Με τη μορφή που διασώζεται σήμερα, το κάστρο Δαμασίου είναι μεσαιωνικό, ωστόσο η ουσιαστική και ακριβής χρονολογία κατασκευής του παραμένει άγνωστη. Τα λιγοστά ευρήματα στο εσωτερικό του δε βοηθούν την αρχαιολογική έρευνα, προσδίδοντας στο ιστορικό τοπίο έναν αέρα μυστηρίου.
«Δεν με εκπλήσσει η ομορφιά και η παλιά ευημερία που το μεγαλύτερο μέρος της κείτεται σήμερα σε ερείπια, γιατί γνωρίζω ότι ο θεός αρέσκεται να δημιουργεί όλο καινούργια πράγματα και η τύχη να μεταβάλλει τα πάντα, και όσα γίνονται και όσα χάνονται και όλα τα κινεί όπως εκείνη θέλει, κατά αδήριτη ανάγκη»
Ο Παυσανίας για τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας (VIII, 33, 1-4)
To ίδιο θα τολμούσα να πω ότι ισχύει και για τα υπολείμματα της ακρόπολης του εντυπωσιακότερου κάστρου της Θεσσαλίας στο Δαμάσι Τυρνάβου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το νόημα του ελληνικού τοπίου βρίσκεται στα ερείπιά του. Κτίσματα που, αν και παραμορφωμένα, δε χάνουν την ομορφιά, τη γοητεία και τη βαθειά ιστορικότητά τους. Στην Ελλάδα, τα ερειπωμένα κτίσματα προσφέρουν ένα στοιχείο αντίθεσης και νοσταλγίας. Όταν μάλιστα είναι κρυμμένα στις κορυφές γραφικών λόφων ή βουνών, τότε ενισχύεται η γραφική και ιστορική απεικόνιση του τοπίου.
Χρυσές ανταύγειες, απαλές λάμψεις και ατμοσφαιρικές σκηνές είναι τα πρώτα χαρακτηριστικά που παρατηρώ στον περιβάλλοντα χώρο του λόφου καθώς κοιτώ ψηλά, πάνω από τον οικισμό του Δαμασίου. Απ’ όποια πλευρά της περιμέτρου βρεθεί κανείς στην περιφερειακή ακτίνα του Δαμάσιου, μπορεί να παρατηρήσει τα ερειπωμένα τείχη που, καθώς στέκουν όρθια απέναντι στο απογευματινό φως, τονίζουν τη μεγαλοπρέπεια του ελληνικού τοπίου.
Είχα φτάσει νωρίς το μεσημέρι στο Δαμάσι και προσπαθούσα να βρω την έξοδο για το κάστρο. Έβλεπα τον εντυπωσιακό γυμνό λόφο, αλλά τα σπίτια στη βάση του αναπτύγματός του μου έκρυβαν κάθε πρόσβαση στην ανωφέρεια για το κάστρο. Τελικά, αφού πέρασα τη γέφυρα και μπήκα στον καθαυτό οικισμό, πήρα τον επάνω περιφερειακό του χωριού που προσέγγιζε τον λόφο. Σε λιγότερο από πενήντα μέτρα, βρήκα δεξιά μου ένα ανηφορικό μονόστρατο, ακαθάριστο μάλιστα, που ακολουθούσε τις κοινοτικές λάμπες που έδειχναν με σαφήνεια την ανάβαση για την κορυφή του κάστρου. Τραβώντας σε ευθεία γραμμή και με βόρειο προσανατολισμό, διέσχισα το πευκοδάσος και βγήκα στην κατεύθυνση για τον λόφο. Ξαναμπήκα σε πυκνό πευκοδάσος, όταν το μονοπάτι άρχισε τις διαρκείς κι ανηφορικές φούρλες, που με αλλεπάλληλες στροφές με έβγαλε στη διασταύρωση των δρόμων για τα εκκλησάκια του Αγίου Κωνσταντίνου και πιο ψηλά των Αγίων Θεοδώρων. Ύστερα πήρα κατεύθυνση δυτική βγαίνοντας σταδιακά από το πευκοδάσος, για να προσεγγίσω το γυμνό τοπίο του λόφου στην περιφέρεια του οποίου άρχιζε την όμορφη αποκάλυψή του το κάστρο της κορυφής.
Από δω πάνω άνοιγε την ομπρέλα του και ολόκληρο το σταμπωτό περιβόλι, που διαμελιζόταν από τους διάσπαρτους λόφους και τα βουναλάκια της επαρχίας Ελασσόνας. Και πρώτα απ’ όλα οι δυο κοντινοί και αντίπαλοι λόφοι, πάνω και γύρω από το εντυπωσιακό κάστρο. Η Βίγλα από τη νότια πλευρά του οικισμού και ο Άγιος Θεόδωρος από τη βόρεια, κάτω απ’ την οποία περνάει και ο Τιταρήσιος ποταμός, παραπόταμος του Πηνειού.
Μπαίνοντας από μια διακριτή τρύπα του κάστρου, διέκρινα τα υπολείμματα των τειχών που σώζονται σε διακεκομμένα τμήματα, αλλά με πολύ επιβλητικό τρόπο ανορθωμένα. Προχώρησα με μικρή δυσκολία στο εσωτερικό του κάστρου για να εκμετρήσω την κατάσταση των τειχών, αλλά και της θέας που προσφέρει από ψηλά η θέση του ακροπολικού αυτού κτίσματος. Ένας ολόχαρος κάμπος με τα στιγματισμένα του λοφάκια κι ένα υδάτινο φίδι ο Τιταρήσιος ποταμός που τον διασχίζει.
Το Δαμάσι βρίσκεται 28 χιλιόμετρα μακριά από τη Λάρισα και είναι κτισμένο στην ίδια θέση όπου ήταν και η αρχαία πόλη Μύλαι, ερείπια της οποίας φέρεται να βρέθηκαν στο μεσότοπο, ανάμεσα δηλαδή στο Δαμάσι και στο Δαμασούλι. Το Δαμάσι επίσης αναφέρεται σε μια απογραφή που συντάχτηκε μετά την άλωση της Πόλης, με πληθυσμό 314 οικογένειες από τις οποίες οι 184 ήταν βλαχόφωνες και οι υπόλοιπες ελληνόφωνες.
Στη διάρκεια των τελευταίων οθωμανικών χρόνων αποτελούσε τσιφλίκι Οθωμανών μπέηδων. Ωστόσο, το 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, παρέμεινε στον έλεγχο των Οθωμανών. Από το 1881 κι έπειτα, το Δαμάσι βρισκόταν πολύ κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, με αποτέλεσμα να επικρατεί ανησυχία στους κατοίκους. Απομεινάρια αυτής της οθωμανικής κατοχής του Δαμασιού σώζονται και σήμερα σε διάφορα σημεία τριγύρω και βέβαια είναι τούρκικα φυλάκια (καζάρμες). Τέτοιες καζάρμες συναντήσαμε στον Προφήτη Ηλία και σε όλη την πλευρά του λόφου προς το ποτάμι του Τιταρήσιου, σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των χιλίων μέτρων η μια από την άλλη. Στη θέση Μπουγάζι στην απέναντι όχθη του Τιταρήσιου ποταμού και ψηλά, επάνω στο βουνό με την ονομασία Λουτόμι, υπάρχουν άλλα τρία τέτοια φυλάκια (καζάρμες), τη μια από τις οποίες ονομάζουν και σήμερα ακόμη Τουρκογέφυρα. Με τον άτυχο πόλεμο του 1897, γνωστός στην Ελλάδα και ως Μαύρο ’97, το Δαμάσι και η γύρω περιοχή υπήρξε το πεδίο μεγάλης σύγκρουσης των ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων. Χρειάστηκαν άλλα δεκαπέντε χρόνια για να απελευθερωθεί το Δαμάσι, πράγμα που έγινε χωρίς αιματοχυσία και χωρίς οι Τούρκοι να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση.
Κλείνοντας το μικρό αυτό αφιέρωμα στο Δαμάσι του Τυρνάβου, ας επισημάνουμε ότι το κάστρο που περιηγηθήκαμε στην κορυφή του λόφου πάνω από το κεφαλοχώρι είναι -με όσες πληροφορίες και γνώσεις μπορούμε να έχουμε- μεσαιωνικό, αλλά η ουσιαστική και ακριβής χρονολογία κατασκευής του παραμένει άγνωστη. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα κάστρα της ηπειρωτικής Ελλάδας, με έκταση που προσεγγίζει τα 45 στρέμματα, μέγεθος ασυνήθιστο για οχύρωση που δεν προστάτευε κάποια μεγάλη πόλη. Είναι χτισμένο βέβαια σε στρατηγικό σημείο για την επιτήρηση της κοιλάδας του Τιταρήσιου και την αντιμετώπιση ενός από Βορράν κινδύνου. Μέσα στο κάστρο σώζεται ένα φυλάκιο, αλλά και τμήματα διπλού τείχους. Στη βόρεια πλευρά του σώζονται και μερικοί αρχαίοι δόμοι, οι οποίοι μαρτυρούν την ύπαρξη οχύρωσης που προϋπήρχε κατά την αρχαιότητα.










