home Άρθρα Ανακαλύπτωντας την Αρχαία Ίτανο και το Παλαίκαστρο Λασιθίου
Ανακαλύπτωντας την Αρχαία Ίτανο και το Παλαίκαστρο Λασιθίου

Στις ΒΑ εσχατιές της Κρήτης, δίπλα σχεδόν στο παγκοσμίως διάσημο Φοινικόδασος του Βάι, σώζονται τα ερείπια μιας αρχαίας πόλης, ελάχιστα γνωστής στο ευρύ κοινό. Είναι η Αρχαία Ίτανος, που μαζί με την Πραισό και την Ιεράπετρα, διαφέντευαν όλη την περιοχή της Ανατολικής Κρήτης.

Η ίδρυση της πόλης ανάγεται σε προϊστορικούς χρόνους, ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρει την πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη της Ιτάνου.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Ανακαλύπτωντας την Αρχαία Ίτανο και το Παλαίκαστρο Λασιθίου
Κατηγορίες: Μνημεία
Προορισμοί: ΚΡΗΤΗ, Λασίθι

Αρχαία Ίτανος

 

Στις ΒΑ εσχατιές της Κρήτης, δίπλα σχεδόν στο παγκοσμίως διάσημο Φοινικόδασος του Βάι, σώζονται τα ερείπια μιας αρχαίας πόλης, ελάχιστα γνωστής στο ευρύ κοινό. Είναι η Αρχαία Ίτανος, που μαζί με την Πραισό και την Ιεράπετρα, διαφέντευαν όλη την περιοχή της Ανατολικής Κρήτης.

Η ίδρυση της πόλης ανάγεται σε προϊστορικούς χρόνους, ενώ ο Ηρόδοτος αναφέρει την πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη της Ιτάνου.

Αφήνουμε το Φοινικόδασος του Βάι στη χειμερία νάρκη του και ξεκινάμε για τον τελευταίο μας προορισμό στην περιοχή, την αρχαία Ίτανο, δύο σχεδόν χιλιόμετρα βορειότερα. Νωρίτερα όμως, μία σύντομη παράκαμψη αριστερά του δρόμου, μας οδηγεί σε μία μπανανοφυτεία. Εκτιμούμε από χρόνια τις μικρές κρητικές μπανάνες για τη γεύση και το λεπτό άρωμά τους. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που συναντάμε φυτεία Κρητικής μπανάνας(1).

Περιδιαβάζουμε στους στενούς διαδρόμους της φυτείας, παρατηρούμε τα χαμηλά, πυκνοφυτεμένα δεντράκια, εντοπίζουμε ανάμεσα στα μεγάλα φύλλα, τσαμπιά κατάφορτα με πράσινες μπανανούλες. Για μας τους βορειοελλαδίτες είναι μία πρωτόγνωρη εμπειρία. Επιστρέφουμε στον κεντρικό δρόμο και, με βόρεια κατεύθυνση, φτάνουμε σε δύο λεπτά στον ευρύτατο χώρο με τα υπολείμματα της πάλαι ποτέ σπουδαίας πόλης της Αρχαίας Ιτάνου. Η οποία, μαζί με την Ιεράπετρα και Πραισό, διαφέντευε όλη την περιοχή της Ανατολικής Κρήτης.

Σύμφωνα με τον Ν. Παπαδάκη η ίδρυση της πόλης ανάγεται σε προϊστορικούς χρόνους, με πρώτους κατοίκους της αποίκους Φοίνικες, στην περίοδο 1.500 έως 800 π. Χ. Ο Στέφανος Βυζάντιος (2)  μάλιστα πιστεύει, πως η πόλη πήρε το όνομά της από τον φοίνικα Ίτανο. Την πρώτη, πάντως, ιστορική μαρτυρία για την Ίτανο μας δίνει ο Ηρόδοτος, (3) που συνδέει την πόλη με τον αποικισμό της Λιβύης από τους κατοίκους της Θήρας. Σύμφωνα με την παράδοση, λοιπόν, στην Ίτανο σταμάτησαν – μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών – οι Θηραίοι, για να πληροφορηθούν από τους ντόπιους το δρομολόγιο ως τη Λιβύη. Εκεί ίδρυσαν την Κυρήνη, γεγονός που τοποθετείται ιστορικά γύρω στο 631 π.Χ.

Κατά την περίοδο των ιστορικών χρόνων, η Ίτανος ήταν αυτόνομη πόλη που κατείχε για μεγάλο χρονικό διάστημα τις πόλεις Γράμμιο, Άμπελο και Δραγμό. Κατείχε ακόμη και το ονομαστό Ιερό του Δικταίου Διός στο Παλαίκαστρο, που αποτελούσε σταθερή πηγή εσόδων. Στην επικράτειά της ανήκαν και όλα τα γύρω νησιά, από τις Διονυσάδες, στα ΒΔ του Κάβο Σίδερο, μέχρι τη νήσο Λεύκη, πολύ νοτιότερα. Υπήρξε, επιπλέον, σπουδαίο λιμάνι διαμετακομιστικού εμπορίου εξάγοντας, εκτός από την πορφύρα, γυαλί, σπόγγους και αλιεύματα.

Την ακμή της Ιτάνου στα Κλασσικά Χρόνια φανερώνει ο μεγάλος αριθμός ναών και οικοδομημάτων και ανάμεσά τους οι ναοί του Ασκληπιού, της Τύχης, της Αθηνάς Ιτανίων και της Σαμώνιας Αθηνάς. Πολύ χαρακτηριστικά ήταν και τα νομίσματα της πόλης, όλα αργυρά και πραγματικά κομψοτεχνήματα της νομισματοκοπίας με παραστάσεις Τριτώνων, θαλάσσιων όφεων, κεφαλής της Αθηνάς, κεφαλής Αετού και της λέξης «Ιτανίων».

Στα Ρωμαϊκά χρόνια η Ίτανος συνέχισε να διατηρεί μία εξέχουσα θέση στην Ανατολική Κρήτη, συμμετέχοντας και στο «Κοινό των Κρητών».

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Ρωμαίοι της επέτρεπαν να κόβει δικό της νόμισμα, προνόμιο που είχαν ορισμένες μόνον πόλεις. Τα νομίσματα της Ιτάνου εκείνης της εποχής φέρουν στη μία πλευρά την Κεφαλή του Αυτοκράτορα και στην πίσω πλευρά διάφορες παραστάσεις με επιγραφές ελληνικές.

Τον 5ο μ.Χ. αιώνα η πόλη μνημονεύεται από τον Ησύχιο (4) και φαίνεται ότι άκμασε τα πρώτα Βυζαντινά χρόνια, όπως φανερώνουν τα ερείπια των μεγάλων εκκλησιών της. Από τότε χάνονται οι μαρτυρίες για την Ίτανο και μόνο υποθέσεις υπάρχουν για την τύχη της. Σύμφωνα με την Χ. Τσιγωνάκη, (5) οι αρχαιότητες στην παραθαλάσσια θέση Ερημούπολη, βόρεια της Μονής Τοπλού και νότια του ακρωτηρίου Σίδερο, ήταν γνωστές στην επιστημονική κοινότητα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τα ερείπια αυτά αποτυπώθηκαν το 1853 σε ένα ναυτικό χάρτη του κόλπου της Ερημούπολης, ο οποίος συντάχθηκε με την επίβλεψη του πλοιάρχου Th. Spratt. O Spratt όμως είχε υποθέσει λανθασμένα ότι τα ερείπια ανήκαν στην πόλη Eτέρα.

Για πρώτη φορά τα ερείπια της Ερημούπολης ταυτίζονται με την αρχαία πόλη-κράτος της Ιτάνου από τον Fr. Halbherr το 1891. H ταύτιση αυτή έγινε δυνατή χάρη σε μεγάλο αριθμό επιγραφών που βρέθηκαν είτε «in situ» (στον ίδιο τόπο δηλαδή) είτε στη Μονή Τοπλού, οι μοναχοί της οποίας προμηθεύονταν για αιώνες οικοδομικό υλικό από τα ερείπια της Ερημούπολης. Η ιστορία της Ιτάνου έχει γραφτεί κυρίως με βάση τα σημαντικότερα αυτά επιγραφικά κείμενα, τα οποία τεκμηριώνουν την ακμή της πόλης κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.  Η τελευταία, ωστόσο, περίοδος της ιστορίας της Ιτάνου δεν προκύπτει μέσα από κείμενα αλλά από την αρχαιολογική έρευνα. Έτσι, λοιπόν, χριστιανικές εκκλησίες και τμήματα του οικισμού που χρονολογούνται στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, μαρτυρούν ότι ο παραθαλάσσιος αυτός οικισμός συνεχίζει να ευημερεί μέχρι τον 7ο αιώνα οπότε, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εγκαταλείπεται. Σύμφωνα με την Χ. Τσιγωνάκη, οι πρώτες ανασκαφές στην Ίτανο διενεργήθηκαν από τον Γάλλο αρχαιολογο J. Demargne το 1950. Ωστόσο, η κακή κατάσταση της υγείας του, δεν θα του επιτρέψει να συνεχίσει τις έρευνές του στην Κρήτη. Απλά θα δημοσιεύσει δύο σύντομα άρθρα, ένα για τη Λατώ και ένα για τις επιγραφές της Ιτάνου. Μόνον από μεταγενέστερη αναφορά του Στ. Ξανθουδίδη στο Αρχαιολογικό Δελτίο, γνωρίζουμε ότι στην Ίτανο αποκαλύφθηκαν από τον Demargne «τρεις βυζαντιακαί εκκλησίαι της πόλεως ταύτης αρχαιόταται, ήτοι δύο βασιλικαί τρίκλιται και μία μικρά κυκλικού σχεδίου (ίσως βαπτιστήριον)».

Οι ανασκαφές θα συνεχιστούν από τον A. J. Reinach το 1911. H Γαλλική Aρχαιολογική Σχολή θα επανέλθει το 1950, αποκαλύπτοντας το ελληνιστικό νεκροταφείο που ήταν συλημένο, καθώς και τμήμα του πρωτοβυζαντινού οικισμού στην «ανατολική ακρόπολη» και στην «κάτω πόλη». Δεν έγινε, ωστόσο, δυνατόν, παρά τις εκτεταμένες έρευνες, να εντοπίσουν οι ανασκαφείς τον «προελληνικό» πολιτισμό που αναζητούσαν. Νέα δεδομένα για την πρωτοβυζαντινή Ίτανο προέκυψαν από τις έρευνες της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής και το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών κατά τα έτη 1994 – 2005.

Ο πρωτοβυζαντινός οικισμός, κτισμένος γύρω από ένα μικρό κόλπο, εκτείνεται ανάμεσα και πάνω σε δύο χαμηλούς λόφους ανατολικά και δυτικά, οι οποίοι αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως «ανατολική και δυτική ακρόπολη» αντιστοίχως. Στα νότια περιορίζεται από έναν ψηλότερο λόφο, πάνω στον οποίο σώζονται τα σημαντικότερα ίχνη από το τείχος της πόλης, το οποίο ανάγεται πιθανότατα στους ελληνιστικούς χρόνους. Περίοπτη θέση στον οικισμό καταλαμβάνει η Βασιλική Α’, η οποία κτίστηκε σε χώρο με προϋπάρχοντα κτίρια, από τα οποία άλλα ενσωματώθηκαν στη βασιλική και άλλα καταστράφηκαν κατά την ανέγερσή της. Η βασιλική αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου εκκλησιαστικού συμπλέγματος. Οι τοίχοι που σχετίζονται με το συγκρότημα αυτό είναι εύκολα διακριτοί, καθώς είναι οι μοναδικοί στο λόφο, στους οποίους έγινε χρήση κονιάματος ως συνδετικού υλικού.

Για την κατασκευή της βασιλικής χρησιμοποιήθηκαν κυβόλιθοι αμμούδας και γκρίζου ασβεστόλιθου, τους οποίους οι τεχνίτες προμηθεύτηκαν αποκλειστικά από αρχαιότερα οικοδομήματα.

Στο έδαφος, ανάμεσα στα ερείπια της βασιλικής, εντοπίζουμε αρκετούς κατακείμενους κίονες διαφόρων μεγεθών, κατασκευασμένους από ποικίλα πετρώματα όπως σταχτόγκριζο γρανίτη, υπόλευκο μάρμαρο ή και μάρμαρο κεραμιδοκόκκινο. Στην τοιχοποιία της βασιλικής, που αποτελείται κυρίως από λαξευτούς πωρόλιθους είναι ενσωματωμένα αρχιτεκτονικά μέλη από γρανιτένιους κίονες ή ορθογώνιους δόμους αρχαιότερης εποχής. Περίπου 100 μέτρα νοτιότερα σχηματίζεται ένας αμμουδερός ορμίσκος με λιγοστούς μεγάλους φοίνικες. Σύμφωνα με σύγχρονους οδηγούς πλοήγησης ο ορμίσκος αυτός θεωρείται ως το ασφαλέστερο φυσικό αγκυροβόλιο της περιοχής. Μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από την βασιλική εκτείνεται η επίπεδη κορυφή του λόφου της λεγόμενης «ανατολικής ακρόπολης», σε υψόμετρο 30 περίπου μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Το ανατολικό πρανές του λόφου προς τη θάλασσα είναι τελείως απρόσιτο, με βράχους κατακόρυφους. Από αυτό το υπερυψωμένο σημείο, με την ανεμπόδιστη θέα, αγναντεύουμε όλη την ακτογραμμή του όρμου της Ερημούπολης, το Φοινικόδασος του Βάι, την ερημόνησο Ελάσα στ’ ανοιχτά. Ύστερα στρέφουμε το βλέμμα μας στον ευρύτατο αρχαιολογικό χώρο από την ανασκαφή του οποίου, κατά την Χ. Τσιγωνάκη, δεν προέκυψαν ίχνη βίαιης καταστροφής. Αντιθέτως, από τα ευρήματα προκύπτει μία εικόνα εγκατάλειψης του χώρου, η οποία πιθανότατα χρονολογείται μετά τα μέσα του 7ου μ.Χ. αιώνα.

Η εγκατάλειψη παράκτιων οικισμών εμφανίζεται ως ένα γενικευμένο φαινόμενο στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον 7ο αιώνα. Ως βασικότερη αιτία του φαινομένου θεωρούνται οι αραβικές επιδρομές. Οι οποίες πυκνώνουν στα νησιά του Αιγαίου μετά την κατάληψη της Αλεξάνδρειας το 642 και τη ναυπήγηση του αραβικού στόλου. Ο Θεοφάνης, αναφερόμενος στις ναυτικές επιχειρήσεις των Αράβων στο Αιγαίο κατά το έτος 674 γράφει ότι οι Άραβες ξεχειμωνιάζουν στην Κρήτη.

Η Ίτανος, λοιπόν, πιθανότατα εγκαταλείφθηκε λόγω της απειλής των αραβικών επιδρομών. Η γεωγραφική της θέση, που της χάρισε ευημερία σε καιρούς ειρήνης, την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη απέναντι στις επιδρομές των Αράβων. Την ίδια εποχή θα εγκαταλειφθούν οι περισσότεροι από τους νότιους παράκτιους οικισμούς της Κρήτης. Ο σεισμικός παροξυσμός του 7ου αιώνα, επίσης, πρέπει να είχε καταλυτικές επιπτώσεις στη λειτουργία των λιμανιών. Όταν το λιμάνι της Ιτάνου έπαψε να λειτουργεί, έπαψε να υπάρχει ο οικισμός.

Η Ίτανος δεν θα κατοικηθεί ποτέ ξανά. Το τοπωνύμιο Ερημούπολη, που απαντά από το 1583, χαρακτηρίζει με απόλυτο τρόπο την εγκατάλειψη της περιοχής. Αυτή την εικόνα της εγκατάλειψης επιβεβαιώνει επιφανειακή έρευνα στην ευρύτερη περιοχή της Ιτάνου, καθώς κανένα κεραμικό εύρημα ή αρχιτεκτονικό κατάλοιπο της μεσοβυζαντινής περιόδου δεν έχει εντοπιστεί. Χαρακτηριστική είναι η απουσία ακόμα και των μονόχωρων ναϊδρίων, που συνήθως κτίζονται πάνω στα ερείπια των βασιλικών σε μεταγενέστερες περιόδους, ένα φαινόμενο που στην υπόλοιπη Κρήτη είναι συχνό. Άλλωστε, οι γνωστοί ναοί στην ευρύτερη περιοχή ανάγονται στα χρόνια της ενετοκρατίας, όπως ο μονόχωρος ναός του Αγίου Ισιδώρου στο γειτονικό ακρωτήριο Σαμώνιο, καθώς και το καθολικό της Μονής Τοπλού.

Η Ίτανος, ένας οικισμός που αγνοήθηκε από την αρχαιολογική έρευνα, επειδή δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστούν μινωικές αρχαιότητες, αποδεικνύεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θέση της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Η συστηματική αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων ετών στην Ερημούπολη επιτρέπει την κατανόηση των ιδιαίτερων συνθηκών κάτω από τις οποίες, παράκτιοι οικισμοί της Κρήτης μπαίνουν στην τελευταία φάση της οικονομικής τους ακμής κατά τον 5ο αιώνα, για να εγκαταλειφθούν οριστικά μετά τα μέσα του 7ου αιώνα.

Εγκαταλείπουμε την Ίτανο με ανάμεικτα συναισθήματα: πίκρα αφενός για την απόλυτη ερημιά της περιοχής αλλά ταυτόχρονα και μία χαλαρωτική γαλήνη για την έλλειψη συνωστισμού από ένα θορυβώδες και ετερόκλητο πλήθος, σύνηθες στους διάσημους αρχαιολογικούς προορισμούς.

 

(1) Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, η καλλιέργεια της μπανάνας στην Κρήτη χρονολογείται από το 1920, όταν ο μοναχός Λουκάς της Μονής Αγίου Αντωνίου Αρβής έφερε μαζί του μερικά φυτά μπανάνας από τους Αγίους Τόπους και τα φύτεψε στη Μονή. Σήμερα η Κρητική μπανάνα καλλιεργείται κατά κύριο λόγο στην Αρβή και επίσης στα Τέρτσα, στην Σητεία, στα Μάλια και  – σε μικρότερες ποσότητες – σε κάποιες άλλες περιοχές. Το σύνολο της ετήσιας παραγωγής υπολογίζεται σε 3.000 τόνους περίπου.

(2) Ο Στέφανος Βυζάντιος υπήρξε Έλληνας συγγραφέας που έζησε στα τέλη του 5ου αι. μ.Χ. Συνέγραψε ένα σημαντικό γεωγραφικό λεξικό με τίτλο «Εθνικά», από το οποίο σώζονται ελάχιστα μόνον αποσπάσματα.

(3) Ο Ηρόδοτος γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό και υπήρξε περίφημος ιστορικός, περιηγητής και γεωγράφος του 5ου αι. π.Χ. Ο Κικέρωνας υπήρξε ο πρώτος που του απέδωσε το προσωνύμιο «Πατέρας της Ιστορίας».

(4) Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς ήταν Έλληνας γραμματικός, γλωσσολόγος και λεξικογράφος του 5ου μ.Χ. αιώνα. Συνέγραψε το περίφημο «Λεξικό Ησυχίου», που θεωρείται το σπουδαιότερο και πλουσιότερο από όλα τα σωζόμενα λεξικά της αρχαιότητας.

(5) Η Χριστίνα Τσιγωνάκη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο περιέχονται στο δημοσίευμά της «Ιτάνος». Ιστορία και τοπογραφία μιας παράκτιας θέσης της ανατολικής Κρήτης κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο».

 

Παλαίκαστρο

Aρχαιολογικός χώρος και παραλίες

 

Η παραλία του Παλαίκαστρου, γνωστή με την ονομασία Χιώνα, βρίσκεται στην περιοχή του Ρουσόλακκου, που πήρε το όνομά της από το κοκκινωπό χρώμα των εδαφών.

Σ΄αυτό τον τόπο, με τις αντικρινές ερημονησίδες Γράντες και τον επιβλητικό τραπεζοειδή λόφο του Καστρίου, αποκαλύφθηκαν σημαντικά Μινωικά και Μεταμινωικά ερείπια, με εξαιρετικής σημασίας ευρήματα.

Το πρωί ο ουρανός είναι σταχτής, στο χρώμα του μολυβιού. Η θερμοκρασία, ωστόσο, είναι υψηλή, κυμαίνεται γύρω στους 15 βαθμούς. Στις αρχές Γενάρη, εδώ στην ευρύτερη περιοχή της Σητείας, είναι μία ανοιξιάτικη μέρα αυθεντική. Ακολουθώντας το τόσο οικείο πια αλλά και τόσο ειδυλλιακό δρομολόγιο προς τα ανατολικά παράλια, φτάνουμε στο κομβικό σημείο του δρόμου που διακλαδίζεται προς Παλαίκαστρο και Μονή Τοπλού. Σήμερα δεν συνεχίζουμε προς τη Μονή αλλά κατευθυνόμαστε δεξιά προς Παλαίκαστρο. Ήρεμα τοπία, ερημικά με μικρές πεδιάδες και χαμηλές λοφοπλαγιές, ανθισμένα ρείκια και θυμάρι, χορταριασμένα ελαιόδεντρα, ομοιόμορφα κλαδεμένα στο μπόι σχεδόν του ανθρώπου. Οδηγούμε αργά, εισπράττουμε τη μέγιστη οπτική και οδηγική ευχαρίστηση απ’ αυτόν τον ωραίο τόπο, ζωηρόχρωμο και αναζωογονημένο από τη χθεσινοβραδινή βροχή.

Εξίμισι χιλιόμετρα μετά την διακλάδωση φτάνουμε στο κεφαλοχώρι Παλαίκαστρο. Σύμφωνα με τον Ν. Παπαδάκη, το Παλαίκαστρο δεν αναφέρεται στην απογραφή του Castrofylaca, (1) χάρτες της Eνετικής εποχής όμως αναφέρουν την ονομασία Paleocastro. Ο Στ. Σπανάκης επίσης αναφέρει,(2) ότι ο οικισμός δεν υπήρχε στη Βενετοκρατία. Αντ΄ αυτού, με το όνομα Paleocastro ονομαζόταν ο σημερινός απομονωμένος λόφος “Καστρί”, που με χαρακτηριστικό τραπεζοειδές σχήμα και υψηλόμετρο 90 μ. δεσπόζει κοντά στην θάλασσα, δυτικά των ερημονήσων «Γκράντες». (3)

Ως νεώτερος οικισμός το Παλαίκαστρο αναφέρεται για πρώτη φορά στην απογραφή του 1881 ως «Παλαιόκαστρο», με πληθυσμό 143 κατοίκους Χριστιανούς. Το 1900 το Παλαιόκαστρο είχε 302 κατοίκους, ενώ έκτοτε η ανάπτυξη υπήρξε αλματώδης αφού, στην απογραφή του 2011 βρέθηκαν 953 κάτοικοι.

Διασχίζουμε τον κεντρικό δρόμο του ζωντανού χωριού με τα πολλά εστιατόρια και καφέ, καθώς και μερικά σπίτια παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Ένας στενός δρόμος, ανάμεσα από ελαιώνες, μας οδηγεί μετά από δύο περίπου χιλιόμετρα στην αμμουδερή παραλία Χιόνα. Πριν από την ακτή σχηματίζεται μία μακρόστενη, ρηχή κοιλότητα εδάφους, καλυμμένη με νερό. Είναι ο υγρότοπος της Χιόνας, που στην αρχαιότητα αναφέρεται ως «Ελεία Χώρα», από τα έλη που υπήρχαν εκεί. Η ευρύτερη περιοχή ονομάζεται «Ρουσόλακκος», τοπωνύμιο κοινότατο στην Κρήτη, που οφείλεται στο «ρούσο», το κοκκινωπό δηλαδή χρώμα του εδάφους.

Ένας σύντομος χωματόδρομος μας οδηγεί στον αρχαιολογικό χώρο του σημαντικού μινωικού οικισμού που άκμασε κυρίως κατά την Υστερομινωική περίοδο, ενώ ευρέθησαν και ερείπια της Πρωτομινωικής και Μεσομινωικής εποχής (4).

Σχοίνα, χαρουπιές και αγριελιές, κίτρινα αγριολούλουδα και παχύ στρώμα τριφυλλιού καλύπτει το έδαφος του χώρου. Πάμπολλα ερειπωμένα οικοδομήματα σώζονται σε χαμηλό ύψος και ανάμεσά τους ένα βαθύ κυκλικό πηγάδι και άφθονη κεραμική. Στην τοιχοδομία των οικιών έχουν χρησιμοποιηθεί πετρώματα με μία εντυπωσιακή ποικιλία χρωματικών τόνων γκρι, ώχρας, μπορντώ και κεραμιδί. Η ποιότητα της τοιχοποιίας παρουσιάζει διαφορές, με κάποιους δόμους ορθογώνιους αλλά τους περισσότερους άτεχνα λαξευμένους.

Αν και γενικά είναι αναπτυγμένος σε χαμηλό υψόμετρο ο οικισμός, παρέχει εν τούτοις ανεμπόδιστη θέαση στο πέλαγος, στις νησίδες Γράντες και στον επιβλητικό τραπεζοειδή λόφο Καστρί.

Ο Ν. Παπαδάκης, στο βιβλίο του για τη Σητεία αναφέρει, ότι στην περιοχή του Παλαίκαστρου έγιναν συστηματικές ανασκαφικές έρευνες κατά τα έτη 1902 – 1904 από τον Άγγλο αρχαιολόγο R. C. Bosanquet, ερευνητή της ανατολικής Κρήτης. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1906 από τον επίσης Άγγλο R. M. Dawkins. Tα κοιμητήρια που ευρέθησαν περιέκλειαν μεγάλες ποσότητες οστών σε θαυμάσια διατήρηση, που επέτρεψαν στους ανθρωπολόγους να κάνουν σημαντικές επιστημονικές ανακοινώσεις σχετικά με την σωματική δομή των Μινωιτών. Οι οποίοι, παρά τις διάφορες σημερινές λαϊκές δοξασίες γύρω από το παράστημα των αρχαίων, δεν ξεπερνούσαν σε μέσο όρο το ύψος, οι μεν άντρες του 1.60, ενώ οι γυναίκες του 1,50 του μέτρου.

Ένας μακρύς κεντρικός δρόμος που διασταυρώνεται με άλλους κάθετους διασχίζει τον οικισμό, διαιρώντας τον έτσι σε εννέα συνοικίες. Κατά μία εκδοχή, σε κάθε μία απ’ αυτές κατοικούσε και ένα γένος με τα παρακλάδια του, όπως συνηθίζεται και σήμερα σε αρκετά κρητικά χωριά. Τα σπίτια των συνοικισμών που βλέπουν στον κεντρικό δρόμο έχουν θαυμάσιες και επιβλητικές προσόψεις, ενώ ένα εξαιρετικό αποχευτικό σύστημα διακλαδίζεται σε όλους τους συνοικισμούς. Η ζωή έπαψε να υπάρχει στην περιοχή αυτή όταν ερημώθηκε και η ευρισκόμενη λίγο νοτιότερα Ζάκρος.

Επιστρέφοντας από την παραλία περνάμε από τον μικρό οικισμό «Αγκαθιά»,(5)  χτισμένο μέσα στα ελαιόδεντρα, με αρκετά παραδοσιακά σπίτια και ταβερνούλες. Απλός και ευχάριστος τόπος, φέρνει στη θύμισή μας εικόνες του παρελθόντος.

Ένας δρομίσκος μετά τον Αγκαθιά, μας βγάζει στην αμμουδερή παραλία «Πλακοπούλες». Νωρίτερα ο δρόμος περνάει κοντά από τους ΝΔ πρόποδες του Καστριού. Εδώ συναντάμε μία φυτεία με νεαρά, κακτοειδή φυτά Αλόης, κάποια από τα οποία είναι ήδη ανθισμένα με κιτρινωπά λουλουδάκια.  Βραχώδης ακτή, δίπλα της μικροσκοπική παραλία αμμουδερή και, μερικά μέτρα πιο πάνω, δύο γραφικότατα ταβερνάκια, που τους καλοκαιρινούς μήνες πρέπει να είναι πολύ επιθυμητά. Το εντυπωσιακότερο, ωστόσο, θέαμα στην περιοχή δημιουργεί το νότιο, μεγάλου ύψους και κατακόρυφο πρανές του λόφου του Καστριού, που αποτελείται από έναν εκπληκτικό καφεκόκκινο, συμπαγή βράχο με διαβρώσεις πολύ θεαματικές. Συνεχίζοντας την παράκτια περιήγησή μας, συναντάμε, λίγο βορειότερα, την παραλία του «Κουρεμένου». Ώραία αμμουδιά και δίπλα της ένα καλοφτιαγμένο και σημαντικής χωρητικότητας λιμανάκι, που προφυλάσσει από όλους σχεδόν τους καιρούς, έναν αξιόλογο -για τα δεδομένα της περιοχής- αλιευτικό στολίσκο από μικροκάϊκα και βαρκούλες. Από εδώ ατενίζουμε την βόρεια, τελείως απόκρημνη όψη του Καστριού.

Βγαίνουμε στον κεντρικό ασφαλτόδρομο, παίρνουμε βόρεια κατεύθυνση και σ’ ένα περίπου χιλιόμετρο, βρίσκουμε την χωμάτινη διακλάδωση προς την παραλία του Μαριδάτη.

Ένας βατός – σχετικά – χωματόδρομος διασχίζει μια στενή κοιλάδα – χαράδρα με κοντοκλαδεμένα ελαιόδεντρα, σχοίνα και αρμυρίκια, ενώ συστάδες καλαμιών υποδηλώνουν την ύπαρξη ρέματος με νερό. Πολύ γρήγορα αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά μας και ιδιαίτερα στη βόρεια, απόκρημνη πλαγιά της χαράδρας ένα θέαμα ασυνήθιστο, σπάνιας ωραιότητας. Είναι συνεχόμενοι, συμπαγείς βραχώδεις σχηματισμοί, που αποτελούνται από πετρώματα ποικίλης σύστασης και διαφορετικών χρωματικών τόνων, ανάμεσα στους οποίους κυριαρχούν οι αποχρώσεις του μπορντώ, του κιτρινωπού, του γκρίζου και του καφέ. Το πιο παράξενο είναι, ότι οι χρωματικοί αυτοί συνδυασμοί χωρίζονται μεταξύ τους με ευδιάκριτες κάθετες γραμμές, σαν να υπακούουν στην παντοδύναμη και αδιαμφισβήτητη οριοθέτηση της φύσης.

Αθέατη μέχρι την τελευταία στιγμή, εμφανίζεται ξαφνικά, στο τέλος του φαραγγιού, η παραλία του Μαριδάτη. Είναι ένας υπέροχος συνδυασμός από λεπτό βοτσαλάκι, μικρές πέτρες, χοντρή άμμο και ρηχά, διαυγέστατα νερά. Ένας υποτυπώδης υγρότοπος σχηματίζεται κοντά στην ακτή με υφάλμυρο νερό, καλάμια και αρμυρίκια. Η ύπαρξη αυτού του μόνιμου νερού στην περιοχή προσείλκυε Ενετικά καράβια για ανεφοδιασμό, όπως προκύπτει από την αναφορά του τοπωνυμίου Μαριδάτη, σε γκραβούρα του 1618. Μερικά περιβολάκια, ένα εξοχικό σπίτι και η ταβερνούλα «Μαριδάτης» από το 1993, είναι η μοναδική ανθρώπινη παρουσία σ’ αυτό τον ελάχιστα γνωστό ερημότοπο. Που τους θερινούς μήνες, με την ταβερνούλα και τα λιγοστά ενοικιαζόμενα δωμάτια, μπορεί να αποτελέσει ιδανικό προορισμό για όσους αναχωρητές επιζητούν ιδιωτικές, σχεδόν, διακοπές.

Να όμως που, μερικά χιλιόμετρα βορειότερα του Μαριδάτη, στο ΒΑ άκρο της Κρήτης, ένας άλλος τόπος είν’ έτοιμος να μας εκπλήξει με τη μοναδική ιδιομορφία και την απαράμιλλη ομορφιά του: Το παγκοσμίως διάσημο Φοινικόδασος του Βάι.

 

(1) Ο Pietro Castrofylaca υπήρξε ένας Eνετός νοτάριος, συμβολαιογράφος δηλαδή, που πραγματοποίησε απογραφή των Ενετοκρατούμενων νησιών της Ελλάδας αλλά και της Κρήτης στα τέλη του 16ου αιώνα, με 53 καταγεγραμμένα χωριά της Σητείας.

(2) «ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ», ΤΟΜΟΣ Β ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2006.

(3) Η έκταση των νησίδων Γκράντες είναι 302 στρέμματα.

(4) Κατά τον Ν. Παπαδάκη, η Πρωτομινωική Περίοδος έχει χρονολογικό εύρος από το 3000 ως το 2200 π.Χ. ή Μεσομινωική από το 2200 ως το 1550 π. Χ. και Υστερομινωική από το 1550 ως το 1050 π. Χ.

(5) Χτισμένος σε υψόμετρο 40 μέτρων ο Αγκαθιάς είναι νέος οικισμός. Σύμφωνα με το «ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ», του ζεύγους Σταματελάτου, το 1928 ο οικισμός είχε 109 κατοίκους. Κατά την απογραφή του 2011 αναφέρονται 138 κάτοικοι.

 

 

back-button
next-button
arxaia-itanos---palaikastro arxaia-itanos---palaikastro_1 arxaia-itanos---palaikastro_2 arxaia-itanos---palaikastro_3 arxaia-itanos---palaikastro_4 arxaia-itanos---palaikastro_5 arxaia-itanos---palaikastro_6 arxaia-itanos---palaikastro_7 arxaia-itanos---palaikastro_8 arxaia-itanos---palaikastro_9 arxaia-itanos---palaikastro_10
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories