home Άρθρα Αρκοχώρι Νάουσας: Ο παράδεισος του Βερμίου
Αρκοχώρι Νάουσας: Ο παράδεισος του Βερμίου

Είμαστε ευτυχισμένοι που κάθε περιηγητικό μας βήμα μας οδηγεί στην βαθύτερη γνωριμία της Ελλάδας. Και είναι ακόμη μεγαλύτερη η χαρά μας, κάθε φορά που βρισκόμαστε κοντά σε τόπους και ανθρώπους, που ζουν στις παρυφές της προβολής και δημοσιότητας. Αυτά έχουν περισσότερη ανάγκη από την επίσκεψη στη δική μας και τη δική σας. Όχι μόνον για την υλική αλλά και για την ηθική υποστήριξη του αγώνα τους για την επιβίωση της Ελληνική περιφέρειας. Αν κι αυτοί οι τελευταία αποχωρήσουν, η Ελληνική ύπαιθρος θα πάψει να υπάρχει.
Ένας τέτοιος τόπος είναι το Αρκοχώρι Ημαθίας. Αγνούσαμε πριν λίγο καιρό την ύπαρξη του, να και απέχει 100 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη και μόλις 8 από την Νάουσα. Αν και βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το κεντρικό οδικό άξονα, που οδηγεί σε δύο από τα διασημότερα χιονοδρομικά κέντρα της Β. Ελλάδας: στα 3-5 Πηγάδια και στο Σέλι του μαγευτικού Βερμίου.
Παρακολουθείστε λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, τα βήματα και τις εμπειρίες μας και συμπεριλάβετε το Αρκοχώρι στους αγαπημένους σας προορισμούς για κάθε εποχή του χρόνου.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Αρκοχώρι Νάουσας: Ο παράδεισος του Βερμίου
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Πέλλα

Είμαστε ευτυχισμένοι που κάθε περιηγητικό μας βήμα μας οδηγεί στην βαθύτερη γνωριμία της Ελλάδας. Και είναι ακόμη μεγαλύτερη η χαρά μας, κάθε φορά που βρισκόμαστε κοντά σε τόπους και ανθρώπους, που ζουν στις παρυφές της προβολής και δημοσιότητας. Αυτά έχουν περισσότερη ανάγκη από την επίσκεψη στη δική μας και τη δική σας. Όχι μόνον για την υλική αλλά και για την ηθική υποστήριξη του αγώνα τους για την επιβίωση της Ελληνική περιφέρειας. Αν κι αυτοί οι τελευταία αποχωρήσουν, η Ελληνική ύπαιθρος θα πάψει να υπάρχει.

Ένας τέτοιος τόπος είναι το Αρκοχώρι Ημαθίας. Αγνούσαμε πριν λίγο καιρό την ύπαρξη του, να και απέχει 100 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη και μόλις 8 από την Νάουσα. Αν και βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το κεντρικό οδικό άξονα, που οδηγεί σε δύο από τα διασημότερα χιονοδρομικά κέντρα της Β. Ελλάδας: στα 3-5 Πηγάδια και στο Σέλι του μαγευτικού Βερμίου.

Παρακολουθείστε λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, τα βήματα και τις εμπειρίες μας και συμπεριλάβετε το Αρκοχώρι στους αγαπημένους σας προορισμούς για κάθε εποχή του χρόνου.

 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ

 

Ευτυχήσαμε να πραγματοποιήσουμε την πρώτη μας επίσκεψη στα μέσα του Μάη, μια εποχή, που στα ημιορεινά και ορεινά, ισοδυναμεί με την καρδιά η την έναρξη της Άνοιξης.

Από το κέντρο της Νάουσας κατευθυνόμαστε προς το Σέλι ή – ακόμη ευκολότερα -, πριν από την είσοδο στην πόλη, ακολουθούμε αριστερά ανηφορικά την πινακίδα προς Νοσοκομείο. Μια νέα πινακίδα στα ψηλώματα της πόλης μας κατευθύνει λίγο αργότερα προς Σέλι και Αρκοχώρι. Αμέσως έξω από την γραφική πόλη της Νάουσας αρχίζουν οι κερασιές και οι μηλιές, το θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον του βουνού. Είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα μπορεί ο Ναουσαίος, να βρεθεί έξω από το αστικό περιβάλλον, στην υπέροχη φύση του Βερμίου.

Βρισκόμαστε ήδη στο κεντρικό οδικό δίκτυο προς Σέλι. Δύο σχεδόν χλμ. μετά μια μεγάλη πινακίδα αναγράφει τις επιχειρήσεις της τουριστικής υποδομής του Αρκοχωρίου και μια μικρότερη μας κατευθύνει λοξώς αριστερά προς το χωριό. Μερικές ήπιες στροφές, κατάφυτες πλαγιές και ρεματιές και, ξαφνικά, εμφανίζεται απέναντί μας το Αρκοχώρι, χτισμένο γραφικότατα στις πλαγιές δυο λοφίσκων και στον ενδιάμεσο αυχένα. Στην είσοδο του χωριού, στην πινακίδα προς τον ναό του Αγ. Αθανασίου, μας υποδέχεται ο οικοδεσπότης μας, Νίκος Λαφάρας. Αμέσως στρίβουμε δεξιά, ανηφορίζουμε τον απότομο τσιμεντόδρομο και σε μισό λεπτό βρισκόμαστε μπροστά στον ξενώνα «ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ». Η γυναίκα του Νίκου, η Φανή, μας καλωσορίζει με ένα καφεδάκι.

Εξώστη στη φύση και στον ανοιχτό ορίζοντα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον ξενώνα ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ. Μακρυά στα Α οι Θεσσαλονικείς θα αναγνωρίσουν το περίγραμμα του Χορτάτη, στα πόδια του τον Θερμαϊκό σαν μακρόστενη αστραφτερή λωρίδα και, με καθαρή ατμόσφαιρα και την πόλη της Θεσσαλονίκης. Όλος ο Α και ΒΑ ορίζοντας καλύπτεται από την ευρύτατη επίπεδη επιφάνεια των πεδιάδων της Θεσσαλονίκης, των Γιαννιτσών και της Κατερίνης. Συναρπαστικότερος όμως, αν και σε απόσταση μόλις μερικών εκατοντάδων μέτρων από τον ξενώνα είναι ο Ν ορίζοντας. Αποτελείται από μια μεγάλη δασοσκέπαστη πλαγιά με εξαιρετική πυκνότητα, ένα αδιάσπαστο πράσινο απόλυτα συμπαγές και παρθένο. Πολλά ήδη δέντρων συνωθούνται σ’ αυτή την επικλινή επιφάνεια με κυριότερα τις καστανιές, φλαμουριές, αγριοφουντουκιές, βαλανιδιές, γάβρους και φράξους.

Οι πνοές των Ν και Α ανέμων σπάνια απουσιάζουν από την πρόσοψη του ξενώνα, ενώ ο ήλιος δεν λείπει στιγμή κατά τη διάρκεια της μέρας. Εδώ στο Ν άκρο του χωριού, οι θόρυβοι είναι άγνωστοι, αφού ο μοναδικός και στενός τσιμεντένιος δρομίσκος που περνάει από μπροστά μετατρέπεται μετά από μερικά μέτρα σε χωματόδρομο, που οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά του δάσους.

Απέχοντας 400 μ. από την πλατεία του χωριού, ο οικογενειακός ξενώνας ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ λειτουργεί από το 2000. το ισόγειο τμήμα είναι πετρόχτιστο μα ξυλοδεσιές από καστανιά. Ο χώρος καθιστικού είναι ένα συμπαθητικό σαλονάκι, φωτεινό και με μεγάλο πέτρινο τζάκι, που ποτέ δεν σβήνει τον χειμώνα. Εδώ σερβίρεται το πρωϊνό, που περιλαμβάνει σπιτικές μαρμελάδες από φρούτα της περιοχής, ντόπιο μέλι (κυρίως καστανόμελλο), το σκληρό τυρί «μπάτζο» και διάφορες πίτες με σπεσιαλιτέ την «τσουκνιδόπιτα». Πάντα υπάρχει τσάϊ του βουνού και φλαμούρι από τις αναρίθμητες φλαμουριές της περιοχής.

Ο ξενώνας αποτελείται από τέσσερα μόνον αλλά πολύ ευρύχωρα δωμάτια, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως τετράκλινα. Όλα είναι εξοπλισμένα με ψυγείο, κουζινάκι, τηλεόραση και μεγάλο μπάνιο. Το κατάλυμα είναι λιτό και απέριττο. Ο Νίκος και η Φανή δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν τους επισκέπτες τους με εξεζητημένες πολυτέλειες αλλά τους κερδίζουν με τη θερμή τους φιλοξενία και τις πολύ φιλικές τιμές.

 

ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΔΑΣΩΜΕΝΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

 

Ακολουθώντας τον μοναδικό δρόμο που περνάει από τον ξενώνα αισθανόμαστε σ’ ελάχιστα λεπτά ενσωματωμένοι στο υπέροχο δασικό περιβάλλον της περιοχής. Δυστυχώς ο δρόμος δεν είναι σ’ όλα του τα σημεία κατάλληλος για συμβατικά αυτοκίνητα, είναι όμως ιδανικός για 4 Χ 4 ή για πεζοπορία. Ο τόπος ολόγυρα ευωδιάζει από τις ανθισμένες καστανιές και φλαμουριές.

Με ξεναγό μας το Νίκο ανακαλύπτουμε τοπία εκπληκτικά με ρυάκια και βλάστηση αδιαπέραστη από αγιοκαστανιές, γάβρους, φράξους, αγριοφουντουκιές και βαλανιδιές. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές και ξεχωριστές με το ασημόλευκο χρώμα τους είναι οι εκατοντάδες και μεγάλου ύψους φλαμουριές. Μόνον πάνω από το Στόμιο, στις πλαγιές του Κίσσαβου, έχουμε ως τώρα συναντήσει κάτι παρόμοιο. Παντού αγριολούλουδα και ανάμεσά τους μερικά είδη από πανέμορφες ορχιδέες. Την παράσταση, ωστόσο, κλέβουν στα πρανή των δασικών δρόμων οι αναρίθμητες αγριοφράουλες με την απαράμιλλη γεύση και το μοναδικό τους άρωμα. Μια μάλιστα απ’ αυτές έχει το μεγαλύτερο μέγεθος αγριοφράουλας που έχουμε δει ποτέ, πλησιάζει σε μήκος τα 2 εκατοστά!

Καθώς κερδίζουμε υψόμετρο η σύνθεση της βλάστησης σταδιακά μεταβάλλεται, κυριαρχούν οι βαλανιδιές και αργότερα οι οξιές. Οχτώμισι χιλιόμετρα μετά τον ξενώνα φτάνουμε σε ωραιότατο οροπέδιο. Εδώ, σε υψόμετρο 1000 μέτρων και σε απόσταση πολλών δεκάδων χιλιομέτρων από τη θάλασσα, βρίσκεται χτισμένο το εκκλησάκι του προστάτη των ναυτικών, Αγίου Νικολάου. Είναι το μοναδικό κτίσμα που σώζεται από τον παλιό οικισμό Μαρούσια, που μαζί με άλλα χωριά της περιοχής κάηκε από τους Τούρκους κατά την επανάσταση της Νάουσας, το 1822. από το χωριό απομένουν μερικοί λιθοσωροί και κάποια χαμηλά τοιχαλάκια ανάμεσα στις φτέρες.

Ο ναός χτίστηκε  – ή πιθανότατα ανακαινίστηκε – το 1850 σύμφωνα με την κτητορική του επιγραφή. Στην εξωτερική όμως κόγχη του Ιερού υπάρχουν τρεις τάφοι με παλαιότερη χρονολογία 1798. Στο λιτό εσωτερικό σώζονται ακόμη αρκετές πολύ καλές τοιχογραφίες, οι εργασίες συντήρησης όμως είναι απαραίτητες.

Κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου – και ανεξαρτήτως των καιρικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή – τελείται Θεία Λειτουργία στη μνήμη του Αγίου. Διατηρείται όμως ακόμη ένα θρησκευτικό έθιμο. Τα μεσάνυχτα της παραμονής των Θεοφανείων, βγαίνουν από το εκκλησάκι οι εικόνες και πέφτει ο σταυρός σε μικρή δεξαμενή, αφού προηγουμένως σπάσει η επιφάνεια του πάγου. Τότε όλο και κάποιος τολμηρός αποφασίζει να μπει στα εχθρικά νερά, όπως ο Νίκος, αψηφώντας θερμοκρασία χαμηλότερη των 20 βαθμών κάτω απ’ το μηδέν.

Στη σημερινή μας όμως ανοιξιάτικη επίσκεψη τίποτε δεν θυμίζει τις συνθήκες των Θεοφανείων. Στο δροσερό και ηλιόλουστο μεσημέρι μια χαρούμενη συντροφιά συγχωριανών του Νίκου είναι εγκατεστημένη κάτω από το μεγάλο κιόσκι στον χώρο αναψυχής. Εδώ, απολαμβάνουν από το προηγούμενο βράδυ – με διανυκτέρευση σε ράντσα την ομορφιά και γαλήνη του τοπίου, με ντόπιο κρασί και τσίπουρο και το απαραίτητο γουρουνόπουλο στη σούβλα. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε την ευγενική τους πρόσκληση, ποιος άλλωστε θα την αρνιόταν;

Νωρίς το απόγευμα, ο δασικός δρόμος πάνω απ’ τη Μαρούσια μας οδηγεί στον κεντρικό ασφαλτόδρομο προς Σέλι. Είχαμε να πάμε χρόνια στην περιοχή. Μένουμε έκπληκτοι από την απίστευτη επέκταση του οικισμού στο ωραιότατο οροπέδιο των 1450 μ., που, στις παρυφές του διάσημου χιονοδρομικού, έχει εξελιχθεί σ’ ένα οργανωμένο παραθεριστικό κέντρο με πυκνότατη δόμηση, πλούσιες υποδομές και μερικές μονοκατοικίες ωραιότατες.

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ «ΧΑΡΑΜΑ»

 

Μετά το θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον και το κλάμα έρχεται η στιγμή να γνωρίσουμε και τον δεύτερο σημαντικό πόλο έλξης επισκεπτών στο Αρκοχώρι. Την παραδοσιακή ταβέρνα «ΧΑΡΑΜΑ» του Στέφανου Λαφάρα. Λειτουργεί από το 1993 στο Β-ΒΑ άκρο του χωριού, σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από την πλατεία. Η θέση της, πάνω από μια κατάφυτη χαράδρα, δίνει την αίσθηση, ότι αποτελεί αδιάσπαστο τμήμα του φυσικού περιβάλλοντος. Σ’ αυτό άλλωστε συντελούν τα δέντρα και τα λουλουδιασμένα μπαλκονάκια στον υπαίθριο χώρο της ταβέρνας, καθώς και η άμεση θέα με το πράσινο χωρίς την παρεμβολή δομημένου περιβάλλοντος.

Όλα τα τραπεζάκια του υπαίθριου χώρου εξασφαλίζουν στους πελάτες ευρύτατο ορίζοντα, στοιχείο σημαντικότατο για τη δημιουργία ευχάριστης ψυχολογίας κατά την ώρα του φαγητού. Έτσι το βλέμμα περιπλανιέται στην πεδιάδα της Έδεσσας και, πιο πίσω, στις καταπτώσεις του Καϊμακτσαλάν και σκαρφαλώνει, ψηλά στα ΒΔ, στην γυμνή, κωνοειδή κορυφή του Βερμίου.

Ο Στέφανος όμως δεν αρκέστηκε μόνον στην εύνοια της φύσης. Εκμεταλλευόμενος την ομορφιά του ντόπιου πωρόλιθου καθώς και τα ξύλα καστανιάς από τα δάση της περιοχής δημιούργησε, τόσο στον υπαίθριο όσο και στον εσωτερικό χώρο, ένα έξοχο αρχιτεκτονικό σύνολο, που δύσκολα συναντάει κανείς σε ταβέρνα της περιφέρειας. Η καλαισθησία είναι ορατή στις κατασκευαστικές λεπτομέρειες και των δυο χειμερινών αιθουσών. Η πρώτη χαρίζει τη ζεστασιά του τζακιού ενώ η δεύτερη – που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως θερινή – είναι προικισμένη με την εκπληκτική θέα του ανοιχτού ορίζοντα. Κατά την θερινή περίοδο λειτουργούν τρεις ανεξάρτητοι χώροι, καθένας με τις δικές του ιδιαιτερότητες. Σημαντική είναι η παρουσία του ξυλόφουρνου, όπου εκεί ψήνονται με την αργή και πολύωρη διαδικασία, όλα τα παραδοσιακά μαγειρευτά εδέσματα, που έχουν κάνει διάσημο το ΧΑΡΑΜΑ, όχι μόνον στην ευρύτερη περιοχή αλλά και πολύ έξω από τα όρια του νομού.

Ο Στέφανος γεμίζει το τραπέζι μας με μια απίθανη ποικιλία από ορεκτικά και κυρίως πιάτα. Ανάμεσά τους επισημαίνουμε ιδιαίτερα τα μανιτάρια πανέ με κρέμα γάλακτος, την τηγανιτή φέτα με σουσάμι, την μελιτζανοσαλάτα στο πήλινο, τους καταπληκτικούς ντοματοκεφτέδες. Από τα κυρίως πιάτα το «Αγριογούρουνο της Ασπασίας» με κρασί και ελιές, την ποικιλία κρεάτων στη γάστρα, το αρνί με κρασί και αμπελόφυλλα, το αγριογούρουνο με κόκκινο κρασί, καρύδια και σταφίδες. Μια πλουσιότατη κάβα από τα φημισμένα για την ποιότητά τους κρασιά της Νάουσας συνοδεύει τα εδέσματα σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές.

Γρήγορη και φιλική εξυπηρέτηση, ποιοτική μουσική, πολύ καλές τιμές και στο τέλος, ως επιδόρπιο, φρούτα της περιοχής ή χαλβάς τηγανιτός με σουσάμι και σπιτικό γλυκό του κουταλιού. Πάνω απ’ όλα ο Στέφανος Λαφάρας, πάντα χαμογελαστός και αναζητώντας διαρκώς τα μυστικά της γεύσης. Είναι μεγάλη χαρά να γνωρίζουμε τέτοιους επαγγελματίες σ’ αυτό τον ευαίσθητο χώρο των υπηρεσιών.

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ

 

Τις πρώτες μέρες του Ιούλη εγκαταλείπουμε την φλεγόμενη Θεσσαλονίκη και, αντί να πάρουμε τις θάλασσες, βρισκόμαστε μετά από μιάμιση ώρα στην θερμοκρασία των 27 βαθμών της Ανεμόεσσας. Απόβραδο με δροσερό αεράκι στο μπαλκόνι του ξενώνα. Αγναντεύουμε στο βάθος του Χορτιάτη, μισοκρυμμένο από τους υδρατμούς της ζέστης και τα καυσαέρια της πόλης. Λίγο αργότερα στο ΧΑΡΑΜΑ σχεδόν κρυώνουμε από τα δροσερά καθοδικά ρεύματα του Βερμίου στη χαράδρα.

Το επόμενο πρωί, με χρόνο πια στη διάθεσή μας επιχειρούμε μια πιο εμπεριστατωμένη γνωριμία με το χωριό, γνωστότερο με την παλιά του ονομασία «Αρκουδοχώρι». Αντλώντας στοιχεία από το σημαντικό βιβλίο «ΑΡΚΟΥΔΟΧΩΡΙ» του Μαργαρίτη Α. Γιτόπουλου, συναντάμε την πρώτη αναφορά για το χωριό σε ιστορικό έγγραφο του Τουρκικού Ιεροδικείου Βέροιας – Νάουσας στα 1646, όταν «δόθηκε το δικαίωμα στον Γιουσούφ Μπέη να διακατέχει και εξουσιάσει το τσιφλίκι Αρκουδοχώρι».

Η πρώτη βέβαια ονομασία Αρκουδοχώρι οφείλεται οπωσδήποτε στις αρκούδες που ζούσαν στην γεμάτη δάση και άγρια φρούτα ημιορεινή ζώνη του Βερμίου. Στην επανάσταση της Νάουσας του Φεβρουαρίου του 1822 πήρε μέρος και το Αρκουδοχώρι με τα γειτονικά χωριά, που, μετά την αποτυχία της επανάστασης καταστράφηκαν και, όπως στη περίπτωση της Μαρούσας, δεν ξανακατοικήθηκαν ποτέ. Το Αρκουδοχώρι, που ήταν Τούρκικο τσιφλίκι, παρέμεινε όπως ήταν και πριν από την επανάσταση. (Για την κατοπινή ιστορία του χωριού, την πώληση των κτημάτων του από τον Δεμήρλη στους 16 Αρκουδοχωρίτες, τον Μακεδονικό Αγώνα αλλά και τη συμμετοχή των κατοίκων σε όλους τους επόμενους πολέμους, αναφέρεται αναλυτικά ο Μ. Γιτόπουλος στο βιβλίο του).

Ξεκινάμε την περιήγησή μας στο σύγχρονο χωριό από την πλατεία του, μικρή, γραφική και με απαγόρευση της στάθμευσης από 15/6-15/9. Στο χώρο της πλατείας δεσπόζει το πολύ όμορφο πετρόχτιστο και διακοσμημένο με τουβλάκια Δημοτικό Σχολείο του χωριού, που, αν και είναι σιωπηλό από το 1979, διατηρείται σε άριστη κατάσταση.

-Στα τέλη της δεκαετίας του ‘ 60 είμασταν περίπου 120 παιδιά, λέει ο Νίκος.

Μπροστά στο σχολείο βρίσκεται και το Ηρώο Πεσόντων. Μια ωραία πέτρινη βρύση, από τις 6 συνολικά που υπάρχουν στο χωριό, παρέχει συνεχή ροή υπέροχου νερού από την κορυφή του υψώματος «Κόλυμπος». Στην πλατεία επίσης βρίσκεται και ο ξενώνας «ΜΕΣΟΧΩΡΙ».

Εστίες συγκέντρωσης ντόπιων και επισκεπτών είναι τα δυο καφενεδάκια, όσα έχουν απομείνει από τα 7 συνολικά που είχε το χωριό. Το πρώτο, με την ονομασία «ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ», λειτουργεί από το 1954, πρώτα από τον παππού Νικόλαο Κουρκούτα, μετά από τον γιο Γεώργιο και τα τελευταία 4 χρόνια – μέχρι σήμερα – από τον εγγονό Νικόλαο. Ο μικρός υπαίθριος χώρος του καφενείου σκιάζεται από μια κληματαριά. Το περιορισμένων διαστάσεων εσωτερικό του θυμίζει περισσότερο μικρό λαογραφικό μουσείο με τα παραδοσιακά και τόσο όμορφα αντικείμενα και σκεύη της καθημερινής ζωής του χωριού που έχει πια χαθεί, καθώς και μια σειρά από παλιές φωτογραφίες με χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες και φορεσιές της εποχής. Όλες είναι ανηρτημένες στους τοίχους και ανάμεσά τους η παλαιότερη φέρει την χρονολογία 1910. Στο καφενεδάκι του Νίκου ο πελάτης μπορεί να βρει από καφέδες μέχρι μαγειρευτά φαγητά στη γάστρα. Ο δροσερός υπαίθριος χώρος προσφέρεται ιδιαίτερα για την θερινή περίοδο, ενώ τον χειμώνα τη θέρμανση αναλαμβάνει η ξυλόσομπα.

Το δεύτερο καφενείο είναι του Χαρίλαου Νάτσου, 15 μέτρα απέναντι από το πρώτο. Η παρουσία του είναι πολύτιμη για το χωριό, αφού λειτουργεί όλο το χρόνο και είναι ένας συνδυασμός καφέ, ουζερί, ταβέρνας αλλά και μικροπαντοπωλείου. Τα τραπεζάκια στον εξωτερικό χώρο σκιάζονται από τέντες ενώ το εσωτερικό, αν και όχι παραδοσιακό όπως το προηγούμενο, είναι συμπαθητικό με μια πανέμορφη βαριά, μαντεμένια ξυλόσομπα. Κι εδώ μπορεί να βρει κανείς καφέδες, μεζεδάκια αλλά και ποιοτικά κρέατα της ώρας, καθώς και μαγειρεμένα φαγητά κατά παραγγελία. Σπεσιαλιτέ πάντως του Νάτσου είναι ο μπάτζος σαγανάκι.

Με κατεύθυνση Α από την πλατεία βαδίζουμε σε περιφερειακό τσιμεντόδρομο, περνώντας μπροστά από ωραία σπίτια με αυλές. Κάποια είναι παλιά και μισοερειπωμένα. Αφθονούν οι συκιές, οι καρυδιές, οι κορομηλιές και οι κερασιές. Σε δύο λεπτά συναντάμε τον χωματόδρομο που οδηγεί προς τον Στενήμαχο. Ανηφορίζουμε λοξός αριστερά αγναντεύοντας τον όγκο του Πάϊκου. Εδώ βρίσκεται και ο ξενώνας ΑΓΝΑΝΤΙ καθώς και σπίτια περιποιημένα, με πολύ ωραία θέα. Αμέσως μετά εμφανίζεται στα ΒΔ η κορυφή του Βερμίου και στα 50 μέτρα η ταβέρνα ΧΑΡΑΜΑ. Μια πινακίδα μας κατευθύνει προς τα Ν στον λόφο με την εκκλησία του πολιούχου Αγ. Δημητρίου. Ο δρόμος περνάει δίπλα από την περίφραξη του αναψυκτηρίου που ανήκει στον Όμιλο Αντισφαίρισης Αρκοχωρίου με γήπεδα τένις, 5Χ5, μπάσκετ, βόλεϊ, παιδική χαρά. Το έδαφος είναι στρωμένο με γρασίδι και λειτουργεί καφέ – αναψυκτήριο. Είναι ένας υπέροχος χώρος δροσιάς και ηρεμίας για όλη την οικογένεια, ένα σημαντικό σημείο αναψυχής για τον επισκέπτη του Αρκοχωρίου.

Ο Νίκος, μας προτείνει μια στάση για καφεδάκι στην γνωστή του οικογένεια του Ιωάννη Τσακίρη. Η θέα από το μεγάλο μπαλκόνι είναι εκπληκτική και το δροσερό αεράκι μετριάζει τη ζέστη της ημέρας. Οι φιλόξενοι άνθρωποι δεν αρκούνται μόνον στον καφέ αλλά μας προσφέρουν εξαιρετικό δικό τους μυρωδάτο τσίπουρο, που το συνοδεύουν με κρέατα στην γάστρα, μαγειρεμένα για ώρες σε σιγανή φωτιά με μανιτάρια, φρέσκια ντομάτα και κρεμμυδάκι.

Επιστρέφοντας στην πλατεία κατηφορίζουμε προς τη φυτεία. Όλο αυτό το τμήμα του χωριού, χτισμένο σε πλαγιά με ανατολικό – μεσημβρινό προσανατολισμό, είναι αθέατο στην αρχική προσέγγιση από Νάουσα. Ο τόπος είναι κατάφυτος με άφθονα οπωροφόρα δέντρα, καρυδιές, συκιές, κερασιές, καστανιές, φουντουκιές. Στις αυλές των σπιτιών απλώνουν τα κλαδιά τους μεγάλες κληματαριές.

Τα σπίτια είναι χτισμένα αμφιθεατρικά. Εντύπωση μας προκαλούν ανάμεσά τους μερικά μεγάλα αρχοντόσπιτα με εξαιρετική αρχιτεκτονική, βαριά λιθόχτιστη με ξυλοδεσιές στο ισόγειο και ελαφρότερη κατασκευή με πλίνθους και τσατμά στους υπόλοιπους ορόφους. Αρκετά από αυτά είναι ακατοίκητα και φέρουν έντονα τα σημάδια από τη φθορά του χρόνου, που δεν καταφέρνει ωστόσο να μειώσει τη γοητεία τους. Υπάρχουν βέβαια και κάποια οικήματα, στα οποία οι σύγχρονες προσθήκες έχουν αλλοιώσει τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.

 

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΦΥΤΕΙΑ

Από την έξοδο του χωριού συνεχίζουμε σε καλά χωματόδρομο προς τον οικισμό της Φυτείας. Στα 2 χλμ. παρεκλίνουμε για λίγο αριστερά προς τον κατάφυτο με υψίκορφες βαλανιδιές του λοφίσκου του προφήτη Ηλία με το ομώνυμο εκκλησάκι. Καθώς συνεχίζουμε αργά προς τη φυτεία ένας κάνθαρος πελωρίων διαστάσεων εμφανίζεται ξαφνικά και σαν ελικόπτερο διαγράφει κύκλους πάνω από το αυτοκίνητο.

Μοιάζει σαν να προέρχεται από το προϊστορικό παρελθόν, λέει η Άννα. Πολύ θα ήθελα να μπορούσα να το φωτογραφίσω.

Σαν να διάβασε τη σκέψη της ο κάνθαρος χαμηλώνει σταδιακά το ύψος της πτήση του και προσγειώνεται τελικά σ’ ένα κλαδάκι πάνω από το έδαφος. Με γρήγορες κινήσεις η Άννα προσαρμόζει έναν φακό ΜΑΚΡΟ στη μηχανή της και σε λίγο έχει τη χαρά να φωτογραφίζει αυτό το σπανίων διαστάσεων έντομο από απόσταση 30 εκατοστών.

Πλησιάζουμε προς τη φυτεία, ο τόπος είναι κατάφυτος με μηλιές και κερασιές φορτωμένες με κεράσια. Ξαφνικά αισθανόμαστε έντονη μυρωδιά καμένου ξύλου. Προέρχεται από καμίνια κάρβουνου, που προβάλουν με το χαρακτηριστικό κωνικό τους σχήμα σ’ ένα πλάτωμα κάτω από το δρόμο. Η ζέστη από την άπνοια και την ελαφριά συννεφιά είναι εδώ ακόμη μεγαλύτερη. Λίγο αργότερα όμως μας περιμένει μια στάση δροσιάς. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πριν από το χωριό συναντάμε κάτω από το δρόμο ένα ξέφωτο στη σκιά αιωνόβιων πλατανιών. Είναι η θέση αναψυχής «Τρανό πηγάδι», δημιουργημένη το 1984 από το Δασαρχείο Βέροιας. Από την πέτρινη βρύση ρέει άφθονο παγωμένο νερό εξαιρετικής ποιότητας. Γεμίζουμε κάθε διαθέσιμο μπουκάλι και με συντροφιά τη συναυλία των αθέατων τζιτζικιών, αποδιώχνουμε από πάνω μας τον καύσωνα. Αμέσως μετά, 6,5 χλμ. μετά το Αρκοχώρι, φτάνουμε στη φυτεία. Μεγάλο και συμπαθητικό χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά σε κατάφυτο φυσικό περιβάλλον, με αρκετά σπίτια παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Ωραίο κοινοτικό κατάστημα, πλατειούλα σε υψόμετρο 480μ. με βρύση, καφενεία και ταβερνάκια. Πίνουμε καφεδάκι στη σκιά μιας φλαμουριάς. Φτάνει ένας συμπαθής αγρότης με το τρακτεράκι του και εκθέτει κάτω από τη φλαμουριά τα προϊόντα του περιβολιού του, φρεσκοκομμένες μπάμιες και ντομάτες. Γεμίζουμε δύο σακούλες, απολαμβάνουμε για λίγο ακόμα την ηρεμία και τη δροσιά και μετά επιστρέφουμε στο Αρκοχώρι.

 

ΣΤΑ ΥΨΙΠΕΔΑ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΟΥ

-Έχετε πάει ποτέ στο Άνω Σέλι; Ρωτάει ο Νίκος, το επόμενο πρωί.

-Όχι μόνον δεν έχουμε πάει αλλά αγνοούμε ακόμα και την ύπαρξή του, του απαντάμε.

-Αξίζει τότε μια επιδρομούλα και εκεί.

Ξεκινάμε πρωί από το Αρκοχώρι με δροσιά, που πολύ θα την ζήλευαν οι κάτοικοι της πόλης. Συναντάμε (μετά από 5,7 χλμ.) το κεντρικό οδικό δίκτυο και ανηφορίζουμε αριστερά προς Σέλι. Λίγο πιο πάνω, μια πινακίδα στα δεξιά οδηγεί στην τοποθεσία αναψυχής του Αγ. Νικολάου, αυτόν τον παράδεισο με τα άφθονα νερά, τα πλατάνια και το πράσινο, τα ξενοδοχεία και τις ταβέρνες με τις ζωντανές πέστροφες, έναν τόπο πασίγνωστο και δημοφιλέστατο σε σχολεία, σε οργανωμένους αλλά και μεμονωμένους επισκέπτες, ακόμα και από μακρινά σημεία της Ελλάδος. Συνεχίζουμε την εκπληκτική μας διαδρομή ανάμεσα σε συνεχόμενο δάσος, όπου συνωθούνται καστανιές, φλαμουριές, βαλανιδιές, γάβροι, φράξοι, αγριοφουντουκιές, κρανιές, κέδρα, ακακίες και πλατάνια.

Στα 11,2 χλμ. από το Αρκοχώρι συναντάμε κιόσκι και πηγή. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 800 μέτρων, έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται οι πρώτες οξιές, που όσο ανηφορίζουμε πυκνώνουν. Στα 13,4 χλμ. συναντάμε σε μια στροφή, μερικά μέτρα από το δρόμο, πηγή με αδύνατη ροή πολύ κρύου νερού. Σπεύδουμε να γεμίσουμε τα παγούρια μας.

-Κάνετε υπομονή, λέει ο Νίκος. Το νερό που θα συναντήσουμε αργότερα, θα σας υποχρεώσει να το αντικαταστήσετε αυτό εδώ. Λίγο πιο πάνω, και σε υψόμετρο 1100 μέτρων, περνάμε δίπλα από τις εγκαταστάσεις του κάμπινγκ «Γραμμένη» του Δήμου Νάουσας, ένα ξέφωτο υπέροχο μέσα στο δάσος με χώρο για τροχόσπιτα και αντίσκηνα. Αρχίζουν οι εμφανίσεις των πρώτων — , είναι όμως παράλογο, ότι σε όλη την μέχρι τώρα διαδρομή απουσιάζουν εντελώς τα έλατα. Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω συναντάμε μερικά εντυπωσιακά μαυρόπευκα, ηλικίας πολλών αιώνων, πελώριους και πολύπλοκους κορμούς. Κάθε σημείο της διαδρομής παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και ομορφιά. 19,5 χλμ. μετά το Αρκοχώρι βρισκόμαστε μπροστά στη διασταύρωση, που αριστερά οδηγεί προς Σέλι ( ) και Βέροια (25 χλμ.), ενώ δεξιά προς Α. Σέλι (14,5 χλμ.). Μηδενίζουμε την ένδειξη στο οδόμετρο και στρίβουμε δεξιά. Αεράκι και ψύχρα στο υψόμετρο των 1500μ. , ήλιος αλλά και μολυβένια σύννεφα. Βοσκοτόπια, νεαρά πευκάκια αλλά και γιγάντια μαυρόπευκα. Τοπίο ειδυλλιακό. Στα 1,1 χλμ. πινακίδα του δασαρχείου Νάουσας μας κατευθύνει δεξιά προς Α. Σέλι. Κατηφορίζουμε. Δασικοί δρόμοι αρκετά βατοί και για συμβατικά αυτοκίνητα. Εναλλασσόμενα δάση πεύκης και οξιάς. Μαυρόπευκα κεραυνοβολημένα. Στην αντικρινή κατάφυτη πλαγιά ξεχωρίζουμε για πρώτη φορά μεγάλα έλατα, που εξέχουν χαρακτηριστικά με τις οξυγώνιες κορυφές τους. Ανάμεσα στα πεύκα και τις οξιές έχουν βρει έδαφος ανάπτυξης και πολλές πανύψηλες βελανιδιές.

Στα 7,9 χλμ. παρεκκλίνουμε για 300 μ. δεξιά και βρισκόμαστε μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας Σελιώτισσας, στην τοποθεσία «Πριόνια». Ωραίο ξέφωτο σε υψόμετρο1150 μ. μέσα στα βουνά, πέτρινη βρύση με άφθονο νερό, αδιόρατα υπολείμματα λιθοσωρών μέσα στην πυκνή βλάστηση, από τον παλιό οικισμό που υπήρχε κάποτε εδώ. Η εκκλησία είναι κεραμοσκεπής, με διπλό εξωνάρθηκα, ασβεστοχτισμένη εσωτερικά και εξωτερικά. Κάτω από τον ασβέστη μετά βίας διακρίνονται ίχνη πωρόλιθου που προδίδουν την τοιχοποιία της.

Μετά από λίγο νέες αναλυτικές πινακίδες του Δασαρχείου μας κατευθύνουν προς Α. Σέλι. Εδώ βόσκουν ήρεμα στο χορτάρι μερικά πανέμορφα άλογα. Σ’ έναν κατάφυτο λοφίσκο διακρίνονται οι εγκαταστάσεις του δασοφυλακείου. Κινούμαστε παράλληλα με την κοίτη ενός μικρορρέματος, εξαφανισμένου σχεδόν πίσω από πυκνές ιτιές. Στους κορμούς μερικών δέντρων ξεχωρίζει η χαρακτηριστική μεταλλική πινακιδούλα του διεθνούς ορειβατικού μονοπατιού Ε4. Και νέα πινακίδα προς Α. Σέλι με την χιλιομετρική απόσταση. Το Δασαρχείο Νάουσας έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, αποδεικνύοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τον περιηγητή και φυσιολάτρη. Μακάρι να έβρισκε σε όλη την Ελλάδα μιμητές.

Διασχίζουμε πευκοδάσος με πολλά ίχνη από φωτιά, που κάποτε έπαψε την περιοχή σε μεγάλη έκταση. Ανηφορίζουμε σε καλό γενικά δρόμο και φτάνουμε σε αυχένα με το εξωκλήσι του προφήτη Ηλία. Η θέα ξαφνικά ανοίγει. Μερικές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα απλώνεται ένα υπέροχο οροπέδιο, περίκλειστο από πευκόφυτα βουνά. Διάσπαρτα στο καταπράσινο έδαφος, ορθώνουν τον λιλιπούτειο όγκο τους με τις οξυγώνιες κεραμοσκεπές, 22 συνολικά σπιτάκια που αποτελούν το Άνω Σέλι. Σε επίπεδο λιβάδι στο κέντρο του μικρού οικισμού, και σε υψόμετρο 1500 μέτρων, δεσπόζει η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Τη στιγμή της άφιξής μας (15 χλμ. από Σέλι και σχεδόν 35 από Αρκοχώρι) τέσσερις άντρες αποψιλώνουν το χώρο της εκκλησίας από τα χόρτα και στη συνέχεια τα καίνε.

Αφήνουν για λίγο τη δουλειά και πιάνουμε κουβέντα. Σε ελάχιστα λεπτά αισθανόμαστε πολύ οικεία μαζί τους.

Ο Χρήστος Σιμώνης, ηλικίας 77 ετών, είναι ο γηραιότερος. Θυμάται το χωριό στα χρόνια της ακμής του, πριν από το 1943 που κάηκε από τους Γερμανούς. Τότε το Α. Σέλι είχε 280 κατοίκους με αστυνομία και σχολείο, άλογα και περίπου 10,000 πρόβατα. Το χειμώνα, μαζί με τα κοπάδια, κατέβαιναν στα πεδινά και οι άνθρωποι. Στα χρόνια του εμφυλίου, σε αθέατη ρεματιά κάτω από το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία είχαν εγκαταστήσει το αρχηγείο τους οι αντάρτες. Αργότερα ο τόπος, στη δεκαετία του ’50 και ’60, φημιζόταν για την ποιότητα και μάλιστα την σποροπαραγωγή της πατάτας του. Σήμερα, κάποιοι από κείνους τους παλιούς ή τα παιδιά τους, έχουν ανασυστήσει τον οικισμό με 22 σπιτάκια, από 25 έως 45 τετ. μέτρα το καθένα. Σχεδόν ομοιόμορφα, περιποιημένα, με τις λουλουδιασμένες τους αυλές και όλα με το δικό τους αστείρευτο, τρεχούμενο νερό. Ένας τόπος παραδεισένιος, που ελάχιστα θυμίζει Ελλάδα και μια μικροκοινωνία μερικών δεκάδων ανθρώπων, που με προσκοπική δουλειά εξωραΐζουν τον τόπο τους και τον χαίρονται για μερικούς μήνες το χρόνο. Ο Γιώργος Ζήκας μας καλεί στο σπιτάκι του για ένα τσιπουράκι.

– Το σπίτι μας είναι μικρό αλλά αρκετό για της ανάγκες μας, λέει η γυναίκα του και σε δύο λεπτά μας φέρνει τυρί, μπάτζο και ένα τσίπουρο εξαιρετικό.

Τσουγκρίζουμε και πίνουμε, αγναντεύουμε αλόγυρά μας τον υπέροχο και απόκρυφο μέσα στις δασωμένες και γυμνές κορυφές του Βερμίου τόπο, που με τον οικισμό του Α. Σελίου και τα δάση που διαχειρίζεται ο αναγκαστικός συνεταιρισμός, καταλαμβάνει μια έκταση 7,500 στρεμμάτων.

  • Σας ευχαριστούμε για τη φιλοξενία σας, λέει ο Νίκος.
  • Είναι χαρά μας, λένε οι οικοδεσπότες. Μια κι έχουμε σπίτι, πρέπει να το κρατάμε ανοιχτό για τον περαστικό από το χωριό μας.

Συννεφιάζει, για λίγο κρύβεται ο ήλιος. Η θερμοκρασία κατεβαίνει κατακόρυφα.

  • Τις προηγούμενες μέρες με τις ζέστες, εδώ κοιμόμασταν με δύο κουβέρτες, λένε οι φιλόξενοι άνθρωποι.

Τους αποχαιρετάμε και διασχίζουμε το χωριό ανηφορικά. Στα 900 μ. από την εκκλησία συναντάμε σταυροδρόμι. Μια διακλάδωση προς τα αριστερά μας οδηγεί μετά από 1 χλμ. στην περίφημη πηγή «Λιονταράκια». Χτισμένη με πωρόλιθο το 1999 σε υψόμετρο 1600 μέτρων, η πηγή τρέχει όλο το χρόνο παγωμένο νερό εξαιρετικής ποιότητας από τα στόματα δύο λιονταριών. Πίνουμε αχόρταγα και ξαναγεμίζουμε τα παγούρια μας με το θεϊκό αυτό νερό.

Συνεχίζουμε τη διαδρομή μας προς τα Δ. ο χωματόδρομος μας φέρνει σε υπέροχα υψίπεδα με κοπάδια προβάτων και πλούσιο χορτάρι. Από τα 1700 μ. αγναντεύουμε τις κεραίες των δύο χιονοδρομικών και χαμηλά στον Δ ορίζοντα την πεδιάδα της Πτολεμαΐδας, όπου μπορούμε να φτάσουμε αν κατηφορίσουμε τον χωματόδρομο. Συνεχίζουμε στα ωραία βοσκοτόπια και καταλήγουμε και πάλι στο Α. Σέλι μετά από κυκλική διαδρομή 5 χλμ. διασχίζουμε και πάλι το χωριό, τη φορά όμως αυτή στρίβουμε στην διακλάδωση δεξιά. Νέα υπέροχα τοπία μάς περιμένουν, εκπληκτικά υψίπεδα με χαμηλά πεύκα και βοσκοτόπια.

Στα 2,8 χλμ. και σε υψόμετρο 1750μ. μας καταπλήσσει με την απρόσμενη παρουσία της μια βρύση με κρυστάλλινο νερό και δύο παγκάκια. Στα 5 χλμ. και σε υψόμετρο 1830 μ. συναντάμε μια στάνη με τρεις γενιές ανθρώπων : τη γιαγιά, 95 ετών, την κόρη της και το εγγονάκι. Είναι από την Αγία της Λάρισας και φέρνουν στην περιοχή τα πρόβατά τους εδώ και 70 χρόνια. Δείχνουν ευτυχισμένοι και ανέμελοι.

  • Εμείς δεν καταλαβαίνουμε καλοκαίρι, μου λένε. Να , το πρωί το θερμόμετρο έδειχνε 9 βαθμούς.

Συνεχίζουμε ευθεία, ενώ δεξιά μια πινακίδα προς «σιδεράκι», «Α. Μπάρα» και «Πριόνια». Αμέσως μετά, αθέατος σε κοίλο οροπέδιο, εμφανίζεται ένας κτηνοτροφικός οικισμός, που αποτελείται από στάνες και σπιτάκια με τσίγκινες σκεπές. Αγροτικά αυτοκίνητα, νεογέννητα αρνάκια και σποραδικές εμφανίσεις ανθρώπων. Η τέλεια απομόνωση στα υψίπεδα των 1900 περίπου μέτρων.

Περνάμε από αυχένα εκτεθειμένο στον αέρα και στο κρύο. 700 μέτρα στα δεξιά βρίσκεται το κλειστό ορειβατικό καταφύγιο. Ήδη η κορυφή του Βερμίου (2052 μ.) διακρίνεται στα ΝΑ, πολύ κοντά μας. Αποτίω σιωπηρά φόρο τιμής στη μνήμη του πατέρα μου, που είχαμε ανεβεί μαζί στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ύστερα κατηφορίζουμε συνεχώς και, 7 χλμ. μετά τον αυχένα, φτάνουμε στις εκτεταμένες εγκαταστάσεις των 3-5 Πηγαδιών. Ένα καφεδάκι και συνεχίζουμε για Αρκοχώρι, ολοκληρώνοντας μια κυκλική διαδρομή 62 χλμ. με απίστευτη ποικιλομορφία τοπίου και ομορφιάς. Το βράδυ στην ταβέρνα του Στέφανου πίνουμε κρασάκι και αναπολούμε τη μοναξιά και τα τοπία των υψιπέδων.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με έδρα το Αρκοχώρι πραγματοποιούμε πολλές περιηγήσεις προς το Ροδοχώρι, τη Μεταμόρφωση, τον Αγ. Παύλο, το Α. Γραμματικό. Δάση, τοπία εκπληκτικά, απέραντοι οπωρώνες, ροδάκινα, νεκταρίνια και κεράσια κορυφαίας ποιότητας. Και πάντα η διπλανή πόλη της Νάουσας, γραφική και αξιαγάπητη με ποικίλες επιλογές. Διακινδυνεύουμε την πρόβλεψη, ότι σε ελάχιστα χρόνια το πανέμορφο Αρκοχώρι θα εξελιχθεί σε πασίγνωστο και πολύ επιθυμητό προορισμό για όλες τις εποχές του χρόνου.

 

back-button
next-button
arkoxwri-naousas arkoxwri-naousas_1 arkoxwri-naousas_2 arkoxwri-naousas_3 arkoxwri-naousas_4 arkoxwri-naousas_5 arkoxwri-naousas_6 arkoxwri-naousas_7 arkoxwri-naousas_8 arkoxwri-naousas_9 arkoxwri-naousas_10 arkoxwri-naousas_11 arkoxwri-naousas_12 arkoxwri-naousas_13 arkoxwri-naousas_14 arkoxwri-naousas_15
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories