home Άρθρα Χορτιάτης: Το μονοπάτι των Παγοποιών
Χορτιάτης: Το μονοπάτι των Παγοποιών

Ένα οδοιπορικό στο πολύπαθο «μονοπάτι των παγοποιών». Σε ένα από τα ωραιότερα μονοπάτια που βρίσκεται σε θέση αναπνοής από τη Θεσσαλονίκη και συνδέθηκε με την ιστορία της . Το μονοπάτι των παγοποιών εξακολουθεί να είναι το μαργαριτάρι του Χορτιάτη παρά τις φθορές  που του προξένησαν  οι μηχανοκίνητοι «σπόρτσμεν», την καταστροφή του ευρύτερου περιβάλλοντος γύρω από τον Χορτιάτη και τις παλινωδίες των Υπηρεσιών  που αφορούν  στη χρήση του. 

Κείμενο: Ανέστης Γιαννικόπουλος
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή, Ανέστης Γιαννικόπουλος
Χορτιάτης: Το μονοπάτι των Παγοποιών
Κατηγορίες: Δραστηριότητες
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Θεσσαλονίκη

Κυριακή πρωί ανηφόρισα από το Πανόραμα για τον Χορτιάτη με τον Οκτωβριάτικο ήλιο να καίει απρόσμενα μέσα από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Προσπέρασα την υδατογέφυρα, απομεινάρι του ρωμαϊκού υδραγωγείου που τροφοδοτούσε στο παρελθόν την Θεσσαλονίκη με το άφθονο και εξαιρετικό νερό του Χορτιάτη. Στα ελληνιστικά χρόνια  η Θεσσαλονίκη αντλούσε τις ανάγκες της σε νερό από πηγάδια που βρίσκονταν σε κάθε αυλή. Όταν όμως οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την πόλη και ένωσαν κάτω από την διοίκησή τους όλους τους λαούς της Μεσογείου, η πόλη μετατράπηκε σε εμπορικό κόμβο με αξιόλογο λιμάνι και πάνω στην Εγνατία οδό, την αρτηρία που ένωνε από τη ξηρά την Ευρώπη με την Ασία. Ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε και τα δημόσια λουτρά μπήκαν στη ζωή των κατοίκων αυξάνοντας κατά πολύ τις ανάγκες της πόλης σε νερό. Στην αναζήτηση νέων υδάτινων πόρων τη λύση έδωσε για πάνω από είκοσι αιώνες το βουνό του Χορτιάτη.

Ανηφόρισα στην κωμόπολη που απλώνεται στη βορειοδυτική πλαγιά του βουνού σε υψόμετρο 550 μέτρων και που σήμερα αριθμεί  5.000 κατοίκους. Εντύπωση κάνει η παντελής έλλειψη παραδοσιακών κατοικιών παρόλο που η πόλη έχει ιστορία πολλών αιώνων. Ο λόγος είναι ότι εδώ γράφτηκε ένα αποτρόπαιο έγκλημα πολέμου, όταν στις 2 Σεπτεμβρίου 1944 οι Γερμανοί εισέβαλαν απροειδοποίητα στην ανοχύρωτη πόλη και την έκαψαν ολοσχερώς  σκοτώνοντας 149 κατοίκους. Πολλούς από αυτούς τους εγκλώβισαν και τους έκαψαν ζωντανούς στον φούρνο του Γκουραμάνη. ΟΙ εικόνες που περιέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες είναι τόσο φρικιαστικές που το μυαλό αρνείται να τις επεξεργαστεί. Ο πρωταίτιος της απάνθρωπης θηριωδίας,  επικεφαλής της καταδιωκτικής ομάδας της Βέρμαχτ Φρίτς Σούμπερτ, που είχε προηγουμένως αιματοκυλίσει και την Κρήτη, συνελήφθηκε μετά από πολλές περιπέτειες, καταδικάστηκε σε 27 φορές ισόβια και εκτελέστηκε το 1947 στο Επταπύργιο.  Στην κεντρική πλατεία υπάρχει ένα μνημείο για τα αθώα θύματα της εν ψυχρώ θηριωδίας των «επίλεκτων» Ναζί του Τρίτου Ράιχ.

Στην έξοδο της κωμόπολης προς τη μεριά του πάρκου των κεραιών ξεκινά στο ανάντη του δρόμου το γνωστό σε όλους «μονοπάτι των παγοποιών» του Χορτιάτη. Ο παγοποιός από την αρχαιότητα ακόμη ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα και ήταν η τέχνη παρασκευής φυσικού πάγου. Η τέχνη αυτή όμως περιοριζόταν στους κατοίκους ορεινών περιοχών που γειτνίαζαν με αστικά κέντρα. Ο πάγος παρασκευαζόταν στις πλούσιες σε νερά ορεινές και ανήλιες πλαγιές των βουνών τον χειμώνα όταν έπεφτε η παγωνιά, συντηρούνταν θαμμένος κάτω από τη γη και πουλιόταν στις πόλεις με τις ζέστες του καλοκαιριού. Ο παγοπώλης ο γνωστός παλαιότερα «μπουζιτζής» από την τουρκική λέξη “buz” που θα πει πάγος με τη σούστα του ήταν γνωστή φιγούρα ανάμεσα στους πλανόδιους πωλητές του καλοκαιριού.

Το επάγγελμα του παγοποιού ήκμασε ως το τέλος του 19ου αι. οπότε και άρχισε πλέον η βιομηχανική του παραγωγή του. Η κατανάλωση του φυσικού πάγου διατηρήθηκε έστω και φθίνουσα ως τις αρχές της δεκαετίας του ’50 και έσβησε ακολουθώντας τη μοίρα της παγωνιέρας, όταν αυτή αντικαταστάθηκε από το ηλεκτρικό ψυγείο.

Τα πρώτα βήματα στο μονοπάτι των παγοποιών είναι λαξεμένα πάνω σε απότομο βράχο. Στην πλάτη μου η Θεσσαλονίκη αγκαλιάζει ερωτιάρικα τον Θερμαϊκό που αστράφτει στον καθαρό ουρανό. Βαδίζω σε μονοπάτι κυκλωμένο με δίμετρα πουρνάρια που μετά βίας το σκιάζουν.

Στην πρώτη καμπή του μονοπατιού στα δεξιά μου βγαίνω στο μικρό ξέφωτο που λέγεται «Αφανός». Εκεί παραμένει στημένο το καπνισμένο μεταλλικό ικρίωμα όπου κάθε βράδυ την Μεγάλη Παρασκευή ο νεαρόκοσμος του Χορτιάτη καίει το ομοίωμα του Ιούδα, ένα παλαιοχριστιανικό θρακικό έθιμο. Από εδώ η θέα στον Χορτιάτη είναι μοναδική. Την πόλη ίδρυσε ο μυθικός βασιλιάς της Θράκης Κισσεύς (ο μύθος λέει ότι οι εγγονοί του Κισσέα Κόωνας και Ιφαδάμαντας σκοτώθηκαν από τον Αγαμέμνοντα στον Τρωικό πόλεμο) και της έδωσε το όνομα Κίσσος. Κισσός ονομάστηκε και το βουνό που την φιλοξενούσε και ήταν το όριο ανάμεσα στην αρχαία Μυγδονία (περιοχή Λαγκαδά) και τον Ανθεμούντα (Βασιλικά). Το 315 π. Χ. ο Κάσσανδρος κατέστρεψε όλες τις πολίχνες γύρω από τη νεοϊδρυθείσα Θεσσαλονίκη για να αναγκάσει τους κατοίκους των να μετεγκατασταθούν στη νέα πόλη, που της έδωσε το όνομα της γυναίκας του και αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο Χορτιάτης αναφέρεται από τον 10ο αι. η Μονή του Χορταϊτου ή προς το λαϊκότερο Χορτάτζη. Γύρω της αναπτύχθηκε ένας οικισμός κολίγων που αργότερα πήρε παραφρασμένο το όνομα του μοναστηριού: Χορτιάτης.

Όταν οι Τούρκοι έκαψαν το μοναστήρι, το μεν χωριό επέζησε, οι δε μοναχοί κατέφυγαν στο μετόχι της μονής έξω από τα κάστρα της Θεσσαλονίκης κοντά στην Ευαγγελίστρια και δίπλα στο ρέμα όπου σήμερα βρίσκεται το γήπεδο του Ηρακλή, το Ιβανώφειο. Ακόμη και σήμερα το ρέμα αυτό στα όρια των 40 Εκκλησιών ονομάζεται ρέμα Χορτατζήδων.

Λίγο μετά τη ρηχή μονόχωρη σπηλιά, την Αρκουδότρυπα, ακολουθώ το στενό μονοπάτι και ανηφορίζω μέσα σε δάσος πουρναριών που το σκεπάζουν και αποτελούν ιδανική προστασία από τον ενοχλητικό πάρωρο ήλιο. Όσο ανηφορίζω το χαμηλό πρινόδασος αντικαθίσταται από μεγαλύτερα δέντρα οξιάς και μετά το πλάτωμα  με τις αιωνόβιες καρυδιές συναντώ τα πρώτα υπολείμματα του λαμπρού καλντεριμιού που κατασκεύασαν το 1915 Ινδοί στρατιώτες  της βρετανικής δύναμης της ΑΝΤΑΝΤ για να επικοινωνούν με το παρατηρητήριο που είχε στηθεί από τους συμμάχους στον Κισσό την κορυφή του Χορτιάτη, σε υψόμετρο 1.201 μέτρα. Το παρατηρητήριο αυτό μάλιστα διέθετε αερόστατα για την καλύτερη κατόπτευση του Μακεδονικού μετώπου. Δίπλα στο καλντερίμι σώζονται ακόμη τα «γκιρίζια», τα πέτρινα κουβούκλια με το σιδερένιο πορτάκι για τη συλλογή των πηγαίων υδάτων και τον καθαρισμό τους πριν αυτά διοχετευθούν σε τσιμεντένια κιούγκια που τα οδηγούσαν στη Θεσσαλονίκη.

Δυστυχώς το καλντερίμι αυτό έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τα δίτροχα enduro και τις τετράτροχες «γουρούνες» που στο παρελθόν «αλώνιζαν» ανεξέλεγκτα στα μονοπάτια του πολύπαθου Χορτιάτη. Οι καβαλάρηδες αυτών των εκτός δρόμου μηχανών χρησιμοποιούσαν τα μονοπάτια σαν πίστες εκπαίδευσης και εξάσκησης αδιαφορώντας τόσο για τους πεζούς, όσο και για την καταστροφή των μονοπατιών από τα διαρκή σπιναρίσματα και φρεναρίσματα. Πολλές φορές μάλιστα κυκλοφορούσαν με τσεκούρια για να διαπλατύνουν αυθαίρετα τα μονοπάτια και να τα καθιστούν κατάλληλα για τις ογκώδεις μηχανές τους. Χρειάστηκε να κινητοποιηθούμε όλοι οι ορειβάτες και με συνεχείς παραστάσεις στη Δ/νση Δασών Θεσσαλονίκης να πετύχουμε την απαγόρευση των  enduro και των «γουρούνων» στον Χορτιάτη πριν καταστραφούν τελείως τα μονοπάτια ή ακόμη χειρότερα πριν θρηνήσουμε θύματα μεταξύ των ανυπεράσπιστων περιπατητών. Σήμερα η ηρεμία έχει επιστρέψει στο δάσος του Χορτιάτη και στη θέση των δίχως σιλανσιέ εξατμίσεων ακούγονται και πάλι κελαηδίσματα πουλιών.

Βρίσκομαι πια σε υψόμετρο 900 μέτρων και έχω διεισδύσει βαθιά στο σκιερό δάσος πανύψηλης οξιάς. Βαδίζω στο μονοπάτι έχοντας στα αριστερά μου το βαθύ ανήλιο ρέμα και φθάνοντας στη θέση «πέντε αδέρφια» διακρίνω το πρώτο από τα «μαγαζιά», όπως ονόμαζαν οι παγοποιοί τις αποθήκες πάγου. Επρόκειτο για βαθιά μονωμένα λαγούμια, όπου συντηρούνταν ο πάγος ως το καλοκαίρι. Δίπλα στο πρώτο «μαγαζί», που δυστυχώς έχει πια καταρρεύσει και μισομπαζωθεί, βρίσκεται η «Μπάρα», ένας κυκλικός και επίπεδος χωμάτινος χώρος σαν αλώνι. Στις παγωνιές του χειμώνα, όταν τη νύχτα η θερμοκρασία έπεφτε κάτω από το μηδέν, μάζευαν νερό από το παρακείμενο ρέμα και το έριχναν στις αβαθείς σαν τεράστια τηγάνια φυσικές λεκάνες. Το νερό πάγωνε τη νύχτα και το πρωί μάζευαν την στρώση του πάγου από την επιφάνεια της μπάρας. Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε μέρα, όσο κρατούσε η παγωνιά. Έτσι συνέλεγαν πολλές στρώσεις πάγου που τις τοποθετούσαν τη μια πάνω στην άλλη στο «μαγαζί» στρώνοντας ανάμεσα και γύρω-γύρω για μόνωση ξερές φτέρες και φρύγανα οξιάς. Τέλος όταν γέμιζε το «μαγαζί», παράχωναν τον πάγο με χώμα και έτσι τον διατηρούσαν ως το καλοκαίρι. Δεν είναι τυχαίο που όλα τα «μαγαζιά» κατασκευάζονταν στη βόρεια πλευρά του βουνού, μέσα στο σκιερό δάσος και δίπλα στο ρέμα με το άφθονο νερό.  Τα καλοκαίρια με τα πρώτα τζιτζίκια, όταν έπιαναν οι ζέστες στη Θεσσαλονίκη, οι παγοποιοί κατέβαζαν με τα ζώα τον πάγο και τον πουλούσαν στους πλούσιους της πόλης. Επρόκειτο για ένα σπάνιο και ευπαθές προϊόν πολυτελείας που λίγοι είχαν την οικονομική ευχέρεια να αγοράσουν. Ο πάγος αγοράζονταν ακριβά και δεν χρησιμοποιούνταν τόσο για τη συντήρηση τροφίμων, όσο στην παρασκευή δροσερών αφεψημάτων. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ιδίως τους μήνες του ραμαζανιού καταναλώνονταν πολλά σερμπέτια που ήσαν σιρόπια φρούτων αραιωμένα με ροδόνερο. Τα παγωμένα λοιπόν σερμπέτια ήσαν περιζήτητα στην καλή κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Στα μέσα του 19ου αι. όταν η μπίρα μπήκε στις συνήθειες των μη μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, η ζήτηση φυσικού πάγου εντάθηκε. Τη μεγάλη ζήτηση κάλυψε το πρώτο παγοποιείο που ίδρυσαν οι αδελφοί Αλατίνι το 1892 και ακολούθησαν τα ενωμένα ζυθοποιεία «Όλυμπος-Νάουσα» το 1925. Η βιομηχανική παραγωγή πάγου γινόταν πλέον σε μεγάλες ποσότητες χειμώνα-καλοκαίρι με πόσιμο νερό που ελέγχονταν από αστίατρους και τη βοήθεια αμμωνίας και αλατιού, σε ελάχιστο χρόνο και σε χαμηλό κόστος. Παρ’ όλα αυτά η κατανάλωση φυσικού πάγου του Χορτιάτη άντεξε ως τη δεκαετία του 1950, όταν πια αποσύρθηκε από την ενεργό δράση και ο τελευταίος παγοποιός το 1956.

Συνεχίζοντας για την Κρύα Βρύση το μονοπάτι περνά μέσα από τις εγκαταστάσεις των παγοποιών, με τις «μπάρες» στα δεξιά ανάντη του βουνού και τα «Μαγαζιά» στα αριστερά του μονοπατιού προς το ρέμα. Δυστυχώς η πηγή της Κρύας Βρύσης με την ποτίστρα της για τα ζώα έχει πια στερέψει. Κάποτε εδώ γεμίζαμε τα παγούρια μας με το δροσερό νερό της δράττοντας την ευκαιρία για ολιγόλεπτη στάση στη σκιά των δέντρων. Σήμερα προσπερνώ πλέον αδιάφορα το βρόμικο κουφάρι της άλλοτε ζωντανής κρήνης. Μήπως έπεσε και αυτή θύμα της διαχείρισης-εκμετάλλευσης των υδάτινων πόρων του Χορτιάτη προς χάριν της Θεσσαλονίκης;

Σε αυτό το όμορφο και σκιερό από το πυκνό δάσος μονοπάτι όχι πολύ πριν κατελάμβαναν οι κυνηγοί τις Κυριακές της περιόδου της θήρας και ακροβολισμένοι σε απόσταση 50 μέτρων ο ένας από τον άλλον ομάδες των 8 με 10 ατόμων έστηναν κατά τη διάρκεια της ημέρας καρτέρι στα αγριογούρουνα. Το μονοπάτι αυτό το θεωρούσαν ιδανικό επειδή όδευε παράλληλα με το ρέμα των παγοποιών που ήταν και πέρασμα αγριογούρουνων. Έτσι με το όπλο έτοιμο υπό μάλης και περιστοιχισμένοι από αποτσίγαρα μιας και κάπνιζαν αρειμανίως για να περάσει η ώρα, τα έβαζαν με τους περιπατητές που με τον ήχο των βημάτων τους έδιωχναν τα θηράματα. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν κάποιοι κατά τα άλλα «οικολόγοι» κυνηγοί έβρισαν σκαιότητα έναν δάσκαλο που ανέβαζε στον Χορτιάτη τα τρομοκρατημένα παιδιά της τάξης του. Νέος αγώνας ξεκίνησε κατά των ισχυρών κυνηγετικών συλλόγων αυτή τη φορά. Με τη βοήθεια πολιτικών παραγόντων, ευαισθητοποιημένων Δημάρχων και της Δ/νσης Δασών πετύχαμε να απαγορευθεί παντελώς το κυνήγι σε όλη τη βόρεια πλευρά του βουνού, όπου βρίσκεται και το μονοπάτι των παγοποιών.

Βγαίνω από το δάσος στο πλάτωμα της Μεγάλης Πέτρας που λέγεται και «Πατατοχώραφα». Το υψόμετρο των 970 μέτρων και ο βορεινός προσανατολισμός καθιστά το πλάτωμα ιδανικό για την καλλιέργεια πατάτας. Από εδώ η θέα στη λίμνη της Κορώνειας ήταν κάποτε χάρμα οφθαλμών.

Η Κορώνεια ή αλλιώς λίμνη του Αγ. Βασιλείου είναι ένα χειροπιαστό παράδειγμα εγκληματικής διαχείρισης υδάτινων πόρων και ανεξέλεγκτης καταστροφής του οικοσυστήματος.  Ως το 1970 η Κορώνεια καταλάμβανε έκταση 45.000 στρέμματα με μέσο βάθος 5 μέτρων και ήταν η 5η μεγαλύτερη λίμνη στην Ελλάδα. Υπήρξε μια από τις πλέον παραγωγικές λίμνες της χώρας, πλούσια σε αλιεύματα όπως γριβάδια, τούρνες, χέλια και τσιρόνια και συντηρούσε 600 περίπου οικογένειες ψαράδων που κατοικούσαν σε παραλίμνιους οικισμούς γύρω της. Η ειδυλλιακή αυτή κατάσταση όμως άρχισε να αλλάζει αρχικά με την εγκατάσταση υδροβόρων βιοτεχνιών και βιομηχανιών (κυρίως βαφείων) που έριχναν ανεξέλεγκτα τα απόβλητά τους στη λίμνη, ενώ τη χαριστική βολή έδωσε η αυθαίρετη και δίχως περιορισμό άρδευση για εντατικές καλλιέργειες όπως καλαμπόκι, βαμβάκι, τριφύλλι κ. ά.). Μέσα σε μόλις 25 χρόνια το 1995 η λίμνη είχε συρρικνωθεί σε 10.000 στρέμματα με βάθος από μισό ως ένα μέτρο. Για ψάρια ούτε λόγος, είχε χαθεί πλέον κάθε ίχνος υχθυοπανίδας. Η κατάσταση συνέχισε επιδεινούμενη και η οικολογική καταστροφή ολοκληρώθηκε το 2007 με τον ξαφνικό θάνατο 30.000 πουλιών που δηλητηριάστηκαν από τα τοξικά νερά της λίμνης.  Η Κορώνεια μετατράπηκε σε όξινο βούρκο αποβλήτων, σβήνοντας κάθε ελπίδα ανάκαμψης στο εγγύς μέλλον.

Κι όμως, την προηγούμενη δεκαετία οι συνθήκες για την αναβίωση της λίμνης ήσαν ενθαρρυντικές  και πολλά υποσχόμενες. Από τη μια η στρεβλωμένη αγορά και η βαριά φορολογία στην Ελλάδα οδήγησε πολλές βιομηχανίες ανάμεσά τους και τις ρυπογόνους του κλάδου της βαφής υφασμάτων να μετεγκατασταθούν στη γειτονική Βουλγαρία, όπου  οι συνθήκες αγοράς ήσαν ευνοϊκότερες. Από την άλλη η οικολογική αφύπνιση των κατοίκων της περιοχής που βλέποντας το περιβάλλον τους να καταστρέφεται με αποτέλεσμα τη ραγδαία επιδείνωση στην ποιότητα διαβίωσής τους, πίεσαν το κράτος να παρέμβει ώστε να σταματήσει η ανεξέλεγκτη άρδευση και να εμπλουτιστεί η λίμνη με νερά του ποταμού Μπογδάνα και των παρακείμενων ρεμάτων Καβαλαρίου, Κολχικού και Σχολαρίου. Δυστυχώς η διάχυση αρμοδιοτήτων, οι παλινδρομήσεις και τα ημίμετρα άφησαν την Κορώνεια να ψυχορραγεί. Τη χαριστική βολή τέλος έδωσε ο ΧΥΤΑ που λειτούργησε στη Μαυροράχη 12 χλμ. από τη λίμνη μολύνοντας κι άλλο τον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής.

Αυτή η από ψηλά εικόνα  μιας δηλητηριώδους «σούπας»- θλιβερό υπόλειμμα της Κορώνειας- μου χαλάει τη διάθεση και με γεμίζει απογοήτευση και θυμό. Με αυτά τα δυσοίωνα συναισθήματα συνεχίζω στο μονοπάτι που οδηγεί στο πλάτωμα  «Τζεκ Μπακτσέ». Περνάω από τις κερασιές και σε λίγο βγαίνω στον χωματόδρομο που έρχεται από το πάρκο των κεραιών. Ο δασικός αυτός δρόμος διέρχεται το δάσος καστανιάς με τα μικρά αλλά πολύ εύγευστα κάστανα που νοστιμίζουν τη γέμιση της γαλοπούλας στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι των Θεσσαλονικέων. Το πλάτωμα του Τζεκ Μπακτσέ είναι από τους πιο αγαπημένους προορισμούς περιπάτου των κατοίκων της πόλης μας, μια και συνδυάζεται με τη συλλογή αγριοφράουλας, άγριων μανιταριών, κάστανων και καρυδιών ανάλογα με την εποχή.
Δεν αργεί να φανεί στα δεξιά μου και το καταφύγιο του Συλλόγου Ελλήνων Ορειβατών Θεσσαλονίκης στα δεξιά του δρόμου. Το καλαίσθητο διώροφο με τη δίριχτη κεραμοσκεπή και τα μεγάλα μπαλκόνια είναι ένα ανοιχτόκαρδο πέτρινο κτίριο που κτίστηκε το 1968 και διαθέτει στον όροφο κοιτώνες, όπου μπορούν να κοιμηθούν 22 άτομα.  Βρίσκεται στη βόρεια πλαγιά του Χορτιάτη σε υψόμετρο 1.000 μέτρων και περικλείεται από πυκνό δάσος οξιάς. Ο καπνός που βγαίνει από την καμινάδα του με προσκαλεί για ένα ζεστό βουνίσιο τσάι που είναι αδύνατο κανείς να αρνηθεί. Όσο για τη ξακουστή χυλωμένη φασολάδα του, ας περιμένω πρώτα να μεσημεριάσει.

Το καταφύγιο είναι ανοιχτό από Σάββατο πρωί με Κυριακή απόγευμα. Υπάρχει πάντως και η δυνατότητα διανυκτέρευσης και τις υπόλοιπες μέρες, κατόπιν όμως συνεννόησης. Τηλ. επικοινωνίας: 6991/000.030, 6936/863.488.

 

back-button
next-button
xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_1 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_2 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_3 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_4 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_5 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_6 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_7 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_8 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_9 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_10 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_11 xortiatis-to-monopati-twn-pagopoiwn_12
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories