα τα βουνά.

Κέδρα, πουρνάρια και θυμάρι, σχοίνοι, αστιβιές και ανάμεσά τους πέτρες με ανώμαλες επιφάνειες, που απαιτούν μόνιμη επαγρύπνηση. Σ’ ένα τέταρτο συναντάμε απλό ξύλινο σταυρό. Αμέσως μετά αγναντεύουμε χαμηλά την υπέροχη εικόνα του μοναστηριού του Μακρανικόλα, χτισμένου στην άκρη του βραχώδους ακρωτηριού. Ακριβώς από κάτω σχηματίζεται ένας ορμίσκος με πετρώδη βυθό και διάφανα, πρασινογάλαζα νερά.

25 λεπτά μετά την αναχώρησή μας (για 15 λεπτά – με το δικό του βάδισμα – έκανε λόγο ο Θανάσης)  φτάνουμε μπροστά στο μοναστήρι. Οι εγκαταστάσεις του είναι χτισμένες πάνω σ΄ ένα επίπεδο βραχώδες πλάτωμα, οι περισσότερες από τον Ιερομόναχο Γαβριήλ, που κάποτε μόνασε εδώ. Ξεχωρίζει η υπόγεια δεξαμενή και το σύστημα συλλογής βρόχινου νερού. Το καθολικό είναι καλοχτισμένο από ακανόνιστες ασβεστολιθικές πέτρες. Στο υπέρθυρο της εισόδου διακρίνουμε την  χρονολογία 1886. Η μέγιστη έκπληξη, ωστόσο, προέρχεται από το εσωτερικό του ναού. Είναι μια απαλή μελωδία, σαν ψίθυρος, που νομίζουμε αρχικά πως είναι αποκύημα της φαντασίας μας. Καθώς πλησιάζουμε, η απρόσωπη μελωδία αποκτάει ταυτότητα : προέρχεται από γυναικεία φωνή, που ψάλλει ολομόναχη στον ναό. Για μερικά δευτερόλεπτα μένουμε εμβρόντητοι στην είσοδο αλλά και αναποφάσιστοι, επίσης, αν θα ‘πρεπε να κάνουμε ή όχι την παρουσία μας αισθητή. Τελικά αποχωρούμε διακριτικά, αφήνοντας την απρόσμενη γυναικεία παρουσία στην ευλαβική της μοναξιά.

Η τελευταία έκπληξη, όχι από ανθρώπους αλλά από την φύση του τόπου, προέρχεται από την ακτή, στα ΒΔ του μοναστηριού. Εκεί, κάτω από τους θεόρατους ασβεστολιθικούς βράχους με την άγρια μεγαλοπρέπεια, αποκαλύπτονται δύο παραλιούλες βοτσαλωτές, εξωτικής ομορφιάς και απολύτως ειρηνικές. Είναι το θερινό κάλεσμα του Μακρανικόλα για ονειρικές, ιδιωτικές βουτιές.

ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ

Έχει απομείνει κάτι ακόμα στην Δεσφίνα : το απαιτητικό μονοπάτι, που ξεκινάει από το οροπέδιο και καταλήγει στην δυτική παραλία του Αγίου Μηνά.

 Το έχω περπατήσει ως τα μισά, λέει ο Χρήστος Μπλάντας. Το υπόλοιπο μισό θα το κάνω μαζί σας.

Απομεσήμερο βγαίνουμε νότια της Δεσφίνας και παίρνουμε έναν άγριο χωματόδρομο. 2,6 χλμ μετά, σταματάμε στις ΝΔ πλαγιές του υψώματος “Δανιήλ“, με την ψηλότερη κορυφή του στα 872 μέτρα. Με την εμπειρία του ο Χρήστος εντοπίζει την αρχή του μονοπατιού.

15:30‘ Ξεκινάμε την πορεία μας από τα 720 μέτρα, με κατεύθυνση ΝΔ. Χαρακτηριστικό στην αφετηρία είναι ένα ερειπωμένο οίκημα, χτισμένο με ξερολιθιά.

Εξελίσσεται πολύ δύσβατο κι εχθρικό το μονοπάτι, ανάμεσα σε ασβεστολιθικές πέτρες “ατάκτως ερριμμένες”. Που γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνες, καθώς είναι σχεδόν αθέατες κάτω από χόρτα. Προσέχοντας το κάθε μας βήμα φτάνουμε μισή ώρα αργότερα στην τελείως κακοτράχαλη πλαγιά με την εύστοχη ονομασία “Στα βράχια“. Είναι βράχια κοκκινωπά, ιλιγγιώδη και κατακόρυφα, αναρριχητικά πεδία αυθεντικά, που θα γοήτευαν κάθε αναρριχητή. Πολλά θεαματικά στόμια σπηλαίων, μεγάλων και μικρών, χαίνουν στις πλαγιές του Δανιήλ. Εξίσου τραχύς αλλά πολύ πιο γυμνός είναι ο “Πάρδος“, το αντικρινό βουνό.

Πολλή πέτρα, βρε Χρήστο, ο τόπος.

– Ναι, δεν είχαν άδικο οι γερόντοι της Δεσφίνας. Που για να περιγράψουν την αφθονία της πέτρας στον τόπο τους έλεγαν, πως όταν ο Θεός κοσκίνιζε τη γη, έριχνε το χώμα στην Πελοπόννησο και τις πέτρες στην Δεσφίνα.

– Του ξέφυγαν, βέβαια, και μερικές πέτρες στη Μάνη, λέει γελώντας, και δεν έχει άδικο η Άννα.

Αγναντεύουμε πια χαμηλά την κάτοψη της παραλίας του Αγίου Μηνά. Μακρυά στα ΝΑ, πίσω από τον κάβο Μούντα, βρίσκεται αθέατο το ακρωτήρι με το μοναστήρι Μακρανικόλα. Κατηφορίζει ελικοειδώς, το μονοπάτι με προστατευτικό τοιχαλάκι, που σε κάποια σημεία έχει καταρρεύσει. Αρχίζουν ελαιώνες με αιωνόβια ελαιόδεντρα, ο τόπος χάνει την αγριάδα του. Προβάλλει ξαφνικά μπροστά μας ο χωματόδρομος, που συνδέει την Δεσφίνα με τον Άγιο Μηνά. Τα βάσανά μας τελειώνουν, ξαναβαδίζουμε σε έδαφος αξιόπιστο και σταθερό.

Στις 17:30′, δύο ώρες μετά την αναχώρησή μας, φτάνουμε σε υψόμετρο 0, στην παραλία και στον οικισμό του Αγίου Μηνά. Ίσως το μονοπάτι αυτό δεν είναι ο πιο ξεκούραστος τρόπος για να φτάσει κάποιος στα παράλια της Δεσφίνας, είναι, ωστόσο, μια ρεαλιστικότατη γνωριμία με το τραχύ έδαφος, που όπως στον Μακρανικόλα, κυριαρχεί σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σας περιμένω για το αποχαιρετιστήριο δείπνο στον Βάκχο, μάς τηλεφωνεί από τους Δελφούς ο φίλος μας, ο Απόστολος Χατζηδήμου.

Για την μετάβασή μας από την Δεσφίνα στους Δελφούς επιλέγουμε μια γνωστή στους ντόπιους – διαδρομή, που ξεκινάει βόρεια του οικισμού, στο ύψος των κοιμητηρίων. Με άσφαλτο αρχικά και τραχύ χωματόδρομο στην συνέχεια, κατηφορίζουμε απότομα στην χαράδρα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους της Δεσφίνας και των Δελφών. (9)

Απέραντοι ελαιώνες καλύπτουν τον τόπο. Στην αντικρινή πλαγιά – με μια μικρή παράκαμψη συναντάμε το φαρδύ τσιμεντένιο κανάλι του Μόρνου, που ξεκινάει από την ομώνυμη τεχνητή λίμνη και συμπληρώνει την υδροδότηση της πόλης των Αθηνών.

Με το τελευταίο φως φτάνουμε στους Δελφούς. Είναι μια ώρα μαγική. Βυθισμένος πίσω από την Γκιώνα ο ήλιος του δειλινού, βάφει τα σύννεφα με βαθυκόκκινες πινελιές. Αγναντεύουμε το θέαμα από το κορυφαίο μπαλκόνι των Δελφών, την πανοραμική τζαμαρία του “Βάκχου“. Είναι ο ίδιος χώρος όπου, 7 χρόνια πριν, γνωρίσαμε τον Απόστολο Χατζηδήμου, προϊστάμενο τουριστικής προβολής του Δήμου Δελφών. Όπως τότε, έτσι και τώρα, τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας, αφήνουμε το βλέμμα μας να πλανηθεί στον απέραντο ελαιώνα, στην θάλασσα του Κορινθιακού, στο Γαλαξείδι και στην Ιτέα, στους ορεινούς όγκους της Γκιώνας και του Μοριά.

Μα ο “Βάκχος” δεν είναι μόνον ρεμβασμός στην απεραντοσύνη του ορίζοντα. Είναι, πρωτίστως, ένας από τους πιο συναρπαστικούς και αξιόπιστους χώρους εστίασης, που έχουμε ως τώρα συναντήσει στις 18χρονες περιηγήσεις μας στην Ελλάδα. Εδώ, στον Βάκχο, έχουμε κατά καιρούς απολαύσει αυθεντικές γεύσεις της ελληνικής κουζίνας αλλά και την πατροπαράδοτη φιλοξενία και εξυπηρέτηση στον υψηλότερο δυνατό βαθμό. Φροντίζει γι’ αυτό από το 1997 η οικογένεια του Ηλία και της Λουκίας Θεοδωράκη και οι δύο γιοι τους, ο Αντρέας κι ο Θοδωρής.

Αργά το βράδυ αποχαιρετάμε τον Απόστολο και τους φίλους μας στον Βάκχο. Είναι η τελευταία και ωραιότερη ανάμνησή μας από τον τόπο.

Ευχαριστίες

Ευχαριστούμε :

Τον Αντιδήμαρχο του Δήμου Δελφών Ευστάθιο Μαντζώρο. Τον Ιερομόναχο Πρόδρομο, στην Μονή Τιμίου Προδρόμου. Τους υπαλλήλους του Δήμου Δελφών, Ρίτα Τιμολέοντος, Ηλία Μακρή και Γιάννη Καλιακούδα για τις ξεναγήσεις τους. Τον Χρήστο Μπλάντα και τον Θανάση Οικονόμου. Ιδιαίτερα ευχαριστούμε τους καλούς φίλους μας στους Δελφούς : Απόστολο Χατζηδήμου, καθώς και τους Θοδωρή και Αντρέα Θεοδωράκη από το εστιατόριο “ΒΑΚΧΟΣ“. Τέλος, θερμές ευχαριστίες οφείλονται στο ξενοδοχείο “ΓΑΛΗΝΗ” στην Ιτέα, και προσωπικά στην οικογένεια Γεωργαντά (Παναγιώτη, Γιάννη και Ρίτα) για την υπέροχη φιλοξενία και τις πολλαπλές τους εξυπηρετήσεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Δ. Κραβαρτόγιαννος, “ΦΩΚΙΔΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ”, Εκδ. ΤΕΔΚ Ν. Φωκίδας, Άμφισσα 2005.

– Δ. Παπακωνσταντίνου, “Ο ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΕΝΟΣ ΕΘΝΕΓΕΡΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΛΩΝΩΝ ΗΣΑΪΑΣ”, Αθήναι 1996, Β΄έκδοση.

– Χ. Περδίκη – Χ. Παπαδημητρίου, “Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Δεσφίνας”, εκδ. Δήμος Δεσφίνας, 2010.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Με την εφαρμογή του νόμου του “Καλλικράτη” στην θέση του “Καποδίστρια”, ο Δήμος Δεσφίνας έχει ενσωματωθεί στον Δήμο Δελφών.

(2) Σχετικό εκτενές άρθρο φιλοξενείται στο ΕΛΛ. ΠΑΝΟΡΑΜΑ, τεύχος 65.

(3) Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τα πλινθόκτιστα Κορέστεια υπάρχει στο ΕΛΛ. ΠΑΝΟΡΑΜΑ, τεύχος 84.

(4) Ένας δεύτερος φούρνος, που δεν λειτουργεί όμως με ξύλα, υπάρχει στον κεντρικό δρόμο, έξω απ’ το χωριό.

(5) Πληροφορία από την Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ΠΕ Φωκίδας.

(6) Η δημιουργία του Μουσείου έγινε δυνατή χάρη στις προσπάθειες του τέως Δήμου Δεσφίνας, του Δήμου Δελφών, καθώς και του Συλλόγου των εν Αθήναις και Απανταχού Δεσφινιωτών.

(7) Η Καρούτα είναι λαξευτή πέτρινη γούρνα, εγκατεστημένη συνήθως δίπλα σε πηγάδια, για να μπορούν να πίνουν τα ζώα νερό.

(8) Η σήμανση είναι ανύπαρκτη και, στην αρχή τουλάχιστον της διαδρομής, συνιστούμε στους επίδοξους περιπατητές να συμβουλευτούν κάποιον Δεσφινιώτη, με γνώση του τόπου.

(9) Μια παράλληλη – σχεδόν – διαδρομή από την Δεσφίνα στους Δελφούς, με εκπληκτική θέα και μονοπάτι, έχουμε φωτογραφίσει και περιγράψει στο τεύχος 60, Νοεμ. – Δεκεμ. 2007.

 

 

back-button
next-button
desfina desfina_1 desfina_3 desfina_5 desfina_6 desfina_8 desfina_10 desfina_12 desfina_13 desfina_14 desfina_15 desfina_17 desfina_22 desfina_23 desfina_24 desfina_28 desfina_29 desfina_30 desfina_31 desfina_32 desfina_33
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories