home Άρθρα Δελφοί: Αναζητώντας τις αρχαίες οδούς
Δελφοί: Αναζητώντας τις αρχαίες οδούς

«Οι αρχαιολόγοι, οι ξένοι τουρίστες, αναζητούν στους Δελφούς το δωρικό Ηνίοχο, το φάντασμα της Πυθίας, το θησαυρό των Αθηναίων. Εμάς μας υποδέχεται πάντα εκεί και η σκιά του Σικελιανού. Δυστυχώς η παρουσία του δεν γίνεται αισθητή, παρά μόνο σ’ όσους είναι κιόλας πληροφορημένοι…
Το σπίτι του ποιητή, που αν γινότανε μουσείο, θα μπορούσε να εισαγάγει τους ντόπιους και ιδιαίτερα τους ξένους στην πνευματική ζωή της νεώτερης Ελλάδας, παρουσιάζει το θλιβερό θέαμα της εγκατάλειψης και της κατάρρευσης…»
Αυτά, ανάμεσα στα άλλα, έγραφε το 1963 για τον Σικελιανό και τους Δελφούς (1) η σύζυγος του ποιητή Κώστα Ουράνη, Ελένη, πασίγνωστη με το φιλολογικό ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Δελφοί: Αναζητώντας τις αρχαίες οδούς
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Φωκίδα

«Οι αρχαιολόγοι, οι ξένοι τουρίστες, αναζητούν στους Δελφούς το δωρικό Ηνίοχο, το φάντασμα της Πυθίας, το θησαυρό των Αθηναίων. Εμάς μας υποδέχεται πάντα εκεί και η σκιά του Σικελιανού. Δυστυχώς η παρουσία του δεν γίνεται αισθητή, παρά μόνο σ’ όσους είναι κιόλας πληροφορημένοι…

Το σπίτι του ποιητή, που αν γινότανε μουσείο, θα μπορούσε να εισαγάγει τους ντόπιους και ιδιαίτερα τους ξένους στην πνευματική ζωή της νεώτερης Ελλάδας, παρουσιάζει το θλιβερό θέαμα της εγκατάλειψης και της κατάρρευσης…»

Αυτά, ανάμεσα στα άλλα, έγραφε το 1963 για τον Σικελιανό και τους Δελφούς (1) η σύζυγος του ποιητή Κώστα Ουράνη, Ελένη, πασίγνωστη με το φιλολογικό ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος. Σήμερα, το σπίτι του Άγγελου και της Εύας Σικελιανού στα ψηλώματα των Δελφών, έπαψε να παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης και κατάρρευσης, είναι πια Μουσείο. Εκεί κοντά του διακρίνουμε την μικρή κίτρινη πινακίδα με το χαρακτηριστικό σήμα ΕΑ. Για τους περισσότερους η σήμανση αυτή παραπέμπει απλά σ’ ένα ακόμα τμήμα του μεγάλου δικτύου των Ευρωπαϊκών μονοπατιών. Για όσους όμως είχαν την τύχη να περιπλανηθούν με τις περιηγήσεις του Παυσανία (2), το μονοπάτι αυτό, όπως και κάποια άλλα, εξακολουθεί να αποπνέει την αύρα των αναρίθμητων αρχαίων προσκυνητών που το βάδισαν για να φτάσουν στον ιερό χώρο των Δελφών.

Τα χνάρια του μεγάλου περιηγητή λοιπόν, 19 σχεδόν αιώνες μετά από κείνον, προσδοκούμε  ν’ ανακαλύψουμε στα εδάφη της Δελφικής γης. Πολύτιμους συνοδοιπόρους έχουμε τον Απόστολο Χατζηδήμου, στέλεχος επικοινωνίας του Δήμου Δελφών και τον καλό φίλο, ταξιδευτή και φυσιολάτρη, Κώστα Ζαρόκωστα.

 

Μετά από αρκετά χρόνια βρισκόμαστε και πάλι στους Δελφούς, «έναν ιερό τόπο της αρχαίας Ελλάδας, που, είτε αποβλέπουμε στη θρησκεία είτε στην ιστορία, είτε στην τέχνη, δεν προκαλεί μόνο ζωηρό ενδιαφέρον αλλά γεννάει και γνήσια συγκίνηση». (3)

Αυτή τη συγκίνηση ποτέ δεν μπορέσαμε ν’ αποφύγουμε, όσες φορές κι αν έχουμε έρθει στους Δελφούς. Άσχετα βέβαια αν η εικόνα του σύγχρονου οικισμού δεν συνάδει με την επιβλητική λιτότητα και την ιστορικότητα του τόπου. Αν, ωστόσο, οπλιστούμε με υπομονή και περάσουμε ανάμεσα από τα διαδοχικά καταλύματα και καταστήματα με τις πλουμιστές πραμάτειες, θ’ αποζημιωθούμε πάραυτα. Γιατί, σύμφωνα με τα λόγια του Καρούζου, «το δελφικό τοπίο δεν είναι ένα οποιοδήποτε βουνίσιο τοπίο στις πλαγιές του Παρνασσού. Αλλά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, το πόσο μοναδική είναι η δική του φυσιογνωμία, το βλέπουμε και το αισθανόμαστε, μόνον αφού φτάσουμε και μπούμε μέσα στην κλειστή περιοχή του και σταθούμε στην καρδιά του, αυτή την «τραχειά κοιλάδα», κατά τον ομηρικό ύμνο… Και αν σήμερα ο τόπος μας κρατεί σε αδιάκοπη διέγερση και θαυμασμό, καταλαβαίνουμε πόσα εντελώς ιδιαίτερα αισθήματα δημιουργούσε στους ανθρώπους εκείνους, που ξεκινούσαν από την άλλη άκρη της Ελλάδας κι έφταναν εδώ με την ψυχή στο στόμα, ν’ ακούσουν τι τους εμελλόταν ή να ζητήσουν συμβουλή από το Θεό».

Αυτή ακριβώς η παρουσία του Απόλλωνα και η σημαντικότητα που απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στο Θεό προσέδωσαν τη συνολική ακμή και φήμη στους Δελφούς.

«Η ιστορία των Δελφών δεν είναι παρά η ιστορία του Δελφικού ιερού. Μόνη της η πόλη των Δελφών θα ήταν εντελώς ασήμαντη. Ήταν μια μικροσκοπική πολιτεία, που ακόμη και στον 4ο αιώνα, στα χρόνια του Φιλίππου, είχε περίπου 700 ελεύθερους πολίτες με δικαίωμα ψήφου. Λογαριάζουν λοιπόν, ότι ο μόνιμος πληθυσμός των Δελφών δεν θα ήταν πολύ μεγαλύτερος από το σημερινό «Καστρί». Και μάλιστα από την πολιτεία αυτή έλειπαν σχεδόν εντελώς οι υλικές προϋποθέσεις για ανάπτυξη. Πράγματι, η πόλη των Δελφών μόνη της δεν θα είχε ποτέ υπολογίσιμη δύναμη. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η ιστορική σημασία που απόχτησε ο τόπος αυτός, που η Ελλάδα αναστατώθηκε πολλές φορές για χάρη του και συνδέθηκε με τα σπουδαιότερα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας, αποτελεί καταπληκτικό παράδειγμα ενός οργανισμού που ξεφυτρώνει έξαφνα μόνος του σχεδόν, ξεκινάει από το τίποτε, δεν αποχτάει ποτέ υλική δύναμη δική του και όμως η ηθική δύναμή του γίνεται τεράστια.(4)

Ποιους δρόμους όμως ακολουθούσαν, πως έφταναν οι χιλιάδες αρχαίοι προσκυνητές στον ιερό χώρο των Δελφών; Αρχικά από ανατολικά, ανεβαίνοντας από τη Βοιωτία και κατηφορίζοντας έπειτα από την Αράχωβα, από το δρόμο δηλαδή που ακολούθησε και ο ίδιος ο Απόλλων σύμφωνα με τον Ομηρικό ύμνο, τότε που πρωτόρθε στους Δελφούς. Είναι η περίφημη «Σχιστή Οδός» του Παυσανία, που αναφέρεται με το ίδιο όνομα και στον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή. Ο άλλος δρόμος είναι από τα νότια και δυτικά, από τη μεριά του Κορινθιακού κόλπου, από εκεί που, σύμφωνα με τον ίδιο ύμνο, ανέβηκαν οι ιερείς του θεού Απόλλωνα, οι Κρητικοί. Τέλος, μια τρίτη δίοδος προς τους Δελφούς, ήταν το ανηφορικό αρχαίο μονοπάτι που οδηγούσε στα υψίπεδα του Παρνασσού και το φημισμένο «Κωρύκιον άντρον».

Παρατηρούμε λοιπόν, πως αν και άγονος ο τόπος των Δελφών βρισκόταν επάνω ή κοντά σ’ ένα σπουδαίο σταυροδρόμι, με προσβάσεις στην ΒΑ και Α Στερεά, στη Β και Δ Στερεά και, πολύ εύκολα, στην αντικρινή Β Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τον Καρούζο (5) «και οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνθηκαν νωρίς τη σημασία αυτής της κεντρικής θέσης, που είναι τόσο ευνοϊκή για την επικοινωνία των ανθρώπων και το ημέρωμα του τόπου. Αυτό το αίσθημα καθρεφτίζεται στο θρύλο για τον «ομφαλό της γης», που είναι οι Δελφοί. Σύμβολο της πίστης αυτής των αρχαίων ήταν ο «πέτρινος ομφαλός» που είχε στηθεί μέσα στον ναό του Απόλλωνος και άλλοι που βρέθηκαν στις ανασκαφές έξω από το ιερό.

Η ευνοϊκή λοιπόν γεωγραφική θέση του μαντείου, είναι βέβαια ένας παράγοντας άξιος προσοχής. Όμως και αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά το πολύ σαν ένα επικουρικό αίτιο. Είναι αδύνατον αυτή μόνη να εξηγήσει την ανάπτυξη του ιερού σε πανελλήνια εστία και έπειτα σε παγκόσμια. Η απόδειξη είναι πρόχειρη. Υπήρχαν στον ίδιο τόπο σε απόσταση μισής ή μίας ώρας, κιόλας από το 2000 π.χ. δυο σημαντικοί συνοικισμοί, η Κρίσα και η σκάλα της στον Κορινθιακκό, ή Κίρρα. Αυτές βρίσκονται ακριβώς επάνω στο σταυροδρόμι και η γη τους είναι ασύγκριτα πιο πλούσια. Είχαν λοιπόν πολύ πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν σημαντικά. Και όμως, όχι μόνον καμιά απ’ αυτές δεν έγινε το πανελλήνιο κέντρο, αλλά σε λίγο και οι δυο αφανίστηκαν εξαιτίας ακριβώς του Δελφικού Ιερού. Το μεγαλύτερο μέρος της γόνιμης γης (6) τους καταδικάστηκε να μένει «αργό», χέρσο, για να είναι ιερό του θεού. Και ο λόγος είναι, ότι ο θεός δεν αγάπησε αυτές αλλά την «πετρήεσσαν» Πυθώ, την «τραχειά κοιλάδα» των Δελφών. Δεν τράβηξε λοιπόν η γεωγραφική θέση, ο «ομφαλος», ας πούμε έτσι, το θεό στους Δελφούς, αλλά ο θεός έκαμε τα βράχια εκείνα «ομφαλό της γης». Ώστε ο θεός Απόλλων και το ιερό του είναι το κύριο γενεσιουργό αίτιο της ιστορίας των Δελφών, που κάμει και σε μας, όπως έκαμε και στους αρχαίους, την εντύπωση ενός ανεξήγητου θαύματος».

Η τεράστια, η διαχρονική αίγλη που αποπνέουν οι Δελφοί αυξάνει την επιθυμία μας να εντοπίσουμε και να βαδίσουμε πάνω στους αρχαίους δρόμους που οδηγούσαν στο Ιερό.

 

ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΚΡΙΣΑ ΚΑΙ ΚΙΡΡΑ

 

Σαν σύγχρονοι «Παυσανίες» λοιπόν ξεκινάμε την περιήγησή μας πρώτα από το μονοπάτι που συνέδεε τους Δελφούς με την Κρίσα και την Κίρρα. Εντοπίζουμε την αφετηρία του κάτω από την pension «ΟΔΥΣΣΕΑΣ», στο Ν άκρο του οικισμού. Το μονοπάτι κατηφορίζει από τα τελευταία σπίτια μέσα από αμυγδαλιές. Σ’ ένα 5λεπτο συναντάμε σήμανση σε βράχο και κατευθυνόμαστε αριστερά. Ήδη στον Ν-ΝΔ ορίζοντα δεσπόζει ο μακρόστενος ορεινός όγκος Κίρφις, με τη σύγχρονη ονομασία Κεδριάς. Χαμηλά απλώνεται ο απέραντος ελαιώνας, ενώ στον Κορινθιακό προβάλλουν σε ευθεία σχεδόν γραμμή, αρχικά η Ιτέα και πιο πίσω το Γαλαξείδι. Πιο κάτω συναντάμε ένα μικρό εικονοστάσι και συνεχίζουμε αριστερά. Το μονοπάτι ουσιαστικά κατηφορίζει παρακολουθώντας τα αλλεπάλληλα επίπεδα των αναβαθμίδων του αμυγδαλεώνα κάτω από τους Δελφούς.

Αρχίζουν να εμφανίζονται ίχνη αρχαίου καλντεριμιού, που γίνονται όλο και πιο ευδιάκριτα. Είναι αδύνατον να μην αισθανθούμε συγκίνηση στη θέα των πρώτων λιθαριών, των στρογγυλεμένων από τα χιλιάδες πόδια που σύρθηκαν πάνω τους στους αιώνες, οδεύοντας προς τον ιερό χώρο των Δελφών. Αν δεν είχαμε ιδέα από την ιστορικότητα του τόπου, θα είμασταν απλά ικανοποιημένοι να βαδίζουμε πάνω σ’ ένα φαρδύ, με ήπιες κλίσεις μονοπάτι, που παρά τις πέτρες είναι ευκολοδιάβατο. Τώρα, γνωρίζοντας την ηλικία και τη χρήση των λιθαριών, η πορεία μας αποκτά μιαν άλλη διάσταση, ένα νοερό ταξίδι στο παρελθόν.

Σε μισή ώρα με χαλαρό βηματισμό συναντάμε μπροστά μας μια σύγχρονη, «υδάτινη» οδό . Είναι το βαθύ τσιμεντένιο κανάλι, που ξεκινάει από το φράγμα του Μόρνου και με φυσική κλίση, μετά από μεγάλη διαδρομή, διοχετεύει το πολύτιμο νερό στη λίμνη Υλίκη. Με κατεύθυνση Δ-ΝΔ ακολουθούμε τον χαλικοστρωμένο δρόμο παράλληλα με το κανάλι για 100 περίπου μέτρα. Μετά διασχίζουμε το κανάλι με τσιμεντένιο γεφυράκι και συνεχίζουμε την πορεία μας στην ίδια κατεύθυνση. Στα Δ-ΒΔ προβάλλει η γυμνή πυραμίδα της Γκιώνας, που με υψόμετρο 2.510 μ. είναι η πέμπτη υψηλότερη της χώρας.

Η επαφή μας με το παρελθόν προσωρινά διακόπτεται, βαδίζουμε σε άσφαλτο. Μια καλαίσθητη πινακίδα του Δασαρχείου Άμφισσας μας προσανατολίζει προς το αρχαίο μονοπάτι της Κίρρας. Με κατεύθυνση προς τον οικισμό του Χρισσού (7) βρίσκουμε και πάλι το καλοσυντηρημένο λίθινο μονοπάτι, με πολλά σημεία απείραχτου αρχαίου καλντεριμιού. Περνάμε μπροστά από το πέτρινο εκκλησάκι του Αγίου Χαράλαμπου. Αμέσως μετά το μονοπάτι μετατρέπεται σε στενό, τσιμεντοστρωμένο δρομάκι, που σε δυο λεπτά καταλήγει στα πρώτα σπίτια του Χρισσού. Ως εδώ, με χαλαρό ρυθμό, δεν έχουμε ξεπεράσει τη μία ώρα.

Αναστέλλουμε προσωρινά την ανίχνευση της αρχαίας οδού και αφιερώνουμε λίγο χρόνο στη γνωριμία με το Χρισσό. Η περιδιάβαση στους δρόμους και στα στενά του αμφιθεατρικού οικισμού είναι ευχάριστη κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Να μπροστά μας ο επιβλητικός ναός της Ευαγγελίστριας με το δίδυμο καμπαναριό και την άριστη τοιχοποιία, χτισμένος μετά το σεισμό του 1870. κατηφορίζουμε έναν ίσιο δρόμο με κυβόλιθους στρωμένο. Ένα ερειπωμένο πλινθόκτιστο προβάλλει μέσα από κληματαριές, άγριες και άναρχες. Πιο κάτω ορθώνεται το εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής νεοκλασσικό, που κάποτε ήταν το Σχολείο και πρόκειται να στεγάσει τον πολιτιστικό χώρο του Χρισσού. Πίσω του ένα μεγάλο ακατοίκητο πλινθόκτιστο του 19ου αιώνα. Οι εικόνες εναλλάσσονται με μια πανύψηλη καμινάδα, χτισμένη με τουβλάκι συμπαγές. Το κάτω τμήμα αποτελείται από βαριά τοιχοποιία, με λίθους στις γωνίες λαξευτούς. Με ύψος πάνω από 10 μέτρα είναι ένα εξαίρετο δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Παρόμοιες καμινάδες χρησιμοποιούντο στα τρία ελαιοτριβεία του χωριού, το «Συνεταιριστικό», το «Καλογερικό» και του «Δημητρίου». Απ’ αυτές τις καμινάδες έβγαινε ο καπνός από την καύση του πυρήνα της ελιάς, που ζέσταινε το νερό σε μεγάλο βραστήρα. Μετά έπαιρνε κίνηση η μυλόπετρα και με έμβολα λειτουργούσε το πιεστήριο για την εξαγωγή λαδιού.

Θα απαιτείτο ένα αποκλειστικό άρθρο για να συμπεριλάβουμε και να παρουσιάσουμε, όπως τους αξίζει, όλες τις ιδιαιτερότητες του οικισμού του Χρισσού, τις εκκλησίες, τις πλατείες, τα εξαίρετα νεοκλασσικά και παλιά πλινθόκτιστα, όλα αυτά τα στοιχεία που δικαιολογούν απόλυτα τον χαρακτηρισμό του ως «παραδοσιακού οικισμού».

Χαρίζουμε στους εαυτούς μας ένα καφεδάκι και μια χαλαρωτική στάση στην κεντρική πλατειούλα, με τον ήχο του νερού που τρέχει με πλούσια ροή από δίδυμο κρουνό. Ύστερα ξαναβγαίνουμε στο δρόμο. Στην δεξιά του άκρη μας καλωσορίζει ένα, σπάνια πια, μνημείο οδοποιίας, ένας παλιός πέτρινος χιλιομετρικός δείκτης, με ένδειξη 176 χλμ. μέχρι την Αθήνα. Έξω από το Ν-ΝΔ άκρο του χωριού, μπροστά από ένα μεγάλο πλινθόκτιστο, ξαναβρίσκουμε τη γνωστή πινακίδα του Δασαρχείου Άμφισσας και πινακίδα της αρχαιολογίας προς Προϊστορική Ακρόπολη. Μπαίνουμε σε ωραίο χωμάτινο μονοπάτι διασχίζοντας ελαιώνα. Πιο κάτω συναντάμε δεξιά μας λευκό εικονοστάσι. Σ’ ένα 10λεπτο βρισκόμαστε στον ευρύτερο χώρο της αρχαίας Κρίσας. Το τοπίο είναι εντυπωσιακό, ένας τραχύς τόπος, που στα ΝΑ καταλήγει σε φοβερούς κάθετους γκρεμούς, πάνω από την κοιλάδα με τον υπέροχο ελαιώνα και το παμπάλαιο ξωκκλήσι του Αγ. Νικολάου του Νέου, που μόλις διακρίνεται μέσα στις ελιές.

«Η ομηρική πόλη Κρίσα (8) αναγνωρίζεται τώρα στα προ πολλού γνωστά προϊστορικά λείψανα, που βρίσκονται αμέσως προς νότον του σημερινού χωριού Χρυσό… Η γαλλική αρχαιολογική σχολή των Αθηνών ενήργησε περιορισμένη αλλά αρκετά διαφωτιστική έρευνα. Η προϊστορική εγκατάσταση βρίσκεται στα ΝΔ της μικρής εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου. Ο παλιότερος συνοικισμός μπορεί να χρονολογηθεί, από τα ευρήματα, στα μεσοελλαδικά χρόνια. Ο συνοικισμός αυτός φαίνεται πως καταστράφηκε από φωτιά αλλά στην αρχή της μυκηναϊκής εποχής υπήρχε αξιόλογη πόλη, η οποία οχυρώθηκε στις μη απόκρημνες πλαγιές του λόφου με τείχος που λείψανά του διατηρούνται ακόμη. Η οχυρωμένη αυτή πόλη ήταν στην ακμή της στην εποχή του Τρωικού πολέμου. Ιστορικών χρόνων ευρήματα δεν είναι γνωστά στην Κρίσα, και φαίνεται πως η θέση εγκαταλείφθηκε χάριν της παραλιακής Κίρρας…

Ο Παυσανίας δεν ξεχωρίζει την Κρίσα από την Κίρρα και πιστεύει πως η πόλη ήταν μία, η παραλιακή, η οποία ονομάζονταν επί των ημερών του Κίρρα, ενώ στα ομηρικά χρόνια, Κρίσα. Ο Στράβων, αντίθετα, ξέρει την Κρίσα ως «διαφορετική πόλη».

Το μονοπάτι μας περνάει μπροστά από το παλιό και ωραιότατης αρχιτεκτονικής εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου. Η ισχυρότατη, ωστόσο, τοιχοποιία του φέρει μια ευδιάκριτη ρωγμή από την κορυφή της εισόδου ως τη σκεπή, κατάλοιπο προφανώς του μεγάλου σεισμού του 19ου αιώνα στην περιοχή.

Καθισμένοι στη σκιά της εκκλησούλας θαυμάζουμε το υποβλητικό τοπίο ολόγυρά μας, μια σύνθεση της φύσης εκπληκτική από θάλασσα, κάμπο και πανύψηλα βουνά. Χαμηλά εκτείνεται ο ελαιώνας της Ιτέας. Σ’ αυτή την πεδιάδα ήταν πάντοτε ο Πυθικός Ιππόδρομος. Παλαιότερα κοντά του ήταν και το Στάδιο αλλά μετά τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. οι γυμνικοί αγώνες είχαν αρχίσει να γίνονται στον χώρο πάνω από το Θέατρο των Δελφών.(9)

Στο μονοπάτι μας και πάλι. Περνάμε δίπλα από ταφικά συμπλέγματα. Στα Δ-ΒΔ η πόλη της Άμφισσας μοιάζει με μια προφυλαγμένη αγκαλιά, στην ίδια ευθεία με την πυραμίδα της Γκιώνας. Ο Απόστολος σταματάει μπροστά σ’ ένα όμορφο δενδρύλλιο με μικρούς, πρασινωπούς ακόμα καρπούς.

– Είναι ωραία εμπειρία να μαζεύεις και να αξιοποιείς αυτούς τους καρπούς όταν ωριμάζουν, λέει ο φίλος μας.

– Και ποιο είναι το αποτέλεσμα της αξιοποίησής τους; τον ρωτάμε.

– Μα, φυσικά το μαύρο πιπέρι, που χρησιμοποιούμε στο φαγητό. Το δέντρο που βλέπετε είναι μια αυτοφυής πιπεριά, που δεν είναι σπάνια στη γύρω περιοχή.

Χαμηλώνουμε από τον λόφο προς τον ελαιώνα της Ιτέας. Παντού γύρω μας αρχαίοι λιθοσωροί από σκουρόγκριζο ασβεστόλιθο. Ακούγονται γλυκόηχα κουδουνάκια από πρόβατα και κατσίκια, που τριγυρίζουν ελεύθερα, χωρίς συνοδεία σκύλου ή βοσκού. Σιγά-σιγά βγαίνουμε έξω από τα όρια της αρχαίας ακρόπολης της Κρίσας. Εδώ ήταν τα πρώτα «διόδια» που πλήρωσαν οι προσκυνητές για να συνεχίσουν προς Δελφούς. Αμέσως πιο κάτω σταματάει το μονοπάτι, αρχίζει χωματόδρομος που διασχίζει τον ελαιώνα. Με έκταση πολλών χιλιάδων στρεμμάτων και ενάμιση σχεδόν εκατομμύρια ρίζες ελιές, ο ελαιώνας της Άμφισσας θεωρείται ο πιο εκτεταμένος ομοιογενής ελαιώνας της Ελλάδας. Πάρα πολλά δέντρα είναι αιωνόβια με εκπληκτικά ογκώδεις και επιβλητικούς κορμούς. Το μεγάλο τους ύψος κρύβει από μακρυά τους ενδιάμεσους δρόμους, έτσι που ο ελαιώνας δίνει την εντύπωση ότι είναι απόλυτα συμπαγής.

Είναι αληθινή ευχαρίστηση να βαδίζουμε ανάμεσα σ’ αυτά τα πελώρια δέντρα που ζουν τόσους αιώνες. Όλος ο ελαιώνας ποτίζεται μ’ ένα εκπληκτικό δίκτυο αρδευτικών καναλιών, που διαχειρίζονται οι «νεροκράτορες», ειδικοί υπάλληλοι που αμείβονται από τον δήμο. Οι ιδιοκτησίες δεν οριοθετούνται μεταξύ τους με φράχτες αλλά με τα «ντράφια», χαμηλά χωμάτινα αναχώματα, που μοιάζουν μ’ ένα γιγάντιο και συνεχόμενο γήινο πλέγμα.

Συναντάμε την πινακίδα του Δασαρχείου με την κατεύθυνση του μονοπατιού, ένα εικονοστάσι, μερικές αγροτικές κατοικίες, ένα πελώριο κυπαρίσσι και πέτρινη πηγή δροσερού νερού. Βρισκόμαστε ήδη στο μονοπάτι Ε4. Αργότερα συναντάμε άλλη μια πέτρινη πηγή. Στα 1,9 χλμ. τελειώνει ο χωματόδρομος και αρχίζει η άσφαλτος. Μετά από 200 μέτρα στρίβουμε αριστερά, ακολουθώντας την κοίτη του Πλειστού ποταμού και πάντα παράλληλα με τις υπώρειες του βραχώδους Κεδριά. Λίγο αργότερα φτάνουμε στο κεντρικό δίκτυο, το διασχίζουμε κάθετα, αφήνουμε δεξιά μας τον αρχαιολογικό χώρο της Κίρρας και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα φτάνουμε στην παραλία του σύγχρονου οικισμού της Κίρρας. Βαδίζοντας σε αρχαία ή σε νέα μονοπάτια, σε αγροτικούς δρόμους ή ασφαλτόδρομους, με σήμανση άλλοτε ευδιάκριτη και άλλοτε ασαφή, καταφέρνουμε να ολοκληρώσουμε – με τις αναπόφευκτες παρεκκλίσεις – την αρχαία οδό από την Κίρρα ως τον ιερό χώρο των Δελφών. Μια πορεία ξεκούραστη, με πλούσιες εναλλαγές ιστορικών χώρων και τοπίων, που, ανάλογα με τους ρυθμούς που ακολουθεί κανείς, δεν ξεπερνάει τις 3-4 ώρες συνολικά.

Στην παραλία της Κίρρας ορθώνεται και ο Παράκτιος Μεσαιωνικός Πύργος, ένα τετράγωνο στιβαρό οικοδόμημα με μεγάλους πελεκητούς λίθους και ύψος που πλησιάζει τα 4 μέτρα. Εδώ δίπλα βρίσκονται και τα … «Φώκλαντ», ένα ουζερί πλάι στη θάλασσα, ιδανικό για μια μικρή ανασυγκρότηση με θέα στα γαλήνια νερά του Κορινθιακού. Μετά τα «Φώκλαντ» πεταγόμαστε για καφέ στην καφετερία… «Μαϊάμι». Οι τεράστιες αποστάσεις της Αμερικανικής ηπείρου έχουν στην Κίρρα εκμηδενισθεί.

Με νέες δυνάμεις παίρνουμε το δρόμο προς Δεσφίνα (και Αθήνα).το απογευματινό πρόγραμμα προβλέπει άλλο ένα μονοπάτι, νεώτερο από το αρχαίο της Κίρρας αλλά οπωσδήποτε παλιό. Είναι η θεαματική ελικοειδής διαδρομή, που κατηφορίζει από τον Κεδριά στον ελαιώνα των Δελφών. Λίγο πριν από τη Δεσφίνα στρίβουμε αριστερά σε χωματόδρομο. Στα 3,8 χλμ. συναντάμε την πινακίδα του Δασαρχείου με την ένδειξη: «Μονοπάτι Κόχραν – Γεφύρια». Συνεχίζουμε τον κακοτράχαλο πετρόδρομο, ακατάλληλο για συμβατικά αυτοκίνητα, και στα 7,1 χλμ. από την άσφαλτο τερματίζουμε στην κορυφή του Κεδριά. Από το ταπεινό υψόμετρο των 852 μέτρων ατενίζουμε τα πάντα. Και πρώτα απέναντί μας τους Δελφούς, σκαρφαλωμένους στην τραχειά βουνοπλαγιά τους. Τα τελευταία σπίτια μοιάζουν να ισορροπούν στο χείλος ενός φοβερού βράχινου γκρεμού, που βυθίζεται κατακόρυφα ως τον ελαιώνα, με ύψος που ξεπερνάει τα 300 μέτρα. Πάνω από τους Δελφούς διαγράφονται οι πέτρινοι ελιγμοί της «Σκάλας», του αρχαίου μονοπατιού που οδηγούσε στο Κωρύκειο Άντρο. Δεξιότερα των Δελφών χάσκουν οι «Φαιδριάδες», που σχηματίζουν το βαθύ και απόκρημνο φαράγγι με την περίφημη «Κασταλία κρήνη». Και ψηλά, στον ουράνιο ορίζοντα, ορθώνονται στη σειρά οι κορφές του Παρνασσού, καλυμμένες με έλατα αρχικά και στη συνέχεια γυμνές. Πρώτη και ψηλότερη η «Λιάκουρα», με ύψος 2.455 μέτρα. Δυτικά της ο «Γεροντόβραχος», με 2.389. Ανατολικά της τα «Μαύρα Λιθάρια», με 2.326 μ., πάνω απ’ την Αράχωβα. Το οπτικό μας πεδίο συμπληρώνει η Αράχωβα, η Άμφισσα και η πυραμίδα της Γκιώνας. Καθηλωμένοι έτσι για ώρα στην κορυφή του Κεδριά,, αποφασίζουμε με απροθυμία ν’ αποχωριστούμε αυτό το υπερθέαμα.

Επιστρέφουμε στην πινακίδα. Η αφετηρία του μονοπατιού είναι λίγο ασαφής, όσο όμως κι αν ξεστρατίσει κανείς, θα συναντήσει οπωσδήποτε μετά από μερικά λεπτά την ρηχή ρεματιά με την ευδιάκριτη χάραξη. Εξελίσσεται λοιπόν το μονοπάτι ευκολοδιάβατο, μέσα σε ασβεστολιθικό έδαφος τραχύ, κατάφυτο από πουρνάρια, κέδρα και αραιά κεδροκυπάρισσα. Οι κλίσεις αρχικά είναι ήπιες, αργότερα όμως γίνονται εντονότερες. Για τη συγκράτηση του εδάφους στα απότομα πρανή μεγάλα τμήματα είναι χτισμένα με καλή ξερολιθιά. Η διαφορά στην ποιότητα της κατασκευής μας δείχνει εμφανέστατα ποια τμήματα της τοιχοδομίας είναι σύγχρονα και ποια παλιά. Η τέχνη των παλιών μαστόρων παραμένει αξεπέραστη.

Η συνεχής κατάβαση, με κλίσεις αρκετά έντονες σε μερικές στροφές, σε συνδυασμό με την πολύωρη πρωινή πορεία, έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων καταπόνησης των μυών. Χαλαρώνουμε κάπως τους ρυθμούς και, τελικά, σε 1 ώρα και 20΄ φτάνουμε στο τσιμεντένιο γεφύρι του Πλειστού ποταμού, με την κοίτη του στεγνή από την πολύμηνη ανομβρία. Αρχίζουμε τη διάσχιση του ελαιώνα των Δελφών. Στην περίκλειστη κοιλάδα το φως της μέρας έχει χαθεί. Πριν μας τυλίξει το σκοτάδι, διακρίνουμε με ανακούφιση τους προβολείς του αυτοκινήτου που έρχεται να μας παραλάβει. Εμείς, τουλάχιστον, σε σύγκριση με τους αρχαίους οδοιπόρους, έχουμε την πολυτέλεια να διανύσουμε εποχούμενοι τον ανηφορικό δρόμο ως τους Δελφούς.

 

ΣΤΟ ΚΩΡΥΚΙΟ ΑΝΤΡΟ

 

«Η ανάβαση προς το Κωρύκιο σπήλαιο είναι ευκολώτερη για ένα πεζοπόρο και όχι για όσους χρησιμοποιούν μουλάρια και άλογα». (10) Αυτά έγραφε στα «Φωκικά» του ο Παυσανίας μετά την εμπειρία της ανάβασής του στο Κωρύκιο άντρο. Ούτε εμείς βέβαια είχαμε την πρόθεση να χρησιμοποιήσουμε άλογο ή μουλάρι. Ακόμα όμως και η «ευκολότερη» ανάβαση με τα πόδια σήμαινε την κάλυψη μιας υψομετρικής διαφοράς 900 περίπου μέτρων από τους Δελφούς, αφού το σπήλαιο βρίσκεται σε υψόμετρο 1360 μέτρων. Αποφασίζουμε λοιπόν να κάνουμε λίγο ευκολότερη τη διαδρομή, πραγματοποιώντας την στην κατάβαση.

– Με χαρά μου θα σας συνοδέψω στο Κωρύκιο άντρο, λέει ο Δήμαρχος Δελφών Παναγιώτης Καλτσής.

Από την Αράχωβα ανηφορίζουμε στα υψίπεδα του «Λιβαδιού», όπου τα πάλαι ποτέ «Καλύβια της Αράχωβας» αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια με εκρηκτικούς οικιστικούς ρυθμούς. Περνάμε το οροπέδιο μ’ αυτή την νεότευκτη πολυτελή «πέτρινη πόλη» του Παρνασσού και συναντάμε αριστερά μας την πινακίδα προς Κωρδύκιο. Ο καλός δασικός δρόμος διασχίζει αμιγές ελατόδασος και, 3 χλμ. μετά, τερματίζει κάτω ακριβώς από το, αθέατο ακόμη, σπήλαιο. Μερικά σκαλοπάτια και βρισκόμαστε μπροστά στο στενό, τριγωνικό άνοιγμα της σπηλιάς. Καθώς εισχωρούμε η θερμοκρασία πέφτει κατακόρυφα, το ίδιο και ο φωτισμός. Γρήγορα, ωστόσο, τα μάτια συνηθίζουν και τότε αποκαλύπτεται μια αίθουσα με τις εντυπωσιακότερες ίσως διαστάσεις, που έχουμε ως τώρα δει σε σπήλαιο. Είναι ένας πελώριος ομοιογενής χώρος, που μόνον στο βάθος του χαμηλώνει και στενεύει. Χωρίς όργανα μέτρησης, υπολογίζουμε το συνολικό μήκος, μέχρι τις απολήξεις της αίθουσας, στα 90 περίπου μέτρα, το μέγιστο πλάτος στα 28-30 και το μέγιστο ύψος στα 13-15 μέτρα.(11)

Το δάπεδο του σπηλαίου δεν είναι ιδιαίτερα ανώμαλο. Κοντά στην είσοδο είναι επικλινές και καλυμμένο κυρίως από χώμα. Στα τελειώματα της αίθουσας το δάπεδο γίνεται βραχώδες και ολισθηρό από την συνεχιζόμενη σταγονορροή. Εκεί διανοίγονται πολλά κοιλώματα και στόμια, που προσέδωσαν στον σπήλαιο το νεώτερο όνομά του «Σαρανταύλι». Ο λιθωματικός διάκοσμος είναι φτωχός, έχει προφανώς λεηλατηθεί στη διάρκεια των αιώνων. Απομένουν λίγοι σταλαγμίτες και στα τοιχώματα παραπετασματοειδείς, ως επί το πλείστον, σταλακτίτες.

Η αφιέρωση του Κωρύκιου στον Πάνα και τις νύμφες βεβαιώθηκε από τον περασμένο αιώνα με την ανάγνωση των επιγραφών που είναι σκαλισμένες στο βράχο, δεξιά του στομίου του σπηλαίου (12). Οι επιγραφές είναι του 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα. Η πρώτη αναφέρει: «Εύστρατος / Αλκιδάμον / αμβρύσιος / συμπερίπολοι /  Πανί / νύμφαις (ο αναθέτης Εύστρατος του Αλκιδάμου κατάγονταν από τη γειτονική Άμβρυσο, κοντά στο Δίστομο). Στην δεύτερη επιγραφή, που είναι λίγο παλαιότερη, αναφέρονται πάλι οι νύμφες και ο Πάνας μαζί με τις θυιάδες… «νυμφών / Πανός και Θυαδάν…

Ανασκαφή στο δάπεδο έγινε από τους Γάλλους αρχαιολόγους P. Amandry και  Michand στα 1970 και 1971. Τ μεγαλύτερο πλήθος των αναθημάτων ανήκει χρονολογικά στα αρχαιϊκά και στα κλασσικά χρόνια, από τον 6ο ως το τέλος του 4ου αι. π.Χ. Όπως φαίνεται από τα ευρήματα η σπηλιά ήταν σε χρήση και στη μέση και στη νεώτερη νεολιθική εποχή, καθώς και στα πρωτοελλαδικά και τα υστεροελλαδικά χρόνια.

Ο αρχαιολάτρης ερευνητής Στάθης Σιδεράς είχε την καλοσύνη να μας αποστείλει ένα πλήθος στοιχείων για τη διαδρομή του σπηλαίου στους αιώνες, καθώς και μια συστηματική περιγραφή του τεράστιου αριθμού και της ποικιλίας των αναθημάτων που ευρέθηκαν σ’ αυτό. Επιχειρώντας μια συνοπτικότατη σταχυολόγηση των στοιχείων αυτών επισημαίνουμε αρχικά, ότι βρίσκουμε στον Στράβωνα, Αισχύλο, Σοφοκλή, Παυσανία, Ευριπίδη, Πλούταρχο, Αριστόνοο από την Κόρινθο, στις ανωτέρω επιγραφές στην είσοδο του στομίου, σε βάση αναθηματική από μάρμαρο και στο λαιμό πήλινων αγγείων.

Στην πρώτη περίοδο του άντρου, που αρχίζει την Ύστερη Νεολιθική εποχή (4.300-3000 π.Χ.) ανήκουν αντικείμενα από πηλό, κόκκαλο ή κοχύλι, οψιδιανοί και πυριτόλιθοι, 3.000 κομμάτια από πήλινα αγγεία και 6 αγαλματίδια πήλινα. Στα Μυκηναϊκά χρόνια, γύρω στο 1400 π.Χ, ανήκαν 300 κομμάτια από αγγεία, ένα αγαλματίδιο από πηλό και από τα τέλη του 8ου – 7ου αι. π.Χ., χάλκινα αναθήματα, ένα άλογο, δυο πτηνά, ένα αγγείο πήλινο και δυο δακτυλίδια.

Ο μεγάλος όμως πλούτος αναθημάτων προέρχεται από τον 6ο αι. π.Χ. και τους αιώνες που ακολούθησαν: 15.000 περίπου κομμάτια αγγγείων, 7000 αγαλματίδια και προτομές, 1000 κρίκοι και δακτυλίδια, 25000 αντράγαλοι, μικρά αναθήματα από χαλκό, σίδηρο, γυαλί και αλάβαστρο, ένας λεπτός δίσκος από χρυσό διακοσμημένος με κεφάλι γοργόνας και μια ποικιλία νομισμάτων από Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, Εύβοια, Αττική, Πελοπόννησο, Μικρά Ασία και Ιόνια νησιά. Σημαντικό είναι ένα πήλινο σύμπλεγμα, που αναπαριστά κυκλικό χορό Νυμφών με τον Πάνα στο κέντρο κρατώντα, μουσικό όργανο. Στον Διονυσιακό κύκλο ανήκει μια πήλινη πλάκα ζωγραφισμένη, όπου απεικονίζεται χορός Μανάδων και Σατύρων. Δυο Σάτυροι από μάρμαρο είναι τα πιο όμορφα αγάλματα του άντρου, το ένα με αρχικό ύψος περίπου 1,25μ. και το άλλο 0,75 μ.

Ιδιαίτερο είδος αναθημάτων είναι οι αστράγαλοι, τα γνωστά «κότσια», που αφιερώνονταν στις Νύμφες πριν από τον γάμο. Ήταν δημοφιλές παιχνίδι των αρχαίων, που ακόμη και σήμερα παίζεται στην Αράχοβα. Στο σπήλαιο μάλιστα βρέθηκαν και 6 ζάρια, 4 πήλινα, 1 οστέινο και 1 λίθινο. Από τις 25.000 αστραγάλους περίπου, πάνω από το 95% είναι από οστά προβάτου ή αιγός. Βρέθηκαν και κάποιοι από χαλκό, πέτρα και γυαλί. Οι 2.500 είναι τρυπημένοι, ενώ οι 150 φέρουν ένα γράμμα ή ένα όνομα ή όνομα συντετμημένο μορφής της μυθολογίας. (Δυο απλά οστέινα κότσια είχαμε κι εμείς την τύχη να βρούμε ανάμεσα στα χώματα του δαπέδου του σπηλαίου).

Σε ποιο λόγο όμως οφείλεται αυτός ο τεράστιος αριθμός των ποικίλων αναθημάτων; Μα, φυσικά, στην λατρεία των προσκυνητών στο θεό Πάνα και στις Κωρύκιες Νύμφες, που θεωρούντο ότι προστάτευαν τα νεαρά κορίτσια και τον γάμο τους. Το 480 π.Χ το άντρο χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο κατά την εισβολή των Περσών. Αυτή η τρίτη περίοδος του άντρου είναι και η σημαντικότερη. Αρχίζει τον 8ο αιώνα και τελειώνει στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. Στα χρόνια του Παυσανία μόνον οι περί τον Παρνασσό το θεωρούν ιερό. Ο Παυσανίας πάντως το θεωρεί ως το πιο αξιοθέατο από όλα τα σπήλαια που είδε και πιστεύει ότι πήρε το όνομά του από μια νύμφη Κωρυκία.

Ξαναβγαίνουμε στο εκτυφλωτικό φως της μέρας. Μετά τον εκπληκτικό πλούτο πληροφοριών που έχουμε υπ’ όψη μας το Κωρύκιο Άντρο έχει αποκτήσει μια άλλη διάσταση στα μάτια μας, πολύ σημαντικότερη από την σπηλαιολογική του εικόνα, που είναι, ούτως ή άλλως, πολύ εντυπωσιακή.

Αρχίζουμε την κατάβαση σε πετρώδες μονοπάτι με ενδιάμεσα σκαλοπάτια. Γύρω μας φυτρώνουν μόνον χαμηλά πουρνάρια και αραιά κεδροκυπάρισσα. Στον αντικρινό ορίζοντα αγναντεύουμε τα διασημότερα βουνά της Β. Πελοποννήσου. Σ’ ένα τέταρτο μπαίνουμε στα πρώτα έλατα, ενώ λίγο αργότερα, το κατηφορικό μονοπάτι δίνει τη θέση του σε επίπεδο χωματόδρομο. Ακολουθώντας τον φτάνουμε σε λιγότερο από ένα 10λεπτο στο εκκλησάκι της Παλιοπαναγιάς και στο ξύλινο δασικό φυλάκιο του Παρνασσού.

– Πριν συνεχίσουμε την πορεία μας για Δελφούς, ελάτε να σας δείξω μια τοποθεσία, λέει ο Δήμαρχος.

Μπαίνουμε στ’ αυτοκίνητα και από το εκκλησάκι κινούμαστε δυτικά, μέσα στα ελατοδάση του Δ. Παρνασσού. Α περίπου χλμ. μετά στρίβουμε σε δευτερόλεπτα δασικό δρόμο αριστερά. Στα 1,7 χλμ. ο δρόμος τερματίζει σ’ ένα ξέφωτο με έλατα. Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο έχουμε έρθει ως εδώ, αφού δεν διακρίνω γύρω μου κάτι συγκλονιστικό.

– Ας περπατήσουμε δυο – τρία λεπτά ως την κορυφή του υψώματος, λέει ο Δήμαρχος.

Υποθέτω ήδη, ότι στην κορυφή μας περιμένει κάποια ωραία θέα. Πού να φανταστώ, ότι εκτός από τον πανοραμικό ορίζοντα, θα βρισκόμασταν μπροστά σ’ ένα σύνολο από διάσπαρτους λαξευτούς αρχαίους μεγάλιθους! Σ’ αυτούς άλλωστε τους μεγάλιθους οφείλεται η ονομασία «Μάρμαρα» του λόφου, που από υψόμετρο 1487 μέτρων ατενίζει γύρω του τα πάντα.

Τι είναι όμως αυτές οι, μεγάλων διαστάσεων, καλοδουλεμένες πέτρες στην κορυφή του λόφου; Δεν μπορούμε με βεβαιότητα να προσδιορίσουμε την αληθινή τους ταυτότητα. Σύμφωνα, πάντως, με τον αρχαιολόγο Κεραμόπουλο θεωρήθηκαν υπολείμματα βωμού ή τεμένους, όχι παλαιότερα του 4ου αι. π.Χ.

Να, όμως, που οι εκπλήξεις στα «Μάρμαρα» συνεχίζονται. Κάποιος από τη συντροφιά, σε ώριμη πια ηλικία αλλά λεπτός και αεικίνητος, που μέχρι τότε δεν είχαμε ακούσει τη φωνή του, αποφασίζει να μας μιλήσει με το σουραύλι του. Είναι ο Αραχωβίτης δάσκαλος Ηλίας Λιάκος, που ο Ανδρέας Τσούρας που περιγράφει το 1989 ως «ένα έξυπνο ερευνητικό μυαλό, λόγιο και αλαφροΐσκιοτο». Και εξαίρετο μουσικό, θα προσθέταμε εμείς. Σαν άλλος Πάνας – στον οποίο αποδίδεται η επινόηση του μουσικού αυλού από καλάμι, – βγάζει ο μπάρμπα – Ηλίας τον δικό του αυλό και αφήνει να ξεχυθεί μέσα στην απόλυτη σιγαλιά ένας εξαίσιος σκοπός. Αν κλείναμε τα μάτια, θα νομίζαμε πως είμασταν παρόντες στα αρχαία «Πύθια» στους Δελφούς, ακούγοντας τον σκοπό που επαίζετο για τον νικητό κάποιου αγωνίσματος…

Με τον γλυκόηχο σκοπό στ’ αυτιά μας κατηφορίζουμε απ’ τα Μάρμαρα. Επιστρέφουμε προς την Παλιοπαναγιά και, μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν από την εκκλησία, παίρνουμε το σηματοδοτημένο μονοπάτι για το Κροκί. Είναι μια υπέροχη διαδρομή μέσα στη σκιά του ελατοδάσους. Σ’ ένα 40λεπτο φτάνουμε στην τοποθεσία Κροκί, ένα ξέφωτο με ξύλινα σπιτάκια, που χρησιμοποιούντο ως κατασκηνωτικός χώρος για τους δημότες των Δελφών.

Σε δασικό δρόμο κατευθυνόμαστε Ν από το εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής. Συναντάμε πέτρινη πηγή, μετά την πινακίδα του Δασαρχείου Κροκί – Δελφοί, την πινακίδα Ε4, μια μεγάλη πέτρινη πηγή και, λίγο χαμηλότερα, αριστερά του δρόμου, διακρίνουμε σήμανση στους βράχους. Το μονοπάτι ακολουθεί την πορεία μιας ρηχής, ξερής ρεματιάς, ανάμεσα από κέδρα και πουρνάρια. Το μονοπάτι είναι ευδιάκριτο και βατό. Σ’ ένα 5 λεπτο εγκαταλείπουμε οριστικά τη ρεματιά και συνεχίζουμε λίγο πιο πάνω και παράλληλα μ’ αυτήν. Ένα 10λεπτο αργότερα πατούν τα πόδια μας το αυθεντικό λιθόστρωτο της αρχαίας στράτας των Δελφών. Για πρώτη φορά, εδώ και ώρες, προβάλλει χαμηλά ο οικισμός με θέα κατοπτική. Το αρχαίο μονοπάτι ελίσσεται στις απότομες πλαγιές με μακρυές τραβέρσες από ΒΑ προς ΝΔ. Το μεγάλο μήκος των αλλεπάλληλων ελιγμών μακραίνει την απόσταση, εξασφαλίζει όμως ήπιες κλίσεις και ανετώτερη κατάβαση. Το αρχαίο μονοπάτι φέρει σε πυκνά διαστήματα σκαλοπάτια σκαλισμένα στο βράχο, που του έδωσαν την ονομασία «Κακιά Σκάλα». (13) Οι παλιοί λίθοι είναι στρογγυλεμένοι από την μακραίωνη χρήση. Τα τοιχώματα επίσης που στηρίζουν το μονοπάτι αποτελούνται από μεγάλους λίθους, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν εμφανή την αρχαία τους προέλευση. Δεν είναι εύκολο να περιγράψουμε συναισθήματα και συνειρμούς στη διάρκεια της κατάβασης. Απλά νιώθουμε ευτυχείς που βαδίζουμε σ’ αυτό το διάσημο αρχαίο μονοπάτι πάνω από την πολιτεία των Δελφών.

Τρεις ως τρισήμιση ώρες διαρκεί η κατάβαση από το Κωρύκιο Άντρο ως τα πρώτα σπίτια των Δελφών. Το τελευταίο τμήμα του μονοπατιού είναι χωμάτινο και απότομο, διαφέρει πολύ από τις ήπιες κλίσεις του αρχαίου λιθόστρωτου. Ατενίζουμε για λίγο χαμηλά το Στάδιο. Ύστερα περνάμε κοντά από το Μουσείο Δελφικών Εορτών του Αγγέλου και της Εύας Σικελιανού. Το κίτρινο πινακιδάκι Ε4 μας οδηγεί στην άσφαλτο. Η αρχαία στράτα είναι ήδη παρελθόν.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΗΣ «ΣΧΙΣΤΗΣ ΟΔΟΥ»

 

Πολύ θα θέλαμε να ζούσαμε, έστω για λίγο, στην εποχή του Παυσανία, τότε που η διάσημη για το πλάτος της «Σχιστή Οδός» (που ελέγετο και «Τριπλαί Αμαξιτοί») ήταν η κύρια αρτηρία για τους προσκυνητές των Δελφών από την Αθήνα και τη Θήβα. Η μορφή του τόπου στην περιοχή της Σχιστής δεν άλλαξε από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα, γιατί πρόκειται για το μοναδικό πέρασμα προς τους Δελφούς ανάμεσα στα βουνά Παρνασσός προς Βορρά και Κίρφις ή Ξεροβούνι προς τον νότο. Σήμερα, βέβαια, τίποτε στο τοπίο δεν μας αποκαλύπτει την ύπαρξη του ονομαστού δρόμου της αρχαιότητας. Κάπου κάτω από τον σημερινό ασφαλτόδρομο Αράχοβας – Λειβαδιάς ή ανάμεσα στο πλέγμα των αγροτικών δρόμων πλάι στο ρέμα της χαράδρας βρίσκονται πιθανότατα τα αρχαία λιθόστρωτα.

Ο Παυσανίας αναφέρει αρκετά για το οδοιπορικό του στην περιοχή. Λέει, ότι, εκτός από την ανάβαση προς το Κωρύκιο άντρο και την κορυφή του Παρνασσού από τους Δελφούς, υπήρχε, όπως και τώρα, μονοπάτι προς τα δυο αυτά σημεία από την Δαυλίδα. (14). Με την έκφραση δε ‘αναστρέψαντι ες την επί Δελφών ευθείαν εκ Δαυλίδος» εννοεί πως αφήνει τον ανηφορικό δρόμο προς την κορυφή του Παρνασσού και επιστρέφει ανατολικότερα της Δαυλίδας, όπου ήταν η «επί Δελφών ευθεία», την οποία παίρνει κατευθυνόμενος προς τη Σχιστή. Ο δρόμος λοιπόν που ακολουθεί ο Παυσανίας μπαίνει στην ανηφοριά του μεταξύ Παρνασσού και Ξεροβουνιού περάσματος, όπως και ο σημερινός δρόμος που ανηφορίζει προς την Αράχοβα. Το πέρασμα αυτό το βρήκε στο 1805 ο Leake με το όνομα «Δερβένι του Ζεμενού» και το όνομα αυτό εξακολουθεί να είναι ακόμα σε χρήση. Το ονομαστό «Χάνι του Ζεμενού» βρίσκονταν στη μέση της διαδρομής Σχιστής – Αράχοβας.(15)

Μια πληροφορία για ίχνη της «Σχιστής Οδού» μας στέλνει να κατηφορίσουμε από την Αράχοβα προς τον οικισμό του Ζεμενού. Ακριβώς δίπλα από την πινακίδα του χωριού στρίβει δεξιά ένας χωματόδρομος με κίτρινη πινακιδούλα «Ξεροβούνι» και διακριτικά του τοπικού μονοπατιού «22». Παίρνουμε αυτό τον καλοστρωμένο χωματόδρομο παράλληλα με την άσφαλτο, με κατεύθυνση προς Αράχοβα. Για τον ανυποψίαστο οδοιπόρο μοιάζει ένας δρόμος συνηθισμένος. Ένας όμως προϊδεασμένος παρατηρητής θ’ αναγνωρίσει μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα τμήματα αρχαίου καλντεριμιού. Δεν είναι η συγκλονιστική ανακάλυψη κάποιου αρχαίου μνημείου, είναι ωστόσο τα ίχνη, έστω και ταπεινά, της ονομαστής Σχιστής Οδού.

Ο χωματόδρομος συνεχίζει ανάμεσα από αμπελάκια. Λίγο αργότερα χαμηλώνουμε σε ρεματιά, παράλληλα με στεγνή κοίτη χειμάρρου. Ξερολιθιές είναι κατάσπαρτες παντού, με λίθους που μοιάζουν κατεργασμένοι από παλιά. Χαρακτηριστικότερο δείγμα είναι ένα υπόλειμμα τοίχου στα 2,9 χλμ. ακριβώς από την άσφαλτο και μόλις 20 μέτρα αριστερά του χωματόδρομου, μέσα σε μικρό αμυγδαλεώνα. Σώζεται μια γωνία του κτίσματος, σε ύψος 1,70 περίπου μέτρων, με τοιχοποιία από καλά λαξευμένους ασβεστόλιθους.

Συνεχίζοντας το δίκτυο των χωματόδρομων μέσα από τη ρεματιά μπορούμε να καταλήξουμε απέναντι από την Αράχοβα ή στον ελαιώνα κάτω από τους Δελφούς. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Η συνολική γεωμορφολογία του τόπου αποδεικνύει, ότι ήταν ένα θαυμάσιο πέρασμα προς την κοιλάδα των Δελφών.

Επιχειρούμε μια τελευταία περιήγηση προς την κατεύθυνση της Δαύλειας, στρίβοντας αριστερά από τον κεντρικό δρόμο Αράχοβας – Λειβαδιάς. Στα 3 χλμ. περίπου αριστερά του δρόμου προβάλλει λιτή πετρόχτιστη στήλη με αποσπάσματα από τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλέους.(16)

Το απόσπασμα καταλήγει με την σημαντική για τη Σχιστή Οδό αναφορά: «Φωκίς μεν η γη ηλκίζεται σχιστή δ’ οδός ες ταυτό Δελφών καπό Δαυλείας άγει».

Από κάπου εδώ λοιπόν, χαμένη σήμερα ανάμεσα στη χαράδρα και τα πυκνά πουρνάρια, περνούσε η περίφημη «Σχιστή Οδός», που διέσχιζε αργότερα την τοποθεσία του Ζεμενού. Νιώθουμε σαν να την έχουμε βαδίσει.

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θερμές ευχαριστίες οφείλονται:

– Στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας και προσωπικά στον Νομάρχη Νίκο Φουσέκη.

– Στον Δήμαρχο Δελφών Παναγιώτη Καλτσή για όλες του τις βοήθειες.

– Στον υπεύθυνο επικοινωνίας του Δήμου Δελφών Αποστόλη Χατζηδήμου για την ολόπλευρη στήριξη των προσπαθειών μας.

– Στον Στάθη Σιδηρά για τις πολύτιμες πληροφορίες του.

– Τέλος, στους καλούς φίλους και συνεργάτες Κώστα και Έλσα Ζαρόκωστα, για την συντροφικότητα και την αμέριστη συμπαράσταση στο έργο μας.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  • «ΕΚΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΤΑΞΊΔΙΑ», εκδ. ΔΙΦΡΟΣ.
  • (Παυσανίου, «ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ», Βιβλίο 10, «ΦΩΚΙΚΑ»).
  • Χρήστος Καρούζος, «ΔΕΛΦΟΙ», 1974
  • Καρούζος, οπ.π.
  • «ΔΕΛΦΟΙ», οπ.π
  • Ο συγγραφέας εννοεί την πεδιάδα με τον περίφημο ελαιώνα της Άμφισσας.
  • Σύμφωνα με την υποσημείωση 4, σελ. 450 του βιβλίου «ΦΩΚΙΚΑ» του Παυσανία (εκδοτική Αθηνών), η ορθή γραφή του οικισμό είναι «Χρυσό».
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησης, «ΦΩΚΙΚΑ», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.
  • ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, «ΦΩΚΙΚΑ», οπ.π
  • ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ «ΦΩΚΙΚΑ», οπ.π.
  • Το πλάτος της αίθουσας κατά τα στοιχεία της Εκδοτικής Αθηνών (Φωκικά, οπ.π) είναι 60 μέτρα και κατά τον συνεργάτη μας, συγγραφέα και λαογράφο Γιώργο Λεκάκη, 50 μέτρα.
  • Εκδοτική Αθηνών, οπ.π.
  • Θεωρούμε την ονομασία υπερβολική, αφού δεν είναι ούτε κακοτράχαλη, ούτε επικίνδυνη
  • Εννοεί την σημερινή Δαύλεια, με το μονοπάτι που ξεκινάει πάνω από τη Μονή της Παναγίας της Ιερουσαλήμ.
  • Εκδοτική Αθηνών, «ΦΩΚΙΚΑ»
  • Η στήλη έχει στηθεί με μέριμνα της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και με δαπάνες της Νομαρχίας Βοιωτίας το 1996

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

– Παυσανίου, «ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ, ΦΩΚΙΚΑ», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2004

– Χρ. Καρούζος, «ΔΕΛΦΟΙ», εκδ. ΕΡΜΗΣ 1973 (2004)

– ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ, «Εκδρομές και ταξίδια», εκδ. ΔΙΦΡΟΣ, Αθήνα 1963

– Στάθης Σιδηράς, «Αράχοβα του Παρνασσού από τα Προϊστορικά στα Βυζαντινά χρόνια», «Αποκαλύπτοντας το παρελθόν», 2006.

 

back-button
next-button
delfoi delfoi_1 delfoi_2 delfoi_3 delfoi_4 delfoi_5 delfoi_6 delfoi_7 delfoi_8 delfoi_9 delfoi_10 delfoi_11 delfoi_12 delfoi_13 delfoi_14 delfoi_15 delfoi_16 delfoi_17 delfoi_18
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories