home Άρθρα Άνω Βροντού Σερρών: στις εσχατιές του Βορρά
Άνω Βροντού Σερρών: στις εσχατιές του Βορρά

Η Άνω Βροντού δεν ανήκει στους διάσημους τόπους της Ελλάδας. Δεν είναι προικισμένη από τη φύση με Μετέωρα ή Όλυμπο, δεν έχουν βρεθεί στο έδαφός της μνημεία και υπολείμματα αρχαίων εποχών. Θέατρο πολλών και ποικίλων πολεμικών αναμετρήσεων ο τόπος, κάηκε κατά καιρούς και καταστράφηκε, έχασε, όπως τόσοι άλλοι τόποι στην Ελλάδα, τον παραδοσιακό χαρακτήρα των σπιτιών του. Ο οικισμός είναι απόμακρος στις εσχατιές των βορείων συνόρων και αθέατος ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Λαϊλιά, του Μενοίκιου και του Όρβυλου. Εδώ σταματάει η επίσημη συγκοινωνία και το ασφάλτινο οδικό δίκτυο. Αρχίζουν οι δασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια και μετά οι κορυφογραμμές και τα υψίπεδα που χωρίζουν Ελλάδα και Βουλγαρία.
Αυτός ο μοναχικός, ωστόσο, τόπος διατηρεί σε μεγάλο βαθμό μια γοητεία και μια αθωότητα, που δεν έχουν διαβρωθεί από την ανάπτυξη και τα καραβάνια των τουριστών. Ούτε και στο μέλλον κινδυνεύει από τις συνέπειες της εξέλιξης το τόπος. Δεν ανήκει στις περιοχές – φιλέτα, που προσελκύουν το ενδιαφέρον αδηφάγων επενδυτών. Όποια ανάπτυξη κι αν συμβεί στο μέλλον, δεν πρόκειται να ανατρέψει τις ισορροπίες του φυσικού περιβάλλοντος κι ούτε θα ξεπεράσει το μέτρα του ανθρώπου.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Άνω Βροντού Σερρών: στις εσχατιές του Βορρά
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Δράμα

Η Άνω Βροντού δεν ανήκει στους διάσημους τόπους της Ελλάδας. Δεν είναι προικισμένη από τη φύση με Μετέωρα ή Όλυμπο, δεν έχουν βρεθεί στο έδαφός της μνημεία και υπολείμματα αρχαίων εποχών. Θέατρο πολλών και ποικίλων πολεμικών αναμετρήσεων ο τόπος, κάηκε κατά καιρούς και καταστράφηκε, έχασε, όπως τόσοι άλλοι τόποι στην Ελλάδα, τον παραδοσιακό χαρακτήρα των σπιτιών του. Ο οικισμός είναι απόμακρος στις εσχατιές των βορείων συνόρων και αθέατος ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Λαϊλιά, του Μενοίκιου και του Όρβυλου. Εδώ σταματάει η επίσημη συγκοινωνία και το ασφάλτινο οδικό δίκτυο. Αρχίζουν οι δασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια και μετά οι κορυφογραμμές και τα υψίπεδα που χωρίζουν Ελλάδα και Βουλγαρία.

Αυτός ο μοναχικός, ωστόσο, τόπος διατηρεί σε μεγάλο βαθμό μια γοητεία και μια αθωότητα, που δεν έχουν διαβρωθεί από την ανάπτυξη και τα καραβάνια των τουριστών. Ούτε και στο μέλλον κινδυνεύει από τις συνέπειες της εξέλιξης το τόπος. Δεν ανήκει στις περιοχές – φιλέτα, που προσελκύουν το ενδιαφέρον αδηφάγων επενδυτών. Όποια ανάπτυξη κι αν συμβεί στο μέλλον, δεν πρόκειται να ανατρέψει τις ισορροπίες του φυσικού περιβάλλοντος κι ούτε θα ξεπεράσει το μέτρα του ανθρώπου.

Μια δεκαετία σχεδόν είχαμε να βρεθούμε στα υψίπεδα και στον οικισμό της Άνω Βροντούς. Από εκείνη την ορεινή και ολότελα ερημική διάσχιση που είχαμε επιχειρήσει από το Νευροκόπι της Δράμας ως την πόλη των Σερρών. Τότε, για πρώτη φορά, λοξοδρομήσαμε τα πέντε περίπου χιλιόμετρα που μας οδήγησαν στην πλατεία της Άνω Βροντούς. Μια πλατεία βραδινή, ψυχρή και χειμωνιάτικη, έρημη από κόσμο. Κάπνιζαν, ωστόσο, οι καμινάδες σε κάποια σπίτια και στις ταβέρνες της πλατείας. Καθήσαμε σε μία για λίγη ώρα. Μιλήσαμε με τους ντόπιους, κυρίως ηλικιωμένους. Απογοήτευση και πίκρα. Το κυριότερο προϊόν του τόπου, οι πατάτες, αδυνατούσαν να συντηρήσουν με αξιοπρέπεια μια οικογένεια του χωριού. Προσπαθούσα με διάφορες ερωτήσεις να πληροφορηθώ κάποια στοιχεία για την έκταση της καλλιεργούμενης γης, την στρεμματική απόδοση σε μια καλή χρονιά, τον μέσο όρο των εξόδων, την τιμή πώλησης στον έμπορο. Οι αριθμοί δεν μου έβγαιναν. Ήταν σχεδόν αδύνατον να επιβιώσει μια οικογένεια νέων ανθρώπων καλλιεργώντας τα χωράφια. Αν μάλιστα συνέβαινε και καμιά θεομηνία, η κατάσταση ήταν τραγική.

-Γι’ αυτό φεύγουν οι νέοι άνθρωποι κι έχουμε απομείνει μόνο εμείς, είχαν καταλήξει οι ηλικιωμένοι στην ταβέρνα.

Είχαμε φύγει θλιμμένοι απ’ το χωριό. Στα 30 νυχτερινά χιλιόμετρα ως τις Σέρρες, δεν είχαμε συναντήσει ούτε τρία αυτοκίνητα. Η Άνω Βροντού ξεχάστηκε, παρέμεινε αθέατη για χρόνια στην ερημιά της. Ακόμα κι από μας, τους «ταξιδιώτες της Ελλάδας». Να όμως, που έφτασε η στιγμή ν’ αποτινάξει από πάνω της τη λήθη. Φρόντισε γι’ αυτό ένα τηλεφώνημα. Ήταν από τον Γιόσα τον Απόστολο, φίλο καλό από τα παλιά.

-Ως πότε το βλέμμα σας θα κοιτάζει μόνον προς το κέντρο και το νότο; Υπάρχουμε κι εμείς, εδώ στα βόρεια σύνορα της χώρας. Το Σάββατο στις 9 του Αυγούστου, πραγματοποιείται στην Άνω Βροντού η δεύτερη Αστροβραδιά. Δεν ήρθατε στην πρώτη, ελάτε τουλάχιστον στην δεύτερη.

Δεν χρειαζόμασταν παραπανίσια παρακίνηση. Φτάσαμε στις 9 Αυγούστου στη Βροντού, την ξαναείδαμε νύχτα αλλά και μέρα, χαρήκαμε τη ζωντάνια και του θορύβους της πλατείας, παρατηρήσαμε με τηλεσκόπιο το σύμπαν, γνωρίσαμε πολλούς κι ωραίους ανθρώπους, περάσαμε τη νύχτα μας σε υψόμετρο 1050 μέτρων. Και μείναμε με την υπόσχεση, κυρίως στον εαυτό μας, ότι δεν θ’ αργούσαμε να επιστρέψουμε στον τόπο…

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΑΚΙ ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ

Καθώς κλείνει το πρώτο δεκαήμερο του Οκτώβρη, παίρνουμε το δρόμο για την πόλη των Σερρών. Όμορφη πόλη, ζωντανή αλλά και συνωστισμένη με τις ωραίες τοποθεσίες, τις γειτονιές με παλιά σπίτια και τις παραδοσιακές της νοστιμιές. Βόρεια της πόλης βρίσκουμε την ορεινή αρτηρία προς Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ελαιώνα και Βροντού. Ωραία διαδρομή, για λάτρεις της αυτοκίνησης που τους γοητεύει η ήρεμη οδήγηση σε δρόμους μοναχικούς, με βοσκοτόπια και μακρινούς ορίζοντες, ανηφοριές με αλλεπάλληλες στροφές, κλειστές και ανοιχτές. Μερικά χιλιόμετρα πιο πάνω αρχίζει να μας συντροφεύει στα δεξιά ο ήπιος όγκος του Μενοίκιου. Κατάφυτες είναι οι πλαγιές και οι ρεματιές, ενώ η μακρυά κορυφογραμμή γυμνή και ομαλή, ιδανική για πολύωρη αλλά ξεκούραστη διάσχιση με τα πόδια.

Του αρχικού θάμνους, κυρίως από πουρνάρια, διαδέχεται σταδιακά πυκνή βλάστηση γύρω από το δρόμο με βαλανιδιές, γάβρους και αμέτρητες φουντουκιές. Στις ρεματιές χρυσίζουνε τα φυλλώματα των πλατάνων, μια κερασιά προβάλλει κατακόκκινη, στις ψηλότερες πλαγιές έχουν αρχίσει να χρωματίζονται οι οξυές. Να κι ένα χωραφάκι κάτω από το δρόμο, όπου μαζεύουν τις τελευταίες πατάτες της φετινή σοδειάς. Δίπλα του, παράλληλα με το δρόμο, κυλάει ένα ρέμα με πολύ καλή ροή. Τόπος ειδυλλιακός με μικρά ξέφωτα στις ομαλές λοφοπλαγιές, φτέρες χρυσοκίτρινες και πεύκα βαθυπράσινα. Είναι μια μέρα ηλιόλουστη και ζεστή, με ευχάριστο αεράκι, όμορφα σύννεφα και βαθυγάλαζο ουρανό. Εδώ στα ψηλώματα το φθινοπωράκι έχει κιόλας ξεκινήσει. Για έναν τουλάχιστον μήνα η φύση θα στολίζει με τα ωραιότερα χρώματά της τον ορεινό τούτο τόπο, καθώς και όλους τους όμοιους μ’ αυτόν. Αυτή την υπέροχη εποχή δεν πρέπει κάποιος να είναι κλεισμένος σε γραφεία και σε σπίτια. Αξίζει να έχει μια πολυήμερη άδεια, να είναι απελευθερωμένος από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, να ταξιδεύει διαρκώς από βουνό σε βουνό, να φωτογραφίζει, ν’ αλλάζει παραστάσεις, να χαίρεται την τελευταία εκρηκτική εμφάνιση της φύσης, πριν από την πολύμηνη κατήφεια του χειμώνα.

Αφήνουμε δεξιά μας την διακλάδωση για Κάτω Βροντού και Νευροκόπι και , πέντε περίπου χιλιόμετρα μετά, μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια της Άνω Βροντούς. Σε υπερυψωμένο σημείο στην είσοδο του χωριού κάνουμε μια μικρή στάση στον χώρο ενός εγκαταλειμμένου στρατοπέδου, που μας φέρνει στο νου τα χρόνια της αμοιβαίας καχυποψίας με τους γείτονες Βουλγάρους. Το χωριό απλώνεται λίγο χαμηλότερα με τις κόκκινες κεραμοσκεπές και τα σύγχρονης αρχιτεκτονικής σπίτια, που έχουν αντικαταστήσει τα, κατεστραμμένα από τους πολέμους, παλιά και παραδοσιακά. Ευτυχώς πολύ κοντά μας, εξακολουθεί να παραμένει ολόρθο και αγέρωχο, το πανύψηλο πέτρινο καμπαναριά, χτισμένο το 1870. Οι τέσσερις καμπάνες του είναι κατασκευασμένες από τους φημισμένους ντόπιους μάστορες, που έκαναν εξαγωγή της τέχνης του και σε πολλές άλλες περιοχές.

Είναι θαύμα, πως το πανύψηλο τούτο κτίσμα κατάφερε να επιβιώσει από τις τόσες κακουχίες που έπληξαν τον τόπο. Αν όμως το κωδωνοστάσιο εξακολουθεί με την επιβλητική παρουσία του να αποτελεί το αδιαφιλονίκητο σύμβολο του χωριού, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την χτισμένη το 1860 εκκλησία της Παναγίας. Είναι χτισμένη στα ψηλώματα, ακριβώς έξω από τα τελευταία σπίτια του χωριού. Δίπλα της είναι ένα υπαίθριο γηπεδάκι μπάσκετ, ενώ πολύ κοντά βρίσκεται ο επίπεδος εκτεταμένος χώρος, όπου την νύχτα της 9ης Αυγούστου είχαν στηθεί τα τηλεσκόπια για την παρατήρηση των τοπίων του ουρανού. Στο σκοτάδι εκείνης της νύχτας μας είχαν εντυπωσιάσει ο όγκος και οι διαστάσεις του ερειπωμένου κτίσματος της εκκλησίας. Σήμερα, στο φως της μέρας, έχουμε την δυνατότητα να αξιολογήσουμε την πραγματική κατάσταση και τις  λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής της.

Η εκκλησία καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1913. Η σκεπή κατέπεσε, οι τοίχοι ωστόσο αντέξαν στις φθορές του αιώνα που μεσολάβησε και εξακολουθούν να διατηρούνται σε καλή σχετικά κατάσταση. Η τοιχοδομία τους είναι ισχυρή και αποτελείται από αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα, με πάχος που πλησιάζει το ένα μέτρο. Όλος ο εσωτερικός χώρος της εκκλησίας είναι καλυμμένος από πανύψηλα χόρτα, που κρύβουν από κάτω πολλές παγίδες είτε από λακούβες είτε από πέτρες. Πολύ κοντά διατηρείται και η κόγχη του Ιερού, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Τα παράθυρα είναι μεγάλα και ορθογώνια. Πολλά απ’ αυτά διατηρούν ακόμη τις βαριές του σιδεριές. Δύο είναι στρόγγυλα. Το περίγραμμα των παραθύρων, παραλληλόγραμμο ή στρόγγυλο, υποστηρίζεται από λαξευτό, συμπαγές μάρμαρο. Η πολυτέλεια της κατασκευής είναι φανερή. Εξίσου περίτεχνοι, πραγματικά εντυπωσιακοί είναι οι τέσσερις άριστα πελεκημένοι κυλινδρικοί κίονες με τις αντίστοιχες αψίδες, που οριοθετούν τον εξωτερικό δυτικό τοίχο του πρόναου. Μ’ έναν πρόχειρο υπολογισμό οι εξωτερικές διαστάσεις του ναού είναι περίπου 22 x 13 μέτρα. Είναι πραγματικά μεγάλη ατυχία για τον τόπο, να εμφανίζει αυτή την ερειπιώδη μορφή ένα τέτοιο λαμπρό οικοδόμημα.

Ο τσιμεντόστρωτος χώρος του γηπέδου μπάσκετ, κοντά στο Ιερό, επίπεδος και καθαρός όπως είναι, αποτελεί ιδανική επιφάνεια για το άπλωμα και στέγνωμα των φασολιών. Η παραγωγή του, βέβαια, είναι πολύ μικρότερη και όχι τόσο γνωστή όπως της πατάτας. Η ποιότητά τους, ωστόσο, εδώ στο υψόμετρο των 1000 μέτρων είναι εξαίρετη και, από όσους το γνωρίζουν, τα φασόλια της Άνω Βροντούς είναι περιζήτητα.

 

ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΣΤΙΣ ΕΞΟΧΕΣ

Με το πανίσχυρο αγροτικό του Δημήτρη Μιχτσόγλου, Προέδρου της Άνω Βροντούς, ξεκινάμε για μια διαδρομή προς τα Δ – ΒΔ. Είναι δυο τοποθεσίες κοντά στα σύνορα με τις ονομασίες Αγ. Παρασκευή ή Λάσκοβα και Περσέη. Ο δρόμος περνάει κοντά από μικρά και μεγάλα ξέφωτα με πατατοχώραφα, που σχηματίζονται ανάμεσα σε δάση οξυάς. Κινούμαστε άλλοτε σε χωματόδρομο και άλλοτε σε στενή άσφαλτο που χρονολογείται από τα χρόνια του Μεταξά, και, παρά τις επανειλημμένες συντηρήσεις, είναι μισοκατεστραμμένη. Είναι μια ενδιαφέρουσα διαδρομή, με πολλές εναλλαγές. Πού και πού υποχρεωνόμαστε να σταματήσουμε και να κατεβούμε από το αυτοκίνητο. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, αδύνατον να τον αποφεύγουμε. Είναι οι υπέροχες, τρυφερές μακρολεπιότες στα πρανή και στα χορταριασμένα ξέφωτα του δάσους, αυτά τα καταπληκτικά μανιτάρια, που κάθε φθινόπωρο γεμίζουν τα δάση και τα λιβαδοτόπια της Ελλάδας. Και φυσικά γεμίζουν με μεγάλη χαρά, όσους τα γνωρίζουν και τα συλλέγουν. Όπως βέβαια και τη συντροφιά μας. Πού, αν και επιφυλακτική στην αρχή, τελικά δίνει πίστη στις διαβεβαιώσεις μου και μαζεύει μαζί μου τα πανέμορφα μανιτάρια. Ήδη αδημονούμε για την βραδινή ώρα, που ευωδιαστά και καλοψημένα, θ’ αποτελέσουν ένα θαυμάσιο μεζεδάκι, ολότελα υγιεινό και φυσικό.

Πέντε περίπου χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό αφήνουμε το κεντρικό δίκτυο και στρίβουμε αριστερά σ’ έναν παράδρομο, κατάλληλο μόνον για 4×4. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά η δασική αυτή χάραξη τερματίζει σε μια ομαλή λοφοπλαγιά. Ειν’ ένα ξέφωτο σε υψόμετρο 1200 μέτρων, με εντυπωσιακό, ανεμπόδιστο ορίζοντα 360 μοιρών.

-Είμαστε στην τοποθεσία Αγία Παρασκευή, λέει ο Πρόεδρος, γνωστότερη με την παλιά της ονομασία Λάσκοβα στους ντόπιους. Έρχομαι αρκετές φορές εδώ ν’ αγναντέψω τον ορίζοντα, να μείνω μακρυά από προβλήματα κι ανθρώπους.

Δεν έχει άδικο ο Δημήτρης. Ο τόπος είναι εκπληκτικός και, ακόμη ωραιότερος, στο φως του δειλινού. Σε μικρή απόσταση, στα Β – ΒΔ, ορθώνονται οι γυμνές, αρκετά ομαλές κορυφές του Όρβυλου, φυσικό σύνορο Ελλάδας και Βουλγαρίας. Απέναντι στα νότια οι κορυφές του Λαϊλιά. Πίσω από μια ράχη κατάφυτη με πεύκα διακρίνεται το Μενοίκιο. Η εικόνα, ωστόσο, που ποτέ δεν περιμέναμε ν’ αντικρύσουμε, είναι ένα τμήμα της Λίμνης Κερκίνης. Είναι τόσο μεγάλη η οδική απόσταση της λίμνης από την Άνω Βροντού, που μας αφήνει έκπληκτους αυτή η ευθύγραμμη θέα, η τόσο κοντινή. Η διάσημη λίμνη βέβαια, διακρίνεται αμυδρά, σαν μια μικρή γυαλιστερή επιφάνεια, τυλιγμένη στην αχλύ. Ψηλά της στα βόρεια ορθώνεται ο απότομος όγκος του Μπέλλες, ενώ πίσω από την Κερκίνη διαγράφονται τα πολύ χαμηλότερα Κρούσια.

Πυκνοδασωμένες πλαγιές με έλατα, πεύκα και οξυές, μεγάλες φτέρες βαμμένες καφετιές, βράχοι κατάστικτοι με λειχήνες πρασινοκίτρινες. Ρεματιές, χαράδρες και χαμηλά το Αχλαδοχώρι. Αμόλυντο αεράκι και ολοκληρωτική απουσία θορύβων. Ένας τόπος ωραιότατος, ιδανικός για ρεμβασμό.

-Αλλά και για κυνήγι, συμπληρώνει ο Πρόεδρος. Εκατοντάδες κυνηγοί απ’ όλη τη χώρα φτάνουν εδώ για να κυνηγήσουν αγριογούρουνα, που αφθονούν στα πυκνά δάση της ευρύτερης περιοχής. Υπάρχουν όμως και αρκούδες. Είχα την τύχη να συναντήσω πολλές φορές μερικά από τα μεγαλόπρεπα τούτα ζώα σε διάφορες εποχές και ώρες της ημέρας.

Επιστρέφουμε στο κεντρικό οδικό δίκτυο και συνεχίζουμε για δυο περίπου χιλιόμετρα ακόμη, ως την τοποθεσία Περσέη. Βλάστηση εκπληκτική με κυριαρχία της πανέμορφης οξυάς, που δέχεται τις πρώτες χρωματιστές φθινοπωριάτικες πινελιές. Να και μερικές μοναχικές σημύδες πλάι στο δρόμο, οι πρώτες που έχουμε ως τώρα επισημάνει. Ξεχωρίζουν αμέσως από τα υπόλοιπα δέντρα με τον λευκό, χιονόλευκο κορμό.

Στο ξέφωτο της τοποθεσίας Περσέη, σε υψόμετρο 1150 μέτρων, επιβάλλονται με τον όγκο τους κάποια ερειπωμένα στρατιωτικά κτίρια, που έχουν απομείνει από την εποχή του Μεταξά. Η πέτρινη τοιχοποιΐα των κτιρίων είναι εξαιρετική. Παρά την απουσία σκεπής όλοι οι τοίχοι διατηρούνται αναλλοίωτοι. Να λοιπόν ένας θαυμάσιος τόπος με μισοέτοιμες κτιριακές εγκαταστάσεις, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ποικίλους σκοπούς, όπως θερινές κατασκηνώσεις παιδιών, σε συνδυασμό με κοινοτικό κατάλυμα ή και ορειβατικό καταφύγιο.

Προχωρημένο σούρουπο πια επιστρέφουμε στο χωριό. Τα φώτα στην πλατεία έχουν ανάψει, από την καμινάδα του «Δειπνοσοφιστή» βγαίνει καπνός. Είναι η ταβερνούλα της Βέτας, κοντά στην σκεπαστή κρήνη με τους δυο κρουνούς και την αδιάκοπη ροή. Ένα μεγάλο τραπέζι είναι στρωμένο κοντά στο αναμμένο τζάκι. Η ζέστη που εκπέμπει είναι ευχάριστη, απαραίτητη σχεδόν. Τα μέσα του Οκτώβρη στη Βροντού ισοδυναμούν με Νοέμβριο στην πόλη.

Εν τω μεταξύ η Βέτα, έμπειρη περί τα μανιτάρια, αναγνωρίζει αμέσως την ποικιλία τους και αναλαμβάνει με προθυμία να τα μετουσιώσει σε έδεσμα εκλεκτό. Δεν χρησιμοποιεί εξωτικές και πολύπλοκες συνταγές. Της αρκούν τα καρβουνάκια από το τζάκι. Λίγα λεπτά αργότερα, υπέροχα ψημένες, ευωδιάζουν οι πρώτες μακρολεπιότες σε μια πιατέλα. Ακόμα και οι πιο επιφυλακτικοί της συντροφιάς δοκιμάζουν και αμέσως μετά… επιδοκιμάζουν. Η γεύση των ζεστών ολόφρεσκων μανιταριών είναι εκπληκτική. Τα συνοδεύει περίφημα ένα άγνωστο εμφιαλωμένο κόκκινο κρασί, η «Εριφύλη», από «Το κτήμα τ’ Αποστόλη», στον Βερτίσκο Θεσσαλονίκης. Η Βέτα βέβαια δεν αρκείται στα μανιτάρια. Μας φέρνει ακόμη πατάτες Βροντού τηγανιτές και γεμιστές, «μπουγιουρντί» στο πήλινο και τηγανιά από ντόπιο χοιρινό. Εξαιρετικό και απρόσμενο είναι το επιδόρπιο: γιαούρτι Σερρών με γλυκό από αγριοβατόμουρα που μάζεψε η ίδια.

Ζέστη, ήσυχη κουβεντούλα και κρασάκι. Οι ώρες στην Άνω Βροντού κυλούν αβίαστα, ανάμεσα σε ανθρώπους ανεπιτήδευτους και απλούς. Μετά την κούραση της μέρας είναι μια όμορφη βραδιά. Πού, βέβαια, δεν έχει τελειώσει ακόμα, αφού μας περιμένει ένα σύντομο νυχτερινό ταξιδάκι έξι χιλιομέτρων ως το κατάλυμά μας, το «Καταφύγιο της Βροντούς». Είναι μια συμπαθητική μονάδα που δημιούργησαν ο Παναγιώτης και ο Σάββας Δανιηλίδης και συνδυάζει τις λειτουργίες του ξενώνα, του καταφυγίου και του ταβερνείου. Στο ισόγειο υπάρχουν δυο μεγάλοι χώροι διαμονής 13 και 14 ατόμων σε κουκέτες. Υπάρχουν επίσης αίθουσα πρωινού, ένα καθιστικό με τζάκι και θέα στο βουνό κι ένας μεγάλος χώρος κουζίνας με όλα τα απαραίτητα σκεύη για μαγείρεμα φαγητού. Μεγαλύτερες ανέσεις προσφέρουν τα 4 τετράκλινα δωμάτια στον όροφο, με πατάρι και κεκλιμένη ξύλινη οροφή, μπαλκόνια με θέα στο Μενοίκιο και στα όρη της Βροντούς. Μοναδική παραφωνία είναι μια ημιτελής ογκώδης οικοδομή, που κόβει ένα σημαντικό τμήμα της θέας προς το Μενοίκιο. Οι αδελφοί Δακεκλίδη χρησιμοποιούν επίσης το κατάλυμα ως βάση για ποικίλες δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή, από ελεύθερη ιππασία, ποδήλατα βουνού, πεζοπορία και ορειβασία, μέχρι σκι, rafting και διασχίσεις με οχήματα 4 Χ 4 στους θαυμάσιους δασικούς δρόμους των βουνών που περιβάλλουν τη μονάδα: Μενοίκιο, Όρβηλος, Λαϊλιάς και Φαλακρό.

Ο Παναγιώτης μας υποδέχεται με αναμμένα κούτσουρα οξυάς και αχνιστό τσάι του βουνού. Τούτη την νυχτερινή ώρα στο υψόμετρο των 1000 μέτρων είναι πολύ επιθυμητό.

Βγαίνουμε για λίγο στην ξάστερη νυχτιά. Αναπνέουμε τον ψυχρό αέρα με την τόσο οικεία μυρωδιά του ξύλου από το τζάκι. Η Τζίνα, ο πελώριος Ελληνικός ποιμενικός του καταφυγίου, σπεύδει κοντά μας με χαρούμενα γαυγίσματα. Το πυκνό, μακρύ τρίχωμά του είναι η καλύτερη μόνωση, ακόμα και στις πιο κρύες μέρες του χειμώνα. Σε λίγο καιρό θα έχει και σύντροφο στις νυχτερινές του περιπολίες. Είναι ένας μικρούλης ποιμενικός Καυκάσου, μερικών μόλις εβδομάδων ακόμη, που προς το παρών αρκείται σε χάδια και παιχνίδια κοντά στο τζάκι. Πολύ σύντομα όμως το ένστικτο της ράτσας του θα ξυπνήσει πανίσχυρο και το χαδιάρικο κουτάβι θα μεταμορφωθεί σε άγρυπνο φύλακα και μόνιμο σύντροφο της Τζίνας.

Ένας ρυθμικός, συνεχής θόρυβος παρεμβάλλεται στη σιγαλιά της νύχτας. Είναι η γεννήτρια, που εξασφαλίζει το απαραίτητο ηλεκτρικό ρεύμα στην μονάδα.

– Γιατί γεννήτρια πετρελαίου; ρωτάω τον Παναγιώτη.

– Νομίζεις πως εμάς μας αρέσει; μου απαντάει. Τι να κάνουμε όμως; Να δώσουμε στη ΔΕΗ 60.000 ευρώ; Τόσο κοστολόγησε το ρεύμα που θα ερχόταν από απόσταση τριών χιλιομέτρων μέχρι εδώ!

«Είδες η ΔΕΗ;», σκέφτομαι. Εδώ, στις βόρειες εσχατιές της χώρας, όπου μερικές δεκάδες Έλληνες εξακολουθούν ακόμα «να φυλάττουν Θερμοπύλες», κάνει ότι μπορεί για να «συνδράμει» τον αγώνα δυο ονειροπαρμένων επενδυτών. Που προσπαθούν με ποικίλους τρόπους να προσελκύσουν λίγους επισκέπτες σ’ αυτόν τον ωραίο αλλά απόμακρο και μη προνομιούχο τόπο της Ελλάδας.

 

ΟΙ ΠΑΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΩ ΒΡΟΝΤΟΥΣ

 

Ελάχιστα χιλιόμετρα πριν απ’ το χωριό ο δρόμος περνάει δίπλα από την κοίτη ενός χειμάρρου που διασχίζει την κοιλάδα. Εδώ βρίσκεται η τοποθεσία «Φάμπρικα». Οφείλει την ονομασία της σ’ ένα πετρόχτιστο ερειπωμένο υδροκίνητο εργοστάσιο και χυτήριο σιδήρου, που καταστράφηκε το 1913. Το εργοστάσιο χρησιμοποιούσε πρώτες ύλες από τα μεταλλεία σιδήρου που υπήρχαν στην περιοχή της Βροντούς. Τα μεταλλεία αυτά ήταν πολύ παλιά αφού, σύμφωνα με τον Γ. Καφταντζή, «Ονομαστά ήταν τα μεταλλεία της Βροντούς και του Σιδηροκάστρου που επαναλειτούργησαν επί Μεχμέτ Β (1451-1481)» (1). Ο ίδιος επίσης αναφέρει, ότι «στη Βροντού υπήρχε και υδροκίνητο εργοστάσιο κατασκευής σιδερένιων εργαλείων».

Την ύπαρξη αυτής της δραστηριότητας στην Α. Βροντού επισημαίνει και ο Γ. Χατζηκυριάκου το 1929. «Όταν επί τουρκοκρατίας διηρχόμην δια της Βροντού, είδον τους χωρικούς να συλλέγουν εκ της επιφανείας του εδάφους ορυκτού σίδηρου, τον οποίον επεξειργάζοντο και κατεσκεύαζον εξ’ αυτού διάφορα σιδηρά αντικείμενα, οίον μάχαίρια, περόνια κ.α. (2). Αυτήν άλλωστε την παλιά τους τέχνη στην επεξεργασία του σιδήρου εκμεταλλεύτηκαν ήδη από τον 19ο αιώνα πολλοί μάστορες του χωριού, που εξειδικεύτηκαν στην κατασκευή των ξακουστών Βροντουλιώτικων καμπανών. Τέσσερις από αυτές τις καμπάνες, κατασκευασμένες μεταξύ 1906-1911, βρίσκοντα στο επιβλητικό καμπαναριό της Α. Βροντούς, ενώ πολλές ακόμη εξακολουθούν να ηχούν σε κωδωνοστάσια πολλών εκκλησιών αλλά και στην Μονή Ζωγράφου του Αγίου Όρους (3).

Αν όμως άλλωστε η Βροντού ήταν γνωστή για τις καμπάνες της, σήμερα οφείλει κυρίως την φήμη της στην ποιότητα ενός αγροτικού της προϊόντος, της πατάτας. Είναι γνωστό, ότι προέρχεται από τα υψίπεδα των Άνδεων και μεταφέρθηκε στην Ευρώπη το 1565 από τους Ισπανούς. Στην Ελλάδα ήλθε αρχικά στην Κέρκυρα το 1800, ξεκίνησε όμως η διάδοσή της το 1830 από τον Καποδίστρια. Είναι γνωστή μάλιστα η αρχική αδιαφορία των Ελλήνων προς την πατάτα. Όταν ξεφορτώθηκαν τα πρώτα σακιά στο λιμάνι, τα περιφρόνησαν και δεν τα έπαιρναν ούτε δωρεάν. Όταν όμως ο Καποδίστριας τοποθέτησε στα σακιά φρουρά, τότε άρχισαν τις νύχτες να κλέβουν τις πατάτες.

Στην Άνω Βροντού η καλλιέργεια της πατάτας ξεκίνησε γύρω στα 1920, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχικά η στρεμματική απόδοση ήταν μικρή, σταδιακά όμως αυξήθηκε και σήμερα στα εδάφη του χωριού καλλιεργούνται περίπου 3.500 στρέμματα με ετήσια παραγωγή πάνω από δέκα χιλιάδες τόνους. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι η «Σπούντα», η «Άγρια» και, σε μικρότερη έκταση, η «Λιζέτα». Η ονομαστή γεύση της πατάτας Άνω Βροντούς δεν είναι τυχαία, οφείλεται στις ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της περιοχής. Τα εδάφη είναι κυρίως αμμουδερά, ενώ εξαιτίας του παρατεταμένου χειμώνα υπάρχει μόνον μια καλλιεργητική περίοδος του χρόνου. Έτσι η ωρίμανση της πατάτας είναι πλήρης. Εξάλλου οι χαμηλές θερμοκρασίες βοηθούν την πατάτα να συσσωρεύσει υψηλό ποσοστό αμύλου, που την κάνει ιδιαίτερα νόστιμη.

Στα χωράφια της Άνω Βροντούς και γενικά στις ορεινές περιοχές η φύτευση της πατάτας ξεκινάει τον Απρίλιο ή Μάιο και συγκεκριμένα μετά την παρέλευση του τελευταίου παγετού. Ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη των κονδύλων της πατάτας είναι η ύπαρξη εδαφικής υγρασίας και θερμοκρασιών γύρω στους 17 βαθμούς. Παλιότερα ο πατατόσπορος τοποθετείτο στα αυλάκια και σκεπαζόταν με το χέρι. Σήμερα η σπορά γίνεται γρήγορα με ειδικές φυτευτικές μηχανές. Αλλά και η συγκομιδή κάποτε γινόταν με το χέρι, αφού προηγείτο το σκάψιμο με την τσάπα. Σήμερα γίνεται με πατατοεξαγωγείς ή με αυτόματα μηχανήματα συγκομιδής. Στη συνέχεια, για να διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα οι πατάτες, πρέπει να αποθηκεύονται σε αποθήκη υγρή και σκοτεινή. Μόνον έτσι αποφεύγεται το «πρασίνισμα» του κόνδυλου, που είναι μια εξέλιξη που μπορεί να έχει δυσάρεστες παρενέργειες κατά την κατανάλωση. Άλλοτε οι παραγωγοί της Άνω Βροντούς συντηρούσαν τις πατάτες σε «κουμούλες», τις συγκέντρωναν δηλαδή σε κάποιο σημείο του χωραφιού και στη συνέχεια τις σκέπαζαν με φτέρες και με χώμα. (4)

 

ΝΑΟΣ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ

 

Την πλατεία της Άνω Βροντούς δεν την σκιάζει κάποιο πλατάνι, όπως συνηθίζεται στα Ελληνικά χωριά, αλλά ένα πελώριο καβάκι. Είναι πανύψηλο. Η ηλικία του είναι απροσδιόριστη, η περίμετρος όμως του κορμού του είναι ακριβώς 6 μέτρα! Πρωί – πρωί η ψύχρα στην πλατεία είναι αισθητή.. ημερολογιακά το φθινόπωρο ισχύει ακόμη, εδώ στην Άνω Βροντού όμως, έχουμε την αίσθηση ότι αρχίζει ο χειμώνας.

Η καμινάδα του «Δειπνοσοφιστή» καπνίζει από νωρίς. Η Βέτα παραμερίζει λίγο τα κάρβουνα στο τζάκι, τοποθετεί πάνω τους ένα μεγάλο μπρίκι και σε λίγα λεπτά πίνουμε έναν εκπληκτικό καφέ. Είναι ζωντανή και κεφάτη η πρωινή μας συντροφιά με τον Πρόεδρο και τους άλλους φίλους του χωριού. Πριν ξεκινήσουμε τις τελευταίες διαδρομές επισκεπτόμαστε τον κεντρικό ναό του Αγίου Δημητρίου, χτισμένο το 1835. Το μέγεθος του ναού είναι εντυπωσιακό, οι εξωτερικές διαστάσεις φτάνουν τα 15 μέτρα σε πλάτος και τουλάχιστον τα 30 μέτρα σε μήκος.

Εξίσου εκπληκτικό είναι το πλακόστρωτο δάπεδο. Διατηρούνται σε άριστη κατάσταση οι αρχικές πλάκες, τέλεια λειασμένες από τα βήματα αμέτρητων πιστών. Είναι από τις μεγαλύτερες πλάκες που έχουμε δει σε δάπεδο ναού. Μια είχε διαστάσεις 102 Χ 147 εκατοστά!

Το πραγματικό όμως καύχημα του ναού – και του χωριού – είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, ένα από τα επιβλητικότερα και πιο περίτεχνα που έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα στην Ελλάδα. Έχουμε την τύχη να γνωρίσουμε μέσα στον ναό τον εξειδικευμένο συντηρητή έργων τέχνης και ξυλόγλυπτων τέμπλων Βασίλη Σγούρο, που έχει αναλάβει από το καλοκαίρι την συντήρηση του τέμπλου. Ο Βασίλης μας δίνει εκπληκτικές λεπτομέρειες για τις ιδιαιτερότητες του έργου, ενώ τα σχόλιά του για την τέχνη της κατασκευής του είναι ενθουσιώδη. Ελπίζουμε, πως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης, θα έχουμε τη δυνατότητα να ασχοληθούμε διεξοδικότερα με τον ναό του Αγ. Δημητρίου και το μοναδικό του τέμπλο.

Ενθουσιασμένοι από το ξυλόγλυπτο μνημείο παίρνουμε τις ανηφοριές προς τα βόρεια, με κατεύθυνση προς το Μαυροβούνι. Είναι το βουνό, που με υψηλότερη κορυφή το Καρά-νταγ στα 1653 μέτρα, δεσπόζει πάνω απ’ το χωριό. Ένας δύσκολος χωματόδρομος, μόνον για 4Χ4, περνάει αρχικά από χωράφια με πατάτες και στη συνέχεια ανηφορίζει με στροφές. Μια μεγάλη ποικιλία δέντρων, από τα καταπράσινα κέδρα και πεύκα ως τις εξαίσια χρωματισμένες βαλανιδιές, φουντουκιές, αγριοκερασιές και οξυές, δημιουργούν εικόνες αξεπέραστης ομορφιάς. Από την κορυφή με τις κεραίες της κινητής τηλεφωνίας, στα 1300 περίπου μέτρα, έχουμε κατοπτική θέα της Βροντούς με τα ρεαλιστικά σχήματα και όρια των δεκάδων πατατοχώραφων, ενώ πανοραμικά ορθώνονται προς τα νότια και δυτικά οι κορυφές του Μενοίκιου, του Λαϊλιά, του Άγκιστρου και του Όρβηλου.

Για ώρα πολλή περιπλανιόμαστε στο Μαυροβούνι, ακολουθούμε για αρκετά χιλιόμετρα τους χωματόδρομους, εισχωρούμε και στα διοικητικά όρια του νομού Δράμας με μακρινή θέα στους ορεινούς όγκους του Φαλακρού και του Παγγαίου. Μέχρι σχεδόν το τελευταίο δεκαήμερο του Νοέμβρη θα διατηρήσει ο τόπος την εκθαμβωτική του ομορφιά. Ύστερα τα χρώματα θα καταλήξουν στο υγρό χώμα, στο στρώμα με τα ξερόφυλλα των δέντρων. Θα γυμνώσουν τα κλαδιά, η φύση θα γίνει λιτή, με τους αυστηρούς τόνους του γκρίζου, θ’ αρχίσει να ετοιμάζεται για να υποδεχθεί το χιόνι και τα κρύα του χειμώνα.

Οι δραστηριότητες στο ύπαιθρο της Άνω Βροντούς θα νεκρώσουν. Ως την άνοιξη θα μεταφερθούν γύρω από τις ξυλόσομπες και τις φλόγες των τζακιών. Ωραία θα είναι και έτσι με πρωταγωνιστές το τσίπουρο, το κρασάκι και τις ανθρώπινες συντροφιές.

 

  • Γ. ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ: «Ιστορία της πόλεως των Σερρών και της περιφέρειάς της» (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα). Τόμος 3ος Σέρρες 1972
  • Γ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ. «Γεωλογική και πετρογραφική σύσταση της Μακεδονίας», Θεσ/νίκη 1929.
  • Στοιχεία από το Ημερολόγιο του 2003 του Πολιτιστικού Συλλόγου Άνω Βροντούς Σερρών «Η Συνάντηση» με θέμα «Καμπάνα, ήχος και σύμβολο».
  • Ημερολόγιο 2004 Πολιτιστικού Συλλόγου με θέμα: «Η ιστορία της πατάτας».

 

Ευχαριστίες:

Ευχαριστούμε θερμά:

– Τους αδελφούς Παναγιώτη και Σάββα Δανεκλίδη για την φιλοξενία τους στο «Καταφύγιο της Άνω Βροντούς».

– Τον Πρόεδρο της Κοινότητας Δημήτρη Μιχτσόγλου για τη συνολική του βοήθεια στην ολοκλήρωση του άρθρου.

– Τον Πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Τάσσο Καλφόγλου.

– Το Μέλος του Διοικ. Συμβουλίου του Συλλόγου Στέφανο Μπούχλιο και τον Νίκο Μπούχλια για την φιλοξενία του.

– Τέλος, τον Πρόεδρο της Σερραϊκής Λέσχης Περιήγησης και καλό φίλο Απόστολο Γιόσα, για όλα όσα έκανε για μας.

 

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ.

Διαμονή:

Καταφύγιο Α. Βροντούς τηλ. 23210 35375 / 50544, 6974700134 / 6974 335252

Εστίαση:

Καφενεία – Ψησταριές «ΤΟ ΤΖΑΚΙ» 23210 85287, «ΣΠΥΡΟΣ» 2321085251

ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ 23210-85227

 

Αποστάσεις Α. Βροντούς:

Σέρρες: 28χλμ.

Θεσσαλονίκη: 125 χλμ.

 

Τηλ Κοινότητας: 23210 85225

 

«ΧΡΥΣΗ ΠΑΤΑΤΑ» ΑΝΩ ΒΡΟΝΤΟΥΣ: 23210 85200, 6976 600420

back-button
next-button
anw-vrontou-serrwn anw-vrontou-serrwn_1 anw-vrontou-serrwn_2 anw-vrontou-serrwn_3 anw-vrontou-serrwn_4 anw-vrontou-serrwn_5 anw-vrontou-serrwn_6 anw-vrontou-serrwn_7 anw-vrontou-serrwn_8 anw-vrontou-serrwn_9 anw-vrontou-serrwn_10 anw-vrontou-serrwn_11 anw-vrontou-serrwn_12 anw-vrontou-serrwn_13 anw-vrontou-serrwn_14
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories