home Άρθρα Ανακαλύψεις και εκπλήξεις στη Δυτική Μάνη
Ανακαλύψεις και εκπλήξεις στη Δυτική Μάνη

Το τμήμα της Δυτικής Μάνης από τον Άγιο Νικόλαο ως το Ακρωτήριο της Τραχήλας παρουσιάζει μεγάλο περιηγητικό ενδιαφέρον. Εκτός από λίγες αμμουδερές παραλίες, η ακτογραμμή είναι βραχώδης με εντυπωσιακούς σχηματισμούς, που έχουν δημιουργηθεί από την δράση των κυμάτων στους αιώνες.

Εξίσου εντυπωσιακή είναι κι η ενδοχώρα με καλοδιατηρημένες λίθινες στράτες που συνδέουν παραδοσιακά χωριά αλλά και μεγάλο αριθμό βυζαντινών εκκλησιών, που χρονολογούνται από τον 9ο ως τον 14ο αιώνα. Είναι μνημεία εξαιρετικής αρχιτεκτονικής, που μαζί με τα αρχοντόσπιτα και τους αναπλασμένους πύργους, δημιουργούν όλη αυτή την αίγλη και ιδιαιτερότητα της Μάνης, που την κάνουν τόσο ξεχωριστή.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης ,Χρυσόστομος Φουντής
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Ανακαλύψεις και εκπλήξεις στη Δυτική Μάνη
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ, Μεσσηνία

Δεν γνωρίζετε την Τραχήλα; ρωτάει έκπληκτος ο Δημήτρης Φαληρέας. Μετά από τόσα ταξίδια σας στη Μάνη;

Δως μας μισό λεπτό να σκεφτούμε.

Μην κουράζετε άδικα το μυαλό σας. Αν είχατε πάει, έστω και μια φορά, θα την θυμόσασταν οπωσδήποτε. Δεν είναι από τους τόπους που ξεχνιούνται η Τραχήλα.

Μα, τι είναι τελοσπάντων η Τραχήλα;

Ένα παραθαλάσσιο μικροχώρι στην άκρη του πουθενά, τελείως μοναχικό. Εκεί σταματάει ο δρόμος. Θυμίζει περισσότερο κρησφύγετο πειρατών. Δύσκολα θα δείτε άνθρωπο το χειμώνα. Υπάρχουν όμως κι άλλα μαγικά στη διαδρομή.

Ποια είναι αυτά;

Ένας όρμος τραχύς με βράχια κάθετα, κομμένα απ’ το γεωλογικό μαχαίρι της φύσης. Σαν να’ ναι κερκίδες αρχαίου θεάτρου στο σκάσιμο των κυμάτων

Και πού βρίσκεται η Τραχήλα;

Λίγα χιλιόμετρα νότια από δω.

Η Άννα με κοιτάζει σιωπηλή. Τέλη Μάρτη στην Καρδαμύλη. Είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε βόρεια προς την μακρινή Θεσσαλονίκη. Αντί γι’ αυτό, κατευθυνόμαστε νότια, για να συναντήσουμε την Τραχήλα. Δεν το μετανιώσαμε ποτέ. Γιατί ο τόπος έκρυβε πολύ περισσότερα, από όσα ελάχιστα είπε ο φίλος μας ή εμείς είχαμε φανταστεί.

Υπήρχε, ωστόσο, κάτι ακόμα, που παρέλειψε ο φίλος μας ν’ αναφέρει, αλλά ανακαλύψαμε εμείς. Ήταν το συγκρότημα KATAFIGIO VILLAGE, σκαρφαλωμένο πάνω από τις φυσικές «κερκίδες», στην απότομη πλαγιά. Δύσκολα θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς ιδανικότερο ησυχαστήριο ή ορμητήριο για την γνωριμία του τόπου. Στα τέλη του Μάρτη, όμως, η μόνη ζωντανή ύπαρξη στο «Καταφύγι» ήταν τα αγριεμένα κύματα του πουνέντε στους βράχους της ακτής

ΚΑΤΑΦΥΓΙ ΤΕΛΗ ΙΟΥΝΗ 2013

Καλώς τους, από πού μας έρχεστε;

-Από Θεσσαλονίκη.

Ά, από δω δίπλα δηλαδή. Και πώς μάθατε για μας;

Η φήμη σας φτάνει μακρυά.

Ο Μάκης Κυβέλος μάς σφίγγει τα χέρια και μας προσφέρει καφέ σ’ ένα υπέροχο ταρατσάκι. Χτισμένα με αυθεντική ντόπια πέτρα τα σπίτια της μονάδας έχουν τέτοια θέση, που τους δίνει το αποκλειστικό προνόμιο να αγναντεύουν το «βράχινο θέατρο» της φύσης.

Ένα θεόστενο μονοπάτι, ανάμεσα σε καλά κουρεμένους σχοίνους, μας  βγάζει σ’ ένα λεπτό στο εντυπωσιακό δημιούργημα των πανάρχαιων γεωλογικών διεργασιών στην περιοχή. Πρωταγωνιστής είναι  ένα πελώριο συγκρότημα βράχων, που διαφεντεύουν με τον όγκο τους όλη την ακτή. Είναι βαμμένοι από τον χρωστήρα της φύσης με αποχρώσεις φαιόγκριζες, κιτρινωπές και κοκκινωπές. Το πιο αναπάντεχο, ωστόσο, χαρακτηριστικό είναι οι κατακόρυφες και οριζόντιες λαξεύσεις των βράχων. Που εναλλάσσονται με τέτοια συμμετρία, ώστε θυμίζουν ένα άριστα λαξευμένο κοίλο θεάτρου, προσανατολισμένο στον πουνέντε.

Σε κάποιο σημείο των τοιχωμάτων του βράχου μια στενή, δυσπρόσιτη δίοδος εισχωρεί στα έγκατα του ασβεστολιθικού όγκου του βουνού.

-Εκεί πέρα, και για αρκετές εκατοντάδες μέτρα, διακλαδίζονται οι διάδρομοι, οι στοές και οι αίθουσες του περίφημου σπηλαίου «Καταφύγι», εξηγεί ο οικοδεσπότης μας. Την ονομασία του πήρε επειδή εκεί εύρισκαν καταφύγιο Άγγλοι κομάντος για ν’ αποφύγουν τους Γερμανούς. Το σπήλαιο έχει διάκοσμο μοναδικής ομορφιά,ς όπως μπορείτε να διαπιστώσετε απ’ αυτό το λεύκωμα που μου χάρισε ο Tommy Nawratil που έρχεται κάθε χρόνο τα τελευταία 10 χρόνια στο Καταφύγι. (1) Τώρα όμως πού ετοιμάζεστε να πάτε;

Μα, στην Τραχήλα φυσικά, που υπήρξε η ευτυχής αφορμή για να βρεθούμε εδώ.

Μετά το Καταφύγι ο δρόμος συνεχίζει λαξευμένος στους απόκρημνους ασβεστολιθικούς όγκους του βουνού. Αλλεπάλληλες βραχοσπηλιές σε δυσπρόσιτα σημεία έχουν χρησιμοποιηθεί σε παλιότερες εποχές ως ασκηταριά. Μετά από 4 σχεδόν χιλιόμετρα, ο καλός ασφαλτόδρομος παρακάμπτει την χερσόνησο της Τραχήλας και καταλήγει στον ομώνυμο οικισμό.

Μικρολίμανο λιτό, με θέσεις για ελάχιστες βαρκούλες, που με δυνατούς νοτιάδες δεν πρέπει να αισθάνονται ιδιαίτερα ασφαλείς. Ο κεντρικός δρόμος περνάει πάνω από το λιμάνι και διασχίζει το χωριό. Μετά συνεχίζει για λίγο ως χωματόδρομος, για να σταματήσει οριστικά στη βαθειά χοάνη ενός απόκρημνου φαραγγιού, που καταλήγει στην ακτή.

Έχει ιδιαίτερη γραφικότητα η Τραχήλα, χτισμένη κυκλικά και κατά μήκος του λιμανιού. Η συντριπτική πλειονότητα των σπιτιών έχουν καλοχτισμένη τοιχοποιΐα με γωνιόλιθους, πρέκια, φουρούσια και παραστάδες, όλα από γρανιτόπετρα, χτισμένη με την παραδοσιακή Μανιάτικη τεχνική. Τα σημεία που βρίσκει ο μαΐστρος είναι δροσερά, στο εσωτερικό του οικισμού, όμως η ζέστη είναι αισθητή. Συνηθισμένοι τόσα χρόνια να επισκεπτόμαστε τη Μάνη σε δροσερές εποχές, είχαμε παραβλέψει πόσο ζεστή μπορούσε να είναι τα καλοκαίρια. Τούτη την απογευματινή ώρα δεν κυκλοφορεί στο δρόμο ούτε ψυχή.

Θυμόμαστε την ερημιά της Τραχήλας στην πρώτη προσέγγισή μας στα τέλη του Μάρτη. Μόνον μια γριούλα είχαμε δει τότε, που μας πούλησε ένα ματσάκι ρίγανη κι ένα κιλό αλάτι από τις φυσικές αλυκές, που αφθονούν στην περιοχή.

Εκτός όμως από την γραφικότητά της είναι και ιδιαίτερα σκληροτράχηλος τόπος η Τραχήλα. Θα μπορούσε να είναι και κουρσάρικο καταφύγιο, έτσι όπως είναι προφυλαγμένη από ακτή εχθρική και αφιλόξενη. Μια ακτή κατάσπαρτη από αιχμηρά κατάμαυρα βράχια, που θυμίζουν αποθέσεις λάβας ηφαιστείου. Άγριοι ορεινοί όγκοι, το Γαϊδουροβούνι και το Κοτρώνι, δεσπόζουν στα Α-ΒΑ του χωριού, συμπληρώνοντας αυτό το Μανιάτικο τοπίο, το τόσο λιτό και αυθεντικό.

Οι βραδινές ώρες μάς βρίσκουν στον Άγιο Νικόλαο, την παλιά Σελίνιτσα. Είναι ο πρώτος και μεγαλύτερος από τους οικισμούς που συναντάμε μετά την Στούπα, καθώς παίρνουμε τον παραθαλάσσιο δρόμο προς την Τραχήλα. Μετά την ηρεμία της Τραχήλας εδώ επικρατεί απρόσμενος συνωστισμός. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία αλλοδαπών, που αποτελούν και την πλειονότητα των επισκεπτών. Αυτή η δημοφιλία του τόπου δεν είναι τυχαία, οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες : στα ωραία πέτρινα σπίτια και αρχοντικά, που πλαισιώνουν το χώρο του λιμανιού. Στον παραθαλάσσιο χώρο στάθμευσης, πρακτικό και ευρύχωρο στην αρχή του οικισμού. Στα πολλά και γραφικά του μαγαζιά, ταβερνεία, καφέ, και ουζερί, ανεπτυγμένα δίπλα στο νερό. Και βέβαια στο πανέμορφο λιμάνι, με τα μικροκάϊκα και τις βαρκούλες να λικνίζονται απαλά με τον εισερχόμενο κυματισμό. Εδώ το δείπνο είναι μια πολύ ευχάριστη εμπειρία.

Γραφική είναι και η εικόνα του πολύ μικρότερου οικισμού του Αγίου Δημητρίου. Χωρίς μαγαζιά και κόσμο, το λιλιπούτειο λιμανάκι χωράει καμιά δεκαριά βαρκούλες όλες κι όλες, που δεν μένουν ανεπηρέαστες από τις πνοές του πουνέντε και του γαρμπή. Στο εσωτερικό του οικισμού ξεχωρίζει πάνω  από τις στέγες των σπιτιών, η εκπληκτική παρουσία του μνημειακού Πύργου του Χρηστέα. Άριστα συντηρημένο το μνημείο της Μανιάτικης ιστορίας και αρχιτεκτονικής διασώζει σε εξαιρετική κατάσταση τις τέσσερεις περιμετρικές, ημικυκλικές «καταχύστρες», στα ανώτερα σημεία της τοιχοποιΐας του πύργου. (2)

Οι ώρες της νύχτας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ειδυλλιακές. Το ευρύχωρο μπαλκόνι μας, με την κορυφαία θέα, δέχεται ανεμπόδιστα τις πνοές του μαΐστρου, που αν και σχετικά ψυχρές, είναι μετά τη ζέστη της ημέρας πολύ επιθυμητές. Κοιμόμαστε με τον ήχο των κυμάτων στους βράχους και με το ασημένιο φως του φεγγαριού στα νερά του Μεσσηνιακού.

ΟΔΟΙΠΟΡΩΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΗΓΗ

Πριν χαράξει ακόμη, μας ξυπνάει ο ξενύχτης, ατίθασος ήχος των κυμάτων στα βράχια της ακτής. Μ’ ένα τέτοιο ξύπνημα δεν μας πειράζει που χάνουμε μερικές ώρες ύπνου. Άλλωστε, το πρώτο μας καφεδάκι στο δροσερό μπαλκόνι είναι το δυναμικότερο ξεκίνημα μιας μέρας, που προβλέπεται συναρπαστική.

Στα 7 το πρωί ξεκινάμε με κατεύθυνση προς τον Άγιο Νικόλαο, διασχίζουμε τον Άγιο Δημήτριο, και δύο χιλιόμετρα μετά το κατάλυμά μας, συναντάμε την βοτσαλωτή ακτή Πανταζή. Εδώ καταλήγει η ομαλή ρεματιά του φαραγγιού της Τέπενης, που κατηφορίζει από ψηλά. Μια πινακίδα μάς δείχνει την πεζοπορική διαδρομή προς τους οικισμούς, αρχικά της Πηγής και στη συνέχεια της Πλάτσας.

Ξεκινάμε σε ομαλό χωματόδρομο, ανάμεσα σε αρμυρίκια και ανθισμένες λυγαριές. 200 περίπου μέτρα μετά στρίβουμε δεξιά, με κατεύθυνση ΝΑ. Βαδίζουμε ήδη σε καλντερίμι βαρειάς κατασκευής με αραιά σκαλοπάτια και τοιχαλάκι. Καθώς διασχίζουμε έναν ελαιώνα, μας  εκπλήσσει ευχάριστα η χαριτωμένη εικόνα μιας αλεπούς, με τα δύο της μικρά.

Λίγο πιο πάνω αρχίζει ο οικισμός Τζωκαίικα. Τα σπίτια είναι μεγάλα, πετρόχτιστα όλα καινούργια ή αναπλασμένα, με περιποιημένες αυλές. Τα περισσότερα σπίτια ανήκουν σε αλλοδαπούς, κυρίως Εγγλέζους. Ωστόσο, πριν μπούμε στον οικισμό απαιτείται λίγη παρατηρητικότητα. Για να μην χάσουμε το μονοπάτι μας -λοξώς δεξιά- πρέπει να εντοπίσουμε ένα μπλε βέλος σε ξερολιθιά και μετά μια διακριτικότατη ξύλινη πινακιδούλα ανάμεσα στα χόρτα. Αναφέρει με ιδιόγραφη γραφή την λέξη «PIGI».

Το μονοπάτι συνεχίζει χωμάτινο και στενό ανάμεσα σε συρμάτινους φράχτες και ελαιώνες. Πιο πάνω, ωστόσο, ξαναβρίσκει τα αρχικά θαυμάσιά του χαρακτηριστικά: λιθόστρωτο βαρειάς κατασκευής, πλάτος 2 περίπου μέτρων και ωραίες λαξευτές πέτρες στα πλαϊνά. Είναι μια πανέμορφη παλιά στράτα της Μάνης, ξεχασμένη απ’ τους ανθρώπους, που ανηφορίζει με ήπιες κλίσεις προς τη Πηγή.

Μισή περίπου ώρα μετά τον οικισμό των Τζωκαίϊκων συναντάμε ένα μακρόστενο υπόσκαφο κτίσμα, επενδεδυμένο εσωτερικά με υδραυλικό κουρασάνι. Είναι δεξαμενή βρόχινου νερού, με μια οπή στο πάνω μέρος για να διοχετεύεται στο εσωτερικό το νερό. Ασβεστοχρισμένο ξωκκλήσι κληρονόμων Λιούς Αρκουμανέα με εκπληκτική θέα στην θάλασσα στους οικισμούς και στους ελαιώνες. Λίγο πιο πάνω το πέτρινο μνημείο του Αντώνιου Γ. Κυβέλου, πεσόντα την 17/1/1918.

Φτάνουμε στις παρυφές του οικισμού με βαλανιδιές και σφενδάμια σε βαθύσκια ρεματιά. Ένας μακρύς περιφερειακός δρόμος μας φέρνει στο βόρειο τμήμα της Πηγής.

Είναι μεγάλο χωριό, πυκνοχτισμένο, με στενά σοκάκια και αρκετά παλιά σπίτια. Ανάμεσά τους εντοπίζουμε τις χρονολογίες 1784 και 1899. Χωρίς να συναντήσουμε κανέναν, διασχίζουμε ένα στενό πλακόστρωτο δρομάκι, με κατεύθυνση προς τα νότια. Λίγα λεπτά μετά φτάνουμε στην κεντρική πλατειούλα με μεγάλη πέτρινη εκκλησία, μερικά αυτοκίνητα κι ένα καφενεδάκι, που ανοίγει μόνον τα βράδια. Ξεκουραζόμαστε για λίγο στη σκιά. Το υψόμετρο στην πλατεία της Πηγής είναι 280 μέτρα και ο χρόνος από την παραλία Πανταζή δεν ξεπερνάει την μιάμιση ώρα.

Η “Βυζαντινή” Πλάτσα

Αναχωρούμε για τη Πλάτσα με ανηφορικό τσιμεντάκι που μας βγάζει έξω απ’ το χωριό. Ξαναβρίσκουμε το καλντερίμι με αρκετές φθορές. Ένα δεκάλεπτο μετά φτάνουμε στα πρώτα σπίτια της Πλάτσας. Είναι μεγάλο και ωραίο χωριό, με σπίτια καινούργια και παλιά. Σε αντίθεση με την Πηγή, εδώ έχουμε την αίσθηση ότι υπάρχει ζωή. Κάτι που επιβεβαιώνεται καθώς φτάνουμε στην κεντρική πλατεία του χωριού.

Και τι δεν έχει τούτη η πλατεία!

Αρχικά την εντυπωσιακή εκκλησία της Κοίμησης, που δεσπόζει σ’ όλο τον χώρο με τις μεγάλες της διαστάσεις. Ύστερα είναι τα δύο καφενεδάκια, καθένα με τους θαμώνες του. Το ένα στεγάζει και γραφικό μπακαλικάκι, ενώ το άλλο βρίσκεται στο ισόγειο του παλιού, επιβλητικού αρχοντικού του γιατρού Σκαλέα, όπου κάποτε στεγαζόταν ο πρώην Δήμος Λεύκτρων. Περιμετρικά της πλατείας, επίσης, διατηρούνται αρκετά παλιά οικήματα ωραίας αρχιτεκτονικής. Άλλωστε, όταν η Πλάτσα ήταν στην ακμή της, υπήρχαν στην πλατεία 9 συνολικά μαγαζιά. Ειρηνοδικείο, Αστυνομία και βέβαια Γυμνάσιο με 140 παιδιά.

Και τώρα;

Τώρα έχουν απομείνει 78 μόνιμοι κάτοικοι, μας απαντάει ένας ηλικιωμένος θαμώνας του καφενείου. Απ’ αυτούς οι 57 είναι συνταξιούχοι. Ζουν ακόμη εδώ και 52 αλλοδαποί, οι 36 εργαζόμενοι και οι 16 παιδιά.

Μια κυρούλα στο καφενείο που παρακολουθεί τη συζήτησή μας, προθυμοποιείται να μας φέρει λίγο σπιτικό φαγάκι, έτσι για το δρόμο. Αρνούμαστε, όσο πιο ευγενικά μπορούμε, την φιλόξενη προσφορά της. Δεν μπορούμε όμως ν’ αρνηθούμε την εξίσου ευγενική πρόθεση κάποιου άλλου κατοίκου του χωριού, να μας ξεναγήσει με το αυτοκίνητό του στα πολυάριθμα βυζαντινά μνημεία του τόπου. Και πρώτα στο εμβληματικό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου σε μικρή απόσταση νότια του χωριού.

Στο μνημείο είναι σε εξέλιξη εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης και συντήρησης των τοιχογραφιών και του τρούλου. Ένας από τους υπεύθυνους μας ξεναγεί για λίγο στην μακραίωνη ιστορία, την αρχιτεκτονική και τις φάσεις του ζωγραφικού διακόσμου του ναού. Είναι βέβαιο, πως μετά την πλήρη αποκατάσταση του, ο Άγιος Νικόλαος θα δοθεί στον θαυμασμό των επισκεπτών ως ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Ορθοδοξίας στη Δυτική Μάνη.

Σε απόσταση 100 περίπου μέτρων Δ-ΒΔ του Αγίου Νικολάου συναντάμε μια μικρή συστάδα πεύκων. Αμέσως μετά την συστάδα το εκτεταμένο πλάτωμα τελειώνει. Από το υψόμετρο των 400 μέτρων το βλέμμα μας αγναντεύει ανεμπόδιστα την θάλασσα και τον κάμπο. Η έκπληξη, ωστόσο, δεν προέρχεται από την θέα αλλά απ’ αυτό που αποκαλύπτεται μερικά μέτρα κάτω από τα πεύκα. Φωλιασμένο, λοιπόν, στο μεγάλο και πολύ απότομο ανάπτυγμα της πλαγιάς ένα εμπνευσμένο έργο, προορισμένο να στεγάσει πολιτισμό. Είναι το εκπληκτικό θέατρο της Πλάτσας, που με τις εκπληκτικές προδιαγραφές της κατασκευής και την μοναδική του θέση είναι βέβαιο, ότι θ’ αποτελέσει πόλο έλξης ποικίλων σημαντικών εκδηλώσεων για την ευρύτερη περιοχή.

Τα θρησκευτικά μνημεία της Πλάτσας, ωστόσο, δεν έχουν τελειώσει ακόμη. Επιστρέφοντας στο χωριό, παίρνουμε ένα δρομάκι που κατηφορίζει προς την πλατεία. Εδώ συναντάμε το μικροσκοπικό βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Για άλλη μια φορά , και σ’ αυτό το μικρό εκκλησάκι, είναι παρούσα η αίγλη του χρόνου και η ιδιαιτερότητα της γνωστής βυζαντινής αρχιτεκτονικής.

Ανάμεσα στους άλλους ναΐσκους, που επισκεπτόμαστε της Πλάτσας (Αγία Κυριακή, Αγίου Δημητρίου) θα περιοριστούμε να αναφερθούμε εκτενέστερα στον μεγάλο και ωραίο ναό του Αγίου Ιωάννη, στην δεύτερη πλατεία του χωριού. Εμβληματικό της ζωής του παρελθόντος στην πλατειούλα είναι το μεγάλο πηγάδι με το εξαγωνικό στόμιο, το βαρύ σιδερένιο καπάκι και την κυκλική τοιχοποιΐα με πελεκητή πέτρα. Καταλήγουμε και πάλι στην κεντρική πλατεία, για μια δεύτερη μικρή στάση και για ανεφοδιασμό με κρύο νερό. Αποχαιρετάμε τους ευγενικούς ανθρώπους της Πλάτσας και από το υψόμετρο των 370 μέτρων συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας για το Κοτρώνι.

Στο δρόμο για το Κοτρώνι

Μια πινακιδούλα πίσω από τον ναό της Κοίμησης, μας δείχνει την κατεύθυνση για Κοτρώνι. Περνάμε δίπλα από την εκκλησούλα της Αγίας Μαρίνας, κατάγραφη με τοιχογραφίες. Στη συνέχεια ακολουθούμε στενό δρομάκι με προσανατολισμό δυτικό. Ένα λεπτό μετά, στην έξοδο του χωριού, μας κατευοδώνει άλλο ένα εκκλησάκι. Η τόσο συχνή παρουσία ναών και ξωκκλησιών, αισθανόμαστε ότι μας δημιουργεί μια ψυχική γαλήνη και ευφορία.

Αρχίζει καλντεριμάκι ανάμεσα σε ελαιώνες και φράχτες ξερολιθιάς. Πολύ γρήγορα εξελίσσεται σε μια θαυμάσια στράτα με την ίδια γνωστή περίτεχνη κατασκευή: τις ξεκούραστες κλίσεις, τις προσεγμένες στροφές, το φαρδύ ασφαλές κατάστρωμα και το προστατευτικό τοιχαλάκι στα πρανή. Σε κάποια σημεία το λιθόστρωτο και το τοιχίο έχουν υποστεί αρκετές φθορές. Είναι μια εξέλιξη απόλυτα φυσιολογική, μετά τις έντονες βροχοπτώσεις και την απουσία οποιωνδήποτε έργων αποκατάστασης και συντήρησης.

Αυτό είναι ήδη κάτι που απασχολεί τον Δήμο Δυτικής Μάνης, μας είχε πληροφορήσει ο οικοδεσπότης μας Μάκης Κυβέλος, που είναι επιπλέον Αρχιτέκτονας και Αντιδήμαρχος. Φιλοδοξία μας είναι ν’ αποκαταστήσουμε όλα αυτά τα έξοχα καλντερίμια, πραγματικά μνημεία της λαϊκής μας αρχιτεκτονικής. Επιπλέον, αυτό θα είναι ένα σημαντικό έργο για την ενίσχυση του εναλλακτικού, πεζοπορικού τουρισμού της περιοχής, που κατακτάει συνεχώς όλο και περισσότερους φίλους, Έλληνες και ξένους.

Φτάνουμε σ’ ένα δίστρατο με ενημερωτικές πινακίδες για Πλάτσα και Κοτρώνι. Καθώς το υψόμετρο χαμηλώνει και προχωράει το μεσημέρι, η ζέστη αυξάνει σημαντικά. Προβάλλει χαμηλότερα το Κοτρώνι, μικρούλης, συμμαζεμένος και πολύ συμπαθητικός οικισμός με ωραίες κεραμοσκεπές.

Με χαλαρό βηματισμό 40 λεπτών από την Πλάτσα φτάνουμε στην είσοδο του χωριού. Εδώ βρίσκεται ένας μικρός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, που εξαιτίας των στενοσόκακων δεν μπορούν να εισχωρήσουν και αφήνουν στην ηρεμία του το χωριό. Στον χώρο δεσπόζει η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής με το ψηλό της καμπαναριό. Υπάρχει ακόμη βρύση, ένα πηγάδι και μεγάλα δέντρα με δροσερή σκιά.

Ξεκινάμε να περπατάμε στα λαβυρινθώδη στενοσόκακα, καθαρά και πλακοστρωμένα. Όμορφα πέτρινα σπίτια πλαισιώνουν τους δρομίσκους. Το μόνο που ακούγεται είναι τα βήματά μας πάνω στις πλάκες. Η ησυχία που επικρατεί είναι εκκωφαντική. Περιπλανιόμαστε μερικά λεπτά θαυμάζοντας τα σπίτια, τις λουλουδιασμένες αυλές, την περιποιημένη εικόνα του χωριού. Καταλήγουμε έξω από μια αυλόπορτα, με το παραδοσιακό, πέτρινο πεζουλάκι. Είναι σκιερό και δροσερό, ιδανικό για μια στάση λιγόλεπτη αλλά τόσο επιθυμητή. Ένα μέτρο παραέξω οι πλάκες καίγονται απ’ τον ήλιο.

Αναρωτιόμαστε πώς θα ξαναβγούμε στο δρόμο, για να συνεχίσουμε μέχρι το αυτοκίνητο στη παραλία Πανταζή. Που βέβαια δεν είναι και δίπλα. Στο εσωτερικό της αυλής ακούγονται ομιλίες. Είναι σε γλώσσα γερμανική.

Να πώς εξηγούνται η καθαριότητα και η τάξη, τόσο στα Τζωκαίϊκα το πρωί, όσο και τώρα εδώ στο Κοτρώνι, λέω στην Άννα. Είναι η παρουσία μεγάλου αριθμού Ευρωπαίων ιδιοκτητών των σπιτιών.

Μετά τα πλακόστρωτα σοκάκια, παίρνουμε τις τσιμεντένιες κατηφοριές. Είναι η οδός Νικολάου Παρρέα με κλίσεις φοβερές, που σε κάποια σημεία πρέπει να φτάνουν ή και να ξεπερνούν το 20%. Μισή σχεδόν ώρα μετά την αναχώρησή μας από το Κοτρώνι αντικρίζουμε με ανακούφιση, κάτω από την ευωδιαστή σκιά των ευκαλύπτων, το αυτοκίνητο. Είναι προχωρημένο μεσημέρι πια. Καμιά εξωτερική δραστηριότητα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει τούτη την ώρα. Ελαφρύ γεύμα λοιπόν και χαλάρωση στο δωμάτιό μας, που είναι απροσδόκητα δροσερό.

Αποφασίζουμε το δεύτερο μισό της ημέρας να είναι πιο χαλαρό από το πρώτο.

Εντοπίζουμε κυρίως το ενδιαφέρον μας σε μια ήρεμη περιήγηση στον οδικό άξονα από την Πλάτσα ως τη Λαγκάδα. Πάνω σ’ αυτόν άλλωστε τον άξονα υπάρχουν μερικά από τα αρχαιότερα και κομψότερα βυζαντινά εκκλησάκια του τόπου. Περνάμε λοιπόν και πάλι -με αυτοκίνητο τούτη τη φορά- από τα γνωστά μας κατατόπια και μετά την Πλάτσα, συνεχίζουμε για Νομιτσί. Αμέσως μετά, συναντάμε τον μικρό συνοικισμό Κούμανι. Εδώ θαυμάζουμε τις πανέμορφες βυζαντινές εκκλησούλες της Ανάληψης, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και των Αγίων Αναργύρων. Είναι εκπληκτική εμπειρία να συναντάμε σχεδόν σε κάθε μας βήμα κι από ένα κομψοτέχνημα της βυζαντινής ναοδομίας.

Καθώς ο ήλιος παίρνει  να χαμηλώνει, αφήνουμε τα ημιορεινά και επιστρέφουμε στο επίπεδο της θάλασσας. Ο βραδινός Άγιος Νικόλαος μάς επαναφέρει στην χαρούμενη πραγματικότητα και την ευχάριστη ζωντάνια του τόπου. Ο Μάκης Κυβέλος μας υποδέχεται στο χαριτωμένο εστιατόριο της «Έλλης» που το αποψινό βράδυ συμπληρώνει ζωή μόλις 6 ημερών. Ο μικρός υπαίθριος χώρος είναι πολύ περιποιημένος, με πέτρα, πέργκολα, εξωτερικό ξυλόφουρνο και πηγάδι. Εκτιμούμε ιδιαίτερα τους κολοκυθοκεφτέδες, τον γαύρο μαρινάτο, την σαρδέλλα γεμιστή με σκόρδο και τις μανιάτικες σαλάτες.

Πότε τα προλάβατε όλα αυτά; ρωτάνε έκπληκτοι οι φίλοι μας όταν ακούνε τα πεπραγμένα της ημέρας.

-Δεν είναι δύσκολο. Αρκεί να ξυπνήσεις πρωί.

Θαλάμες και Λαγκάδα

Στο «ΚΑΤΑΦΥΓΙ» ο ύπνος έχει περιοριστεί σε δεύτερο ρόλο. Ίσως γιατί αδημονούμε να βρεθούμε από νωρίς στο δροσερό μας μπαλκονάκι με τον πρώτο καφέ της μέρας, τις ζωογόνες πνοές του ανέμου, τον χαιρετισμό των κυμάτων στους βράχους της ακτής. Λίγο αργότερα γλυκαίνουν τα σκοτάδια, χρωματίζονται αχνά οι μακρινές στεριές της Κορώνης, παίρνει να ξεχωρίζει το μικρονήσι Βενέτικο, μια δρασκελιά έξω από την σουβλερή μύτη του κάβου Ακρίτα.

Με ωραίο φως πια, διάχυτο παντού, ξεκινάμε κι εμείς τις περιπλανήσεις μας στον τόπο. Μετά την αμμουδερή παραλία του Πανταζή, όλη η ακτογραμμή μέχρι τον Άγιο Νικόλαο είναι επίπεδη, αλίμενη και καλυμμένη από μαύρους βράχους αιχμηρούς. Τούτη η σκουρόχρωμη επιφάνεια δημιουργεί μια εντυπωσιακή χρωματική αντίθεση με το βαθυγάλαζο της θάλασσας αλλά και τις κοιλότητες των φυσικών αλυκών, που έχουν γίνει λευκές από τις συγκεντρώσεις του αλατιού.

Τις ώρες που περνάμε εμείς επικρατεί -συνήθως- απόλυτη ερημιά. Στο σημερινό πρωινό όμως παρατηρείται κοσμοσυρροή: μια νεαρή κυρία συνοδεύει στο κακοτράχαλο έδαφος τα σκυλιά της. Δύο άντρες περπατούν δίπλα-δίπλα με γρήγορο ρυθμό. Ένας άλλος τρέχει. Από το κέντρο του οικισμού μια πινακίδα μας κατευθύνει Δ-ΒΔ προς την ακτή Γνώσπη. Σ’ ελάχιστα λεπτά κατεβαίνουμε πέτρινα σκαλοπάτια και φτάνουμε πάνω από την βραχώδη ακτή. Εδώ στα έγκατα πελώριου βράχου, φωλιάζει το ξωκκλήσι του Αγίου Θωμά, ενώ μια εξέδρα είναι η μοναδική πρόσβαση στα βαθιά νερά για τους τολμηρούς. Στις παροχές της ακτής περιλαμβάνεται η εγκατάσταση ντους γλυκού νερού. Οι πορώδεις βράχοι έχουν πάνω τους μια διακόσμηση λιτή αλλά απόλυτα φυσική και αυθεντική. Είναι -τι άλλο- τα πανέμορφα λουλούδια από τις φυτοκοινωνίες της κάπαρης, που σαν βεντάλιες είναι γαντζωμένες στις επιφάνειες των βράχων.

Μετά τον Άγιο Νικόλαο παίρνουμε τις ανηφοριές και το κεντρικό οδικό δίκτυο που διασχίζει την δυτική Μάνη. Ρίγκλια, Πηγή, Πλάτσα και Νομιτσί. Αμέσως μετά φτάνουμε στις Θαλάμες. Αφήνουμε το αυτοκίνητο στην πλατεία με την μεγάλη πέτρινη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Το καφενεδάκι είναι ανοιχτό, ακούγονται από το εσωτερικό γυναικείες συνομιλίες. Μια γρήγορη περιήγηση στο χωριό μας αποκαλύπτει στενά δρομάκια, πολλά πέτρινα σπίτια με ωραίες τοιχοποιίες αλλά και αρκετά ερειπωμένα με χορταριασμένες αυλές. Σ’ ένα σοκάκι, στην γειτονιά Δερεζαίικα, δεσπόζει ο πανύψηλος Πύργος του Δερεζέα, του 1837. Ο δισέγγονος του Δερεζέα, ο Γιώργος -η μήπως είναι τρισέγγονος- μας δείχνει σ’ ένα χαμηλότερο οίκημα μια εντοιχισμένη πετρούλα, με χαραγμένη πάνω της χρονολογία 1726. Ιπποτικός άντρας, λείπει για μισό λεπτό κι όταν επιστρέφει, κρατάει και χαρίζει στην Άννα ένα βαθυκόκκινο γαρύφαλλο, με άρωμα μεθυστικό.

Ένα τσιμεντένιο δρομάκι μας βγάζει προς τα Δ-ΝΔ στο αριστουργηματικό εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου. Μια πινακίδα προς τα δεξιά δείχνει το μονοπάτι προς την Τραχήλα, που σκοπεύουμε να διασχίσουμε αργότερα.

Η επόμενη στάση, μετά τις Θαλάμες, είναι στον μικρό οικισμό του Πλάτανου. Αν και “μικρός το δέμας” ο συνοικισμός έχει αρκετά ενδιαφέροντα να δείξει. Το σημαντικότερο είναι το “ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΝΗΣ” του Νίκωνα Δημάγγελου, πλάι στο δρόμο. Πιστεύουμε αρχικά, πως είναι μόνον ένα υπαίθριο μαγαζάκι πώλησης φυσικών αντικειμένων και προιόντων, όπως χειροποίητα πανέρια και καλάθια, μέλια διαφόρων τύπων, λάδι, ρίγανη, κάπαρη, ελιές, φυσικό αλάτι από αλυκές. Αφού μας δίνει στην άκρη οδοντογλυφίδα να δοκιμάσουμε απ’ όλα τα εκπληκτικά του μέλια, ο Νίκωνας μας εισάγει στα άδυτα του στεγασμένου χώρου, μετά το μαγαζάκι. Είναι το ¨Μουσείο της Μάνης» όπως το ονομάζει, που περιλαμβάνει μια απίθανη σε αριθμό και σημαντικότητα εκθεμάτων συλλογή. Παμπάλαιοι αυθεντικοί χάρτες, γκραβούρες και επιστολές, κειμήλια από τον Αγώνα, πρωτότυπες φωτογραφίες και αναρίθμητα άλλα αντικείμενα, που θα χρειαζόταν ένα αποκλειστικό άρθρο για να παρουσιαστούν όπως τους αξίζει. Δυστυχώς ο χώρος είναι τόσο απελπιστικά μικρός, που παρά τις προσπάθειες του δημιουργού του Μουσείου, τα πάντα ασφυκτιούν.

Πώς και δεν ενδιαφέρθηκε η πολιτεία να αξιοποιήσει όλο αυτό το απίστευτο παρελθόν; ρωτάμε τον Νίκωνα

Ας μην απαντήσω καλύτερα. Είναι πονεμένη ιστορία.

Στα 50 μέτρα βρίσκεται η πλατειούλα του Πλάτανου με την προτομή τού -καταγόμενου από τον τόπο- αείμνηστου Γιώργου Γεννηματά. Στη σκιά του μεγάλου πλάτανου και δύο αιωνόβιων μουριών δροσίζεται από το 1922 το «ΚΑΦΦΕΝΕΙΟΝ Η ΟΑΣΙΣ», όνομα και πράμα… Σ’ έναν μαυροπίνακα αναγράφεται με κιμωλία ο κατάλογος των εδεσμάτων. Ξεχωρίζουν η «Ομελέτα με άγρια σπαράγγια», τα «Μακαρόνια με καμμένη μυζήθρα», το «Λουκάνικο με πορτοκάλι» και η «Ομελέτα με παστό», για όσους διατηρούν τη χοληστερίνη τους χαμηλά. Ένα ζευγάρι Εγγλέζων πίνει μπύρες στο διπλανό τραπέζι. Μιλάνε ζωηρά, χειρονομούν, είναι πολύ εκδηλωτικοί (για Εγγλέζοι).

Σας αρέσει ο τόπος;

-Είναι φανταστικά, μου απαντάνε γελώντας πλατειά.

Στα αξιοθέατα της Λαγκάδας

Επόμενος και τελευταίος μας προορισμός  στην περιοχή είναι ο μεγάλος γειτονικός οικισμός της Λαγκάδας. Που, από μια στροφή του δρόμου, προβάλλει αμφιθεατρικά χτισμένη στην πλαγιά. Ο επισκέπτης που κατηφορίζει στα νότια της Μάνης –και φυσικά διασχίζει απαραίτητα την Λαγκάδα- είναι αδύνατον να μην σταματήσει ή έστω να κοντοσταθεί στην πλατειούλα του χωριού. Υπεύθυνη για την στάση και τον μετέπειτα θαυμασμό είναι η εμβληματική βυζαντινή εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Για άλλη μια φορά θαυμάζουμε τις περίτεχνες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του μνημείου με το εκπληκτικό του καμπαναριό. Το μόνο μας πρόβλημα είναι η ανίχνευση της καταλληλότερης οπτικής γωνίας φωτογράφισης. Για πολλοστή φορά παρεμβάλλονται ανάμεσά μας –με υπερβάλλοντα σαδισμό- χοντρά καλώδια της ΔΕΗ που μας κάνουν δύσκολη την φωτογράφιση. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και τέσσερις Γερμανοί, που ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν την ιδανική θέση φωτογράφισης  του μνημείου.

Υπάρχει, ωστόσο, κι άλλο ένα αθέατο βυζαντινό μνημείο στην Λαγκάδα. Είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας. Ένα ανηφορικό σοκάκι, Δ-ΝΔ της πλατείας, μας οδηγεί σε 3 λεπτά στο εκκλησιδάκι. Κι εδώ, όπως και στον Άγιο Νικόλαο στο Καμπινάρι της Πλάτσας, είναι σε εξέλιξη αναστηλωτικές εργασίες από την 26η ΕΒΑ.

Ένα καλντερίμι συνεχίζει μετά την Αγία Σοφία προς τις Θαλάμες. Είναι η παλιά στράτα που ένωνε τα δύο χωριά, πάντα με την ίδια γνωστή και εξαιρετική κατασκευή. Διασχίζουμε περιποιημένους ελαιώνες, αφήνουμε δεξιά μας ένα νεότερο ξωκκλήσι και σε 10 σχεδόν λεπτά φτάνουμε πάνω από τον Πλάτανο στον τερματισμό του καλντεριμιού.

Από το νότιο τμήμα της Λαγκάδας παίρνουμε τις ανηφοριές για το εσωτερικό του χωριού. Ένας ανηφορικός τσιμεντόδρομος μας φέρνει σε 3 λεπτά στον έξοχα αναπλασμένο Πύργο του Καπιτσίνου. Μια στενή εσωτερική σκάλα με 33 απότομα σκαλοπάτια μας ανεβάζει στο ψηλότερο επίπεδο του εκπληκτικού 4ώροφου οικοδομήματος. Μερικά μέτρα πίσω από του Καπιτσίνου, περνάμε δίπλα από έναν άλλο πύργο, δυστυχώς ερειπωμένο. Στο εξαιρετικό βιβλίο του Μπάμπη Παυλόπουλου (3) διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Έξω Μάνη, ο πολεμόπυργος Καπιτσίνου στη Λαγκάδα. Υψίκορμο κτίσμα με πολεμίστρες, κλουβιά και ελάχιστα ανοίγματα μόνο στα άνω επίπεδα. Καταχύστρα εξέχουσα από το ύψος του δώματος προστάτευε την ισόγεια τοξωτή εξώθυρα. Ο πύργος είχε αποκατασταθεί μετά από εργασίες που έγιναν την περίοδο 2006-2007 ευτυχώς πριν προλάβει να ακολουθήσει την τύχη του γειτονικού πολεμόπυργου Οικονομέα, ο οποίος έχει εδώ και χρόνια σωριαστεί ο μισός».

Μια περιήγηση προς τα βόρεια, στο εσωτερικό του χωριού, μας οδηγεί στα ψηλώματα της Λαγκάδας, σε υψόμετρο 500 μέτρων. Στενά δρομάκια, δέντρα, αυλές και πιο πάνω το Κοτρώνι, με τις γυμνές απότομες πλαγιές. Ωραία πέτρινα σπίτια αλλά και αρκετά ερειπωμένα. Κατηφορίζουμε στην πλατεία. Καφεδάκι, συζήτηση με τις κυρούλες του χωριού και τελευταίες εικόνες από τον εκπληκτικό ναό της Μεταμόρφωσης. Πιστεύουμε πως έχουμε ολοκληρώσει (όσο αυτό είναι εφικτό) μια πρώτη μας γνωριμία με τον υπέροχο αυτό τόπο. Που μας αποκάλυψε θεαματικές παραλίες, γραφικούς παραθαλάσσιους και ορεινούς οικισμούς, ωραίους ανθρώπους, έξοχα σπίτια και καλνετρίμια και κυρίως μερικά από τα πιο εμβληματικά βυζαντινά μνημεία της Μάνης και της Ελλάδας. Προλαβαίνουμε, ωστόσο, ακόμη να διασχίσουμε την μία από τις δύο παλιές στράτες που κατηφορίζουν προς την Τραχήλα. Που όπως φαίνεται, προορίζεται ν’ αποτελέσει την αφετηρία και τον τερματισμό αυτού του οδοιπορικού μας στην Δυτική Μάνη

Το Μονοπάτι προς την Τραχήλα

Επιλέγουμε την συντομότερη διαδρομή, αυτήν που ξεκινάει απ’ τις Θαλάμες (η άλλη διαδρομή έχει διττή αφετηρία) από τον Πλάτανο ή την Λαγκάδα.

Από το κομψότατο εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου ακολουθούμε την πινακίδα προς τα δεξιά. Τρεις τουλάχιστον διαφορετικοί ντόπιοι τις προηγούμενες ημέρες προσπάθησαν να μας αποτρέψουν να διασχίσουμε το μονοπάτι. Ως αιτιολογικό επικαλέσθηκαν την κακή κατάσταση του καταστρώματος, τα πυκνά χόρτα και κλαδιά, τα πεσμένα τοιχία.

Οι παραινέσεις τους είχαν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: μας παρακίνησαν ακόμη περισσότερο.

Λίγα λεπτά μετά το εκκλησάκι ο χωμάτινος δρομίσκος τερματίζει. Ένα κόκκινο βέλος μάς κατευθύνει αριστερά σε μονοπάτι ανάμεσα σε ξερολιθιές. Πέντε σχεδόν λεπτά μετά ένα ανεπαίσθητο κόκκινο βέλος πάνω στο βράχο μας δείχνει την πορεία αριστερά (στην ευθεία συνεχίζει ένα στενότερο μονοπάτι). Διασχίζουμε ελαιώνες, συναντάμε ψηλά κυπαρίσσια και διαδοχικές συρματόπορτες. Βρίσκουμε χτιστή δεξαμενή και πηγούλα με ελάχιστο νερό.

Το σκονισμένο μονοπάτι μετατρέπεται ξαφνικά σε χοντροφτιαγμένο καλντερίμι. Τότε όμως μια νέα πραγματικότητα η –μάλλον- εμπόδιο εμφανίζεται μπροστά μας. Είναι μερικές πελώριες αγελάδες και ανάμεσά τους μοσχαράκια. Στενό το καλντερίμι, με πυκνούς θάμνους ή απότομα πρανή, πώς κανείς να προσπεράσει; Ένα 10λεπτο διαρκεί η ταλαιπωρία – αλλά και αγωνία- ζώων και ανθρώπων. Ιδιαίτερα λυπόμαστε τα ανίσχυρα μοσχαράκια. Κάποτε, τα βάσανα όλων μας τελειώνουν. Αρχίζουν όμως καινούργια, όπως τα περιέγραφαν οι ντόπιοι: πυκνά χόρτα και κλαδιά, ανώμαλο ή και κατεστραμμένο κατάστρωμα, πεσμένοι τοίχοι με αρκετούς λιθοσωρούς.

Αφήνουμε δίπλα μας το λιτό ξωκκκλήσι της Αγίας Παρασκευής και λίγα λεπτά μετά εμφανίζεται η κάτοψη της Χερσονήσου της Τραχήλας και στ’ αριστερά της ο οικισμός. Για την υπόλοιπη διάρκεια της διαδρομής μπορεί τα βήματά μας στο ανώμαλο οδόστρωμα να μην ευτυχούν, η όρασή μας, ωστόσο, έχει κάθε λόγο να είναι πολύ ικανοποιημένη.

Μια ώρα μετά την αναχώρησή μας φτάνουμε στο ναό της Παναγίας Κουβατσού, με παλιές τοιχογραφίες στο πέτρινο ιερό. Γύρω ερειπωμένα κτίσματα, πιθανότατα εγκαταστάσεις μοναστηριού. Σ’ ένα λεπτό βρισκόμαστε στην άσφαλτο. Απέναντί μας ακριβώς, ένα στενό μονοπάτι σε ελαιώνα, ανηφορίζει την χερσόνησο της Τραχήλας. Σε τρία λεπτά φτάνουμε σ’ ένα πυργόσπιτο με κεραμοσκεπή, ισχυρή τοιχοποιία με λαξευτούς γωνιόλιθους και καταχύστρα αλλά και με αρκετές φθορές. Η θέση είναι στρατηγική, ο ισχυρός άντρας του τόπου που ζούσε κάποτε εδώ αγνάντευε ανεμπόδιστα τον οικισμό της Τραχήλας, την θάλασσα και τα γύρω βουνά.

Διασχίζοντας την άσφαλτο φτάνουμε σ’ ένα 10λεπτο στην Τραχήλα. Τούτη τη φορά υπάρχουν μερικοί θαμώνες στο καφενείο. Με το πέσιμο του ήλιου ξεκινάει ένας ζωντανός δροσερός γαρμπής. Ωραία ώρα για δύο τσιπουράκια.

Ευχαριστίες

Θερμά ευχαριστούμε τον Μάκη Κυβέλο και την σύζυγό του Κάρμεν, για την εξαίρετη φιλοξενία και για όλα όσα έκαναν για να βοηθήσουν το έργο μας. Ευχαριστούμε  ακόμη τον Νίκωνα Δημάγγελο και τον Γιώργο Δερεζέα καθώς και όλους τους Μανιάτες φίλους, για τις πληροφορίες και τις  πολλαπλές τους εξυπηρετήσεις. Ιδιαίτερα ευχαριστούμε τον αρχαιολόγο Μιχάλη Κάππα της 26ης ΕΒΑ, για τα πολύτιμα και συναρπαστικά στοιχεία, που με ευγένεια μας παραχώρησε για τους βυζαντινούς ναούς της περιοχής.

Διαμονή: «KATAFIGI VILLAGE» τηλ. 27210 77555 & 27210 77362, 6977055584 & 6976729300 www.katafigiovillage.gr

Γενικές πληροφορίες : www.messinianmani.gr

 

Αποστάσεις:

Από Καρδαμύλη: 10 χλμ.

Από Καλαμάτα: 46 χλμ.

Από Αθήνα: 285 χλμ.

Από Θεσσαλονίκη: 775 χλμ.

 

Σημειώσεις

  • Πλήρης παρουσίαση με φωτογραφικό υλικό και περιγραφή του σπηλαίου θα γίνει σε επόμενο άρθρο του περιοδικού.
  • Η Καταχύστρα, Ζεματίστρα ή Φονιάς είναι μικρό άνοιγμα πάνω από την είσοδο ή όλες τις πλευρές του οχυρού κτίσματος, για την εκτόξευση καυτού νερού ή λαδιού στον επίδοξο εισβολέα.
  • «Πύργοι και Οχυρές Κατοικίες στην Πελοπόννησο 15ος-19ος αιώνα, σελ. 200.

Για τις Θαλάμες: είτε για σημείωση είτε για λεζάντα: «Οι θαλάμες έχουν παμπάλαιο παρελθόν, που ανάγεται στα Νεολιθικά χρόνια. Η σημασία της πόλης οφείλετο στο μαντείο της Πασιφάης που υπήρχε εκεί. Η πόλη ανήκε στο «Κοινό των Λακεδαιμονίων» και αργότερα στο «Κοινό των Ελευθερολακώνων». Κοντά σε δύο φυσικές πηγές βρέθηκε μεγάλος αριθμός επιγραφών, ενώ στη θέση της αρχαίας πόλης, ευρήματα του 6ου π.χ αιώνα και ανάμεσά τους ένα δωρικό κιονόκρανο και μια περίτεχνη λαβή χάλκινης υδρίας (ΠΑΠΥΡΟΣ, LAROUSSE BRITANNICA τόμος 23 σελ. 79)

back-button
next-button
dutiki-mani dutiki-mani_1 dutiki-mani_2 dutiki-mani_3 dutiki-mani_4 dutiki-mani_5 dutiki-mani_6 dutiki-mani_7 dutiki-mani_9 dutiki-mani_10 dutiki-mani_11 dutiki-mani_12 dutiki-mani_14 dutiki-mani_19 dutiki-mani_21 dutiki-mani_23 dutiki-mani_27 dutiki-mani_28 dutiki-mani_30 dutiki-mani_31 dutiki-mani_33 dutiki-mani_35 dutiki-mani_36 dutiki-mani_40 dutiki-mani_41
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories