Το άρθρο αυτό αναφέρεται σε μια ελάχιστα γνωστή κατηγορία μουσουλμανικών πληθυσμών, αποκλειστικά ελληνόφωνων, που κατοικούσαν από αιώνες σε χωριά της Δυτικής Μακεδονίας και οι οποίοι αναγκάστηκαν το 1924 να μετεγκατασταθούν στην Τουρκία, βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης. Οι κοινότητες αυτές αναφέρονται στην ελληνική βιβλιογραφία ως ‘Βαλαάδες’, όμως οι ίδιοι σήμερα προτιμούν να αυτοαποκαλούνται ‘πατριώτες’ (patriyot).
Ποιοι ήταν οι ‘Βαλαάδες’; Ήταν Μουσουλμάνοι με μητρική γλώσσα τα ελληνικά, οι οποίοι κατοικούσαν σε 51 χωριά στην ευρύτερη περιοχή της Νεάπολης Κοζάνης (Ανασελίτσα) και σε περιοχές του Νομού Γρεβενών. Κάποια χωριά ήταν αμιγή μουσουλμανικά και κάποια μικτά με Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Ο συνολικός πληθυσμός τους γύρω στο 1920, ήταν περίπου 13.000 άτομα. Η παρουσία Μουσουλμάνων σε κάποια από τα παραπάνω χωριά μαρτυρείται σε Οθωμανικά κατάστιχα, ήδη από τον 16ο αι.
Φέτος τον Αύγουστο, μαζί με τον φίλο και συνοδοιπόρο Κώστα Ανυφαντή, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στην Τουρκία για να γνωρίσουμε από κοντά τους απογόνους εκείνων των ανθρώπων. Επισκεφτήκαμε λοιπόν αρχικά, το χωριό Οβάγενιτζε (Νεοχώρι) στην περιοχή της Τσατάλτζας στην Ανατολική Θράκη και κατόπι το χωριό Γεσίλμπουρτς (Τενέϊ) στη Νίγδη της Καππαδοκίας. Στα χωριά αυτά συναντήσαμε τους αγαπητούς φίλους Γκιουνγκιόρ Γκιουρέν και Μεσούτ Ντιντς με καταγωγή από τον Μεσοπόταμο (Γιάνκοβη) Κοζάνης, τον Μουσταφά Καλαμάζ με καταγωγή από το Τσιοτύλι Κοζάνης και τους Αϋτζάν Γιλμάζ και Λουτφή Κουζουτζού με καταγωγή από την Κιβωτό (Κρίφτσι) Γρεβενών. Όλοι τους είναι ‘πατριώτες’, δεύτερης γενιάς απόγονοι μουσουλμάνων προσφύγων, τους αρέσει να μιλούν ελληνικά και είναι περήφανοι για την ελληνόφωνη γλωσσική κληρονομιά που κουβαλούν.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μας έδωσε ο κ. Γιλμάζ, οι πρόγονοί τους όταν ζούσαν στην Ελλάδα δεν παντρεύονταν με τις άλλες ομάδες Μουσουλμάνων, δηλαδή, τους τουρκόφωνους (‘Κονιάρηδες’), τους αλβανόφωνους (‘Αρναούτηδες’) και τους σλαβόφωνους (‘Πομάκους’), και φυσικά, ούτε με τους Χριστιανούς. Οι σχέσεις τους με τους Χριστιανούς των γειτονικών χωριών ήταν αρμονικές, ωστόσο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), υπήρξαν βιαιοπραγίες και από τις δυο πλευρές, με πρωταγωνιστές κυρίως ένοπλα σώματα άτακτων.
Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, η Ελλάδα επέκτεινε τα εθνικά της σύνορα προσαρτώντας την Ήπειρο, περιοχές της Μακεδονίας και τη Δυτική Θράκη. Έτσι, οι Βαλαάδες, όπως και χιλιάδες άλλοι Μουσουλμάνοι, βρέθηκαν κάτω από ελληνική διοίκηση. Κι ενώ για μερικά χρόνια φάνηκε να επικρατεί μια σχετική ηρεμία στη νότια Βαλκανική και να υποχωρούν σταδιακά τα πάθη και οι εχθροπραξίες μεταξύ των κρατών, αλλά και των διάφορων κατά τόπους εθνοτικών/θρησκευτικών ομάδων, δημιουργήθηκε το 1919 μια καινούργια εστία πολέμου στη Μικρά Ασία με βασικούς αντιπάλους την Ελλάδα και την Τουρκία, που κατέληξε τρία χρόνια αργότερα (1922) σε αυτό που στην Ελλάδα γνωρίζουμε ως «Μικρασιατική Καταστροφή».
Αφού τέλειωσε ο πόλεμος στη Μ. Ασία, υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923 η Συνθήκη της Λωζάννης, βάσει της οποίας προβλεπόταν υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δυο χωρών με κριτήριο τη θρησκεία. Στόχος της Συνθήκης ήταν να εξαλειφτεί στο μέλλον οποιαδήποτε αναζωπύρωση των εχθροπραξιών μεταξύ ελληνικών (χριστιανικών) και τουρκικών (μουσουλμανικών) πληθυσμών. Έτσι λοιπόν, περίπου 350.000 Μουσουλμάνοι -ανάμεσά τους και οι ελληνόφωνοι Βαλαάδες- έπρεπε να εγκαταλείψουν την Ελληνική επικράτεια (εξαιρέθηκαν οι Μουσουλμάνοι των τριών Νομών της Θράκης). Αντίστοιχα, οι εναπομείναντες Χριστιανοί Ορθόδοξοι της Τουρκίας, δηλαδή όσοι είχαν παραμείνει εκεί και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έπρεπε να αναχωρήσουν για την Ελλάδα (εξαιρέθηκαν εκείνοι της Κων/πολης, της Ίμβρου και Τενέδου). Το 1924 λοιπόν, οι Βαλαάδες ξεκίνησαν να αναχωρούν για την Τουρκία διαμοιραζόμενοι σε διάφορες περιοχές της Ανατολικής Θράκης, καθώς και στο Αϊδίνιο, την Προύσα, την Αττάλεια, τη Σπάρτη, το Μπουρντούρ, τη Λαοδίκεια (Denizli), τη Σμύρνη, το Δορύλαιο (Eskişehir) και τη Νίγδη της Καππαδοκίας.
Η μετεγκατάσταση και η προσαρμογή των Βαλαάδων στην καινούργια τους πατρίδα -σύμφωνα με τις αφηγήσεις του κ. Γιλμάζ- κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Σε πολλές περιπτώσεις απαξιώνονταν από τους ντόπιους Τούρκους εξαιτίας της αδυναμίας τους αρχικά να συνεννοηθούν μαζί τους -αφού ήταν αποκλειστικά ελληνόφωνοι- αλλά και επειδή τα ήθη τους διαφέραν αρκετά από εκείνα των ντόπιων. Αυτό τους οδήγησε στο να αποφεύγουν να παντρεύονται με άτομα εκτός κοινότητας. Εδώ και μερικές δεκαετίες όμως, η πρακτική αυτή έχει σταματήσει. Σήμερα, οι κοινότητες των ελληνόφωνων Μουσουλμάνων έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην ευρύτερη τουρκική κοινωνία και πολλά από τα πολιτισμικά στοιχεία που τους χαρακτήριζαν είτε έχουν εκλείψει, είτε φθίνουν ραγδαία. Ένα από αυτά είναι και η χρήση της ελληνικής γλώσσας, την οποία μόνον οι πιο ηλικιωμένοι χειρίζονται με ευχέρεια. Το γεγονός αυτό έχει αφυπνίσει τα τελευταία χρόνια ορισμένα άτομα από τις κοινότητες αυτές, τα οποία άρχισαν να καταγράφουν και να αναδεικνύουν στοιχεία της πολιτισμικής τους κληρονομιάς. Όλοι οι Τούρκοι φίλοι που αναφέραμε πιο πάνω είναι υπέρμαχοι -ακτιβιστές θα έλεγα- της διάσωσης της κουλτούρας και της ελληνικής γλώσσας των ‘πατριωτών’ στην Τουρκία, κάνοντας συνεχώς καταγραφές τραγουδιών και αφηγήσεων από τους πιο ηλικιωμένους. Μάλιστα, οι κύριοι Γιλμάζ και Κουζουτζού έχουν εκδώσει και βιβλία για την ιστορική πορεία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό των ‘πατριωτών’. Επίσης, στην Τσατάλτζα έχει δημιουργηθεί ένα Μουσείο Ανταλλαγής, στο οποίο μας ξενάγησε ο κ. Καλαμάζ, όπου υπάρχουν εξαιρετικά εκθέματα (φωτογραφίες, οικογενειακά κειμήλια, εργαλεία κλπ.) που έφεραν μαζί τους οι ανταλλάξιμοι Μουσουλμάνοι από την Ελλάδα.
Προς το τέλος του ταξιδιού μας επισκεφτήκαμε το χωριό Γεσίλμπουρτς στη Νίγδη. Εκεί είχαμε τη χαρά, ύστερα από διαμεσολάβηση του κ. Γιλμάζ, να συναντηθούμε και με τέσσερις υπερήλικες ‘πατριώτισσες’, τις κυρίες Αντιλέ Σοϊλού, Αϊτέν Τοκμάκ, Τιουρκάν Ερντάλ και Γιουκσερέν Γιλμάζ, οι οποίες μοιράστηκαν μαζί μας ιστορίες από τη ζωής τους, αλλά και παλιά τραγούδια στην ελληνική διάλεκτο της Δ. Μακεδονίας. Πολλά από αυτά είναι ίδια με εκείνα που τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα στον τόπο καταγωγής των γονιών τους, τα Γρεβενά.
Λίγο πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, η κυρία Αντιλέ μας αποχαιρέτησε με το παρακάτω τραγούδι, που μάλλον εκφράζει τη νοσταλγία του κάθε ανθρώπου που ξεριζώθηκε από τον γενέθλιο τόπο:
Βαλαντωμένη μου καρδιά και πικραμένα χείλη,
Βολές μι κάμεις κι γελώ, βολές με κάμ’ς κι κλαίγω,
Να φτύσου τ’ γης πικρένιτι, χορτάρι δεν φυτρώνει
Φυτρών’ μάνα μ’ το στειροβότανo
Του τρων τ’ αγρίμια κι ψοφούν, τ’ αρκούδια κι λυσσιάζουν,
Όσες μανούλες κι αν του τρών’ όλες παιδία δεν κάμνουν
Δεν ‘ταν μανά μ’ να το τρωγις κι συ, που μη μι κάμ’ς ιμένα
Να μη βρίσκνουμαν σι τούτουν τουν κιρό, σι τούτου του ζαμάνι
Χεμ, σι τούτου του ζαμάνι μάνα μ’ στην Ανταλλαγή











