home Άρθρα Bάλια Κάλντα: Λίμνες Φλέγγας, διάσχιση Αρκουδορέματος
Bάλια Κάλντα: Λίμνες Φλέγγας, διάσχιση Αρκουδορέματος

Τις Λίμνες Φλέγγας τις είχαμε για χρόνια στο μυαλό μας, από τις αφηγήσεις του καλού μας φίλου, Δασολόγου Γρεβενών Γιάννη Τζατζάνη. Φωλιασμένες στα υπαλπικά υψίπεδα του Μαυροβουνίου, απρόσιτες στις εκατόμβες των μηχανοκίνητων επισκεπτών της Βάλια Κάλντα, οι Λίμνες έμοιαζαν με δίδυμες νεράϊδες, που έκρυβαν ζηλότυπα τη γοητεία και τα κάλλη τους και τα φανέρωναν μόνον στους τολμηρούς και μυημένους. 
Στα χρόνια που ακολούθησαν μας έφερε ο δρόμος πολλές φορές στον ευρύτερο χώρο των λιμνών. Μα ούτε μια φορά δεν αποφασίσαμε να κινήσουμε για ένα συναπάντημα μαζί τους. Οχυρωμένοι μέσα στη μηχανοκίνητη μακαριότητά μας, πάντα βιαστικοί και πολυάσχολοι, αρκούμασταν ν’ ατενίζουμε από μακρυά το κρυφό λημέρι των λιμνών, μαντεύαμε τη γοητευτική παρουσία τους κι ύστερα απομακρυνόμασταν, αναβάλλοντας για την επόμενη φορά…

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Bάλια Κάλντα: Λίμνες Φλέγγας, διάσχιση Αρκουδορέματος
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Γρεβενά

Τις Λίμνες Φλέγκα τις είχαμε για χρόνια στο μυαλό μας, από τότε που είχαμε πρωτοδεί τις ονειρικές φωτογραφίες τους. Αργότερα είχε εξάψει τη φαντασία μας με τις αφηγήσεις του ο καλός μας φίλος, Δασολόγος Γρεβενών Γιάννης Τζατζάνης. Φωλιασμένες στα υπαλπικά υψίπεδα του Φλέγκα, σε υψόμετρα 1940 και 1960 μέτρων, απρόσιτες στις εκατόμβες των μηχανοκίνητων επισκεπτών της Βάλια Κάλντα, οι Λίμνες Φλέγκα έμοιαζαν με δίδυμες νεράϊδες, που έκρυβαν ζηλότυπα τη γοητεία και τα κάλλη τους και τα φανέρωναν μόνον στους τολμηρούς και μυημένους.

Στα χρόνια που ακολούθησαν μας έφερε ο δρόμος πολλές φορές στον ευρύτερ χώρο των λιμνών. Μα ούτε μια φορά δεν αποφασίσαμε να κινήσουμε για ένα συναπάντημα μαζί τους. Οχυρωμένοι μέσα στη μηχανοκίνητη μακαριότητά μας, πάντα βιαστικοί και πολυάσχολοι, αρκούμασταν ν’ ατενίζουμε από μακρυά το κρυφό λημέρι των λιμνών, μαντεύαμε τη γοητευτική παρουσία τους κι ύστερα απομακρυνόμασταν, αναβάλλοντας για την επόμενη φορά…

 

ΜΙΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗ

 

– Οι Λίμνες Φλέγκα είναι το ορειβατικό αποκορύφωμα για τον φυσιολάτρη επισκέπτη της Βάλια Κάλντα, λέει ένα πρωί ο Μπάμπης Νιάνιος. Εσείς , που οπωσδήποτε έχετε πάει εκεί, πιστεύω πως συμφωνείτε.

– Θα σε απογοητεύσουμε, του απαντάω. Μόνον από φωτογραφίες και διηγήσεις ξέρουμε τις λίμνες.

Από λεπτότητα ο καλός μας φίλος δεν σχολιάζει την απάντησή μου. Αντί γι’ αυτό τον ακούμε να λέει με ενθουσιασμό: – Μα τότε είναι μια καλή ευκαιρία να τις γνωρίσετε μαζί μου.

Αρχές Αυγούστου. Ήδη επί αρκετές μέρες εξερευνούμε συστηματικά όλο τον ΝΔ ορεινό όγκο των Γρεβενών. Ως ορμητήριό μας έχουμε τον φιλόξενο ξενώνα «Μικρολίβαδο», στον ομώνυμο οικισμό και ως ξεναγό μας τον πεζοπόρο και φυσιολάτρη Μπάμπη Νιάνιο. Μαζί του ανακαλύπτουμε άγνωστες γωνιές σε ρεματιές, χαράδρες και ποτάμια, υψίπεδα και ανεμοδαρμένες κορυφές. Κάθε μέρα συμπληρώνουμε όλο και περισσότερο τις γνώσεις μας για το θαυμαστό φυσικό περιβάλλον των Γρεβενών. Οι Λίμνες Φλέγκα όμως εξακολουθούν να παραμένουν αινιγματικές και απόκρυφες. Ίσως η πρόσκληση του Μπάμπη έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή…

 

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΙΜΝΕΣ

 

Ως ώρα αναχώρησης από τον ξενώνα έχει ορισθεί η 7η πρωινή, πριν ψηλώσει ο ήλιος και ξεσπάσει η ζέστη της ημέρας. Ωστόσο αυτό στην πράξη αποδεικνύεται ανέφικτο. Πώς να εγκαταλείψεις την ωραία παρέα και τον έναστρο ουρανό και να πας για ύπνο πριν από τα μεσάνυχτα; Και μετά, πώς να υποχρεώσεις τον εαυτό σου να κοιμηθεί σε δευτερόλεπτα; Άλλωστε η αναμονή της επικείμενης δράσης και η έλξη του άγνωστου έχουν για πολλή ώρα κυριεύσει τις σκέψεις μας με μια γλυκιά ταραχή, όμοια μ’ αυτήν που νιώθαμε παλιά στο σχολείο, τις παραμονές μεγάλων εκδρομών. Έτσι το επόμενο πρωί η ετοιμότητά μας για αναχώρηση δεν ενεργοποιείται πριν από τις οχτώμιση.

– Θ’ ακολουθήσουμε φυσικά το κλασικό δρομολόγιο, λέει με βεβαιότητα ο Μπάμπης. Ως τη Βάλια Κάλντα με αυτοκίνητο, ανάβαση από το Αρκουδόρεμα ως τις λίμνες και στη συνέχεια κατάβαση από την ίδια διαδρομή.

– Στο χάρτη ωστόσο παρατηρώ δύο ακόμη δυνατότητες προσέγγισης, λέω στον Μπάμπη, η μία από τη Σαλατούρα Μηλιάς και η άλλη από τα υψίπεδα της λίμνης των Πηγών Αώου.

Μήπως θα ήταν καλύτερα να ξεκινήσουμε από τη Σαλατούρα Μηλιάς και στη συνέχεια να κατηφορίσουμε ως το Αρκουδόρεμα; Πιστεύω πως μ’ αυτή την κυκλική διαδρομή θα βρισκόμασταν διαρκώς μπροστά σε νέα τοπία και θ’ αποκομίζαμε μια πληρέστερη εικόνα της ευρύτερης διαδρομής.

– Όπως αγαπάτε, λέει καλοσυνάτα ο φίλος μας.

Απλά σας λέω, πως τη διαδρομή από τη Σαλατούρα Μηλιάς δεν την έχω ποτέ επιχειρήσει.

– Ευκαιρία λοιπόν να την γνωρίσεις, του απαντάω γελώντας. Άλλωστε είναι πολύ χαρακτηριστική η σήμανση στο χάρτη.

Δυστυχώς αγνοούσα τη στιγμή εκείνη- ή μάλλον δεν προέβλεψα -. Ότι κάποιες φορές στην Ελλάδα δεν είναι απόλυτη η αντιστοιχία πραγματικότητας και χάρτη…

Στη χαρούμενη συντροφιά μας προστίθενται ο Περικλής κι ο Γιάννης από τη Θεσσαλονίκη, φυσιολάτρες από χρόνια και τακτικοί επισκέπτες του ξενώνα. Αναχωρούμε με δύο αυτοκίνητα από το Μικρολίβαδο , αφήνουμε αριστερά μας την Κρανιά, διασχίζουμε τον ωραίο οικισμό της Μηλιάς και, 20 χιλιόμετρα μετά τον ξενώνα, ανηφορίζουμε τον βατό χωματόδρομο δεξιά. Μετά από μια ωραία και δασωμένη περιοχή 7 χιλιομέτρων φτάνουμε στον αυχένα της Σαλατούρας Μηλιάς. Εδώ, στο υψόμετρο των 1650 περίπου μέτρων, ανάμεσα στα ρόμπολα και στα βοσκοτόπια, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα τρίστρατο, απ’ όπου απουσιάζουν εντελώς οι πινακίδες. Συμβουλευόμαστε τον λεπτομερή χάρτη της «            Ανάβασης» (ΠΙΝΔΟΣ – ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ, 1:50.000) και διαπιστώνουμε, πως ένα παρακλάδι του δρόμου στα Α (δεξιά) κατηφορίζει και πάλι προς Μηλιά, ενώ ένα άλλο, αρχικά προς τα Δ και αργότερα προς τα ΒΔ, καταλήγει στο εσωτερικό της Βάλια Κάλντα. Σε μια χαρακτηριστική στροφή αυτού του δρόμου,  500 περίπου μέτρα παρακάτω, φαίνεται πως αρχίζει το μονοπάτι για τον προορισμό μας.

Δεν υπάρχει η παραμικρή σηματοδότηση στο σημείο έναρξης, τα ίχνη όμως πάνω στο ασβεστολιθικό έδαφος καθώς και η σαφέστατη αναφορά της διαδρομής στο χάρτη μας δίνουν τη βεβαιότητα, ότι η πορεία μας ακολουθεί τον σωστό προσανατολισμό. Αφήνουμε στα δεξιά μας μια ήπια ρεματιά και, 100 μέτρα παραπάνω, συναντάμε μια πηγούλα με λιγοστό νερό, κάτω από ένα μικρό ρόμπολο. Μετά από μερικά λεπτά τα υποτυπώδη ίχνη του μονοπατιού ξαναχάνονται και προβληματιζόμαστε αρκετά, αν θα πρέπει ν’ ακολουθήσουμε πορεία με γενική κατεύθυνση προς τα Δ – που είναι άλλωστε ο τελικός μας προορισμός – ή να παρεκκλίνουμε αρχικά προς τα ΝΔ ανεβαίνοντας κάθετα το Μαυροβούνι και στη συνέχεια να διορθώσουμε την πορεία μα, βαδίζοντας κατά μήκος της ορατής κορυφογραμμής. Επικρατεί η πρώτη άποψη με το αιτιολογικό, ότι θα κερδίσουμε σημαντικά σε απόσταση.

Βρισκόμαστε ήδη σε υψόμετρο 1650 μέτρων και γνωρίζουμε ότι η υψομετρική διαφορά που μας χωρίζει από τον προορισμό μας δεν ξεπερνάει τα 300 μέτρα, που θεωρητικά είναι ελάχιστη σε μια ορειβατική διαδρομή. Αυτό είναι σωστό, με την προϋπόθεση όμως, ότι το δρομολόγιο είναι σηματοδοτημένο με σαφήνεια. Εμείς δυστυχώς είμαστε πολύ γρήγορα υποχρεωμένοι να αυτοσχεδιάζουμε και ν’ ακολουθούμε πορεία κατ’ εκτίμησιν και ανάλογα με τις συνθήκες του εδάφους. Αυτό έχει ως συνέπεια ν’ ανεβοκατεβαίνουμε συνεχόμενες πλαγιές, που κάποιες είναι απότομες και δύσβατες. Που και που εμφανίζονται τα ίχνη μιας γιδόστρατας και τότε αναθαρρούμε. Η αισιοδοξία όμως αποδεικνύεται προσωρινή, πολύ γρήγορα τα ίχνη εκφυλίζονται κάτω από υψηλά χορτάρια ή σε δευτερεύοντα μονοπάτια που δεν οδηγούνε πουθενά.

Μετά από 45 επίμονα λεπτά φτάνουμε στην κορυφή ενός αυχένα, σε υψόμετρο 1800 μέτρων. Ένα ευχάριστο δροσερό αεράκι μετριάζει τη ζέστη της ημέρας και μας στεγνώνει τον ιδρώτα. Καθόμαστε στους κορμούς μεγάλων ρόμπολων και αφήνουμε τα μάτια μας να πλανηθούμε στον ορίζοντα. Μακρυά στα βόρεια διακρίνονται οι ομαλές απολήξεις των κορυφών της Βασιλίτσας, ενώ πολύ πιο κοντά μας ορθώνεται ο γυμνός κώνος του Αυγού, η Πυροστιά και οι συμπαγείς δασωμένες επιφάνειες της Βάλια Κάλντα, με τις αλλεπάλληλες πτυχώσεις τους. Λίγο δυτικότερα ακόμη, στο βάθος του ορίζοντα, ξεχωρίζει μέσα στο σύθαμπο ο επιβλητικός όγκος του Σμόλικα. Ολόγυρά μας ξεπηδούν πάνω από το έδαφος εκατοντάδες εντυπωσιακά ρόμπολα με ζωή πολλών αιώνων, αληθινά μνημεία της φύσης.

Για πολλά απ’ αυτά έχει διακοπεί βίαια η μακραίωνη πορεία τους στο χρόνο – Κεραυνοβολημένα από τα αστροπελέκια των τρομερών καταιγίδων του βουνού κείτονται υποταγμένα στο έδαφος ή εξακολουθούν να ορθώνονται πεισματικά στον ουρανό, μισομαυρισμένα, χωρίς πράσινο, χωρίς ίχνος ζωής, αψευδείς μάρτυρες της απονιάς της φύσης.

Ανανεωμένοι μετά την ολιγόλεπτη στάση συνεχίζουμε την πορεία μας στα βόρεια πρανή του Μαυροβουνίου, άλλοτε βρίσκοντας και άλλοτε χάνοντας το υποτυπώδες μονοπάτι, σε έδαφος αρκετά σαθρό και ολισθηρό. Δυστυχώς, λόγω των αντίξοων εδαφολογικών συνθηκών, είμαστε υποχρεωμένοι να κατηφορίσουμε αισθητά, πράγμα που σημαίνει, ότι στη συνέχεια πρέπει να κερδίσουμε αυτό το χαμένο υψόμετρο. Ακολουθεί ένας τρομερός ανήφορος που μας οδηγεί σ’ έναν δεύτερο αυχένα, που έχει ακριβώς το ίδιο υψόμετρο με τον πρώτο. Παίρνουμε μερικές απαραίτητες ανάσες και αμέσως μετά διασχίζουμε ένα ομαλό οροπέδιο, κατάσπαρτο σε όλη του την έκταση με αναρίθμητα απομεινάρια απανθρακωμένων από τους κεραυνούς ρόμπολων. Μερικά απ’ αυτά τα άλλοτε περήφανα δέντρα είναι πελώριων διαστάσεων, η διάμετρος του κορμού τους ξεπερνάει τα 3 μέτρα. Και είναι στ’ αλήθεια πολύ λυπηρό στα μάτια μας το θέαμα αυτών των δέντρων, που γιγαντώθηκαν γεμάτα σφρίγος στους αιώνες και σε κάποια ανύποπτη στιγμή καταστράφηκαν βίαια απ’ αυτή την ίδια φύση, που κάποτε στάθηκε τόσο στοργική απέναντί τους.

Δύο περίπου ώρες μετά την αναχώρησή μας συναντάμε έναν νεαρό βοσκό, που το κοπάδι του τη θερμή αυτή ώρα της ημέρας, προσπαθεί να βρει λίγη δροσιά στον «στάλο», στην σκιερή επιφάνεια κάτω από τα κλαδιά ενός γιγάντιου ρόμπολου. Παρά τις καθόλου ευκαταφρόνητες σωματικές του διαστάσεις ο νεαρός βοσκός – συνηθισμένος όπως είναι – διανύει καθημερινά μεγάλες αποστάσεις στο βουνό με το κοπάδι του. η αναπάντεχη παρουσία μας σ’ αυτή την ερημιά, είναι γι’ αυτόν μια ευχάριστη ανάπαυλα στις ατέλειωτες ώρες μοναξιάς του. Μας δίνει μερικές πολύτιμες πληροφορίες για τη συνέχεια της πορείας μας και μας εύχεται καλό δρόμο, στηρίζοντας πάντα το βάρος του σώματος στην γκλίτσα του, μ’ αυτόν τον χαρακτηριστικό τρόπο που συνηθίζουν οι βοσκοί.

Με ανανεωμένη αισιοδοξία συνεχίζουμε την πορεία μας, ήδη στα δυτικά δεσπόζει η κορυφή του Φλέγγα, σε υψόμετρο 2157 μέτρων. Για αρκετή ώρα τραβερσάρουμε τα Α και ΒΑ πρανή της κορυφής, ανάμεσα σε ρόμπολα και άφθονα πυξάρια, στο πιο κακοτράχαλο μονοπάτι που έχουμε ως τώρα συναντήσει. Τη μεσημεριάτικη αυτή ώρα, παρά το μεγάλο υψόμετρο, η ζέστη είναι δυνατή. Για λίγα λεπτά αναζητούμε δροσερό καταφύγιο στη σκιά ενός τεράστιου ρόμπολου, αποθαυμάζοντας τη μεγαλειώδη τραχύτητα του τοπίου ολόγυρά μας και κάτω χαμηλά τις απόκρυφες πτυχές της Βάλια Κάλντα. Αμέσως μετά, εντελώς αναπάντεχα, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα μικρό οροπέδιο, σε υψόμετρο 1900 περίπου μέτρων. Η γη είναι μαλακή και υγρή, το χόρτο υψηλό και ολοζώντανο. Σ’ ένα λεπτό βρίσκουμε την αιτία γι’ αύτη την αιφνίδια μεταβολή του εδάφους. Μια μικρή πηγή με αιθέριο, κρυστάλλινο νερό αναβλύζει από τις πέτρες και σχηματίζει ένα ρυάκι, που χάνεται ανάμεσα στα χόρτα. Σ’ αυτό το υψόμετρο η ροή της είναι αδύνατη, με λίγη ωστόσο υπομονή γεμίζουμε τα παγούρια και με άφατη ευτυχία σβήνουμε τη δίμα μας. Ο Μπάμπης που προπορεύεται μας χαιρετάει από την κορυφή του αυχένα με ενθουσιασμό. Ανεβαίνουμε κάθετα τον απότομο ανήφορο και σε λιγότερο από 10 λεπτά νιώθουμε τον ίδιο ενθουσιασμό. Μερικές δεκάδες μέτρα κάτω από τα πόδια μας, αθέατες κυριολεκτικά ως την τελευταία στιγμή, ξεπροβάλλουν δυο διαδοχικές κοιλότητες εδάφους με σκουροπράσινη ακίνητη επιφάνεια. Η κούραση και η ταλαιπωρία από την τρίωρη σχεδόν πορεία εξαφανίζονται σε δευτερόλεπτα. Όλη η ομάδα συγκεντρώνεται στην άκρη του αυχένα και θαυμάζει από ψηλά τις δυο λιμνούλες και γαλήνιο τοπίο  που δημιούργησε η φύση ολόγυρά τους σ’ αυτές τις απότομες πλαγιές κάτω από τη κορυφή του όρους Φλέγγα, σε υψόμετρο 2000 περίπου μέτρων.

 

ΝΕΕΣ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΕΣ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ

Κατηφορίζουμε την απότομη πλαγιά από τον αυχένα και μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά βρισκόμαστε στην υψηλότερη από τις δύο λίμνες. αν και είναι μέσα Αυγούστου, ένα ρυάκι εξακολουθεί να κυλάει από την πλαγιά και να τροφοδοτεί  τις λιμνούλες με πεντακάθαρο νερό. Σ’ ένα σημείο του σχηματίζει μια βρυσούλα με αδύνατη ροή. Σκύβουμε και πίνουμε το αμόλυντο αυτό προϊόν της φύσης, μερικές εκατοντάδες μέτρα κάτω από την κορυφή του Φλέγγα.

– Δεν είναι συνηθισμένη η παρουσία τόσου νερού στις λίμνες αυτή την εποχή, σχολιάζει ο Μπάμπης. Οι παρατεταμένες βροχές και οι ισχυρές χιονοπτώσεις των δύο τελευταίων ετών έχουν γεμίσει τους υδροφόρους ορίζοντες και το νερό εξακολουθεί να ρέει από τις πηγές, ακόμη και σ’ αυτά τα υψόμετρα.

Καθώς πλησιάζουμε μας αποκαλύπτουν οι λιμνούλες όλες τους τις λεπτομέρειες. Με υψομετρική διαφορά 15 περίπου μέτρων ανάμεσά τους, έχουν δημιουργηθεί σε δύο διαδοχικές επίπεδες εκτάσεις, που φωλιάζουν σ’ ένα κοίλο υψίπεδο, το μοναδικό στα απότομα βόρεια πρανή της κορυφής του Φλέγγα. Οι νότιες και δυτικές κοίλες πλαγιές του υψιπέδου είναι πετρώδεις και γυμνές από βλάστηση, σε αντίθεση με τις ανατολικές και βόρειες που είναι δασωμένες με ρόμπολα, κάποια από τα οποία είναι υπεραιωνόβια. Η υψηλότερη λιμνούλα, με σχήμα ακανόνιστο ωοειδές, έχει μήκος περίπου 80-90 μέτρα ενώ το μέγιστο πλάτος της δεν ξεπερνάει τα 40 μέτρα. Ένα μικρό αυλάκι που ξεκινάει από την βόρεια άκρη της υψηλότερης λίμνης, λειτουργεί σαν κανάλι υπερχείλισης και διοχετεύει το νερό που περισσεύει στην χαμηλότερη λίμνη, που με τον ίδιο τρόπο το αποβάλλει σε μια μικρή ρεματιά που σχηματίζεται πιο κάτω. Έτσι η στάθμη του νερού διατηρείται αμετάβλητη κι έτσι η συνολική έκταση των λιμνών παραμένει σταθερή. Το βάθος είναι μικρό, δεν ξεπερνάει το μισό μέτρο και , επειδή ο πυθμένας είναι επίπεδος χωρίς ορατές κοιλότητες του εδάφους, το βάθος είναι περίπου όμοιο σε όλη σχεδόν την έκταση των δύο λιμνών. Εξαιτίας αυτού του ελάχιστου βάθους και της συνεχούς ροής το νερό είναι διάφανο και επιτρέπει με κάθε λεπτομέρεια την παρατήρηση του πυθμένα, που είναι καλυμμένος με παχύ στρώμα λάσπης.

Η σύσταση αυτή του πυθμένα αποδεικνύεται πολύ γρήγορα στην πράξη. Κάποιος από την συντροφιά βγάζει τα παπούτσια και επιχειρεί δυο-τρία βήματα. Αμέσως η διαφάνεια εξαφανίζεται, τα μόρια της λεπτής λάσπης εκσφενδονίζονται στην επιφάνεια δημιουργώντας ένα καφεκίτρινο σύννεφο, όμοιο με τη σκόνη που στροβιλίζεται μετά από την έκρηξη. Σε δύο-τρία λεπτά η λάσπη κατακάθεται, ο πυθμένας ξαναβρίσκει την ηρεμία του και το νερό ξαναγίνεται διάφανο. Η ωραιότερη όμως έκπληξη που μας επιφυλάσσουν οι λίμνες είναι οι υδρόβιοι κάτοικοί τους, οι τρίτωνες. Με μήκος μόλις μερικών εκατοστών και με σχήμα σώματος υδροδυναμικό που θυμίζει τορπίλη, κινούνται αργά, σύρριζα με τον πυθμένα ή προωθούνται χαριτωμένα μέσα στο νερό και ανεβαίνουν ως την επιφάνεια, χρησιμοποιώντας τα δύο ζεύγη των ποδιών τους όπως οι θαλάσσιες χελώνες και υποβοηθώντας τις κινήσεις τους με ελαφρές συσπάσεις της μακριάς ουράς. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι τόσο κοντά στην όχθη, που μπορούμε να παρακολουθούμε τη συμπεριφορά τους μέσα στο διάφανο νερό με κάθε λεπτομέρεια. Η πλεύση τους είναι ήρεμη, χωρίς σπασμωδικές κινήσεις της ουράς και αυξομείωση της ταχύτητάς τους, που δηλώνουν πανικό. Σ’ αυτό το μοναχικό και απόμακρο βασίλειό τους στις λίμνες Φλέγγα, κανένας εχθρός δεν φαίνεται να επιβουλεύεται τη ζωή τους.

Η χαμηλότερη λίμνη έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με την πρώτη, παραλλάσσουν όμως λίγο οι διαστάσεις της, αφού είναι μακρύτερη και ελαφρά στενότερη. Ο καιρός εξακολουθεί να είναι θαυμάσιος και , παρά τα κάποια σύννεφα που έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι ιδιαίτερα ευχάριστη. Επιλέγουμε ένα σημείο με ωραία θέα και αφήνουμε τον χρόνο να κυλάει με ηρεμία. Που και που ελαφρές πνοές ανέμου κατηφορίζουν απ’ την πλαγιά και ρυτιδώνουν ανεπαίσθητα τις επιφάνειες των δύο λιμνών. Κανένας θόρυβος δεν διασπά τη συνολική γαλήνη, ακόμα και οι κουβέντες μας είναι λιγοστές. Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει ολόγυρά μας, μας περιμένει ωστόσο η επιστροφή στο Αρκουδόρεμα. Χαλαρωμένοι όπως είμαστε στον ήλιο του απομεσήμερου ατενίζουμε με τρόμο την απότομη πλαγιά που πρέπει να ανεβούμε πάνω από τις λίμνες για να ξαναβρούμε το μονοπάτι, που κατευθύνεται για λίγο δυτικά και αμέσως μετά κατηφορίζει προς τα βόρεια, κάθετα με τη ροή του Αρκουδορέματος. Μήπως άραγε θα υπήρχε τρόπος ν’ αποφύγουμε αυτό τον γολγοθά και με λίγη προσπάθεια να συναντήσουμε το μονοπάτι κάτω από τις λίμνες; θα ήταν μια ιδανική εξέλιξη, που θα μας απάλλασσε από τον κόπο της ανάβασης και θα συντόμευε κατά πολύ την επιστροφή μας.

Μ’ αυτές τις αισιόδοξες σκέψεις ξεκινάμε κάτω από την χαμηλότερη λίμνη την αναζήτηση. Πολύ γρήγορα αποδεικνύεται, ότι το αθώο – φαινομενικά – έδαφος είναι στην πραγματικότητα ένας αγριότοπος ύπουλος και επικίνδυνος, αφού οι αναρίθμητες λακούβες και οι πέτρες είναι κυριολεκτικά αθέατες κάτω από τα χόρτα. Κάθε μας βήμα είναι μια παγίδα, πολλές φορές σκοντάφτουμε και πέφτουμε.

Κάποτε το μαρτύριο του εδάφους τελειώνει, μπαίνουμε σε μεικτό δάσος από ρόμπολα και οξυές. Διάφορα μικρά ξέφωτα ανάμεσα στα δέντρα τροφοδοτούν διαρκώς τις ελπίδες μας για την ανακάλυψη διεξόδου. Μάταιος κόπος. Όλες μας οι προσπάθειες τερματίζουν μπροστά  σε τρομερές κατολισθήσεις, επικίνδυνους γκρεμούς ή ζούγκλα αδιαπέραστη από τους πυκνούς θάμνους και τα δέντρα. Οι κλίσεις του εδάφους είναι φοβερές, είν’ ένας τόπος εχθρικός, που καθόλου δεν μοιάζει με το γαλήνιο τοπίο γύρω από τις λίμνες. Ωστόσο επιμένουμε. Χωρισμένοι σε ομάδες, αναζητούμε πεισματικά την μαγική πρόσβαση προς το μονοπάτι του Αρκουδορέματος. Αποκαμωμένοι από τη ζέστη, τη δίψα και την κούραση βρίσκουμε προσωρινό καταφύγιο με την Άννα στη σκιά ενός μεγάλου βράχου. Εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και τα χόρτα, αποκαλύπτουμε έναν τεράστιο θάμνο με ώριμα φραμπονάζ, τα γνωστά μας σμέουρα, αυτά τα υπέροχα κόκκινα βατόμουρα, με το τόσο ιδιαίτερο άρωμα και γεύση. Μαζεύουμε όσο περισσότερα μπορούμε και τα τρώμε με βουλιμία, ευτυχισμένοι γι’ αυτό το απροσδόκητο δώρο, την μοναδική εύνοια αυτής της άγριας φύσης απέναντί μας.

Μία – μία οι ομάδες επιστρέφουν, όλοι είναι απογοητευμένοι και κατάκοποι, όλοι είναι απογοητευμένοι και κατάκοποι, όλοι αναλογιζόμαστε με δέος αυτό που μας περιμένει αρχικά ως τις λίμνες και αμέσως μετά ως το μονοπάτι, πάνω από αυτές. Άπνοια, ζέστη και ιδρώτας, ήλιος απογευματινός απέναντί μας, πέτρες και αθέατες λακούβες. Φτάνουμε στις λίμνες και πέφτουμε όλοι κατάχαμα, στην δροσερή πηγή. Ύστερα ατενίζουμε την νέα πραγματικότητα, την φοβερή, αφιλόξενη πλαγιά, που σε κάθε βήμα μας κόβει την ανάσα. Ψηλά, πάνω στον αυχένα, μια ανθρώπινη φιγούρα μας γνέφει ενθαρρυντικά. Είναι ο μπάρμπα – Γιώργης, βοσκός από το Περιβόλι.

– Τι τις θέλατε αυτές τις κακοτοπιές;  ρωτάει απορημένος. Να το μονοπάτι, από κάτω μας.

Δεν είναι ακριβώς μονοπάτι, ούτε υπάρχει κάποια σήμανση. Είναι περισσότερο μια ελεύθερη κατάβαση της κακοτράχαλης πλαγιάς, νέα καταπόνηση για τα πόδια. Η θέα ωστόσο της γαλήνιας κοιλάδας, με τα βοσκοτόπια και την στάνη του μπάρμπα – Γιώργη, αρκεί για να μας ξαναδώσει αισιοδοξία και αντοχή.

Στις 6 το απόγευμα ακριβώς κάνουμε τα πρώτα μας βήματα στο μονοπάτι του Αρκουδορέματος. Μας υποδέχεται μια απρόσμενη δροσιά, ο ήλιος έχει σχεδόν κρυφτεί κάτω από τις οξυές, τα πεύκα και τα ρόμπολα.

Δύσβατο αρχικά το μονοπάτι και πετρώδες, σε δύο-τρία σημεία η σήμανση δεν είναι ιδιαίτερα εμφανής. Γρήγορα όμως τα πάντα απλοποιούνται, το έδαφος γίνεται ομαλό. Είναι βέβαια μια διαρκής κατάβαση, τα γόνατα αρχίζουν να πονάνε. Κανείς ωστόσο δεν δείχνει να υπολογίζει τέτοιες λεπτομέρειες, η φύση του δάσους είναι υπέροχη ολόγυρά μας. Αυτή η ειδυλλιακή εικόνα ωστόσο, σταδιακά μεταβάλλεται. Διάσπαρτα αρχικά αλλά πολύ συχνότερα πιο κάτω, ξεπροβάλλουν διαρκώς γιγάντια μαυρόπευκα με το κάτω τμήμα του κορμού τους μαυρισμένο. Δεν αργούμε να βρεθούμε σ’ ένα σημείο του δάσους, που σχεδόν κανένα δέντρο δεν έχει απομείνει πράσινο. Είναι μια εικόνα εφιαλτική, που φέρνει στη μνήμη τη μεγάλη φωτιά που ξέσπασε πριν μερικά χρόνια στην Βάλια Κάλντα και κατάκαψε χιλιάδες απ’ αυτά τα μνημεία της φύσης, τα θρυλικά μαυρόπευκα.

Απομακρυνόμαστε σαν κυνηγημένοι.

Λίγο πιο κάτω από το καταστροφικό έργο των υπανθρώπων – εμπρηστών, συναντάμε το έργο κάποιων άλλων ανθρώπων, που αγαπούν και προστατεύουν τη φύση. Είναι μια ταπεινή βρυσούλα, σκαλιστή μέσα σε ξύλο, που από τα έγκατα του βουνού δίνει διέξοδο σ’ ένα νεράκι, καθαρό και κρυστάλλινο. Το νερό είναι τόσο παγωμένο, που, πριν το πιω, το κρατάω όσο μπορώ μέσα στις χούφτες μου, μήπως το ζεστάνω.

Ένας άλλος όμως ήχος νερού, πιο δυνατός και υπόκωφος, αποσπάει μετά από λίγο την προσοχή μας. Είναι το περίφημο Αρκουδόρεμα, που ακόμα και τον Αύγουστο, εξακολουθεί να διασχίζει ολοζώντανο ένα από τα ωραιότερα σημεία της Βάλια Κάλντα. Εδώ είναι το τέλος της ολοήμερης σχεδόν διαδρομής μας. Περνάμε πάνω από το ξύλινο γεφυράκι και πάμε να συναντήσουμε τον γιο του Μπάμπη, τον Βασίλη, που μας περιμένει με το αυτοκίνητο.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Β΄

Η ΔΙΑΣΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΚΟΥΔΟΡΕΜΑΤΟΣ

 

Επιστρέφουμε στη Θεσσαλονίκη κουρασμένοι αλλά βαθιά ικανοποιημένη γι’ αυτή την πρώτη γνωριμία μας με τις Λίμνες.

– Ταλαιπωθηρήκατε όμως άδικα, λέει στο τηλέφωνο, ο φίλος μας Κυριάκος Παπαγεωργίου από το Βόλο. Αν ξεκινούσατε από τα υψίπεδα της Λίμνης Πηγών Αώου θα κουραζόσασταν λιγότερο και επιπλέον θα είχατε μια κορυφαία θέα της λίμνης. Μια άλλη διαδρομή επίσης που αξίζει, είναι η διάσχιση του Αρκουδορέματος, από το κέντρο της Βάλια Κάλντα ως τη Βοβούσα. Ένα καλοκαίρι, αρκετά χρόνια πριν, μου άφησε τις καλύτερες αναμνήσεις.

Εντοπίζω στο χάρτη αυτά που μου αναφέρει ο Κυριάκος και ένα φιλόδοξο πλάνο περνάει αχνά απ’ το μυαλό μου. Στις αρχές Οκτώβρη τον ρωτάω:

– Και γιατί δεν επιχειρούμε μια ενοποιημένη διαδρομή, που να ξεκινάει από τη Λίμνη Πηγών Αώου και να καταλήγει στη Βοβούσα;

– Είναι μεγάλη διαδρομή, μου απαντάει ο φίλος μου, ιδιαίτερα αυτή την εποχή που η μέρα έχει μικρύνει αισθητά. Αν ήταν καλοκαίρι, θα συμφωνούσα ευχαρίστως.

– Εγώ όμως έχω ήδη μιλήσει στον μικρό μου γιο, τον Θεολόγο, που είναι ενθουσιασμένος με την προοπτική της περιπέτειας.

Μπρος στην επιμονή μου κάμπτεται ο Κυριάκος. Έτσι στις 10 Οκτώβρη, δυο ακριβώς μήνες μετά, βρισκόμαστε και πάλι στο Μικρολίβαδο και απολαμβάνουμε την συγκινητική φιλοξενία και την εξαίσια κουζίνα των καλών μας φίλων, του Μπάμπη, του Βασίλη και της Μάρης. Οι ρομαντικές όμως νύχτες του καλοκαιριού, με τις πυγολαμπίδες και την ευχάριστη δροσιά, είναι παρελθόν.

Προηγήθηκε ένα τριήμερο με βροχές και τα πρώτα χιόνια στα ορεινά. Το κρύο είναι διαπεραστικό, ο νυχτερινός ωστόσο ουρανός μας στέλνει αισιόδοξα μηνύματα για την επομένη, με την υπέροχη πανσέληνο, που διαγράφει μια υπέρλαμπρη πορεία ανάμεσα στις κορυφές των μαυρόπευκων του δάσους.

 

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΦΛΕΓΓΑΣ

 

10 λεπτά πριν από τις 6 ο Μπάμπης χτυπάει ελαφρά στην πόρτα του δωματίου μας. σε ελάχιστα λεπτά είμαστε έτοιμοι, 3 13χρονος γιος μου επιδεικνύει αξιοθαύμαστη πειθαρχία. Αναμμένο τζάκι, ζεστός καφές, ελαφρύ πρωϊνό και ξεκινάμε. Έξω παγωνιά, η γη είναι καλυμμένη από πάχνη. Ο ουρανός είναι κρυστάλλινος και η νύχτα φωτεινή, το φεγγάρι δεν έχει δύσει ακόμα.

Παίρνουμε τον – καλοστρωμένο πια – δρόμο προς Κρανιά και αμέσως μετά ανηφορίζουμε τον καινούργιο μεν αλλά γεμάτο στροφές, πολύ στενό και αρκετά επικίνδυνο δρόμο προς Μέτσοβο.

Ήδη στις ράχες των βουνών ξεπροβάλλει αχνά το πρώτο φως, οι επιβλητικές σιλουέτες των μαυρόπευκων διαγράφονται με όλο και μεγαλύτερη ευκρίνεια. Η μέρα χαράζει, στα ανοιχτά βοσκοτόπια πάνω απ’ τη Μηλιά τα σκοτάδια υποχωρούν. Είναι μια ώρα μεγαλειώδης, ένα χρονικό μεταίχμιο λίγων λεπτών ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, με χρώματα ζωηρά στην ανατολή και σκουρόχρωμα στη δύση. Δεν αργεί να έρθει η κορυφαία στιγμή, που τα δυο ουράνια σώματα, οι εκπρόσωποι της μέρας και της νύχτας, αντικρύζουν το ένα το άλλο, στα δύο αντίθετα σημεία του ουρανού. Καρφώνουμε το βλέμμα προς τη δύση, στο φεγγάρι, παρακολουθούμε τις τελευταίες του στιγμές, πριν ξεθωριάσει και χαθεί. Αμέσως μετά ο ήλιος προβάλλει θριαμβευτικά, αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος της μέρας.

Σε απόσταση 25,8 χλμ. ακριβώς από τον ξενώνα «Μικρολίβαδο» εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και στρίβουμε δεξιά – χωρίς κάποια ενδεικτική πινακίδα – προς το ευρύτατο οροπέδιο της λίμνης. Μια λυγερόκορμη αλεπού διασχίζει τον δρόμο με βιασύνη και σπεύδει να χαθεί στην πεδιάδα. Ο μικρός Θεολόγος φωνάζει με ενθουσιασμό, είναι η πρώτη φορά που αντικρύζει αλεπού στο φυσικό της περιβάλλον.

Αμέσως μετά ξεπροβάλλει ένας χαριτωμένος σκίουρος. Καλύπτει με μερικά πηδήματα το επίπεδο έδαφος και, στον πρώτο κορμό πεύκου που συναντάει, σκαρφαλώνει με απίστευτη ευκολία και εξαφανίζεται ψηλά στην κορυφή. κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα τμήματα της υδάτινης επιφάνειας της λίμνης, που έχει δημιουργηθεί μετά την κατασκευή του φράγματος του Αώου στη δυτική της όχθη. Τα ήρεμα νερά της λαμπυρίζουν υπέροχα στο πρωινό φως και , με τα κομμάτια στεριάς που παρεμβάλλονται, θυμίζουν πανόραμα Νορβηγικών φιορδ.

31,4 χλμ. ακριβώς μετά τον ξενώνα εγκαταλείπουμε οριστικά τον ωραίο χαλικόστρωτο, περιφερειακό δρόμο της λίμνης και ανηφορίζουμε δεξιά προς τα βουνά. Κερδίζουμε συνέχεια υψόμετρο, μπαίνουμε στη ζώνη των πελώριων, υπεραιωνόβιων ρόμπολων. Μετά από κάθε στροφή η λίμνη μας αποκαλύπτει όλο και μεγαλύτερο τμήμα της επιφάνειας της, πτυχές που ήταν αθέατες, όταν βρισκόμασταν στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτήν. Ολόγυρά της λοφοπλαγιές και κορυφές ροδίζουν στο πρώτο πρωινό φως και μας χαρίζουν εικόνες σπάνιας ομορφιάς. Σ’ αυτό συμβάλλει αποφασιστικά και η διαύγεια της ατμόσφαιρας, που μετά τις βροχές των προηγούμενων ημερών, είναι εξαιρετική. Το οδόστρωμα όμως παύει να είναι φιλόξενο, γίνεται πολύ δύσβατο για συμβατικά αυτοκίνητα.

5 χιλιόμετρα μετά τη στροφή από τον χαλικόδρομο της λίμνης και 36,5 ακριβώς μετά τον ξενώνα, σταματάμε. Βρισκόμαστε μπροστά στο ορειβατικό καταφύγιο, σε υψόμετρο 1850 περίπου μέτρων. Η στιγμή της δράσης, που με τόση αδημονία περιμέναμε, έχει φτάσει. Είναι 8 και 35΄ακριβώς. Η πρώτη ωστόσο επαφή με το περιβάλλον του βουνού, αυτή την ώρα της ημέρας και σ’ αυτό το υψόμετρο, είναι απωθητική. Ένας παγωμένος βοριάς μας χτυπάει στα πρόσωπα και μας φέρνει δάκρυα στα μάτια. Η θερμοκρασία πρέπει να κυμαίνεται γύρω στους 3-4 βαθμούς κάτω απ’ το μηδέν. Άλλωστε το νερό σε κάθε κοιλότητα του εδάφους είναι παγωμένο. Σκέφτομαι τα ζεστά γάντια και τον μάλλινο σκούφο που έχω αφήσει στη Θεσσαλονίκη και κακίζω τον εαυτό μου για την απρονοησία μου. Δίπλα μου ο Θεολόγος τρέμει από το κρύο, το υπομένει όμως αμίλητος. Προσπαθώ να τον παρηγορήσω, λέγοντάς του, ότι μετά από μερικά λεπτά πορείας θα ζεσταθούμε.

500 περίπου μέτρα πάνω από το καταφύγιο εκτείνεται η «Τόκα Μουτσάρα», ένα αλπικό λιβάδι εκπληκτικό, με επίπεδες χορταριασμένες επιφάνειες και απαλές λοφοπλαγιές. Εδώ, στις 20 Ιουλίου του 2002, στην γιορτή του Προφήτηλία, πραγματοποιήθηκε η 62η Πενελλήνια Ορειβατική Συγκέντρωση (Π.Ο.Σ), με διανυκτερεύσεις σε αντίσκηνα και συμμετοχή εκατοντάδων ορειβατών από όλη την Ελλάδα.

– Ήταν μια γιορτή των φίλων του βουνού, μας λέει ο Κυριάκος, που φυσικά δεν είχε παραλείψει να συμμετάσχει.

Εμείς ωστόσο συνεχίζουμε την πορεία μας, αρχικά με κατεύθυνση βόρεια, που μετά από λίγη ώρα στρέφεται σε ΒΔ. Τα πρώτα λεπτά, τουλάχιστον για μένα, είναι μαρτυρικά. Υπέρβαρος κατά μερικά κιλά και ελάχιστα προπονημένος τον τελευταίο καιρό, νιώθω τον βοριά να μου κόβει την ανάσα, τη μύτη και τα μάτια μου να τρέχουν συνεχώς. Ο ήλιος βέβαια ψηλώνει, οι ακτίνες του όμως δεν έχουν ακόμα κανένα θερμαντικό αποτέλεσμα. Το μόνο ευχάριστο είναι η εξαίσια φύση και η ατμόσφαιρα που εξακολουθεί να παραμένει διαυγής. Διασχίζουμε αλπικά λιβάδια με αραιά ρόμπολα, νερά παγωμένα και υπολείμματα χιονιού. Η πορεία μας είναι ελεύθερη, αφού δεν υπάρχει χαραγμένο μονοπάτι, είναι όμως πάντα παρούσα η καλή σηματοδότηση, που φρόντισε να πραγματοποιήσει τον προηγούμενο χρόνο η 62η Π.Ο.Σ.

Φτάνουμε στην κορυφή του Καπετάν Κλήδη, σε υψόμετρο 2036μ. Ήδη η κορυφή της Φλέγγας, ο πρώτος μας προορισμός, δεσπόζει απέναντί μας στα ΒΔ σε ελάχιστη απόσταση. Η θερμοκρασία έχει ανέβει αισθητά, από την συνεχή πορεία έχει αρχίσει η εφίδρωση, τα μπουφάν διπλώνονται και παίρνουν τη θέση τους στο σάκο. Μόνιμος σύντροφός προς τα νότια χαμηλά, αληθινή ευτυχία της όρασης, είναι η εκπληκτική θέα της λίμνης. Δεν είχε άδικο ο Κυριάκος, όταν επέμενε, πως αυτή ήταν η θεαματικότερη διαδρομή του Μαυροβουνίου.

– Δεν είδες τίποτε ακόμα, μου λέει ο Κυριάκος. Το θέαμα που θα αντικρύσεις από την κορυφή της Φλέγγας, δεν θα το πιστεύεις.

Στις 10:15΄ακριβώς, με αρκετές ενδιάμεσες στάσεις για φωτογράφηση, ανηφορίζουμε τα τελευταία μέτρα προς την κορυφή του Μαυροβουνίου. Μας υποδέχεται ένας ψυχρότατος βοριάς, που μας υποχρεώνει να ξαναβγάλουμε τα μπουφάν από τους σάκους. Αυτό όμως που αντικρύζουνε τα μάτια μας είναι ασύλληπτο, ξεπερνάει κάθε δυνατότητα περιγραφής.

Με μόνιμο σύμμαχο την σπάνιας διαύγειας ατμόσφαιρα, αφήνουμε τα μάτια μας να πλανηθούν ως τα έσχατα όρια της όρασης, ως τα ακρότατα σημεία του ορίζοντα και να συναντήσουν τις υψηλότερες και διασημότερες κορυφές των Ελληνικών βουνών.

– Στα τόσα χρόνια που ανεβαίνω στα βουνά, είναι ίσως η δεύτερη ή η τρίτη φορά που η ατμόσφαιρα μου επιφυλάσσει μια τέτοια εύνοια, λέει ενθουσιασμένος ο Κυριάκος. Οι μόνες κορυφές που απουσιάζουν απ’ αυτό το υπερθέαμα των 360 μοιρών, είναι οι κορυφές της Κρήτης, της Πελοποννήσου, μερικές της Στερεάς και η Ροδόπη.

Ίσως θα ήταν κουραστικό για σας, αγαπητοί μου φίλοι, να απαριθμήσω με λεπτομέρειες και με τον ακριβή τους προσανατολισμό ή την εικόνα που μας χαρίζουν, όλες τις – κατά κανόνα οξυγώνιες – κορυφές που μας περιβάλλουν. Δεν θάπρεπε ωστόσο να παραλείψω τον Όλυμπο, τον Κίσσαβο, το χιονισμένο Καϊμάκτσαλλαν, τον Γράμμο και τον Σμόλικα, την Γκαμήλα, τον Τόμαρο, τις διαδοχικές Αγραφιώτικες κορυφές, την Κακαρδίτσα, τα Τζουμέρκα και τον Λάκμο, καθώς και όλες τις ενδιάμεσες και κοντινότερες, Βέρμιο, Πιέρια, Βούρινο, Σινιάτσικο, Βασιλίτσα, Αυγό, Μιστικέλι και τόσες άλλες, περισσότερο ή λιγότερο διάσημες.

Η Λίμνη των Πηγών Αώου στα νότια δεν υστερεί σε θεαματικότητα. Όλες της οι πτυχώσεις διαγράφονται με την μέγιστη δυνατή ευκρίνεια. Πολύ πιο κοντά μας προς τα βόρεια ξεπροβάλλουν οι μικρούλες Λίμνες Φλέγγας, με το χαριτωμένο τους περίγραμμα.

Αψηφώντας τον δυνατό αέρα ο Θεολόγος σπεύδει να σκαρφαλώσει στο κολονάκι που έχει εγκαταστήσει η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού στην κορυφή του Μαυροβουνίου. Δεν ξέρω τι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή, καθώς αγναντεύει το άπειρο, αμφιβάλλω πάντως αν του λείπουν τα παιχνίδια και οι φίλοι του. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής δεν έχει εκδηλώσει καμιά τέτοιου είδους νοσταλγία.

– Θα έμενα πολύ ευχαρίστως εδώ όλη την υπόλοιπη ημέρα, ακούω να λέει ο Κυριάκος. Η ώρα όμως περνάει, πρέπει να βιαστούμε, μας περιμένει ακόμα μεγάλη διαδρομή.

Χωρίς μονοπάτι η σήμανση χαμηλώνουμε από την κορυφή με κατεύθυνση ΒΔ προς τον χαρακτηριστικό Αυχένα της Αρκούδας. Μετά από ένα 10λεπτο περίπου – πάντα χωρίς σήμανση – αλλάζουμε κατεύθυνση προς τα Β και κατηφορίζουμε μια απότομη και δύσβατη πλαγιά, αφήνοντας τις Λίμνες Φλέγγα, αθέατες πια, στα Α.

Και βέβαια, αν κάποιος βρίσκεται ήδη στην κορυφή και κατευθύνεται προς τις λίμνες, δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα να τις εντοπίσει, αφού δεν χάνει ποτέ την οπτική του επαφή. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και μ’αυτό που ανεβαίνει από το Αρκουδόρεμα. Γιατί απλούστατα, στην έξοδο από το δάσος, εκεί δηλαδή που τελειώνει το χαραγμένο και σηματοδοτημένο μονοπάτι, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για την κατεύθυνση που πρέπει ν’ ακολουθήσει ως τις λίμνες. Μα και γι’ αυτόν, που από την κορυφή της Φλέγγας θέλει να συνεχίσει προς Αρκουδόρεμα, δεν υπάρχουν σημάδια έγκαιρα και σε εμφανή σημεία, που να του δείχνουν την πορεία που πρέπει ν’ ακολουθήσει. Είναι απαράδεκτο να επισημαίνεται η νοητή πορεία στους χάρτες και να μην υπάρχει αντιστοιχία επί εδάφους. Είναι μια ουσιώδης παράλειψη, που πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τους αρμόδιους φορείς

 

 

(Νομαρχία, Δασαρχείο, Δήμους, Ορειβατικούς Συλλόγους) αν βέβαια τους ενδιαφέρει σοβαρά η ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού της περιοχής και θέλουν να αποδείξουν έμπρακτα, ότι σέβονται τους επισκέπτες τους. Άλλωστε η δαπάνη σηματοδότησης είναι μηδαμινή, απαιτείται μόνον η στοιχειώδης ευαισθησία.

Σε λιγότερο από μισή ώρα φτάνουμε από την κορυφή στα χαρακτηριστικά λιβαδάκια, που σε αλλεπάλληλα επίπεδα εκτείνονται πριν από το δάσος. Δύο μήνες πριν υπήρχαν εδώ οι πρόχειρες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις του μπάρμπα-Γιώργη. Σήμερα, μετά την κάθοδο των ζώων στα χαμηλά, το μόνο που απομένει είναι κάποια ίχνη τους. Έχουν όμως δημιουργηθεί από τις τελευταίες βροχές μερικές ωραιότατες λιμνούλες, που καθρεφτίζουν στα κρυστάλλινα νερά τους τα γύρω δέντρα και τον καταγάλανο ουρανό. Ποιος ξέρει, ίσως τον άλλο μήνα τα πάντα να είναι ολόλευκα, καλυμμένα από χιόνι. Το τοπίο είναι ειδυλλιακότατο, από παντού αναβλύζουν πηγές, που σχηματίζουν ρυάκια με πεντακάθαρο νερό. Αυτά όλα τα ρυάκια συγκεντρώνονται σε μικρορέματα, που συνεχίζουν ακάθεκτα την ανεμπόδιστη ροή τους ως το Αρκουδόρεμα, που κι αυτό με τη σειρά του καταλήγει στον μεγάλο Αώο.

Αλπικοί τρίτωνες κινούνται με χάρη στις λιμνούλες. Ο Θεολόγος τους παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον και, μολονότι δεν έχει καμιά προηγούμενη αντίστοιχη εξοικείωση, με ρωτά αν μπορεί να πιάσει κάποιον. Η απάντησή μου είναι καταφατική. Δεν χάνει χρόνο. Βουτάει τα χέρια του στη λιμνούλα, πιάνει δυο τρίτωνες και τους παίζει για λίγο στην παλάμη του, ώσπου να τους αφήσει και πάλι στο ψυχρό τους περιβάλλον.

Θεματοφύλακας του πολύτιμου χρόνου ο Κυριάκος, δίνει και πάλι το σύνθημα για την αναχώρηση. Όπως πριν δύο μήνες, έτσι και τώρα μπαίνουμε στο σηματοδοτημένο, επιτέλους, μονοπάτι του Αρκουδορέματος. Δύο είναι από τότε οι αλλαγές. Τα αναρίθμητα ρυάκια που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα πόδια μας και τα λαμπρά φθινοπωρινά χρώματα, που έχουν διακοσμήσει τις οξυές. Είναι τόσο ωραίο να βλέπεις τον ίδιο τόπο στην πορεία των εποχών του χρόνου!

Στην ξύλινη βρυσούλα επιτρέπουμε στους εαυτούς μας την πολυτέλεια μιας στάσης. Μοιραζόμαστε την πρασόπιτα της Μάρως και ανεφοδιαζόμαστε με το παγωμένο, υπέροχο νερό.

Στις 2 παρά 10΄ακριβώς, βρισκόμαστε πάνω από το Αρκουδόρεμα, στην ξύλινη πινακίδα που μας κατευθύνει προς τα δυτικά, στην Βοβούσα, τον τελευταίο μας προορισμό.

– Είναι σαν να φτάσαμε, λέω στον Θεολόγο. Από δω και μετά μας περιμένει ένας υγιεινός περίπατος δίπλα στο ρέμα.

– Δεν είναι βέβαια ακριβώς έτσι, μουρμουρίζει δίπλα μου ο Κυριάκος. Υπάρχουν και κάποια σημεία με δυσκολίες.

– Δεν έχω κανένα πρόβλημα, συμπληρώνει ο γιος μου και είμαι βέβαιος πως το εννοεί.

Η πορεία αρχίζει με τους καλύτερους οιωνούς στο διεθνές ορειβατικό μονοπάτι Ε6, που με ήπιες κλίσεις παρακολουθεί τη ροή του ρέματος, κάτω από τη σκιά των πανύψηλων μαυρόπευκων της Βάλια Κάλντα. Από μακρυά ακούγονται φωνές, η πρώτη ανθρώπινη παρουσία μετά από τόσες ώρες. Μια τεράστια παρέα από άντρες και γυναίκες, που ξεπερνάει τα 30 άτομα, μας διασταυρώνει.

– Μα, που ήταν όλοι αυτοί; ρωτάω τον Κυριάκο.

– Σε λίγο θα δεις, μου απαντάει.

Πριν περάσει ένα πεντάλεπτο, το μονοπάτι καταλήγει σε αδιέξοδο ή μάλλον συνεχίζει ως την κοίτη του ρέματος και σταματάει.

– Ως εδώ έφτασαν, μου λέει ο φίλος μου.

Μου δείχνει με το δάχτυλό του στην αντικρινή όχθη το γνωστό ρομβοειδές σημάδι σ’ ένα βράχο.

– Εννοείς, πως πρέπει να βρεθούμε εκεί;

– Δυστυχώς, δεν έχουμε άλλη επιλογή, αν θέλουμε να συνεχίσουμε. Τότε που είχα έρθει εγώ ήταν καλοκαίρι, το Αρκουδόρεμα είχε ελάχιστο νερό, το περνούσες περπατώντας.

Αμέσως μου έρχεται στο νου το Αρκουδόρεμα, όπως το είχα αντικρύσει κι εγώ, δυο μήνες πριν. Ένα ρέμα ειρηνικό, ειδυλλιακότατο, που σε παρακαλούσε να πλατσουρίσεις στα ήρεμα νερά του. Δεν έμοιαζε καθόλου με το βουερό και οργισμένο ρέμα του Οκτώβρη, που είχαμε μπροστά μας.

Εφοδιασμένος μ’ ένα συνθετικό ορειβατικό μπαστούνι άριστης ποιότητας, ο Κυριάκος πηδάει ανάλαφρα πάνω από τις πέτρες και – «αβρόχοις ποσί» – περνάει απέναντι. Του περνάμε τον πολύτιμο φωτογραφικό εξοπλισμό και τα σακίδια και, χρησιμοποιώντας κι εμείς το μπαστούνι που μας πετάει, καταφέρνουμε να περάσουμε με ασφάλεια. Ελαφρύς και γυμνασμένος ο Θεολόγος, περνάει με αξιοθαύμαστη ευχέρεια.

– Ελπίζω να μην έχουμε άλλο τέτοια συναπάντημα με το Αρκουδόρεμα, λέω ανακουφισμένος.

– Ίσως υπάρχουν ένα-δύο σημεία ακόμη, απαντάει σιβυλλικά ο φίλος μου.

Για κάποιο διάστημα συνεχίζουμε το μονοπάτι και ξαφνικά, τα κιτρινόμαυρα ρομβοειδή σημάδια, μετατρέπονται σε κόκκινα. Κάνω να συνεχίσω προς τα εκεί αλλά ο Κυριάκος μου δείχνει το γνωστό μας σημάδι, στην αντικρινή όχθη του ρέματος.

– Θα σε απογοητεύσω, μου λέει. Αυτά τα κόκκινα σημάδια σταματούν λίγο πιο κάτω, στους λεγόμενους «Καταρράχτες». Δυστυχώς τα δικά μας προς Βοβούσα είναι απέναντι.

Νέο πέρασμα του ρέματος λοιπόν, τη φορά αυτή σχετικά ευκολότερα. Ο χρόνος όμως περνάει, πρέπει να βιαστούμε. Για πάνω από μία ώρα συνεχίζουμε την πορεία μας στην αριστερή (νότια) όχθη του Αρκουδορέματος, μια διαδρομή ομαλή και ευχάριστη, κάτω από υπέροχα μαυρόπευκα και με άφθονα μανιτάρια. Μακαρίζω την καλή μας τύχη και απολαμβάνω τη μαγεία του δάσους, έχω σχεδόν ξεχάσει το Αρκουδόρεμα. Ξαφνικά, εντελώς απροειδοποίητα, το μονοπάτι τερματίζει μπροστά σ’ έναν απροσπέλαστο γκρεμό. Τη φορά αυτή δεν χρειάζεται να ρωτήσω τον Κυριάκο, εντοπίζω εύκολα το σημείο στην αντικρινή όχθη του ρέματος. Εδώ όμως τα πράγματα είναι δύσκολα, η κοίτη είναι στενή και κατηφορική, η ροή ορμητική, οι πέτρες πρόσβασης εξέχουν ελάχιστα πάνω απ’ το νερό και η καμπύλη τους επιφάνεια δεν εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη. Ακόμα και ο Κυριάκος κάθεται στην όχθη προβληματισμένος, προσπαθεί εναγωνίως να εντοπίσει το λιγότερο επικίνδυνο σημείο προσπέλασης. Κάνει να βυθίσει το μπαστούνι του στην κοίτη αλλά η ορμή του νερού το παρασέρνει. Τελικά το σταθεροποεί σχεδόν διαγώνια, κάνει το πρώτο πήδημα στην στρογγυλή επιφάνεια μιας πέτρας, ταλαντεύεται για μισό δευτερόλεπτο επικίνδυνα αλλά στο τέλος ξαναβρίσκει την ισορροπία του, συνεχίζει σε ασφαλέστερες πέτρες και περνάει απέναντι. Απομένουμε με τον Θεολόγο να παρατηρούμε την παράτολμη διαδρομή του και να αξιολογούμε τις δικές μας πιθανότητες. Είναι μηδαμινές. Η παραμικρή λανθασμένη κίνηση μπορεί να μας στοιχίσει πτώση στο νερό με απρόβλεπτες συνέπειες. Αισθάνομαι ξαφνικά να βρίσκομαι σε αδιέξοδο, η ευθύνη για τον 13χρονο γιο μου είναι μεγάλη. Και τότε, παρατηρώ για πρώτη φορά έναν ογκώδη βράχο, λίγο πιο κάτω από το πέρασμα του Κυριάκου. Εξέχει ένα περίπου μέτρο απ’ το νερό και είναι στρογγυλός, στεγνός και απόλυτα σταθερός. Αν μπορούσαμε μ’ ένα άλμα να γατζωθούμε απ’ αυτόν, η συνέχεια θα ήταν εύκολη.

Φτάνω στην άκρη της όχθης και αναμετρώ την απόσταση που με χωρίζει από το βράχο. Ύστερα απευθύνομαι στον Θεολόγο:

– Πιστεύεις πως μπορείς, χωρίς φόρα, να κάνεις ένα άλμα ως τον βράχο και να γαντζωθείς από αυτόν;

Το παιδί εξετάζει την απόσταση και νεύει με το κεφάλι του καταφατικά.

Από απέναντί ο Κυριάκος προσπαθεί να μας αποτρέψει, οι αποφάσεις μας όμως έχουν ληφθεί. Μας απαλλάσσει και πάλι από τα βάρη μας και στέκεται πίσω από το βράχο για κάθε ενδεχόμενο. Πηδάω πρώτος και κρατιέμαι γερά από το μπαστούνι που μου τείνει. Ο Θεολόγος γαντζώνεται μ’ ένα άλμα αίλουρου στο βράχο, χωρίς την παραμικρή βοήθεια. Στην ασφάλεια της αντικρινής όχθης παίρνουμε μερικές ανάσες ανακούφισης.

– Αυτή ήταν η τελευταία μας επαφή με το νερό, λέει ο φίλος μου. Στο εξής μας περιμένει μόνον χερσαία διαδρομή.

Αυτή όμως η διαδρομή έμελλε να είναι στο σύνολό της κακοτράχαλη, δύσκολη και, σε ορισμένα σημεία, επικίνδυνη. Εκτός από κάποια ομαλά εδάφη ανεβοκατεβαίνουμε συνεχώς απότομες πλαγιές, που στον ανήφορο κόβουν την ανάσα, ενώ στον κατήφορο καταπονούν τα πόδια. Σ’ ένα σημείο τραβερσάρουμε μια επικίνδυνη σάρα, όπου το μονοπάτι έχει εξαφανισθεί εντελώς από μεγάλες κατολισθήσεις.

Σ’ ένα άλλο σημείο, από μια παραπλανητική και παράλογη πινακίδα – που είναι ανεξήγητο ποιος και για ποιο λόγο την τοποθέτησε – χάνουμε για αρκετή ώρα το μονοπάτι και το ξαναβρίσκουμε μετά από επίπονη προσπάθεια.

Υπάρχουν όμως και ευχάριστες εκπλήξεις. Τη στιγμή ακριβώς που τα αποθέματά μου σε νερό έχουν φτάσει στο έσχατο όριο, συναντώ εντελώς αναπάντεχα, πλάϊ στο μονοπάτι, ένα πελώριο σκουρόχρωμο βράχο, που αναβλύζει νερό – κρύσταλλο, από κάθε του σχισμή. Τοποθετώ από κάτω το παγούρι μου και περιμένω υπομονετικά ώσπου να γεμίσει, αδιαφορώντας που οι άλλοι έχουν χαθεί από τα μάτια μου.

Ήδη όμως κατηφορίζουμε, βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη κοίτη, πολύ διαφορετική από του Αρκουδορέματος. Είναι η πλατιά κοίτη του Αώου, που ήρεμα και αρχοντικά διασχίζει τα λιβάδια. Η κούραση είναι πια μεγάλη από τα συνεχή ανεβοκατεβάσματα, το ομαλό έδαφος γίνεται δεκτό με μεγάλη ανακούφιση.

Λίγο μετά τις εξήμιση το φως έχει πέσει αισθητά και απέχουμε ακόμη αρκετά από τη Βοβούνα. Κινδυνεύουμε να μας προλάβει η νύχτα μες το δάσος. Ξαφνικά μια στήλη καπνού ανηφορίζει στον ουρανό από την αντικρινή όχθη του Αώου. Είναι από τις καμινάδες του μεγάλου ξενώνα «Καταφύγιο». Αμέσως μετά εμφανίζεται μια γέφυρα στερεωμένη με συρματόσχοινα, που συνδέει τις δύο όχθες του ποταμού.

Έχουμε τη δυνατότητα να βρεθούμε απέναντι και να υποδεχτούμε τη νύχτα στον οδικό άξονα Βοβούσας – Ιωαννίνων. Δεν χάνουμε ούτε λεπτό. Διασχίζουμε το σανιδένιο κατάστρωμα της γέφυρας, φτάνουμε στον φαρδύ, σίγουρο δρόμο και αμέσως το μετανιώνουμε. Το οδόστρωμα είναι πρόσφατα ψεκασμένο με πίσσα, που, μαζί με τα χαλικάκια, κολλάει απελπιστικά στα άρβυλά μας.

Τα φώτα έχουν ανάψει στη Βοβούσα. Στις 7 και 20΄μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του χωριού, 10 ώρες και 45΄ακριβώς από την πρωινή μας αναχώρηση. Απλώνουμε για αρκετή ώρα την κούρασή μας στην ωραία ταβερνούλα του Άγγελου. Ο παλιός μας φίλος μας θυμάται αμέσως και μας κερνάει τσιπουράκι. Αργά το βράδυ παίρνουμε τον μακρύ δασικό δρόμο της επιστροφής για Μικρολίβαδο. Το φεγγάρι, ολόγιομο ακόμα, μας στέλνει κρυφές ματιές μέσα απ’ τα μαυρόπευκα…

 

back-button
next-button
balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_1 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_2 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_3 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_4 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_5 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_6 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_7 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_8 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_9 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_10 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_11 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_12 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_13 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_14 balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_15-scaled balia-kalnta-limnes-fleggas-diasxisi-arkoudorematos_16-scaled
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories