home Άρθρα Αλόννησος: Από τον Ίκο στα Χιλιοδρόμια
Αλόννησος: Από τον Ίκο στα Χιλιοδρόμια

Η τριλογία αυτή, ακολουθεί τις αρχαίες δραματικές ρίζες με τις τριλογίες που τις επιστέγαζε, κατά το πρότυπο του Φρύνιχου και του Πρατίνα, ένα σατυρικό δράμα…
Εδώ θ’ ακολουθήσουμε τα βήματα τριών οδοιπορικών στο νησί της Αλοννήσου που το καθένα συμπληρώνει το άλλο, με τρόπο συνθετικό και όλα αυτά έρχεται στο τέλος να τα συμπυκνώσει ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτεια, στην Κυρα-Παναγιά, ταξίδι δραματικό (με την έννοια του ασχεδίαστου και περιπετειώδους όπως το φιλοτεχνεί η θεωρία του  Αριστοτέλη)…
Τριλογία λοιπόν οδοιπορική κι ένα θαλασσινό “δράμα”…

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή, Βασίλης Δροσάκης
Αλόννησος: Από τον Ίκο στα Χιλιοδρόμια
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Αλόννησος

Τρεις διαδρομές στο πανέμορφο νησί

Η τριλογία αυτή, ακολουθεί τις αρχαίες δραματικές ρίζες με τις τριλογίες που τις επιστέγαζε, κατά το πρότυπο του Φρύνιχου και του Πρατίνα, ένα σατυρικό δράμα…

Εδώ θ’ ακολουθήσουμε τα βήματα τριών οδοιπορικών στο νησί της Αλοννήσου που το καθένα συμπληρώνει το άλλο, με τρόπο συνθετικό και όλα αυτά έρχεται στο τέλος να τα συμπυκνώσει ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτεια, στην Κυρα-Παναγιά, ταξίδι δραματικό (με την έννοια του ασχεδίαστου και περιπετειώδους όπως το φιλοτεχνεί η θεωρία του  Αριστοτέλη)…

Τριλογία λοιπόν οδοιπορική κι ένα θαλασσινό “δράμα”…

 

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να κάνουμε μια απαραίτητη εισαγωγή στο θέμα μας σχετική με την ονοματολογία.

Το όνομα της Αλοννήσου ακούγεται για πρώτη φορά από τον Δημοσθένη στο λόγο του “Περί Αλοννήσου” και αφορά στις σχέσεις του Φιλίππου της Μακεδονίας με τους Αθηναίους. Ο λόγος αποδίδεται στον Δημοσθένη, αλλά δεν είναι βέβαιη η πατρότητά του. Ισχυρές πιθανότητες έχει και ο Ηγήσιππος.

Εν πάση περιπτώσει στο “Λόγο περί Αλοννήσου” προκύπτει ότι το νησί αυτό ήταν ασήμαντο, για την κυριότητα του οποίου ερίζανε Αθηναίοι κα Μακεδόνες.

Ωστόσο δεν κατονομάζεται η θέση του, γι αυτό και πολλοί σχολιαστές το τοποθετούν στα βόρεια ακρογιάλια της Θράκης ή της Μακεδονίας.

Ο Στράβων όμως το αναφέρει ανάμεσα στα άλλα σποραδονήσια, δηλαδή τη Σκιάθο, την Πεπάρηθο (Σκόπελο), την Ικο και τη Σκύρο.

Αλλά Ικος είναι η αρχαία ονομασία της Αλοννήσου (προελληνική, που προέρχεται από το όνομα του πρώτου οικιστή του νησιού), σύμφωνα με τον γεωγράφο Σκύλακα και αναφέρεται σε αυτό το νησί που βρίσκεται δίπλα από τη Σκιάθο, την Πεπάρηθο και τη Σκύρο.

Νεότερη (μεσαιωνική) ονομασία του νησιού είναι τα Χιλιοδρόμια ή Ηλιοδρόμια, νησί που βρίσκεται δίπλα από το Ξερονήσι ή Περιστερονήσι (σημερινή Περιστέρα ή Ξηρό).

Επικράτησε ωστόσο η σημερινή ονομασία (Αλόννησος) και επισημοποιήθηκε με αυτό το όνομα τελικά από το 1836.

Χαρακτηριστική είναι και η πρώτη χαρτογράφηση του νησιού από τον Φλωρεντίνο ιερωμένο Χριστόφορο Μπουοντελμόντι (Buondelmonti), ο οποίος την αναφέρει ως Δρόμο (Διαδρόμια) ή Αλόννησο.

 

Η Αλόννησος βρίσκεται στη σκιά της Σκιάθου και της Σκοπέλου, αλλά αυτό δεν την έχει βλάψει καθόλου, διότι κρατάει την αυθεντική ομορφιά και την γνησιότητα των τοπίων της, πολύ περισσότερο από τα άλλα δυο γειτονικά νησιά.

Η θαλάσσια περιοχή της Αλοννήσου θεωρείται δίκαια ως μια από τις σημαντικότερες της Μεσογείου και τούτο διότι περιβάλλεται από 25 βραχόνησα κι ερημονησίδες που όλα μαζί συναποτελούν το σύμπλεγμα του Θαλάσσιου Πάρκου, ένα μοναδικό βιότοπο, ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, στον οποίο βρίσκει καταφύγιο η μεσογειακή φώκια. Επί πλέον εδώ βρίσκεται μια σημαντική αποικία  του γερακιού μαυροπετρίτη και του αιγαιόγλαρου (ειδικά στις θαυμάσιες κι εκπληκτικές σπηλιές των Σκάτζουρων και των γύρω βραχονησίδων). Στα δε Γιούρα ευδοκιμεί μια σπάνια ράτσα αίγαγρων που ωστόσο κυνηγιούνται ανελέητα. Αλλά στις θάλασσες της έχουν εντοπισθεί και πολλά ζωνοδέλφινα μα και κάμποσοι φυσητήρες.

Σε αυτή λοιπόν τη νησιώτικη αλυσίδα  η Αλόννησος είναι η μόνη κατοικημένη ζώνη, αν εξαιρέσουμε την Κυρα-Παναγιά, στην οποία εγκαταβιώνουν δυο μοναχοί και την Περιστέρα, όπου ζουν λίγοι κτηνοτρόφοι. Κάποτε ζούσαν τόσο στα Γιούρα, όσο και στα Σκάντζουρα, αρκετοί νησιώτες, ακόμη και στην Ψαθούρα έμεναν μόνιμα κάποιες οικογένειες.

 

Αρχαιολογικά η Αλόννησος και το συγκρότημα των νησιών που την περιβάλλουν έχουν να δείξουν τεράστιο και κυρίως αναποκάλυπτο πλούτο. Πολλοί λένε πως είναι το σπουδαιότερο νησί του Αιγαίου.

Η πρώτη ιστορική ανάγνωση ανάγεται στη νεολιθική εποχή, αλλά τα αρχαιολογικά ευρήματα επεκτείνονται σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Ρέκτης αρχαιολόγος που έκαμε σημαντικές έρευνες και αποκαλύψεις θεωρείται ο Δημήτριος Θεοχάρης που έχει πραγματοποιήσει και την αποκάλυψη της αρχαίας Ιωλκού. Δυστυχώς έφυγε νέος και οι έρευνές του έμειναν στη μέση.

Οχυρωμένα πολίσματα των κλασικών χρόνων έχουν βρεθεί στις τοποθεσίες Καστράκι και Άγιος Ιωάννης. Στον όρμο Τσουκαλιά έχουν γίνει επιφανειακές έρευνες κι έχει πιστοποιηθεί η ύπαρξη εκτεταμένων εργαστηριακών εγκαταστάσεων που έχουν σχέση με την κατασκευή αμφορέων. Τέλος στη νησίδα Άγιος Πέτρος, απέναντι από την Κυρα-Παναγιά, μπροστά στην είσοδο του όρμου, έχουν βρεθεί πολλά αρχιτεκτονικά λείψανα, σημαντικές ποσότητες κεραμικής, πήλινα και λίθινα ειδώλια, εργαλεία από κόκαλο, πέτρα και πυριτόλιθο, που όλα δείχνουν, κατά τον καθηγητή της Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Νίκο Ευστρατίου, ότι ολόκληρη η περιοχή συνιστά τον πρωιμότερο χρονολογικά οργανωμένο οικισμό του νησιωτικού Αιγαίου.

 

Ήρθε η ώρα όμως να περπατήσουμε, για να γνωρίσουμε τρεις από τις ωραιότερες και πιο γραφικές τοποθεσίες της Αλοννήσου.

Είχα την τύχη, εξ αιτίας της ιδιότητάς μου ως νομικού παραστάτη τόσο της Μεγίστης Λαύρας στις Β.Σποράδες, όσο και του Αλιευτικού Συνεταιρισμού Αλοννήσου, να περιηγηθώ κατ’ επανάληψη όλα τα ερημόνησα και να περπατήσω στα πιο δύσβατα κι απόκρημνα τοπία τους, αλλά και τις υπέροχες, απαράμιλλες κι ασυναγώνιστες ομορφιές της Αλοννήσου.

Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι πριν μερικά χρόνια διέσχισα την απόκρημνη πλαγιά των Γιούρων και βγήκε εκείνο το αφιέρωμα για το νησί του Κύκλωπα, (που δημοσιεύτηκε στο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ), με τη μεγάλη και βαθιά σπηλιά που θρυλείται ότι ανήκε στο κυκλώπειο γένος.

 

Με την Άννα ακοίμητο μάτι των κρυφών και ωραίων  μυστικών και το Θεόφιλο, συμπορευτή και συμπλωτήρα των ορεινών και των θαλάσσιων διαδρομών της Αλοννήσου, ξεκινήσαμε να εκκλησιαστούμε στις λειτουργικές πανδαισίες του νησιού, όπως αυτές αποκαλύπτονται μονάχα σ’ εκείνους που ενδίδουν στην περιπέτεια και στη διαρκή αναζήτηση της ομορφιάς και της  μυστικής εικονογραφίας.

Η πρώτη μας πορεία σχεδιάστηκε δίχως χάρτες και προγραμματισμό.

Η καλή μας μοίρα που ακούει στο όνομα Μαρία Καρακατσάνη μας περίμενε απ’ το πρωί με τις αχνιστές πίτες για να μας τονώσει το οδοιπορικό μας. Στο υπέροχο υπερυψωμένο μπαλκόνι της που βλέπει το λιμανάκι του Βότση κυματίζουν οι μυριστικές αύρες μιας τριπλής στριφτής Αλοννησόπιτας, έτσι όπως  μονάχα οι γυναίκες της Αλοννήσου ξέρουν να ζυμώνουν και να ψήνουν στο τηγάνι. Καλοψημένο ζυμάρι, μπόλικη φέτα άριστης ποιότητας και ξεροψημένη νοστιμάδα εκλεκτής χειροπλαστικής.

Η θέα από το μπαλκόνι μας, με πρώτο πλάνο τον όρμο του Βότση, αξεπέραστη. Σε δεύτερο πλάνο η Χώρα, σκαρφαλωμένη στην κορυφή ενός ήπιου λόφου, κάτω από τον ορεινό όγκο του Καλόβουλου. Μας συνοδεύουν ζεστό καφεδάκι φρεσκοκομμένο, μέλι θυμαρίσιο και κουλουράκια με κανέλα, της Μαρίας, μαζί με την απόλυτη γαλήνη που τη διακόπτουν οι κορφάδες των πεύκων, καθώς μονομιλούν σαν τις γριές κουτσομπόλες πάνω από το κεφάλι μας.

Ύστερα πήραμε το βελονόσπαρτο μονοπάτι για τις Σπαρτίνες. Θα περπατήσουμε τη διαγώνιο του νησιού, στο λεπτότερο σημείο  που ενώνει τις δυο θάλασσες, ανατολής και δύσης, από τις Σπαρτίνες δηλαδή ως τα Τσουκάλια.

Τι είναι όμως αυτές οι Σπαρτίνες; Είν’ ευτυχώς ακόμη ένας απρόσβατος, τριπλός, σπάνιας φυσικής τεχνοτροπίας γιαλός που βλέπει στην ανατολή και ειν’ αρματωμένος από πεύκα μέχρι τους γκρεμούς των ασβεστολιθικών του πετρωμάτων. Και λέω απρόσβατος, γιατί δεν κατεβαίνει δρόμος ούτε φυσικά έχει διαφθαρεί το σημείο από μουσικές άλλες, εκτός από τις δαρτές κυματωσιές του πελάγου.

Παίρνουμε πίσω από το σπίτι, δίπλα στο Ελικοδρόμιο, έναν ολοτρύφερο τάπητα μονοπατιού, φαρδύ όσο ένας καρόδρομος, από βελούδινο τρίχωμα που είναι σπαρμένος με στρώσεις πευκοβελόνων.

Σε δέκα λεπτά πορείας και μόνο μέσα από το δάσος, γυαλίζει ένα κομμάτι σμαραγδιού που όλο και διαστέλλεται μοσχοβολώντας ιώδιο από μια σπάνια κάτοψη.

Βγαίνουμε σε μια βοτσαλωτή, κάτασπρη και παρθένα ακτή που κλείνεται από ολόλευκα βράχια.

Παρά ταύτα δε μένουμε ούτε λεπτό. Κάνουμε αναστροφή, σταματάμε το χρόνο κι ανηφορίζουμε προς τα εκεί από που ήρθαμε.

Σε δέκα λεπτά πιάνουμε τον τσιμεντόδρομο που σε επτακόσια μέτρα βγαίνει στην άσφαλτο. Είναι ο άξονας της Αλοννήσου που συνδέει τη Χώρα με το λιμάνι με τον Γέρακα. Τον ακολουθούμε για εκατό μέτρα κι έπειτα στρίβουμε αριστερά, στο δρόμο που δείχνει η πινακίδα για Τσουκάλια και Αγίους Αναργύρους.

Ο ασφαλτόδρομος ανηφορίζει για λίγο κι ύστερα πιάνει τον κατήφορο. Σε επτά λεπτά βλέπουμε αριστερά μας ένα χωματόδρομο που οδηγεί στο Μέγα Νερό. Εμείς συνεχίζουμε ευθεία και σε λίγο, πάνω στο τέταρτο, βλέπουμε άλλη μια, την τελευταία παράκαμψη, σε χωματόδρομο, που οδηγεί στην εξωτική θέση των Αγίων Αναργύρων, ίσως τον πιο εντυπωσιακό άμβωνα της Αλοννήσου που βλέπει τη δύση.

Ελιές, πεύκα, φτέρες και βατιές διαστίζουν το τοπίο αποδώ κι από κεί. Σε τρία τέταρτα, από την ακτή των Σπαρτίνων,  ξαναβλέπουμε θάλασσα, από τη μεριά της δύσης. Είναι η παραλία των Τσουκαλιών, όπου, καθώς είναι γνωστό, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος με τα εργαστήρια κατασκευής αμφορέων.

Αριστερά του βοτσαλόστρωτου γιαλού ξεδοντιασμένος βόσκει ένας τριώροφος πυργόσχημος ανεμόμυλος, με τα βαρδάλια του σκισμένα. Από κάτω λειτουργεί μικρό αναψυκτήριο. Και δεξιά περιφραγμένος ολόγυμνος χώρος που πυρώνει από την κοκκινίλα της διάστρωτης γαίας. Διάσπαρτη από κεραμικά θραύσματα αγγείων, αμφορέων και …τσουκαλιών. Άγνωστης εποχής και προέλευσης, για μας. Αλλά για τους αρχαιολόγους είναι, όπως λένε, το μοναδικό αρχαίο εργαστήρι αμφορέων στην επικράτεια του Αιγαίου.

Σπαρτίνες – Τσουκάλια, δυόμιση χιλιόμετρα, διάρκειας τριών τετάρτων, για να ενώσει κανένας τις δυο θάλασσες, της Ανατολής και της Δύσης…

Από τα Τσουκάλια ανηφορίζουμε μέχρι να βρούμε τον χωματόδρομο που στρίβει αριστερά μας για τους Αγίους Αναργύρους. Τον ακολουθούμε μέχρι να τελειώσει ύστερα από ενάμιση χιλιόμετρο μπροστά σε ένα ερημικό σπίτι, που σφραγίζεται με καγκελόπορτα

Πλάι από το σπίτι αρχίζει δασικό μονοπάτι με δυτική κατεύθυνση. Ύστερα από οκτάλεπτο περπάτημα φτάνουμε σε μια εξωτική θέση, έναν πρόβολο μαγικό, ενενηνταπέντε μέτρα πάνω από τη θάλασσα που αγναντεύει το πέλαγο. Είναι μια κάτοψη του απότομου κρημνού, διάχυτη από δασωμένα πρανή, με διάστρωτη βοτσαλωτή κι απρόσβατη παραλία,  βραχοσπηλιές και πεύκα που αγγίζουν τη θάλασσα.

Εκεί ξεφυτρώνουν δυο πέτρινα εξωκλήσια, ένα παλιό κι ένα καινούργιο, κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής. Ο γύρω χώρος διανθίζεται από σκληρόφυλλα πουρνάρια, φιλίκια κι αγριοσυκιές.

Ο ναός, σύμφωνα με την αρχαιολόγο Ασπασία Ντίνα, της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ανήκει στον τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς με τρούλο, το τύμπανο του οποίου είναι σχετικά χαμηλό και κοσμείται με εγχάρακτα φυτικά μοτίβα. Η στέγη αποτελείται από σχιστολιθικές πλάκες. Η κόγχη του ιερού είναι ημικυκλική. Στον περιβάλλοντα χώρο σώζονται λείψανα κτισμάτων, τα οποία προφανώς ανήκουν στο μοναστηριακό συγκρότημα.

Γύρω από το προαύλιο του ξωκλησιού και πάνω στο ωραίο χτιστό πεζούλι του ευλαβούνται στην ελληνική φύση αρκετοί αλλοδαποί, οι οποίοι στη συνέχεια ακολουθούν την πορεία που χαράζει ένα μονοπάτι με βορειοανατολική κατεύθυνση για το Τουρκονέρι.

Το ακολουθούμε κι εμείς. Στενό κι ιδιαίτερα κατηφορικό δασικό μονοπάτι ύστερα από οκτώ λεπτά πορείας μας φέρνει στην πύλη ενός εξωτικού σπιτιού που αποκαλύπτεται στο απότομο πρανές μιας πλαγιάς. Εκεί φτάνει και δασικός δρόμος που διασχίζει το δάσος των Αγίων Αναργύρων.

Το Τουρκονέρι, (η ονομασία οφείλεται στη θέση από όπου εφοδιάζονταν με νερό οι Τούρκοι), είναι μια μικρή βοτσαλιά, πίσω από την οποία και μετά την ανατολική βραχώδη ακτογραμμή εμφανίζονται δυο άλλες μικρές αμμουδερές λεκάνες. Υπάρχει ξύλινο κιόσκι. Ο δρόμος που φτάνει ως εδώ συνεχίζει ανηφορίζοντας ως την άκρη του δασικού συμπλέγματος, σε σημείο από το οποίο άλλο μονοπάτι, με δυτική κατεύθυνση, ενώνει την κυκλική διαδρομή των Αγίων Αναργύρων.

Πριν αποχωρήσουμε διακρίνουμε λίγους αίγαγρους που περιφέρονται στα βράχια ή κρυμμένους πίσω από τις αγριλιές.

 

Tο επόμενο πρωί κατηφορίζουμε ως την πλακόστρωτη με μελιά κεραμικά πλακάκια παραλία του Βότση. Εδώ βρίσκεται το ψαρολίμανο της Αλοννήσου. Ευρύχωρο, περιποιημένο και απόλυτα προστατευμένο από όλους τους καιρούς. Δίπλα του ο κάβος του Βερώνη και αμέσως δυτικότερα ο όρμος του Ρουσούμ Γιαλού (από το όνομα τούρκου τσιφλικά). Στον μυχό του όρμου δεσπόζει πανύψηλη βραχοσπηλιά, ενώ από τα απόκρημνα πρανή των ασβεστολιθικών πετρωμάτων της γατζώνονται τούφες από ανθισμένη κάππαρη.

Η ακτή Βότση πήρε το όνομά της από τον υποπλοίαρχο Ν. Βότση τον ήρωα του ναυτικού αγώνα που ανατίναξε μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, το 1916, το τουρκικό θωρηκτό “Φετίχ Μπουλέντ”.

Αργά το απόγεμα θα πάρουμε τον ανήφορο για το παλιό Χωριό. Είναι μια όαση ψυχής και ματιών η περιπλάνηση στη Χώρα, αυτή  την εποχή που δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανένας.

Η Αλόννησος είναι κτισμένη επάνω σε μια ράχη πετρώδη, με λίγα δέντρα, πάνω στην οποία στριμώχνεται το χωριό, με εξήντα ως εβδομήντα σπίτια, περιτειχισμένα  μέσα σε μεσαιωνικό τείχος.

Μέσα στο Χωριό σώζονται πέντε ναοί σε καλή κατάσταση, και συγκεκριμένα ο πιο εντυπωσιακός ναός της Γεννήσεως του Χριστού, μονοκάμαρος και σταυροειδής, ο ναός του Αγίου Αθανασίου με τρία τυφλά αψιδώματα, ο ναός του Αγίου Γεωργίου, μονόκλιτος και καμαροσκεπής, ο ναός του Αγίου Δημητρίου, σταυρεπίστεγος, με εγκάρσια καμάρα κι ο ναός του Αγίου Νικολάου που έχει αντικατασταθεί με καινούργιο, αφού ο παλιός αποτελούνταν από δίδυμους καμαροσκέπαστους που επικοινωνούσαν με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα.

Διασχίζουμε κάθετα και οριζόντια το Χωριό και βγαίνουμε στο έσχατο μπαλκόνι, από όπου χαζεύουμε το Μουρτιά, τη Σκόπελο, καθώς και την οριζόντια διατομή του μονοπατιού που σε λίγο θα πάρουμε για να κορυφωθούμε στον Καλόβουλο, το απέναντι από το Χωριό βουναλάκι.

Κατηφορίζουμε ως το δρόμο κι από κει οδοιπορούμε ως το Κοιμητήρι. Αρχικά βαδίζουμε επάνω στον χωματόδρομο μέχρι να στρίψει απότομα ο τελευταίος για τον Μικρό Μουρτιά.

Δεξιά της πορείας μας υπάρχει πινακίδα με την ένδειξη 2 και αρχή καλντεριμιού που κρατάει για τριάντα μέτρα. Ύστερα το μονοπάτι γίνεται τυπικά δασικό κι ανηφορίζει ήπια με κατεύθυνση νότια. Ανοίγουμε συρμάτινο πορτάκι και προχωράμε ανάμεσα από πουρνάρια, ρείκια, κουμαριές και λαδανιές. Σιγά – σιγά μπαίνουμε σε δάσος αιωνόβιας τραχείας πεύκης, με το βλέμμα πάντα να είναι καρφωμένο στην ανατολή, όπου, όσο ανηφορίζουμε τόσο καλύτερα ζωγραφίζεται η εικόνα ενός πλεούμενου χωριού μέσα στο πέλαγο. Πίσω του συνωθούνται τα άλλα νησάκια, η Περιστέρα, τα Δυο Νησιά και τα Σκάντζουρα, λίγο νοτιότερα ενώ στο βάθος μοιάζει ν’ αναδύεται ένα oυράνιο μενεξελί χαλί που εξοικειώνει τη γη με το άπειρο εξοπλίζοντας την ατμόσφαιρα με την υποψία ενός ραγισμένου φέγγους

Θα φτάσουμε σε αυχένα με λιθοσωρούς (υψόμετρο 295 μ.) κι ερειπωμένα κυκλικά κτίσματα άγνωστης ταυτότητας που ωστόσο θυμίζουν ταμπούρια. Το μονοπάτι αλλάζει κατεύθυνση, κινείται πια βόρεια, μέσα από κακοτράχαλο διάδρομο σπαρμένο κοφτές λιθόπετρες.

Φτάνουμε στο κολωνάκι της κορυφής (325 μέτρα) ύστερα από 45 λεπτά ανάβαση.

Λίγα μέτρα χαμηλότερα από την κορυφή με νότια πρόσοψη που αντικρίζει το δίαυλο Σκοπέλου – Αλοννήσου ένα κιόσκι μαζεύει όλα τα λεφτά της διαδρομής και ίσως όλης της ορεινής μορφολογίας του νησιού.

Επιστρέφοντας από τα ίδια, κάτω από ένα ιδιότυπο βιολετί καρδιοχτύπι, χάνουμε αυγά και καλάθια: Στα βάθη της ανατολής έρπει μια αμφίβολη λάμψη, σα στήλη γαλάζιου καπνού  που διαχέεται με φωτεινές συρμάτινες σπείρες,  καθώς αναβλύζουν τα ολόχρυσα πλοκάμια του φεγγαριού από τα μέρη της Μικρασίας.

Στο κάτω μέρος της γαλάζιας κι αόριστης αυτής παντοχαράς κουρνιάζει το Χωριό, με τα κρεμασμένα σπιτάκια του πάνω στη ράχη του τείχους, κι είναι σα να πλέει μετέωρο ανάμεσα ουρανού και ονείρου.

Επικίνδυνη θέα για την ψυχή και τα μάτια…

 

Την τρίτη μέρα θα κινηθούμε περισσότερο με το αμάξι για να εμπεδώσουμε καλύτερα όλες τις ανισοϋψείς ζυμώσεις των δαντελένιων ακτών της Αλοννήσου.

Πρώτα απ’ όλα θα κατηφορίσουμε, από μιαν υπέροχη διαδρομή 1.700 μέτρων, ως τη Μηλιά Γιαλό, τον κατά την άποψη μου ωραιότερο γιαλό της Αλοννήσου.

Θα αφήσουμε τον κεντρικό οδικό άξονα Πατητήρι – Γέρακας, για να επισκεφθούμε τους τέσσερις από τους πολλούς γραφικούς όρμους – γιαλούς, όπως τους ονομάζουν εδώ στην Αλόννησο.

Ύστερα θα ανηφορίσουμε περνώντας διαδοχικά στρώματα πευκοδασών, τα οποία έχουν μισοκαταστραφεί από τον χιονιά του 2016, για να φτάσουμε στο Κοκκινόκαστρο, μια ξεχωριστή τοποθεσία της Αλοννήσου, για την οποία λέγονται – και στην οποία φαίνονται – πολλά.

Το Κοκκινόκαστρο είναι ένας μακρόστενος τριγωνικός βράχος, και κάποτε μια πολιτεία που καταποντίστηκε. Ίσως εδώ να βρίσκονται τα μυστικά της αρχαίας Ικου. Το χαρακτηριστικά ερυθρό χρώμα της νησίδας που απέμεινε, μετά τον καταποντισμό τμήματος της μικρής χερσονήσου, οφείλεται στο μαλακό, ασταθές κι ερυθρογενές έδαφος της περιοχής αυτής που συνετέλεσε στον καταποντισμό της. Στη ράχη της χερσονήσου υπήρχε καλοχτισμένο τείχος που βυθίστηκε μαζί με το κομμάτι που ενώνει τη βραχονησίδα με τ’ όνομα Κοκκινονήσι με το οποίο αποτελούσε ενιαίο τμήμα της αρχαίας πόλης. Μεγάλο μέρος λοιπόν από την αρχαία πόλη με το τείχος της είναι θαμμένα στο βυθό της παραλίας, ελάχιστα μέτρα από τη ακτή.

Με την Άννα δοκιμάζουμε να εισχωρήσουμε στο κτήμα …. Από τη μεριά που τελειώνουν – ή αρχίζουν – τα υπολείμματα της τειχισμένης πόλης διακρίνουμε ένα κοκκινωπό σαμάρι – μια γυμνή ράχη – που αποτελεί το δίαυλο της χαμένης πόλης, δεξιά κι αριστερά από το οποίο αποκαλύπτονται οι δυο αμμουδερές παραλίες της αρχαίας πόλης.

Είναι μια ασυνήθιστη εικόνα περιωπής, καμωμένη από πορφυρές αποχρώσεις και διανθισμένη από δυο θάλασσες που μοιάζουν να τυλίγουν ή να προστατεύουν το υπερυψωμένο κάστρο.

Από το Κοκκινόκαστρο θα πάρουμε το δρόμο για τη Χρυσή Μηλιά. Εδώ βρίσκεται η μοναδική ίσως αμμουδιά, ασυνήθιστα ρηχή, που τη στεφανώνουν πευκοδάση με σχοίνα, αγριλιές και κουμαριές, τα οποία της εξασφαλίζουν ζωγραφιστή σκιά ρίχνοντας μέσα στο ξανθό αμμουδερό της υπόστρωμα εκπληκτικές αντανακλάσεις των κλάδων και των φυλλωμάτων τους.

Από τη Χρυσή Μηλιά θα βρεθούμε στον Τζώρτζη Γιαλό, έναν βαθύ αμμουδερό όρμο, με ολόχρυσα νερά διαποτισμένα από τούφες εκπληκτικής ποσειδωνίας.

Ο δρόμος θα συνεχίσει μέχρι να τερματίσει τη δαντελωτή του δοκιμασία στη βοτσαλωτή ακτή του Λεφτού Γιαλού, στην οποία λειτουργούν δυο εξαιρετικές ταβέρνες, με γυναίκες που πλάθουν και ψήνουν ντόπιες χωριάτικες πίτες.

Επιστρέφουμε στον άξονα του δρόμου που οδηγεί στον Γέρακα. Θα ξαναστρίψουμε ύστερα από λίγα χιλιόμετρα δεξιά, αφήνοντας το δρόμο για τον Γέρακα, με στόχο τον Άγιο Πέτρο, τη Στενή Βάλα και τον Αη-Δημήτρη.

Είναι αλήθεια ότι οι δρόμοι στην Αλόννησο έχουν σχεδιαστεί με κριτήριο και προοπτική την αξιοποίηση της φυσικής ομορφιάς του τοπίου, την οικονομία της γης και την παραγωγική της αναγκαιότητα.

Κατηφορίζοντας προς Στενή Βάλα έχουμε την αίσθηση ότι προσγειωνόμαστε σε κάποιον μαγικό πλανήτη. Οι τρεις διαφορετικές ακτές σηματοδοτούν την ομορφιά αλλά και την πολυχρωμία του νησιού, ως προς το θαλασσινό του υπόβαθρο. Ο Άγιος Πέτρος είναι ένας  μικρός κλειστός ορμίσκος, η Στενή Βάλα, μια στενή λωρίδα (στόμιο) θάλασσας μέσα στη σούδα της γης, όπως το λέει κι η λέξη κι ο Αη-Δημήτρης μια κατάλευκη γλώσσα βοτσαλωτής στεριάς που βυθίζεται προκλητικά στη μήτρα της θάλασσας.

Από τον Αη-Δημήτρη θ’ ανηφορίσουμε από παρακαμπτήριο μέσω του Μουρτερού για τον οδικό άξονα του Γέρακα, ο οποίος πια θα ιππεύσει το νησί, για να κινηθεί πάνω στην κεφάλωσή του, σε μια διαδρομή σπάνιας και μοναδικής φυσικής ενατένισης του πολύκλαδου συμπλέγματος των ερημονησίδων.

Θ’ αποκαλυφθεί, ενόσο θα οδηγούμε, και θα πραγματοποιούμε φυσικά με την Άννα αλλεπάλληλες στάσεις – θεάσεις το μεγαλειώδες θέαμα του αρχιπέλαγου που από δω πάνω παίρνει δραματικές διαστάσεις, καθώς πυκνώνουν οι θαλασσινοί δρόμοι και ανοίγει την αυλαία του ο φωτοστέφανος μιας πανδαισίας.

Το ακρωτήρι της Λεχούσας, ένα μακρυνάρι πέτρινης ύλης, το στενό της Περιστέρας, με τον “Βασιλικό” του κόλπο και το Παλιοφάναρο, ο ρωμαλέος όγκος της Κυρα-Παναγιάς και πίσω της ακριβώς ο πιο στιβαρός, ορεινός κάλυκας των Γιούρων, διαμελίζουν τη βόρεια πλευρά των Σποραδόνησων, ενώ πιο ανατολικά, ίσα που φεγγρίζει, ο μοναχικός, μακρινός μίσχος του Πιπεριού. Όλα αυτά δεν θα είχαν αισθητική αξία, αν η θέση, από την οποία τα αντικρίζουμε μαγεμένοι με την Αννα, δεν τα ωραιοποιούσαν, μεγαλοποιώντας κάθε χαμηλή τους όψη, οι θολοί θαλασσινοί ορίζοντες.

Εγώ θα πάρω το μονοπάτι που ξεκινάει απ’ το δεξί πρανές της τεχνητής λίμνης προς τον Αη-Δημήτρη, σφιχτό και ιδιαίτερα κατηφορικό που προσφέρει ευχάριστη καταβύθιση στον κυκεώνα της ακτογραμμής.

Περνάω ένα ρεματάκι, οι κουμαριές θεριεύουν, τα σχίνα τσαρπαλώνουν τα ρούχα μου κι οι αριές με το βαρύ τους φορτίο σκιάζουν υπέροχα τη διαδρομή μου.

Τώρα έχει βγει στο μεϊντάνι κι η ακρογωνιαία μύτη του Αη-Δημήτρη που φαντάζει σαν ένας μοναχικός εξωτικός πόλος που πλέει μονάχος στο μέσο στενό της Περιστέρας.

Δεν αργώ να βγω σε δρόμο πάνω από βίλες αλλοδαπών και να πάρει χρώμα και μαγική υπόσταση ο βυθός της ακτογραμμής.

 

Θα συνεχίσουμε με την Άννα, αφού με παραλάβει από τον Αη-Δημήτρη, προς το υπόλοιπο της διαδρομής μας για τον Γέρακα. Σημειωτέον ότι εκτός από το μονοπάτι για τον Αη-Δημήτρη, κάτω από το φράγμα ξεκινάει και το μονοπάτι της πανέμορφης διάσχισης του μοναδικού φαραγγιού του νησιού, το Καστανόρεμα.

Θα χρειαστούμε περίπου άλλα δώδεκα χιλιόμετρα για να προσεγγίσουμε τον όρμο του Γέρακα. Εκεί, μέσα στην απόλυτη ερημιά του εκρηχτικά γαλήνιου τοπίου, θα συναντήσουμε μονάχα έναν ψαρά που όρθιος στο κατάστρωμα του καϊκιού νετάρει τα δίχτυα του. Είναι ο πρώην πρόεδρος του Αλιευτικού Συνεταιρισμού, Δημήτρης Καλογιάννης, που θα μας προσφέρει, με τη στάση του δυο – τρεις ωραίες φωτογραφίες.

Ύστερα θα τραβήξουμε για το γιαλό, όπου έχει την καντίνα του ένας Καβαλιώτης ψαράς με τη γυναίκα του. Θα μας προσφέρει τσίπουρο, συνοδεύοντάς το με βρασμένες φτέρες και τουρσί.

Θα πούμε πολλά, αλλά εκείνο που θα μας εντυπωσιάσει είναι η πληροφορία για τους δυο αλλοδαπούς που ήρθαν ποιος ξέρει από ποια μακρινά μέρη με σκοπό να δαμάσουν το μονοπάτι της Ανάληψης.

Μας λέει ότι φέτος λειτούργησε για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια κι ότι το μονοπάτι καθαρίστηκε και είναι ανεκτά βατό.

 

Το μοναστήρι της Ανάληψης είναι χτισμένο στη μέση μιας απόκρημνης πλαγιάς. Λένε πως χτίστηκε τον 17ο αιώνα από καλόγερους που ήταν ταγμένοι στην απόλυτη ιδέα του αυστηρού μοναχισμού.

Αυτό το μονοπάτι επιχείρησαν να πάρουν από το πρωί δυο μοναχικοί αλλοδαποί ορειβάτες, που άφησαν το αμάξι τους δίπλα από την καντίνα και δεν έχουν ακόμη επιστρέψει.

Ίσως τους βρήκε η μαγεία και το θαύμα ή έχασαν τον γήινο προσανατολισμό τους πετώντας στα ουράνια της Αλοννησιώτικης υπεραξίας.

Ζήλεψα είναι αλήθεια, γιατί κι άλλη φορά επιχείρησα να το διασχίσω αλλά στάθηκε αδύνατη η προσέγγισή του.

 

 

 

 

Κυρα-Παναγιά  –  Μποτίλια στο πέλαγος 

Ταξίδι στο Πελαγονήσι με τη «Γοργόνα» και τον Πάκη

 

Tην τέταρτη μέρα της διαμονής μας στην Αλόννησο θα μας δεχτεί στο σκάφος του ο καλός φίλος Πάκης Αθανασίου, που θα μας ξεναγήσει στο μικρό αρχιπέλαγος των Βορείων Σποράδων.

Εν αρχή λοιπόν η Κυρα-Παναγιά. Νησί στη μέση του πελάγου. Εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία της Μεγίστης Λαύρας. Μ’ ένα άσπιλο και διαρκές φωτοστέφανο να επικυρώνει τα γαλάζια και πράσινα νερά του Αιγαίου.

Ύστερα έρχεται η “Γοργόνα”. Όμορφο σκαρί ολόξυλο μες στο μίνιο, την πορφύρα και την μπλε μπογιά.

Και τέλος ο τιμονιέρης, ο θαλασσόλυκος. Πολύμητις,  στοχαστικός, νευρώδης, μα και δύσπιστος. Ένας Οδυσσέας παντός καιρού δηλαδή.

Αχνίζει ο ήλιος από αστραφτερές αναθυμιάσεις. Ο ουρανός, ίδιος ατσάλι, δίχως κοφτήρες, επικυρώνει την ελπίδα μιας δυνατής μέρας.  Κι η ευεργεσία μιας ζεφύριας πνοής έρχεται να ευοδώσει το αξιόπλοο ταξίδι μας.

Σιγά – σιγά και καθώς βγαίνει το τρεχαντήρι από το Πατητήρι, αρχίζω να οσμίζομαι τις ευωδιές της ζωής, την άρμη, το χρώμα και την αυθεντία του αληθινού ταξιδιού.

 

Κι επειδή ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων επάνω στη γη, αλλά και η ψυχή από την οποία πηγάζει η αξιοσύνη, ο νους και το ταλέντο, άρρηκτες προϋποθέσεις για το ελληνικό “ταξίδι”, από αυτόν αρχίζουν και με αυτόν τελειώνουν όλα.

Μαζεύει λοιπόν ο καπετάνιος τα σκοινιά και την άγκυρα. Σκορπάει λέξεις ναυτικές, πλεούμενες. Πλευρίζει τις ψυχές των ταξιδευτών του, που κρατάνε από  χώρες της Δύσης και του Βορρά, τις ξεντύνει από τα περιττά και τις ντύνει με θρύλους μεσογειακούς.

Χειροτονεί το κύμα και τον άνεμο. Καταστρώνει, με εργαλείο το λόγο, ένα “ταξίδι” γεμάτο περιπέτεια. Ένα ταξίδι βαθιά μέσα στο μύθο και στην προϊστορία (1).

Εκφράζεται με σιωπές κι αρχοντικά νεύματα, καθώς περνάει τον κάβο της Μηλιάς και το Κοκκινόκαστρο. Δεσπόζει στο κατάστρωμα, χειρονομεί εξίσου στο μπόντζι και στο αντιμάμαλο, εξουσιάζει θυμούς, αφρόνερα και πάθη.

Ανάμεσα από δυο λυγμούς της θάλασσας σφηνώνει την ήρεμη κυριαρχία του λόγου του.

Περνώντας έξω από τη Στενή Βάλα νεύει στους πέντε ανέμους, πριν κάνει την πρώτη στάση στον Αϊ-Δημήτρη, όπου αγκυροβολεί πάνω απ’ τη συρτή βοτσαλιά του μικροκάβου και δίνει το πρόσταγμα για μια εναέρια βουτιά στα οινοπνευματί νερά.

Ύστερα ξαναπιάνει τη ρότα της ακτογραμμής και βγαίνει από το Παλιοφάναρο στο ανοιχτό πέλαγο συναντώντας αλλοπρόσαλλες διευθύνσεις ανέμων και κυμάτων.

Θολοί και στιβαροί όγκοι ξαμώνουν από παντού. Λεχούσα, Φαγγρού, Πελαγονήσι, Γιούρα και Πιπέρι.

Τα μαλλιά του καπετάνιου φουσκώνουν και παίρνουν το σχήμα του Προφήτη Ηλία, καθώς βγαίνει απ’ τ’ ακρωτήρι κι ο μαΐστρος μας χτενίζει το στήθος.

Η θάλασσα το χαβά της. Με γαλάζιες πέρλες ντύνει τα κύματα και μοσχοβολάει το στιλπνό και φανελένιο της ρούχο, ρούχο υφασμένο από γνήσιο καμβά αρμύρας και ιώδιου.

Στο μεταξύ ο οικολόγος καπετάνιος αρχίζει την ξενάγηση. Με απτά θαλασσινά λόγια και σε άπταιστα εγγλέζικα υποτάζει το θέμα του σα ν’ απομαγεύει το κύμα και να  το ηρεμεί.

Ο λόγος του διασχίζει θάλασσες και στεριές, αφηγείται κύμα το κύμα την περιπέτεια της θαλασσινής αρμάδας των νησιών.

Ξετυλίγοντας ως δια μαγείας όλα τα μυστικά των Σποράδων βγαίνουν στην επιφάνεια σπηλιές και φώκιες, κάβοι κι αραξοβόλια, μικρά μοναστηράκια, γλάροι και καλλικατζούνες.

Eνας βράχος έρχεται να φράξει τη ρότα της Γοργόνας. Τον λένε Φαγγρού ή Πελέρισσα. Συγκαιρινό κι αρχαιόπρεπο όνομα.

Ξοδεύονται οι όρμοι κι αποκαλύπτονται καθεδρικοί των βράχων  πάνω απ’ το κύμα, παλιές  τοιχοποιίες και θραύσματα μνήμης και ιστορίας.

Ο λόγος του καπετάνιου λειαίνει τις εσοχές και τα ύφαλα του Αη-Πέτρου, κι αφού κολυμπήσουμε στα τυρκουάζ νερά του θα μας προσφέρει σίτον και οίνον, πριν μαζέψει την άγκυρα γι άλλα μικροθαύματα.

Γυροφέρνει το νησιδάκι τ’ Αϊ-Πέτρου με τους τάφους και τα σπάνια ευρήματα που φράζει τον κόλπο και τραβάει πια για τα μελανόπτερα βράχια της Μεγάλης Κυράς.

Στο βάθος ξαμώνει ένα μοναχικό Πιπέρι, η τραχιά τομή των Γιούρων κι η χαμηλή θωριά του Παππού με την τόση δα εκκλησούλα της Ευαγγελίστριας.

Ολοπέτρινοι καταρράχτες μας συνοδεύουν σε όλη την ανατολική κοψιά της Κυρα-Παναγιάς. Βουτηχτάδες κορμοράνοι και κυνηγοί αιγαιόγλαροι, προμηθεύουν εικόνες για ένα πέλαγος εν κινήσει.

Τριγυρνάμε την ακτογραμμή της Κυρα-Παναγιάς. Με άξονα τον ήλιο του μεσημεριού προσπερνάμε τους χαμηλούς λόφους, τις σκούρες κιονοστοιχίες της βραχοτομής, τον κυματισμό, το μέτωπο του αέρα με τις ζωφόρες του αύρες και τα ωραία περιστύλια των κάβων με τα ζωηρά αετώματα που φιλοτεχνεί κι υποθάλπει ο μπερμπάντης αίολος.

Πιάνουμε τον κάβο Μαλάμη. Πίσω από τον όρμο της Παναγιάς ξεκορμίζουν πενηνταπέντε εναέρια σκαλοπάτια που μας ανεβάζουν στον ουράνιο θόλο της μοναστικής ζωής.

Παρατηρούμε ανηφορίζοντας αυτό το ξεχωριστό φαινόμενο των λυγισμένων πουρναριών, θύματα του κόφτη αγέρα. Έπειτα εισχωρούμε στην επικράτεια του μοναστηριού. Στους άγιους χώρους μιας απόκοσμης κι ιερής γαλήνης.

Μπαίνοντας καιροφυλαχτεί ο βαρύς ίσκιος του Χαρίτωνα, μιας μοναχικής κι αλύγιστης καρδιάς.

“Κάπου σε ξέρω εσένα”, μου αποτείνει το λόγο.

“Μπορεί από τη Λαύρα” του κάνω.

“Μα ναι, δεν ήσουνα ο νομικός της Λαύρας;”

“Καλά θυμάσαι”, του λέω και με τραβάει απ’ το μανίκι για να με μπάσει κατευθείαν στο αρχονταρίκι. Εκεί, σ’ ένα ιδιόχωρο μαγερειό, με καθίζει στο σκαμνί, τραβάει μια μποτίλια τσίπουρο και με τρατάρει ένα σφηνάκι.

“Αϊ-Λαυρίτικο είναι, πατέντα των μοναχών του Ορους”…

Η μποτίλια, ίδια με κείνη του αείμνηστου Καβούρα, δε με μεθά, αλλά με ανεβάζει τρεις στροφές πάνω από την πλάνη. Του λέω “θέλω να βγω ν’ αγναντέψω το Πιπέρι, να δω πού μόνασε ο Kαισάριος Δαπόντες”, και μου λέει “τράβα ως την άκρη του γκρεμού, έχω φτιάξει έναν εξώστη μονάχα για θεούς”… (ύβρις ή υπερβολή;) …“από κει θ’ αγναντέψεις ολόκληρο το πέλαγο του θεού” αποκαθιστώντας, με τα τελευταία του λόγια, τη θεία τάξη.

Ακολουθώ τη συμβουλή του, ανοίγω το πορτέλι της μονής, κι ύστερα από πενήντα μέτρα βρίσκομαι στη βόρεια αιχμή της στεριάς, κατάντικρυ του απόρθητου Αιγαίου και σύγκαιρα αναλογίζομαι πώς ο άνθρωπος έχασε το μέτρο της ζωής κι έβαλε “άλλα” σημάδια να του δείχνουν μια πορεία  “σατανική”…

Η εικόνα από τα βόρεια γκρεμνά της Κυρα-Παναγιάς καταπάνω στο Πιπέρι και τα Γιούρα με το Στρογγυλό και τον Παππού στη μέση, αλλά και πιο βαθιά, ως το φάρο της Ψαθούρας, τον Αθωνα κι ίσαμε την αθανασία της ψυχής, ολοκληρώνουν τον κύκλο μιας φύσει και θέσει ευδαιμονίας…

Με κοιτά καχύποπτα ο Χαρίτωνας όταν του ζητώ να μου πει πού έχουν αποθηκεύσει εκείνες τις νάρκες από τον Δεύτερο Πόλεμο και μου δείχνει αόριστα ένα σκουπιδαριό, όταν άξαφνα μου πετά την πρόταση:

“Εσύ πρέπει νάρθεις να μείνεις εδώ κανα-μήνα, ν’ αποθρησκευτείς άνθρωπε, από τέτοια δαιμόνια που κουβαλάς”…

Δεν κατάλαβα τι εννοούσε ο μοναχός, αλλά του υποσχέθηκα πως θάρθω, με την πρώτη ευκαιρία, μαζί με το Θεόφιλο, ν’ αφουγκραστούμε τα καινά δαιμόνια της νέας ηθικής των πραγμάτων…

Έφυγα με μια μποτίλια τσίπουρο, δώρο του Χαρίτωνα, ενώ οι άλλοι είχαν ήδη κατηφορίσει το χωμάτινο στρατί για την αποβάθρα όπου είχε αράξει η “Γοργόνα”.

 

Η Μονή της Κυρα-Παναγιάς είναι όντως ένα αντιστύλι της καθαρής ορθοδοξίας στον πελαγίσιο στρόβιλο των παθών και λέω νάρθουμε κάποια μέρα με το Θεόφιλο ν’ αποκαθαρθούμε στα νάματα της νέας αισθητικής.

Σαλπάραμε για Περιστέρα. Σάλταρε το κύμα μια σπιθαμή, φτέρωσε ο άνεμος, αντιστάθηκε το πηδάλιο, ο κυβερνήτης όρθιος απάνω στην καβάτζα του – την τιμονιέρα -, να συγκρατεί τη “Γοργόνα” του ίσαμε που θα παρακάμψει το Παλιοφάναρο για να μπει σε νερά γαληνεμένα.

Πλώρισε την Περιστέρα που οι ντόπιοι τη λένε και Ξηρό, ζύγωσε το Ναυάγιο κι έριξε την άγκυρα δυο απλωτές από το νέο βουλιαγμένο κουφάρι.

Βούτηξαν οι λευκώλενες παρθένες του βορρά κι ομόρφυνε ο ξανθός γιαλός.

«Το ναυάγιο “Αlonnisos” εκπέμπει μια στυφή ηλεκτρόλυση», μας λέει ο θυμόσοφος καπετάνιος «μέχρι την απέναντι Βάλα. Ενώ το άλλο ναυάγιο, το αρχαίο, που είναι βυθισμένο ως σαράντα οργιές κάτω από τη θάλασσα δεν προξενεί κινδύνους και περιβαλλοντικά προβλήματα»…

Ώρα την ώρα γλύκαινε το φως, μέρευε το μαϊστράλι κι ακόνιζαν οι θείες ώρες το γλυκό κι άνισο τόξο τους.

“Αντέστε παιδιά”, ακούστηκε η φωνή του Πάκη, “ώρα να σαλπάρουμε για το τελικό μας αραξοβόλι” και μάζεψε τις τελευταίες αναλαμπές των κοριτσιών που ενέδιδαν ακόμη στα χάδια των ελληνικών γιαλών…

Μαζώχτηκαν όλοι γύρω-τριγύρω της κουβέρτας, κάτω από το κεντρικό ιστίο, μην τους ραντίσει τ’ ανεμοσούρι και πλοηγήθηκαν από τον θαλασσόδαρτο Δυσσέα ως το ακρολίμανο του “Ικου”, όπως άκουγε το νησί στα χρόνια του Ομήρου τ’ όνομά του…

 

(1) Αιγαίος αποκλήθηκε από τον G. Glotz ο αρχαιότερος πρωτοελληνικός πολιτισμός κι Αιγαίοι ονομάστηκαν οι αυτόχθονες κάτοικοι του κεντρικού Αιγαίου που ανήκουν στον homo meditettaneus, σε αντίθεση με τους Αχαιούς και τους Δωριείς, που κατέβηκαν από τον βορρά.

 

Σημείωση:

Βόρειες Σποράδες αποκαλούνται όλα τα νησιά, κατοικημένα κι ακατοίκητα, γύρω από την Πεπάρηθο (Σκόπελο), μαζί κι η Σκύρος, ενώ Νότιες Σποράδες θεωρούνται τα νησιά γύρω από τη Δήλο, δηλαδή τα Κυκλαδονήσια.

 

Βιβλιογραφία

Περιοδική έκδοση “Επτά Ημέρες”.

Κώστα Μαυρίκη, “Μαγνήτων Νήσοι”.

 

back-button
next-button
alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia- alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_1 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_2 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_3 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_4 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_5 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_6 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_7 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_8 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_9 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_10 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_11 alonnisos-apo-ton-iko-sta-xiliodromia-_12
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories