home Άρθρα Άνδρος. Ένα ταξίδι στου Κόρθι τα χωριά
Άνδρος. Ένα ταξίδι στου Κόρθι τα χωριά

Στα νότια του νησιού εκεί που οι άνθρωποι χτίσαν το μικρόκοσμό τους σε πάνω από 10 πανέμορφους οικισμούς, χρησιμοποιώντας σαν πρώτη ύλη την πέτρα της περιοχής, κυρίως το σχιστόλιθο. Σε μέρη που αγάπησα, όταν πριν από ενάμισυ χρόνο βρέ-θηκα εδώ για την καταγραφή των χοιροσφαγείων. Το νότιο μέρος της Άνδρου ορίζεται με φυσικά όρια τα βουνά του Γερακώνα στα βόρεια (719 μ.) και τη Ράχη (570μ.) στα νότια.
Καθώς έρχομαι από το Γαύριο το λιμάνι της Άνδρου και μετά την τοποθεσία Σταυροπέδα, ο δρόμος κατηφορίζει φιδίσιος κι ελικοειδής, βιαστικά κι ορμητικά μέχρι να συναντήσει τον Όρμο του Κορθίου.

Κείμενο: Μιχάλης Ζευγουλάς
Φωτογραφίες: Δημήτρης Αντωνέλος
Άνδρος. Ένα ταξίδι στου Κόρθι τα χωριά
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Άνδρος

«Δεν είναι ανάγκη πλέον να κρυφθώ

είμαι στην Άνδρο

Με φέραν εδώ τα βήματά μου.

Επάνω από το πέλαγος με τα λευκά πουλιά, που έχουν σαΐτες τα πτερά των και κάνιστρα στα ράμφη τους γιομάτα αφρό».

 

Ανδρ. Εμπειρίκος – Άνδρος – Υδρούσα

 

 

Ένα ταξίδι σε νησί την άνοιξη έχει μιαν ιδιοκτησία: έχει όλες τις χάρες του καλοκαιριού, τον ήλιο την θάλασσα, την ελαφριά ένδυση, αλλά παράλληλα τη χυμώδη φρεσκάδα της εποχής, την πολυχρωμία της χλωρίδας, την ετοιμόγεννη και φουσκωμένη απ’ τις βροχές γη.

Σε μια τέτοια χρονική συγκυρία επισκέπτομαι την Άνδρο. Την Υδρούσα των Αρχαίων, την «Εύανδρο νήσο» του Ανδ. Εμπειρίκου. Τη γνώριζα και απ’ το παρελθόν, ιδιαίτερα τη χώρα της όπου τα καπετανόσπιτα των μεγάλων εφοπλιστικών οικογενειών, με τα ευγενή υλικά και τα παστέλ χρώματα της ώχρας, του βεραμάν και τα απαστράπτουσα ρόπτρα μοιάζουν χάρτινα σκηνικά που σχεδίασε ο Μόραλης ή ο Τσαρούχης. Και θυμάμαι πάντα τη μελαγχολική Νίκη Καραγάτση να ζωγραφίζει τοπία σιωπηλά και θαμπά, με τις μπογιές της, το Νημπορειό και την Αγία Θαλασσινή…

Ο προορισμός όμως είναι άλλος τούτη τη φορά. Για το Νότο του νησιού εκεί που οι άνθρωποι χήσαν το μικρόκοσμό τους σε πάνω από 10 πανέμορφους οικισμούς, χρησιμοποιώντας σαν πρώτη ύλη την πέτρα της περιοχής, κυρίως σχιστόλιθο. Σε μέρη που αγάπησα, όταν πριν από ενάμισυ χρόνο βρέθηκα εδώ για την καταγραφή των χοιροσφαγείων. Το νότιο μέρος της Άνδρου ορίζεται με φυσικά όρια τα βουνά του Γερακώνα στα βόρεια (719 μ.) και τη Ράχη (570μ.) στα νότια.

Καθώς έρχομαι από το Γαύριο το λιμάνι της Άνδρου και μετά την τοποθεσία Σταυροπέδα, ο δρόμος κατηφορίζει φιδίσιος κι ελικοειδής, βιαστικά κι ορμητικά μέχρι να συναντήσει τον όρμο του Κορθίου. Ο όρμος είναι ο θησαυρός της περιοχής. Η πρώτη εικόνα της απεραντοσύνης του, σ’ ακολουθεί όσο χρόνο τριγυρνάς στην περιοχή. Σ’ αυτό το ημιτελές απλωτό πέταλο 2-3 χιλ. είναι παραπεταγμένα τα σπίτια του όρμου. Μπορείς να συναντήσεις κι εδώ αρχιτεκτονικές παραφωνίες, όπως πια σε κάθε παραθαλάσσιο σημείο της χώρας που η τουριστική ανάπτυξη εκπορθεί το παραδοσιακό στοιχείο χάριν άμεσων κερδοφόρων αποτελεσμάτων. Όμως η δόμηση είναι ήπια κι ελεγχόμενη. Οι ανθρώπινες διαστάσεις ορίζουν ευτυχώς ακόμη τα πολεοδομικά μεγέθη και η μετατροπή του κεντρικού δρόμου που διασχίζει τον οικισμό σε πεζόδρομο κάνει το θαλασσινό Κόρθι μια χαρωπή και ζεστή πολιτεία. Όσο για την αμμουδιά που καλύπτει το μισό του κόλπο, πλατειά, αφράτη κι ευρύχωρη ολοκληρώνει την εικόνα ενός ιδανικού ανθρώπινου οικισμού όπου η φύση είναι παρούσα, δυναμική με τα κύμματα να γλείφουν σχεδόν τα σπίτια.

Απ’ τις πρώτες στιγμές είναι ορατή μια ζωντάνια στους ανθρώπους του Όρμου. Κέντρο ζωής για τα γύρω χωριά, με τα μικρομάγαζα το ένα δίπλα στο άλλο, μια πλήρης οργανωμένη κοινότητα με τον αγαπητό σ’ όλους Δήμαρχο της, το Γιάννη το Γλυνό να πηγαινοέρχεται με σχέδια και προτάσεις για τον τόπο του.

Στην αρχή του οικισμού δεσπόζει σχεδόν πάνω στην αμμουδιά, ένα απ’ τα πρώτα ξενοδοχεία, χτισμένο στα 1935, που φιλοξένησε καλλιτέχνες και πολιτικούς, προσπαθεί σήμερα να επιβιώσει και να υποδεχθεί το καλοκαίρι φρεσκοβαμμένο το ξενοδοχείο «Κόρθι», θάναι για 3 μέρες το κατάλυμμά μας.

Την άλλη μέρα αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε την περιήγηση από τη διάσχιση της ποταμιάς στα Διποτάματα. Παίρνουμε το δρόμο για τη χώρα, περνά με το χωριό Κοχύλου που τα σπίτια του θαρρείς ότι θα ξεκολήσουν κατρακυλώντας στον Όρμο. Πάνω από το χωριό το επιβλητικό Παλαιόκαστρο. Μετά από λίγα μέτρα κι αφού περάσουμε την αρχή του φαραγγιού ανάμεσα στα χωριά μέσα κι έξω βουνί, αφήνουμε το αυτοκίνητο και κατηφορίζουμε την πλαγιά, κατεβαίνοντας γύρω στα 200 μέτρα βάθος, εκεί που το νερό πληθαίνει τρέχοντας γάργαρο, θορυβώδες, πέφτοντας από βράχους σε μικρούς καταρράκτες κρυμμένους μέσα σε πυκνή βλάστηση, τόσο πυκνή που ακούς το νερό χωρίς να τις βλέπεις. Βαδίζουμε παράλληλα με το ποτάμι, στο παλιό πλακόστρωτο μονοπάτι που συναντάμε, και που ένωνε παλιά το Κόρθι με τη χώρα. Οι βροχές φέτος ήταν πολλές, το μονοπάτι Ε3 χορτάριασε, μόλις που διακρίνονταν. Σε πολλά σημεία οι πλάκες, η μία δίπλα στην άλλη δεν τοποθετούνται οριζόντιες αλλά κάθετες, χωμένες στο χώμα. Μ’ αυτό τον τρόπο οι «μπαστουνιές», έτσι τις ονομάζουν δεν κινδυνεύουν να ξεκολλήσουν απ’ το νερό. Εδώ συναντάς μια φύση λαμπερή κι άφθαρτη. Οι χυμοί των φυτών εξατμίζονται κάτω από το δυνατό ήλιο και οι μυρωδιές κυκλώνουν τα ρουθούνια.

Ο βιόκοσμος στα Διποτάματα ζει προστατευμένος σ’ ένα μικροκλίμα που ευνοεί μια πληθωρική χλωρίδα. Κυρίαρχο δέντρο το σφεντάμι, με τα σκληρά του φύλλα που μοιάζουν με καρδιά. «Με το ξύλο του κάναμε μικροί σφενδόνες», λέει ο Δημήτρης. Σφενδάμι, σενδόνα, ίσως υπάρχει γλωσσική συγγένεια, σκέφτομαι. Παρατηρώ τα υπόλοιπα δέντρα: πλατάνι, μουριά, αγριοφυστικιά, συκιά, κλαίουσα ιτιά, θάμνοι από πουρνάρια, οξυάκανθοι και σπαρτά και ακόμη τα παρδαλά φύλλα των κυκλάμινων, οι μωβ ολισφακιές, οι χνουδωτές ασφάκες με τα γλυκόχυμα λουλούδια τους, ασφύδελοι. Στα σημεία που το νερό δεν κινείται συστάδες από βούρλα και οι κισσοί να βάζουν «χειροπέδες», αγκαλιάζοντας λαίμαργα τους κορμούς των δέντρων. Μέσα στα δεκάδες «ασήμαντα» οπτικά χόρτα, οι μαχαιρίτσες: ένα είδος άγριου μπιζελιού που τρώνε στο Κόρθι με λαδόξυδο. Και πιο κει τα λούπικα με τα λουλακί λουλούδια τους, οι θέρμοι των αρχαίων, και ο εξορκιστικός απήγανος με τα έντονα κίτρινα λουλούδια και τα δύσοσμα φύλλα του.

Τα Διπατάματα μήκους 7 χλμ. είναι ένα μοναδικό για τις άνυδρες κυκλάδες τοπίο. Πρόκειται για ένα φαράγγι με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Παλιά συναντούσες καβούρια και χέλια πεντανόστιμα. Οι ασβοί λιγόστεψαν όχι όμως και οι λαγοί. Σε κάποια σημεία το μονοπάτι χάνεται λόγω της βλάστησης και κάθε τόσο ξεπροβάλλει από ένας νερόμυλος. Τα κτίσματα, γύρω στα 20 υπάρχουν σ’ όλο το τοπίο δεν είναι σε καλή κατάσταση και βέβαια δε λειτουργούν πια. Το νερό συγκεντρώνονταν σε δεξαμενές πάνω απ’ το ύψος της οροφής του Μύλου, έπεφτε από μια τρύπα για να κινήσει τη φτερωτή, και το περίσσευμα του τροφοδοτούσε το αυλάκι για τη δεξαμενή του γειτονικού μύλου. Μνημεία αγροτικής αρχιτεκτονικής σαν τις μάντρες της Λήμνου, ή τους φούρνους στην Ανάφη και τα Μητάτα της Κρήτης, εκπλήσσουν και συγκινούν με τη σοφία των μαστόρων τους να αξιοποιήσουν το υδάτινο στοιχείο για την τροφή των ανθρώπων σε κοινωνίες με λελογισμένη χρήση των φυσικών πόρων και συλλογική αντίληψη της τοπικής οικονομίας.

Στα μισά του δρόμου το μονοπάτι περνά αριστερά πάνω από ένα τοξωτό γεφύρι. Εδώ πλατύφυλλα πλατάνια και συκιές σκοτεινιάζουν το πέρασμα. Τα τμήματα των νερόμυλων μαζί με όρθιους μεμονωμένους τοίχους αγροτόσπιτων και στάβλων διακοσμούν το τοπίο με αυτά τα ακανόνιστων διαστάσεων απομεινάρια που χρωματικά έχουν αφομοιωθεί απ’ τους βράχους και πλέον την καλλιτεχνική τους συνέχεια.

Πάντα οι ανθρώπινες κοινωνίες αποδίδουν σε τέτοιους τόπους ιδιότητες και συμβάντα εξωλογικά. Η θάλασσα γέννησε τη γοργόνα και τους τρίτωνες, οι σπηλιές τους δράκοντες και τα ποτάμια και οι λίμνες τις νεράϊδες και τα ξωτικά. Οι γεροντότεροι διηγούνται ακόμη ιστορίες για ανθρώπους και ζώα που χάθηκαν – ρουφήχτηκαν μεσ’ τα νερά, στα Διποτάματα.

Θες το επίμονο θρόισμα των φύλλων και η βουή του νερού, θες τα νερόφιδα που κινούν τα χόρτα στο πέρασμά τους… τα Διποτάματα έχουν ακόμη να διηγηθούν πολλούς μύθους κι ιστορίες, αλλόκοτες. Και νοιώθεις μαγεμένος αλλά και λυτρωμένος όταν ξανά το μονοπάτι σε ανεβάζει στο φως του αμαξωτού δρόμου.

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡΜΟΥ

 

Η επόμενη μέρα ξεκινά με μια επίσκεψη στα χωριά του Κορθίου. Το νότιο μαζί με τον κεντρικό τμήμα της Άνδρου είναι απ’ τα πιο πλούσια και πράσινα μέρη του νησιού.

Αυτά τα μέρη μοιάζουν με την κεντρική Τήνο, όπου και εκεί οι οικισμοί είναι πυκνοί κυρίως γύρω από πηγές και βρύσες. Τα νερά στα χωριά του Κορθίου είναι πλούσια και πεντακάθαρα. Γεωγραφικά αλλά και γεωλογικά η Άνδρος είναι συνέχεια της Εύβοιας, πολλά απ’ τα είδη της Ευβοϊκής χλωρίδας τα συναντάμε και δω εκτός ίσως απ’ τα έλατα και τις καστανιές, αλλά και η Εύβοια μια προέκταση του δασώδους Πηλίου είναι. Λέγεται δε ότι τα νερά που διανύουν μια μεγάλη διαδρομή κατά μήκος της Ευβοϊκής γης για να καταλήφουν με υποθαλάσσιους διαδρόμους στην Ανδριώτικη ράχη έχουν αφετηρία το Πήλιο.

Ξεκινώντας απ’ το Όρμο τραβάμε αριστερά. Πρώτη επισκευή το ορεινό Κόρθι με την εκκλησία του Αγ. Ιωάννη στεφανωμένη στη σκεπή μ’ ένα κυπαρίσσι, στο σημείο του ιερού. Άγνωστο πως και χωρίς να εντοπίζονται οι ρίζες του στο εσωτερικό του ναού μένει εκεί ρωμαλέο και ασάλευτο για πάνω από 200 χρόνια, όπως θυμούνται οι παλιοί. Δέντρα στις σκεπές εκκλησιάν έχουμε και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας, «ντυμένα» με θρύλους και θαύματα.

Εδώ υπάρχει η Βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Τριάδας που προεπαναστατικά λειτούργησε σα Μοναστήρι-Σχολείο, το πρώτο στην Άνδρον, με φωτισμένους δασκάλους σαν τον Παγκράτιο Κουμέλη. Η Σχολή διαθέτει πλούσια συλλογή βιβλίων. Η συντήρησή της με προορισμό τη μετατροπή της σε πολιτιστικό κέντρο, δεν μας επέτρεψε την επίσκεψή της.

Το Κόρθι μαζί με τ’ Αηδόνια, το Μουσιώνα τ’ Αμονακλειού, και τ’ Αϊπάτια αποτελούν ένα οικιστικό σύνολο κοντινών μεταξύ τους χωριών. Εδώ, και κυρίως στ’ Αηδόνια οι πλούσιοι άρχοντες του 17ου αιώνα επέλεξαν τις κατοικίες τους, χτίζοντας τρίπατα πυργόσπιτα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, που εκτός απ’ την ασφάλειά τους, εξασφάλιζαν την απέραντη θέα προς τη θάλασσα του Όρμου.

Στην αρχή του χωριού, σταματάμε απ’ τον έντονο θόρυβο των νερών. Μια πηγή εδώ, αγριεμμένη, πέφτοντας από μικρό ύψος, μεσ’ τα κλαδιά των δέντρων, κατρακυλά θυμωμένα. Σ’ ένα παρακείμενο χώρο, χτισμένο με θρησκευτικό σεβασμό, στη μορφή παρεκκλησίου, στεγάζεται το ιερότερο στοιχείο της ζωής: το νερό. Η ροή του λιγότερο έντονη ξεπηδά από 3 βρύσες, μέσα από μαρμάρινες πλάκες, τμήματα του μαρμάρινου τέμπλου των Αγ. Πάντων που μεταφέραν εδώ σα διάκοσμο της πηγής το 1806.

Γύρω απ’ τις βρύσες, εκεί που αναβλύζει νερό για ζώα κι ανθρώπους, μπορεί κανείς να συναντήσει ένα ατέλειωτο αριθμό κτισμάτων από πέτρα, μάρμαρο, μέταλο, ακόμη και νερό μέσα από … κορμό δέντρου όπως στο κέντρο της Αρναίας Χαλκιδικής. Συγκινητικές στιγμές σεβασμού κι αγιοποίησης της «ζωοποιού δυνάμεως» του νερού με κτίσματα προστατευτικά του αγαθού και εικονογραφημένα με το πρόσωπο της Παναγίας ή Αγίων. Εδώ στην πηγή των Αηδονιών το νερό συγκεντρώνεται σε πέτρινες γούρνες που κάποτε δέχονταν το πλύσιμο υφαντών και μεταξένιων σεντονιών. Στον πυθμένα της πεντακάθαρης στέρνας εκατοντάδες μαύρα και καφέ κοχύλια αγκαλιασμένα ερωτοτροπούν ανενόχλητα.

Λίγο έξω απ’ το χωριό μερικά σκαλιά στο δεξί του δρόμου μας οδηγούν σ’ ένα ψηλό γεφύρι… αλλόκοτο αφού η έλλειψη αντιστήριξης στη μια του πλευρά το κάνει να μοιάζει στραβό!

Κι όμως ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί η στερεότητα του στο χείμαρο που περνάει από κάτω του…

Οδεύουμε προς Καπαριά κι όλο το τοπίο κατακίτρινο από τους πανύψηλους κάρωνες, αυτό το φυτό που στη ψίχα του ξερού του κορμού, έκρυψε ο Προμηθέας τη φωτιά και την έφερε στους ανθρώπους. Τα φύλλα του μοιάζουν με του άνηθου και στις ρίζες του αποξηραμένου φυτού, θα φυτρώσουν με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, οι καρωνίτες, πεντανόστιμα μανιτάρια που οι κάτοικοι μαζεύουν κι αποθηκεύουν στους καταψύκτες.

Καθώς πλησιάζουμε βλέπουμε την κάππαρη να μεγαλώνει, απλωμένη στην πλαγιά ανάμεσα σ’ ελιές, μουριές, συκιές και βελανιδιές, με ένα τμήμα της εγκαταλειμμένο, με τα άβατα ερειπωμένα γκρίζα σπίτια της να απορροφάται χρωματικά από τη σκουρόχρωμη γη. Στο χωριό δεν μένουν πολλοί όμως οι κήποι είναι περιποιημένοι και οι μπαξέδες γεμάτοι κουκιά και σέσκουλα, και η αρχιτεκτονική αιγαιοπελαγίτικη, με στενά δρομάκια και σκαμμένους τοίχους για το πέρασμα των ζώων με τα γεννήματα. Βγαίνουμε απ’ το χωριό, παίρνουμε ένα χωματόδρομο με κατεύθυνση προς το Νότο, πηγαίνοντας να επισκεφθούμε τη Μονή της Παναγιάς της Τρομαρχιανής. Έχουμε απ’ τα δεξιά μας τη θάλασσα σε υψόμετρο 400 περίπου μέτρων. Το Μοναστήρι βέβαια είναι κλειστό λόγω συντήρησης. Έτσι περιηγηθήκαμε τους εξωτερικούς χώρους, τη σκιερή πλατανοσκέπαστη αυλή του και ήπιαμε νερό απ’ την πηγή που ρέει αιώνες τώρα και κάνει τα τριφύλλια που καλλιεργούνται εδώ καταπράσινα. Από την οροφή των κελιών δυτικά, ο ήλιος βουλιάζει και αυτός στο Αιγαίο, κι απέναντί μας η Γυάρος, σημαδεμένη απ’ την ιστορία, ανεπιθύμητη, να σέρνεται στην επιφάνεια της θάλασσας. Η προσωνυμία της Παναγιάς δόθηκε απ’ την τρομάρα που πήραν κάποτε βέβηλοι ναυτικοί, που αφού βρήκαν καταφύγιο εκεί ύστερα από τρικυμία, φεύγοντας πήραν μαζί τους, τις εικόνες. Όταν όμως μεγάλη κι απρόσμενη θαλασσοταραχή τους βρήκε στην επιστροφή τρόμαξαν τόσο πολύ που τις επέστρεψαν στον ιερό χώρο.

 

Νωρίς το πρωί ξεκινάμε για τα βόρεια. Το Μοναστήρι της Παναχράντου, πολύ κοντά στη Χώρα, είναι το πολιτιστικό όριο του Δήμου Κορθίου. Πρόκειται για ένα μεγάλο συγκρότημα 2 εκκλησιών μαζί (Παναγίας κι Αγ. Παντελεήμονα) μαζί με ξενώνες και κελλιά μοναχών. Ζει εδώ και 1043 χρόνια. Χτισμένο το 961, απ’ το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ύστερα από τάμα για τη νίκη κατά των Αιγυπτίων. Στην ακμή του έφτασε να’ χει 365 μοναχούς. Σήμερα στους χώρους του περιφέρεται ο πατέρας Ευδόκιμος, ζωηρός και καλοσυνάτος, πρόθυμος να ψήνει διαρκώς καφέδες και να κερνάει γλυκά τους επισκέπτες του. Η εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα βρίσκεται στο πάνω μέρος του Μοναστηριού. Μεσ’ το καλοκαίρι γίνονται εδώ δύο πανηγύρια (15/8 κ΄ 27/7), με προσκυνητές απ’ όλη την Άνδρο και γενναίο φαγοπότι με προσφορές σε κρέατα και κρασιά. Το Μοναστήρι χτισμένο στις πλαγιές του βουνού Τσιροβλίδι, έχει απέραντη κι ανεμπόδιστη θέα προς τη Χώρα και τον πλούσιο κάμπο της. Κυκλοφορώντας δε μεσ’ τους διαδρόμους του ακούς τα νερά που τρέχουν απ’ τις πηγές του. Σε μια απ’ αυτές ο πατέρας Ευδόκιμος μας προτρέπει να πιούμε άφθονο νερό. Λένε ότι είναι ανώτερη κι απ’ την πηγή στης Σάριζας με πολλές θεραπευτικές ιδιότητες στα νεφρά και στη λειτουργία των εντέρων. Και ομολογώ πως ήταν μια απ’ τις λίγες φορές που ένοιωσα το νερό νάναι … νόστιμο! Και χρειάστηκε να επιστρέψω για να πιω πολλές φορές…Έξω απ’ το Μοναστήρι στα βράχια που το προστατεύουν μικρές σπηλιές φιλοξένησαν στην ακμή της μοναστικής ζωής ανθρώπους που βάζαν στοίχημα με τη ζωή και το θάνατο, κερδίζοντας την αθανασία. Επιστρέφουμε πριν δύσει ο ήλιος, γιατί θέλουμε να αποχαιρετήσουμε τη νότια Άνδρο από την κορυφή της  – έμβλημα της περιοχής: το Παλαιόκαστρο. Στο δρόμο άλλη μια γενναιόδωρη πηγή μας δροσίζει, η Πετρένια. Ο δρόμος προς το Παλαιόκαστρο φτάνει μέχρι τους πρόποδές του. Τίποτα ή σχεδόν τίποτα δε θυμίζει τις παλιές δόξες αυτής της περιοχής που κάποτε ανάσαινε μια Μεσαιωνική πολιτεία, με σπίτια και αρχοντικά, κι εκκλησίες και πλούτο. Τώρα παντού σωροί από πέτρες που θάψαν για πάντα τη μνήμη και τη ζωή. Μόνο ένα τμήμα του τείχους απ’ την απόρθητη πλευρά του Κάστρου σώζεται και κάποιες βουλιαγμένες στο κενό σκεπές κτισμάτων άγνωστης λειτουργίας. Ο τρόπος που έπεσε το Κάστρο απ’ την προδοσία μιας γριάς που οδήγησε τους Τούρκους στο εσωτερικό του, έθρεψε δοξασίες και διηγήσεις ατέρμονες. Λένε για υπόγειες στοές που οδηγούν από το ύψος των 600 μ. στις κάτω παραλίες, τη Μέλισσα και του Μπουρό και για σφαγή ανελέητη που ούτε η Γριά την άντεξε και ανεβαίνοντας πάνω σ’ ένα βράχο έπεσε στη θάλασσα, εκεί που σήμερα τη λέμε της Γριάς το πήδημα και ο βράχος στέκει ακόμη πελεκημένος σαν τεράστιο οστό μεσ’ τον αμμώδη βυθό.

Ο αέρας εδώ πάνω λυσσομανά και οι πέρδικες πετάγονται διαρκώς ανάμεσα στα πόδια μας. Η θερμοκρασία έχει πέσει 5-6Ο. ώρα να αποχαιρετήσουμε το Παλαιόκαστρο κι έτσι όπως η επίπεδη κορυφή του βουνού μοιάζει με το πλάτωμα της Ακρόπολης, έχω την εντύπωση πως αποχαιρετούμε την ίδια την Ιστορία…

Καθώς φεύγουμε απ’ τον Όρμο Κορθίου και το λεωφορείο αγκομαχά στην ανηφόρα ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στα ήρεμα νερά του κόλπου. Πάνω απ’ το ποταμό που διασχίζει αθόρυβα τον κάμπο και χύνεται στη θάλασσα ένα ζευγάρι Ερωδιών κυνηγιέται ερωτικά. Θα ξεκαλοκαιριάσουν εδώ και το φθινόπωρο θα φύγουν για την Αμερική. Κι ως τότε το Κόρθι θα ζήσει μέρες διακοπών, για όσους τυχερούς το επισκεφθούν, και στα ταραγμένα νερά του κόλπου του δεκάδες wind surfers θα κινούνται χορευτικά σαν πεταλούδες.

 

Βιβλιογραφία:

– Άνδρος, αφιέρωμα εφ. Καθημερινή.

– Δημ. Γ. Πασχάλης: Ιστορία της Νήσου. Εκδ. Δαρδάνου 1995 πρώτη έκδοση 1925-1927.

– Βασίλη και Μίνας Κοκότη, Στα παλιά πατήματα, CDR

– Γκίκα: Κάστρα της Ελλάδας Τ.Ε

– Περιήγηση στη Νότια Άνδρο, διαδρομές στο Κόρθι, εκδ. Δήμου Κορθίου.

back-button
next-button
andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_1 andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_2 andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_3 andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_4-scaled andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_5 andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_6-scaled andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_7-scaled andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_8 andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_9-scaled andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_10-scaled andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_11-scaled andros-ena-taksidi-stou-korthi-ta-xwria_12-scaled
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories