home Άρθρα Αρχαία Αλυζία
Αρχαία Αλυζία

Η αρχαία Αλυζία ήταν μια πόλη που είχε πρωτοκτισθεί σε λόφο πάνω από την Κανδήλα της Ακαρνανίας. Ήταν όμως ευάλωτη στις επιθέσεις των γειτονικών φύλων γι’ αυτό μετακόμισε σε ένα ψηλό άπαρτο βράχο, που σήμερα ονομάζεται Καστρί και βρίσκεται κοντά στο Αρχοντοχώρι. Η θέση του κάστρου και η θέα απ’ αυτό είναι μεγαλειώδης.  Από την εντυπωσιακή ακρόπολη αγναντεύει κανείς την οροσειρά του Μπούμιτσου, την πεδιάδα της Κανδήλας, τον κόλπο του Μύτικα και τα νησιά Κάλαμος, Καστός και Λευκάδα. Το Αρχοντοχώρι αποτελεί ένα σύγχρονο κεφαλοχώρι, που βρίσκεται στους πρόποδες του Μπούμιστου, σε εξαιρετικό περιβάλλον με πέτρινα αρχοντόσπιτα.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Αρχαία Αλυζία
Κατηγορίες: Μνημεία
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Αιτωλοακαρνανία

Ένας αρχαίος θησαυρός στην Ακαρνανία

 

“Όταν κοιτάς από ψηλά μοιάζει η γη με ζωγραφιά”, λέει εκείνο το ωραίο παλιό τραγουδάκι του Κώστα Χατζή.

 

Πολλές φορές κοιτάξαμε από ψηλά. Είτε από κορυφές βουνών είτε από το αεροπλάνο, κατά τη διάρκεια της προσγείωσης ή της απογείωσης.

Εικόνες που αιχμαλωτίστηκαν για λίγο και γρήγορα έσβησαν για να ξεχαστούν.

Μια τέτοια εικόνα – ζωγραφιά όμως που είδαμε από εδώ ψηλά δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Γιατί ποτέ ίσως δε συνεριστήκαμε, ότι μια τέτοια ζωγραφιά, σαν ετούτη που απλώνονταν από το στήθος μας και πέρα, πέρα από το μεγαλειώδες και υπερβατικό σύνορο των αισθήσεων, το μάτι μας θα είχε να κάνει με τη ζωγραφιά μιας τόσο πλούσιας και στιβαρής θέας, που θα μας κρατούσε δια βίου αιχμάλωτους στην αρτιότερη αισθητική θέαση που εισπράξαμε ποτέ.

Βρισκόμαστε στην ολόβραχη κορυφή του Καστριού, μιας εντυπωσιακής ακρόπολης, πολύ κοντά στο Αρχοντοχώρι της Ακαρνανίας που μας έκλεψε την καρδιά.      

Αλλά τί είναι αυτό το Καστρί που τόσο άδικα προφέρεται από όλους με το ψευδώνυμο σημερινό του όνομα;

Ας κάνουμε μιαν αναγκαία αναδρομή, δίχως εισαγωγικά ή προλογικά επιθέματα.

Πρώτα να πούμε για την πολλαπλή ταυτότητα της Αλυζίας και την παράξενη μορφολογική της καταγωγή.

Πίσω και κάτω από τα γυμνά κορφοβούνια του Μπούμιστου στην ημιορεινή Ακαρνανία, ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, είναι επιμελώς κρυμμένη μια αρχαία πολιτεία, που δεν της έχει δοθεί η προσήκουσα προσοχή και το ενδιαφέρον των ερευνητών και των αρχαιολόγων.  

Μιλάμε για μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη αρχαία πολιτεία η οποία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, εμφανίζεται σε τρεις διαφορετικές περιοχές του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου του Μύτικα, απέναντι από το νησί του Κάλαμου, σε βάθος και πλάτος τέτοιο που προοικονομεί την ύπαρξη μιας τριπολίτιδας χώρας στο ακαρνανικό πεδίο. Και μάλιστα η μια να μοιάζει ευάλωτη και ανοχύρωτη, ενώ η άλλη είναι τόσο καλά οχυρωμένη που δύσκολα μπορούμε να βρούμε παρόμοιά της. 

Ήταν μια τριπολίτιδα χώρα που είχε, σε μέσο βάθος την πρώτη της εστία, τη δεύτερη δίπλα στη θάλασσα και την τρίτη πολύ ψηλά, πάνω στα αετόμορφα βράχια της Ακαρνανίας, έτσι που να μη τη φτάνουν μήτε τα αγρίμια  μήτε οι πειρατικοί ιέρακες της Μεσογείου. 

Είμαστε εγκατεστημένοι στην περιοχή του Αστακού και θέλουμε να απλώσουμε τα αρχαιοδιφικά μας δίχτυα κι ενδιαφέροντα κάμποσο βορειότερα, στην ευρύτερη περιοχή του Μπούμιστου των Ακαρνανικών Ορέων. 

Γνωρίζουμε από προηγούμενη επίσκεψή μας την αρχαία πόλη των Κόροντων και το θαυμάσιο κεφαλοχώρι του Αρχοντοχωρίου. Δεν είμαστε ασφαλείς γνώστες της περιοχής, εκτός της παράλιας ακτογραμμής του Βούρκου με επίκεντρο τον Μύτικα, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το νησί του Κάλαμου.

Άρα οι λίγες πληροφορίες που έχουμε προέρχονται από διάσπαρτες φήμες και από συλλογή εμπειριών από τους ντόπιους, που είναι αλήθεια ότι δεν δείχνουν και σπουδαίο ενδιαφέρον για την ταυτότητα της προγονικής τους πόλης.

Έτσι γνωρίζουμε μέσω της Δημοτικής Αρχής Αστακού τον κοινοτικό σύμβουλο Γιώργο Λιοντάκη που είναι και διαμένει στο Αρχοντοχώρι.

Το πρωί που ξεκινούμε από τον Αστακό για το Αρχοντοχώρι, ο καλός μας φίλος και συνοδοιπόρος στα μονοπάτια του Δραγαμέστου, ο Τάκης μας προτείνει ως συντομότερη τη διαδρομή μέσω Βασιλόπουλου και της στενής κοιλάδας Δεργοβίτσας που βγάζει σε 22 μόνο χιλιόμετρα στο Αρχοντοχώρι.

Οδεύουμε έτσι μέσα από μια στενωπό που έχει τη χαρακτηριστική ονομασία Στενοβίτσι και είναι διάσπαρτη από πανέμορφα λιβάδια, σε ένα οδόστρωμα τρίτης κατηγορίας, με πολύ αραιή κυκλοφορία. 

Διασχίζοντας την κοιλάδα της Δεργοβίτσας έχουμε δεξιά μας το όρος Καλοβούνι και αριστερά μας το Μέγα Όρος. 

Φτάνοντας κοντά στη διασταύρωση των δρόμων που συναντιούνται στην είσοδο του Αρχοντοχωρίου και συγκεκριμένα του δρόμου που έρχεται από το Αγρίνιο κι εκείνου που έρχεται από τον Μύτικα και την Κανδήλα, βλέπουμε μια ταπεινή πινακίδα που δείχνει εγκάρσια κατεύθυνση με προορισμό το Καστρί. Ο δρόμος δείχνει σκυροστρωμένος και σε καλή κατάσταση.

Όταν φτάνουμε στο Αρχοντοχώρι και συναντιόμαστε με με τον κοινοτικό σύμβουλο ζητούμε πρώτα απ’ όλα να ανεβούμε στο Καστρί, το οποίο για εμάς αποτελεί πρώτιστο στόχο αποκάλυψης της αρχαίας Αλυζίας.

Ο κοινοτάρχης δε μας χαλάει χατήρι. Κρατούμε γι αργότερα τις ομορφιές του χωριού του και παίρνουμε να ανηφορίζουμε τον ήπιο αρχικά σκυρόδρομο για 3 χιλιόμετρα.

Το τοπίο δεν προδίει την ταυτότητα της αρχαϊκής πόλης κι ούτε προϊδεάζει για το απόκρημνο και βραχώδες ανάγλυφο μιας στιβαρής και πανεπόπτριας ακρόπολης.   

Διανύουμε 3 περίπου χιλιόμετρα σε υποφερτό χωματόδρομο, αλλά στο τελευταίο διάσελο του Μεγάλου Βουνού ο δρόμος απότομα χειροτερεύει και για 1100 μέτρα γίνεται σκληρός πετρόδρομος με πλήθος κοτρώνια αλλά κι επικίνδυνος λόγω της κλίσης που έχει στον γκρεμό.

Στα 4,1 χιλιόμετρα ανοίγει τη διασέλα του ο αυχένας της Παναγίτσας, αφήνοντας ένα ευρύχωρο πλατό με μια βελανιδιά στη άκρη του. Εκεί υπάρχει και η μοναδική πινακίδα που δείχνει την κατεύθυνση για την κορυφή της ακρόπολης.

Εδώ όμως θα πρέπει να πούμε την ιστορία της αρχαίας Αλυζίας και ιδίως το πώς και γιατί χτίστηκε εδώ πάνω στα απάτητα κορφοβούνια του Μπούμιστου. 

Η αρχική πόλη, η πρώτη οικισμένη εστία των αρχαίων Αλυζίων κτίστηκε σε ένα λόφο τριγωνικής μορφής, πολύ χαμηλότερα από εδώ, στην άκρη του σημερινού χωριού της Κανδήλας

Η θέση όμως εκείνη δεν ήταν οχυρή κι έμενε περίπου απροστάτευτη στις  επιδρομές των ξένων και τις επιθέσεις των εχθρικών γειτόνων τους. Έτσι οι Αλύζιοι που υπόφεραν από τις δηώσεις της πόλης τους αποφάσισαν να ανηφορίσουν, όχι οπουδήποτε, αλλά σε καλύτερο σημείο του βουνού για να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους. Βρήκαν λοιπόν ετούτο δω το ενισχυμένο από κοφτερά κι απόκρημνα βράχια τριγωνοβούνι κι έφεραν τα συμπράκαλα μαζί με τις οικογένειές τους. Εγκαταστάθηκαν επάνω στην κορφή κι επέβλεπαν ελέγχοντας όλες τις εχθρικές κινήσεις, όλα τα περάσματα από τη θάλασσα και όλους τους διαδρόμους των βουνών. Οχυρώθηκαν για τα καλά κατασκευάζοντας μια δυνατή οχύρωση με πολυγωνική τοιχοποιία. Σε ένα σημείο μάλιστα έσκαψαν τον βράχο σε βάθος γύρω στα τέσσερα μέτρα, δημιουργώντας μια σπάνια για τα αρχαϊκά δεδομένα δεξαμενή ώστε να αποθηκεύουν το βρόχινο νερό για τις ανάγκες της ύδρευσής τους.

Ανηφορίζοντας από το πλάτωμα του φυσικού αυχένα προς την αθέατη κορυφή του βραχωμένου κάστρου, με καθαρά βορειοανατολική διεύθυνση περνάμε από αρκετές εγγενείς δυσκολίες που ένας θεός να τις κάνει δίοδο, γιατί περιέχουν  σκαρφαλώματα και ριψοκίνδυνες διολισθήσεις ανάμεσα από θεόρατους κοφτερούς βράχους που για να τους διέλθουμε πρέπει να χρησιμοποιούμε χέρια και πόδια.

Όσο ανεβαίνουμε και κερδίζουμε ύψος, άλλο τόσο δικαιολογούμε την απόφαση των κυνηγημένων Αλυζίων που έφτασαν εδώ πάνω για να αποφύγουν τις ωμότητες των εχθρικών τους φύλων. 

Τι απίθανη θέα είναι ετούτη; Ποιοι θεοί θα μπορούσαν να κατοικούν εδώ; Και ποιοι άνθρωποι εγκατοίκησαν το θεϊκό ετούτο λημέρι, ζώντας κάτω από μια τέτοια  ενατένιση του σύμπαντος κόσμου;  

Ύστερα από κάποιες δυσκολίες που αφορούν τη δυσπλασία των βράχων, καταφέρνουμε και φτάνουμε σε μια επιβλητική πύλη που η κατασκευή της είναι τόσο καλά δεμένη με το βραχώδες υπόβαθρο, που δεν ξεχωρίζεις την τρύπα κάτω από την οποία πρέπει να περάσουμε. Ξαναγυρίζοντας με κατεύθυνση νότια,  περνάμε σε πιο ομαλό ανάγλυφο, αλλά στρίβοντας και πάλι προς βορρά δοκιμάζουμε την έκπληξη της τεράστιας επιβλητικής δεξαμενής που δεσπόζει στον κεντρικό ιστό της ακρόπολης. Πρόκειται για μια τετράπλευρη δεξαμενή διαστάσεων 7Χ5 μέτρων, λαξευμένη στο φυσικό βράχο. Στον πυθμένα της οποίας είναι ορατό ισχυρό υδραυλικό ασβεστοκονίαμα.

Από εκεί και πέρα η ακρόπολη δεν έχε τίποτ’ άλλο να δείξει εκτός ασφαλώς από το καταπληκτικό τετραπλό σκαλιστό γλυπτό σε ένα κάθετο βράχο που απεικονίζει τα δυο περίφημα μνημειακά ανάγλυφα, του ροπαλοφόρου Ηρακλή με την Αθηνά και του Ασκληπιού με την Υγεία (*).

Από την ανατολική της πλευρά η ακρόπολη των Αλυζίων φέρει ισχυρή οχύρωση με κυκλώπειους μεγάλιθους, ενώ από τη δυτική το φυσικό σκέλος της είναι απόκρημνο και άπαρτο και γι αυτό ατείχιστο.

Η οχύρωση αυτή από άποψη θέσης και εποπτείας είναι μοναδική και αποτέλεσε καταφύγιο των Αλυζίων σε ώρα ανάγκης αλλά και φυσικό παρατηρητήριο, το οποίο ήλεγχε ολόκληρη την πεδιάδα της σημερινής Κανδήλας, τα στενά περάσματα των διαδρομών προς τη θάλασσα, αλλά και ολόκληρο το ανοιχτό θαλασσινό πεδίο μέχρι τη Λευκάδα, το Μεγανήσι, και τις Εχινάδες.

Σε βάθος οπτικού πεδίου βέβαια κατοπτεύει τον όρμο του Βάλτου με τον Μύτικα και τα νησιά Κάλαμο και Καστό. Πίσω μας ορθώνεται επιβλητικός και ολόγκριζος ο γυμνός ορεινός όγκος του Μπούμιστου που αποτελεί την ομόρριζη συνέχεια των βράχων του υποκείμενου λόφου.

Κατεβαίνουμε όσο πιο προσεχτικά μπορούμε, γιατί η κατάβαση εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους λόγω της φυτευτής παρουσίας των μικρών λιθόβραχων που ξεπροβάλλουν ωσάν αμείλικτες αντηρίδες.

 

          

ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ – ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ   

                                

Η ακρόπολη αυτή της Αλυζίας χρονολογείται από τους ειδικούς στον 5ο ή στο τέλος του 4ου π.Χ αιώνα.

Είναι το πιο σημαντικό κι εντυπωσιακό αρχαίο μνημείο της Ακαρνανίας, πιστεύω. Βρίσκεται σε απόσταση 5,5 χιλιομέτρων από το Αρχοντοχώρι, από παράκαμψη του δημόσιου δρόμου της οποίας προσεγγίζεται σήμερα.

Το Αρχοντοχώρι έχει πολλά να μας δείξει. Πρώτα απ’ όλα η θέση του. Είναι κτισμένο στις απολήξεις των απότομων πρανών του Μπούμιστου, στις κορυφές του οποίου ανεβαίνει κανείς από αυτό.

Το Αρχοντοχώρι είναι ένα ζωντανό και με πολλούς μόνιμους κατοίκους κεφαλοχώρι. Βρίσκεται πάνω στον νευραλγικό οδικό άξονα Αγρινίου – Μύτικα. Ουσιαστικά συνδέει το Αγρίνιο και τις παραλίμνιες κοιλάδες του Οζερού και της Αμβρακίας με τη θάλασσα του Ιονίου και τα νησιά Κάλαμο, Καστό, Μεγανήσι και Λευκάδα.

Τα περισσότερα σπίτια του είναι πέτρινα αρχοντικά, διόροφα όλα, με κεραμοσκεπές, χτισμένα αμφιθεατρικά στην έσχατη νότια πλαγιά του Μπούμιστου. Πρόκειται λοιπόν για ένα παραδοσιακό χωριό με περισσότερους από 1000 κατοίκους, οι οποίοι αγαπούν και φροντίζουν τον τόπο τους τιμώντας τις παραδόσεις και την ιστορία του που έχει τις ρίζες του βαθιά μέσα στους αιώνες.

Το χωριό είναι κτισμένο στα 600 μέτρα υψόμετρο και ονομαζόταν παλιότερα Ζάβιτσα.  Στο  κέντρο του διατηρείται σχεδόν ατόφια την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, της οποίας η ανέγερση εκτιμάται ότι έλαβε χώρα μεταξύ 10ου και 11ου αιώνα.

Από την περιήγησή μας στον ευρύτερο χώρο του Αρχοντοχωρίου δεν παραλείπουμε μιαν επίσκεψη στο μοναστήρι της Παναγίτσας της Ζαμπατίνας. Η Παναγιά η Ζαμπατινιώτισσα φέρεται να χτίστηκε τον 18ο αιώνα και βρίσκεται σε απόσταση 4 χιλιομέτρων περίπου, και σε παράκαμψη 900 μέτρων από τον οδικό άξονα Αγρινίου – Μύτικα.

Είναι σε μια θαμνώδη πλαγιά κτισμένη, και δεν διατηρείται παρά μόνο το στενόχωρο καθολικό της που φέρεται ανακαινισμένο. Σε ερείπια διακρίνονται τα κελιά του μοναστηριού, όπως επίσης και η περιτείχιση της μονής. 

Επιστρέφοντας από το Αρχοντοχώρι στον Αστακό, όπου και η έδρα των εξορμήσεών μας, θα περάσουμε, κατηφορίζοντας τον δρόμο για την Κανδήλα, από ένα στένωμα των βράχων, στην κορυφή του ενός από τους οποίους υψώνει τρομερό ανάστημα ένας πύργος αρχαίας εποχής που τραβάει σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον του ματιού κι εντυπωσιάζει με την προκλητικά υπερτασική του εμφάνιση.

Δεν έχουμε διανύσει παραπάνω από 2 χιλιόμετρα από τη στροφή του Αρχοντοχωρίου, για το Καστρί, όταν θα βρεθούμε κάτω από αυτόν τον πύργο. Θα σταματήσουμε και θα επιχειρήσουμε να βρούμε δίοδο ανάβασης από τις δύο πλαϊνες απότομες κι απόκρημνες πλευρές του λόφου.

Η Άννα θα βρει τον τρόπο, από δεξιά, σκαρφαλώνοντας ανάμεσα από αγριλιές, βράχια και θαμνόφυτα και σε 10΄ θα προσεγγίσει την άκρη του πύργου που στέκεται αιώνες τώρα σαν σε βατήρα έτοιμος ν’ απογειωθεί.

Ο Πύργος αυτός σχετίζονταν με την άμυνα της περιοχής της Αλυζίας, στην οποία υπαγότανε. Είναι ένας μεμονωμένος τετραγωνικός πύργος, της ελληνιστικής εποχής, ο οποίος είχε κατασκευασθεί στη θέση αυτή για να ελέγχει το κρίσιμο πέρασμα προς την πεδιάδα της Αλυζίας (σημερινή Κανδήλα).

Έχει ύψος 6,30 μέτρα με τις εσωτερικές του διαστάσεις να κυμαίνονται στα 5,65 μέτρα επί 5,65. Το θύρωμά του έχει ύψος 1,95 και άνοιγμα 1,05 μέτρα.

Κατηφορίζοντας για την Κανδήλα και τον Μύτικα, οι άνθρωποι του Δήμου μας ενημερώνουν ότι δεξιά του δρόμου και σε βάθος 2 περίπου χιλιομέτρων βρίσκεται το αρχαίο φράγμα του Βάρνακα. 

Με την βοήθεια ντόπιου οδηγού, διεισδύουμε στα όρια του διπλανού  χωριού της Κανδήλας του Βάρνακα και μέσα από στενούς δρομίσκους, φτάνουμε στα  όρια εισόδου του  φαραγγιού.

Από μία στενωπή είσοδο βράχων κυλάει ένα ποταμάκι. Δεν θα χρειαστούμε πάνω από 300 μέτρα για να βρεθούμε σε ένα φυσικό πλάτωμα, στο οποίο θα σταθμεύσουμε και θα περιηγηθούμε τη φυσική ροή του νερού, την κοίτη του ποταμού και το φυσικό φραγματάκι που έχει δημιουργήσει η ξαφνική στένωση των βράχων σε ένα απότομο βύθισμα που φυλακίζει  έναν όμορφο καταρράχτη. 

Ακριβώς πλάγια από αυτό το φράγμα και στη βάση του απότομου βραχώδους τειχίου σώζεται ένας περίτεχνος παλιός νερόμυλος που δένει απόλυτα με το περιβάλλον του ποταμού και της ορθοπλαγιάς.

Τελειώνοντας την ανιχνευτική μας πορεία  τη μέρα εκείνη φεύγουμε  διατηρώντας ζωντανή την υπόσχεση της άμεσης επιστροφής μας στον τόπο του μυστηρίου, ως προς τα άλλα μυστικά της αρχαίας Αλυζίας, που σχεδόν τα κρατάει ζηλότυπα φυλαγμένα κι αναποκάλυπτα.

Ύστερα από τρεις μέρες θα γυρίσουμε στον τόπο του αρχαιολογικού εγκλήματος, αυστηρά προσηλωμένοι στο καθήκον της αποκάλυψης τριών σημείων που ουσιαστικά ξεφεύγουν από την προσοχή του περαστικού ταξιδιώτη από την περιοχή του Μύτικα και της Κανδήλας. 

Ξεκινήσαμε από τον εντοπισμό της αρχαίας οχύρωσης της Αλυζίας, λίγο πάνω από το χωριό της Κανδήλας.

Τι μας δείχνουν τα σημάδια της αρχαιολογικής σκαπάνης; Oτι η αρχαία πόλη της Ακαρνανίας βρίσκεται σχεδόν μέσα στα όρια του χωριού της Κανδήλας, σε απόσταση από τη θάλασσα 15 σταδίων, σύμφωνα με τον Στράβωνα. Το χωριό μάλιστα της Κανδήλας κατέχει το νοτιοδυτικό τμήμα της αρχαίας πόλης. Τα ερείπια της (πόλη και ακρόπολη) φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, δυτικά του σημερινού παράκτιου οικισμού του Μύτικα. Εκεί υπήρχε και το λιμάνι της αρχαίας πόλης, το οποίο σύμφωνα πάντα με τον Στράβωνα ήταν αφιερωμένο στον Ηρακλή, όπου υπήρχε και τέμενος, κατά τον Θουκυδίδη (VII, 31).

Εκεί ήταν το λιμάνι της αρχαίας Αλυζίας, αλλά σήμερα καμία πινακίδα δεν υπάρχει για να επισημάνει την ύπαρξη ενός τόσο σπουδαίου αρχαίου λιμενικού έργου.

Ψάχνοντας και ρωτώντας μέσα στον Μύτικα κάποιοι μας υπέδειξαν το ναό της Αγίας Τριάδας, κοντά στην οποία υπήρχαν τα ίχνη από την αρχαία αποβάθρα του λιμανιού των Αλυζίων. Η αποβάθρα αυτή όμως σήμερα έχει βυθιστεί και δεν είναι ορατή με γυμνό μάτι, παρά μόνο με κατάδυση στο βυθό της περιοχής.

Διασχίζοντας το δρόμο από Μύτικα για Πάλαιρο, στα 1500 μέτρα αριστερά μας βλέπουμε το ναό της Αγίας Τριάδας και σταματάμε. Ακολουθώντας πεζή το κράσπεδο του δρόμου από τη μεριά της θάλασσας προς τα δυτικά, και κάτω από τα κλαδιά μιας ελιάς βλέπουμε ξαφνικά και χωρίς να είναι άμεσα ορατή μια πινακίδα που γράφει “Ταφικό Μνημείο (Ηρώο) Αλυζίας”.

Η πινακίδα είναι απαράδεκτα τοποθετημένη έτσι που να μην μπορεί να τη δει κανένας εποχούμενος όπως διασχίζει το δρόμο, αφού δε φαίνεται, καθώς είναι στραμμένη με μέτωπο προς τη θάλασσα και όχι δεξιά ή αριστερά του δρόμου, κατά την πορεία του.

Θα τη δει κανείς μόνον εάν είναι υποψιασμένος ή αν περπατά στο χωμάτινο ρείθρο του δρόμου, από τη μεριά της θάλασσας.

Κατεβαίνω έναν όχτο και διασχίζω το ελαιόκτημα που φτάνει ως το χείλος της θάλασσας. Λίγα μέτρα από αυτή καλυμμένο από τα χόρτα, τη χλόη και τα σπασμένα κλαριά των ελαιόδεντρων αποκαλύπτεται ένα ναόσχημο τετράπλευρο κατασκεύασμα που περιβάλλεται από ισομήκεις ορθογώνιες κυβόπλακες, ανακατωμένες και σκόρπιες σε όλο το πλάτος του περιβολιού.

Προφανώς δεν έχει γίνει καμία απαλλοτρίωση και ο χώρος είναι ενδόσιμος στις αρχαιοκαπηλίες, για να μην πω ότι έχουν αφαιρεθεί σημαντικά κατάλοιπα τόσο του ναού του Ηρακλέους, όσο και του ταφικού του μνημείου.

Δέκα μέτρα νοτιότερα βρίσκεται η θάλασσα και κάπου εδώ ήταν το αρχαίο λιμάνι της Αλυζίας, το οποίο αναφέρει ο Στράβων (10.2.21) ως ιερό λιμάνι του Ηρακλή.

Σε αυτό το ξεχασμένο από την πολιτεία σημείο βρισκόταν και το τέμενος του Ηρακλή, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη ((VII,31), ενώ για τα υπολείμματα της βυθισμένης αποβάθρας του 4ου αιώνα π.Χ. που αναφέρεται από τους σημερινούς οδηγούς, δεν υπάρχει ούτε φαίνεται τίποτα. Η αποβάθρα αυτή είναι ενδεχομένως ορατή μόνο στο βυθό της.

Απέναντι σχεδόν από το ναό της Αγίας Τριάδας φεύγει ένας στενός δρομάκος προς το εσωτερικό της περιοχής, παράλληλα με τις υπώρειες του Τσερέκα, του βραχόβουνου δηλαδή που εκτείνεται δυτικά της Κανδήλας και του Μύτικα. Η πινακίδα γράφει “Προς Παλιά Κανδήλα” στην οποία φτάνουμε ύστερα από 3 χιλιόμετρα.

Ψάχνοντας σε όλη αυτή τη διαδρομή ίχνη οχύρωσης της αρχαίας πόλης, που οι μαρτυρίες λένε πως υπήρχαν, δεν βρίσκουμε τίποτα κι έτσι καταλήγουμε στο κάτω χωριό της Κανδήλας. Κινούμενοι μέσα στο χωριό κι αναζητώντας τα ίχνη από την οχύρωση της αρχαίας πόλης, ανηφορίζουμε δίπλα από τον κεντρικό ναό του χωριού μέσα από στενά που μας βγάζουν ύστερα από 400 μέτρα σε ένα υπερυψωμένο πλάτωμα, όπου υπάρχει και σχετική πινακίδα της Αρχαιολoγικής Υπηρεσίας με την ένδειξη “Αρχαία Αλυζία”. Πριν όμως από αυτό το πλάτωμα, στο οποίο τοποθετείται η ακρόπολη της Αλυζίας και κατά μήκος του ανηφορικού δρόμου είναι ορατά τα κυκλώπεια τείχη της αρχαίας πόλης, πολλά από τα οποία αποτελούν τα θεμέλια σημερινών σπιτιών.

Η αρχαία πόλη αναπτύσσονταν σε μια τριγωνική μορφή στην κορυφή του λόφου και δικαίως κάποια στιγμή οι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν για να μεταφερθούν στη θέση που σήμερα βρίσκεται το απόρθητο Καστρί.

Κατηφορίζοντας και διασχίζοντας τον κεντρικό δρόμο του χωριού με κατεύθυνση προς το Βάρνακα και το Αρχοντοχώρι, στο τέλος του χωριού και δεξιά του ρείθρου, σώζεται μια τετράγωνη υπολειμματική τειχοποιία, μέσα σε βούρκο, η οποία αποκαλύφθηκε όταν ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου σπιτιού έσκαψε για να φτιάξει την οικοδομή του. Φυσικά σταμάτησε κάθε ενέργεια εκσκαφής, αλλά η πρώτη ακούσια ανασκαφή είχε συντελεστεί. Από εκεί και πέρα δεν έγινε τίποτα, για να αποκαλυφθεί η οχύρωση της αρχαίας Αλυζίας, αφού σε όλο το μήκος της πιθανής αυτής τειχοποιίας είναι κτισμένο το χωριό και οι αυλισμένες ιδιοκτησίες των σημερινών κατοίκων.

Η αρχαία Αλυζία ήταν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ακαρνανίας. Σύμφωνα με τον Στράβωνα ιδρυτής της πόλης ήταν ο Αλυζέας, γιος του Ικάριου και αδελφός της Πηνελόπης, της γυναίκας του Οδυσσέα.

Την Αλυζία αναφέρει και ο Κικέρων, τον πληθυσμό της οποίας ανεβάζει στους 30.000 κατοίκους. Το σίγουρο είναι ότι η πόλη ήταν σε ακμή κατά τον 5ο αιώνα αποτελώντας στη συνέχεια προγεφύρωμα των Αθηναίων κατά των Κορινθίων. Η ακμή της αρχαίας Αλυζίας είχε ως αποτέλεσμα την άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών.

Η ακαρνανική πόλη έγινε γνωστή από τη ναυμαχία που έγινε στα νερά της το 375 π.Χ. ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες.  

 

 

back-button
next-button
arxaia-aluzia- arxaia-aluzia-_9 arxaia-aluzia-_10 arxaia-aluzia-_11 arxaia-aluzia-_12 arxaia-aluzia-_13-scaled arxaia-aluzia-_14 arxaia-aluzia-_15 arxaia-aluzia-_16
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories