home Άρθρα Άγραφα: Μονή Σπηλιάς – Λίμνη Στεφανιάδας, τo στρατηγείο του Καραϊσκάκη στα Αγραφα
Άγραφα: Μονή Σπηλιάς – Λίμνη Στεφανιάδας, τo στρατηγείο του Καραϊσκάκη στα Αγραφα

Γεννημένος σε μια βραχοσκεπή των Αγράφων, που δεν ήταν και σπηλιά, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, έμελλε να γίνει στη συνέχεια ένας από τους σημαντικότερους ήρωες του 21. Σ’ αυτό τον τόπο, τον πιο άγριο, δυσπρόσιτο και παρθένο της Ελλάδας εύρισκε –σε ώρες δύσκολες- ορμητήριο και καταφυγή ο ήρωας των Αγράφων. Εδώ, στο ιστορικό Μοναστήρι της Σπηλιάς, του 17ου αιώνα, ξαπόστασε, ανεφοδιάστηκε και ανασυγκροτήθηκε για να συνεχίσει τον ιερό αγώνα του Έθνους.

Η επίσκεψή μας στη Μονή Σπηλιάς δεν είναι μόνον μια υπέροχη αισθητική απόλαυση του τοπίου αλλά κι ένας ελάχιστος φόρος τιμής για τον μεγάλο αγωνιστή.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Κυριάκος Παπαγεωργίου ,Αλέξης Καννάς
Άγραφα: Μονή Σπηλιάς – Λίμνη Στεφανιάδας, τo στρατηγείο του Καραϊσκάκη στα Αγραφα
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Καρδίτσα

«Η Ελλάδα για τη νεότητά μου, εστάθηκε θάμβος. Δεν υπήρξα ούτε πατριώτης, ούτε φυσιολάτρης. Μού έλαχε πραγματικά να τη γνωρίσω και να την αγαπήσω, μόνο γράφοντας…»
–Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά.

 

Έχοντας υπόψη μας αυτό το θαυμάσιο απόσπασμα του μεγάλου μας ποιητή, ταξιδεύουμε στην Ελλάδα, που μας πονάει, όχι μόνο γράφοντας, βέβαια, αλλά και “βλέποντας”, “oνειρευόμενοι” και “ερευνώντας” διαισθητικά ολόκληρο το δράμα της ουσίας, μα και της κοσμογονίας της.

Αυτό άλλωστε είναι και το βαθύτερο νόημα του μέγιστου ποιήματος του Ελύτη, του “Αξιον Εστί”, το οποίο συναρμολογεί την κοσμική oντότητα και σμιλεύει τη φυσιογνωμία της Ελλάδας “με τον άξονα του ήλιου, την άλλη όψη τ’ ουρανού, τα κύματα και τα βουνά” φτιάχνοντας μιαν υπερβατική εικόνα αυτής της χώρας.

Ο άξονας του ήλιου λοιπόν, η άλλη όψη τ’ ουρανού, τα βουνά και το σκληρό, μοναχικό κι έρημο ανάγλυφο των Αγράφων είναι, ανάμεσα σε άλλα, τα σύμβολα αυτού που ο Ελύτης ανυμνεί και δοξάζει, στο “Αξιον Εστί”.

 

Τ’ ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΚΑ ΒΟΥΝΑ

“Θέ μου Πρωτομάστορα, μ’ έχτισες μέσα στα βουνά” – Από το Aξιον εστί.

Σχεδόν ανάμεσα από τις δύο μεγαλύτερες κορυφές των Αγράφων, την Καράβα (2.184 μ.) και το Ντελιδήμι (2.164 μ.) διαγράφεται μια πολύ βαθιά και όμορφη κοιλάδα, του Πετριλιώτη ποταμού. Στην αριστερή της όχθη, σε μια εντυπωσιακή προβολή των αδάμαστων βράχων, ως επιβλητικός όγκος, υψώνεται το μοναστήρι της Παναγίας της Σπηλαιώτισσας που είναι ένα από τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα εκκλησιαστικά μνημεία της αγραφιώτικης ενδοχώρας.

Η Μονή της Σπηλιάς, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, αποτέλεσε καταφύγιο και στρατηγείο, στις δύσκολες ώρες, του Γιώργη Καραϊσκάκη, κατά τα χρόνια της επανάστασης.

Ως τέτοιο έγινε περισσότερο γνωστό κι έμεινε στην ιστορία, ως το απρόσιτο, ασφαλές και μόνιμο καταφύγιο του μεγαλύτερου ήρωα των επαναστατικών χρόνων, του επονομαζόμενου “γιου της καλόγριας”.

Στο μοναστήρι αυτό γύριζε πάντα ο Καραϊσκάκης, από τις διάφορες εκστρατείες του, μα κυρίως όταν τον εστρίμωχναν τα “λυκόσκυλα” της αντεθνικής πολιτικής που δεν τον καλόβλεπαν, λόγω των προσόντων και του φιλότιμου πατριωτισμού του.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Ξεκινάμε το οδοιπορικό μας για την ενδοχώρα των Αγράφων από το Μουζάκι. Αν έχουμε λίγο διαθέσιμο χρόνο, κάνουμε μια παράκαμψη για το μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου που βρίσκεται σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από τη στροφή της γέφυρας του Πάμισου ποταμού, δίπλα από το Μουζάκι. Περνώντας το μοναστήρι που δεν έχει και τίποτα αξιόλογο για να μας τραβήξει, συνεχίζουμε τον ανήφορο για τη θρυλική σπηλιά, όπου φέρεται να έχει γεννηθεί, τον Φλεβάρη του 1780 ο Γιώργης Καραϊσκάκης. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ετούτη η βραχοσκεπή δεν είναι σπηλιά, αλλά είναι μια τριγωνική τομή του βράχου που καλύπτει ένα στενό πέρασμα. Εδώ πάνω φέρεται να είδε το πρώτο φως ο ήρωας της Επανάστασης, από τα σπλάχνα μιας γυναίκας που είχε ταχθεί στην υπηρεσία του μοναχισμού, κάτω στον Αϊ-Γιώργη (*).

Η ιστορία της μάνας του ήρωα υπήρξε όχι μόνο θλιβερή, αλλά και ασυμβίβαστη με τα καθιερωμένα και τις “ηθικές” της εποχής, αλλά και της περιοχής. Αφού είχε χηρέψει από το σύζυγό της, έφυγε από τον τόπο της, το “Σκουληκαριό” της Αρτας κι ήρθε εδώ στον Αϊ-Γιώργη του Μουζακίου, για να μονάσει. Όμως εδώ, στα περιβόλια της χαράς, γνώρισε ένα παλικάρι από το διπλανό χωριό, τον αρματολό Δημήτρη Καραΐσκο που όχι μόνο την ερωτεύτηκε, αλλά την άφησε και έγκυο.

Αδύνατο να σηκώσει το βάρος της εγκυμοσύνης της η καλόγρια, πήρε τα βουνά και κρύφτηκε, σαν ήρθε η ώρα να ξεγεννήσει, στην τρύπα τούτη που είδε το φως του ήλιου ο μετέπειτα ήρωας του ελληνισμού.

 

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Από το Μουζάκι η Μονή Σπηλιάς απέχει 41 χιλιόμετρα. Περνώντας τη γέφυρα στρίβουμε αριστερά και παίρνουμε τον ωραίο και γραφικό δρόμο για τα χωριά της Αργιθέας. Κινούμαστε παράλληλα με την κοίτη του Πάμισου, από την άλλη όχθη του μοναστηριού και βγαίνουμε γρήγορα στο φως. Αφήνουμε δεξιά μας τη διασταύρωση για την Πορτή και λίγο μετά, πάλι αριστερά μας, τη διασταύρωση για τα χωριά της λίμνης Πλαστήρα, που απέχει περί τα 20 χιλιόμετρα και συνεχίζουμε δίπλα από ωραία εξοχή, περιβόλια και λαχανόκηπους. Περνώντας ένα χαρακτηριστικό εκτροφείο θηραμάτων (ναι, υπάρχει και τέτοιο) διασχίζουμε από στενή, παλιά τσιμεντένια γέφυρα, τη φαρδιά κοίτη του Πάμισου που θα βρούμε μπροστά μας. Ύστερα θα αφήσουμε δεξιά μας τον κύριο άξονα που έχει κατεύθυνση τα χωριά της Αργιθέας, το Τύμπανο και την Αρτα, για να ανηφορίσουμε με διαρκείς κι απότομες στροφές προς τα ορεινά μέρη των Αγράφων.

Σημειωτέον ότι ο Πάμισος, ο θαυμάσιος αυτός παραπόταμος του Πηνειού, πηγάζει στις ανατολικές υπώρειες της Καραβούλας, από όπου κατηφορίζει κελαρύζοντας προς τη θεσσαλική πεδιάδα.

Αρχίζουμε λοιπόν την απότομη ανηφόρα, για να φτάσουμε ύστερα από εξήμιση χιλιόμετρα στο χωριό Πευκόφυτο. Από εδώ και πέρα ουσιαστικά αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια των Αγράφων, καθώς εισχωρούμε στο πιο γνήσιο μόρφωμά τους, που θεωρείται και ως η πλέον σημαντική είσοδος στον κεντρικό πυρήνα του αγραφιώτικου κυκεώνα.

Μπαίνουμε γρήγορα στη ζώνη των ελάτων, ενώ δεξιά μας, καθώς ανηφορίζουμε, αρχίζει και διαγράφεται η μεγάλη – μια από τις μεγαλύτερες των Αγράφων – χαράδρα που τέμνει την κορυφογραμμή του Τύμπανου από αυτή της Καζάρμας. Η διαδρομή αγγίζει το τέλειο, καθώς μπροστά μας ανοίγεται ένα θεσπέσιο σκηνικό, από πανύψηλες κορυφογραμμές, βαθιές κοιλάδες εκπληκτικής ομορφιάς, χυτές πλαγιές και δασωμένα χωριουδάκια που φωλιάζουν μέσα στις ελατοσκέπαστες κρυψώνες.

Πριν να φτάσουμε στην περίφημη κάμψη του Αγίου Νικολάου – έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς αυχένες των Αγράφων – το μόνο κτίσμα που θα συναντήσουμε είναι το μικρό μοτέλ του Κουτσικούρη που έχει υπέροχη θέα προς την Καράβα και την απέναντι εντυπωσιακή πλαγιά. Αξίζει στο σημείο αυτό μια λιγόλεπτη στάση για τσάϊ κι αισθητικό στοχασμό.

Φτάνοντας στον αυχένα του Αγ. Νικολάου παρατηρούμε να ξεκινούν από εδώ δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδρομές προς τον κύριο κορμό των Αγράφων. Η πρώτη αφορά στη μεγαλύτερη κορυφή τους, την Καράβα, από δασικό καταρχήν δρόμο που ελίσσεται μες από αμιγές δάσος οξιάς, για να βγει ύστερα σε γυμνές, ασβεστολιθικές πλαγιές και μετά από δυόμιση περίπου χιλιόμετρα ν’ ανηφορίσει για την κορυφή, ανάμεσα Κουλκουτσάρι και Πεζούλα. Η δεύτερη διαδρομή αφορά στο παλιό μονοπάτι, που επιδιορθώθηκε πριν λίγα χρόνια και ξαναχτίστηκε σε πολλά σημεία και ήδη συνιστά μια πανέμορφη χτιστή πέτρινη στράτα που κατευθύνεται στο Ανθοχώρι.

Εμείς από εκεί θα πάρουμε την έντονη κατηφόρα κι ύστερα από εξακόσια μέτρα θα βρεθούμε σε διασταύρωση, για να πάρουμε τη δεξιά κατεύθυνση προς το Βλάσι. Το αριστερό παρακλάδι συνεχίζει για τους οικισμούς του βόρειου Πετρίλου. Λίγο πιο πάνω από το αριστερό αυτό παρακλάδι του δρόμου χαράζει και η εντυπωσιακή χωμάτινη διαδρομή για την κορυφή της Καζάρμας, αλλά και το Βουτσικάκι, με τετρακίνητα, βέβαια, αυτοκίνητα.

Για έξη χιλιόμετρα θα ακολουθήσουμε τον ασφάλτινο δρόμο που φέρνει στις παρυφές του Βλάσι και μετά από ένα ακόμη χιλιόμετρο θα βυθιστούμε στο ρέμα του Τυρολόγου περνώντας στην αριστερή όχθη από μεγάλη καινούργια γέφυρα. Ο δρόμος συνεχίζει παράλληλα με το αρχόμενο ρέμα του Πετριλιώτη και έχει κατεύθυνση τους πολλούς και πανέμορφους οικισμούς της ωραίας αυτής αγραφιώτικης λάκας.

Υστερα από δύο χιλιόμετρα θα πέσουμε στο γεφύρι του Δροσάτου και στη διασταύρωση προς αυτό το δροσερό χωριουδάκι της Καράβας.

Ακολουθώντας τη ροή και την όμορφη κοίτη του Πετριλιώτη, η οποία αρχίζει σιγά – σιγά και δασώνεται, εισχωρούμε σε μιαν άλλη βουνίσια φάση, με άγρια τοπία, μοναχικά, έρημα και ατόφια.

Φτάνοντας στη θέση Μαντζουραίϊκα θα δούμε μια ωραία πέτρινη καινούρια επιχείρηση εστίασης που αποτελεί ένα ευχάριστο διάλειμμα στο άγριο και μοναχικό ταξίδι μας.

Η συνέχεια μας επιφυλάσσει μια κάθοδο στο ανόθευτο και πρωτογενές αγραφιώτικο τοπίο που σιγά – σιγά μας βυθίζει στην απέριττη ομορφιά της άγριας ελληνικής φύσης.

 

ΤΟ ΛΕΟΝΤΙΤΟ ΚΑΤΩ ΑΠΌ ΤΟ ΝΤΕΛΙΔΗΜΙ

Σε λίγο βλέπουμε μπροστά μας μια διασταύρωση, ο αριστερός κλάδος της οποίας ανηφορίζει για το χωριό Λεοντίτο. Ως εδώ φτάνει η άσφαλτος για τη Μονή Σπηλιάς. Σε πεντακόσια μέτρα περίπου από τη διασταύρωση και παίρνοντας το παρακλάδι για Λεοντίτο, βλέπουμε αριστερά μας έναν παλιό, ωραίο, νερόμυλο, βυθισμένο στο πάτωμα του παραπόταμου, να μοιάζει με εργαλείο αλλοτινού καιρού, ξεχασμένο έργο τέχνης, πνιγμένο μέσα στην ανόθευτη φύση.

Ύστερα, αφού περάσουμε τη γέφυρα, ανηφορίζουμε από ένα πολύ στενό δρομάκι, τριγυρισμένο από έλατα και φέρνοντας ολοένα και πιο κοντά μας εκείνη την απίθανη δαντέλα των κορυφών που απαρτίζουν την ξεχωριστή οροσειρά του Ντελιδήμι.

Η παράκαμψη για το Λεοντίτο δεν μας παίρνει περισσότερο από ένα τέταρτο αφού η απόσταση δεν ξεπερνάει τα τρισήμιση χιλιόμετρα. Η επίσκεψη στο Λεοντίτο είναι εξ άλλου απαραίτητη, καθώς το χωριό αυτό θεωρείται και το πλησιέστερο στη Μονή Σπηλιάς. Βρίσκεται στην ίδια πλαγιά με το ιστορικό μοναστήρι, ανατολικά δηλαδή της κορφής “Ζερβό”, ύψους 1.763 μέτρων. Όσο ανεβαίνουμε προς το χωριό, τόσο περισσότερο αποκαλύπτονται τα κρυμμένα και απρόσιτα πετροχώρια των Αγράφων, από την άλλη πλευρά του βουνού, το Πετροχώρι και τα Καμπουριανά.

Προσεγγίζοντας τα ωραία, μοναχικά, μες στο ατελεύτητο χάος της έρημης χώρας σπίτια του Λεοντίτου, αλλά και την μπροστάρισα εκκλησιά του χωριού, βλέπουμε το χιόνι που καλύπτει τις στέγες των σπιτιών να έρχεται κατευθείαν από τις πλαγιές και τα διάσελα του Ντελιδήμι και να λαμπυρίζει το όνειρο ετούτο του αγραφιώτικου χειμώνα.

Περιπλανώμενος στις γειτονιές του Λεοντίτου, ανάμεσα σε καμινάδες και λούκια που στάζουν με μια έρρινη εμμονή, έχεις την αίσθηση πως ανοίγουν μονομιάς οι πύλες άλλων ψηλότερων κόσμων και “δεύτερων κύκλων ζωής”.

Η εικόνα του άνωθεν τοπίου, έτσι όπως την έχει σχεδιάσει ο μύστης και δημιουργός, μας συγκλονίζει και μας μυεί στα πιο γνήσια, μυστήρια και ατόφια θεάματα της ελληνικής φύσης. Την εικόνα αυτή τη συνθέτουν υπέροχα ψηφιδωτά από πολύτιμα πετράδια χαρακιών, διάστικτων από λουρίδες χιονιού. Δεν μπορεί ετούτη νάναι άλλη, από την εικόνα της παγκόσμιας αρμονίας, καθώς τα ψήγματα αυτής της ομορφιάς συναρμολογούν την ισορροπία του ουρανού και της γης που έκφανσή της αποτελεί η ορεινή ετούτη δαντέλα των σπάνιων κορυφογραμμών.

 

 “Αξιον εστί το διάσελο που ανοίγει

 αιωνίου γαλάζιου οδό στα νέφη

μια φωνή που παράπεσε μες την κοιλάδα

μια ηχώ που σαν βάλσαμο την ήπιε η μέρα”

 

Είναι ασφαλώς εικόνες άκρως ποιητικές, διϋλισμένες από αστραπές αλήθειας και ομορφιάς, διάσπαρτα κομμάτια μιας υπερβατικής πραγματικότητας.

Η κορυφογραμμή που κυματίζει με τρόπο πανέμορφο πάνω από τα σπίτια του Λεοντίτου, προσθέτει αέρα και πνεύμα κι αφαιρεί το λίπος της σκέψης. Όλα εδώ πάνω χορεύουν κρατώντας ένα ρυθμό αέναης δυναμικής και αγέρωχου ύφους, λες κι η ζωή σε τούτο το κραταιό υψόμετρο δεν έχει τη μιζέρια και τις μικρότητες που συναντάμε στις εκτάσεις των ανθρώπινων μέτρων, αποθεώνοντας το “πυκνό”, μα και το “υψηλό” της ζωής και του κόσμου.

Ετούτα τα βουνά τ’ αχειροποίητα, τα φτιαγμένα από “πηλό κι ουρανοσύνη” που κλείνουν όλη τη θεϊκή ερημιά, πλημμυρίζουν “από του νερού την αόρατη αορτή”κι από δοξαστικά, που “καίνε τους ουρανούς”, με το “αχερούσιο σάλπισμα”, αλλά και “το ενδόμυχο φως που ασπρογαλιάζει κατ’ εικόνα κι ομοίωση του απείρου”.

Από δω πάνω τραβερσάρει κι ένα μονοπάτι που κρατάει μιαν ώρα και τραβάει κατά τη μονή Σπηλιάς. Με κατεύθυνση καθαρά δυτική το μονοπάτι πλαγιάζει πάνω από την κοίτη του Πετριλιώτη και περνώντας ένα χαρακτηριστικό ρέμα διαγράφει μια καμπύλη, για να πέσει ψηλά πάνω από το δάσος και να φτάσει στα ανατολικά πρόθυρα του μοναστηριού.

 

ΑΝΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΗ ΣΠΗΛΙΑΣ

Εμείς όμως θα πάρουμε πίσω το δρόμο προς τη χαράδρα και θα κατηφορίσουμε ως τον πυθμένα της ρεματιάς για να συνεχίσουμε τη διαδρομή μας προς τη μονή Σπηλιάς.

Θα περάσουμε στη δεξιά μεριά του ρέματος, έως ότου προσεγγίσουμε τη θέση “Ραγάζια” κι από γεφύρι πέτρινο, καμαρωτό, θα διασχίσουμε το ρέμα και από τα αριστερά πια θα αρχίσουμε τη σταδιακή ανηφόρα για τη μονή.

Θα χρειαστεί να βρεθούμε σε ένα τραχύ μέτωπο του βουνού, για να εγκαταλείψουμε τον βασικό χωμάτινο άξονα (στον οποίο όμως θα επανέλθουμε) και να στρίψουμε απότομα αριστερά, αφού χωθούμε μέσα στο δάσος, σε κακοτράχαλο δρόμο, για να φτάσουμε ως την πύλη της μονής ύστερα από ενάμιση περίπου χιλιόμετρο.

Η μονή της Σπηλιάς βρίσκεται πραγματικά στη θεαματική προβολή ενός έξοχου κι ανεπανάληπτου μπαλκονιού, σε ένα όμορφο πλατό χτισμένη και απέναντι από όλη τη μαγική και χυμώδη βουνοπλαγιά των Καμπουργιανίτικων εξάρσεων.

Πρώτα απ’ όλα αναμετρούμε τη θέση της κι ύστερα εισχωρούμε στα ενδότερα μυστικά της. Μπορώ να φανταστώ αυτό που αντικρίζει η σειρά των μπαλκονιών και των παραθυριών από τη μεσημβρινή της κάτοψη. Πρόκειται για μια αλληλουχία ορατών τε και αοράτων. Γιατί μεσ’ από τα ορατά και θεώμενα πηγάζουν οι βαθύτερες ουσίες αυτής εδώ της έκστασης και του οραματικού μεγαλείου.

Όποιος αγαπάει το βουνό και δεν έχει δει αυτή την εκδοχή, σε τούτο το μοναστήρι της οραματικής ακολασίας, δεν έχει θεαθεί το υπερβατικό τοπίο της ελληνικής φύσης.

Όμως αυτόματα γεννιέται ένα ερώτημα. Πώς ήταν η δομή και η σύσταση του μοναστηριού που στα χρόνια της Επανάστασης αποτελούσε λίκνο αρματολών κι επαναστατημένων και στο οποίο υποτίθεται πως έβρισκαν καταφύγιο οι τελευταίοι και συνάμα συνιστούσε ιδανική, όπως λένε τα κιτάπια, κρυψώνα για όλους τους κατατρεγμένους και τους επικηρυγμένους ραγιάδες;

Ασφαλώς δεν μπορεί να είχε τη σημερινή του εμφάνιση και προδομή. Μάλλον δεν πρέπει να είχε την εξωτερική όψη ούτε και την περιτείχιση που υπάρχει τώρα, αλλά η μονή (και αν ήταν τέτοια) θα καταλάμβανε λίγα κελιά και το παλιό μικρό εκκλησάκι, που λέγεται πως ανάγεται στην υστεροβυζαντινή εποχή, αφού κτίστηκε το 1064 μ.Χ.

Σπηλιά δεν συνάντησα πουθενά κι ούτε φαίνεται πως υπήρξε ποτέ. Λόγω του απόκρημνου τοπίου μπορεί να την “έχτισε” ο θρύλος και η επαναστατική ιστορία της μονής που τη θεμελίωσε με τον ηρωϊκό συμβολισμό του αγώνα του ο Γιώργης Καραϊσκάκης.

Αργότερα χτίστηκε το νεότερο καθολικό, το ηγουμενείο και τα κελιά, αλλά κι αυτά όμως υπέστησαν αλλεπάλληλους βανδαλισμούς και πυρπολήσεις.

Σήμερα το μοναστήρι έχει επεκταθεί έτσι, που δυστυχώς να φαντάζει ένας άκομψος αρχιτεκτονικός όγκος, διατηρώντας μόνο ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη μνημειακή του φυσιογνωμία στην παλιά του θέση.

Τα κελιά έχουν πολλαπλασιαστεί δίνοντας την εντύπωση ενός κατασκηνωτικού πανηγυριού που φιλοξενεί εκατοντάδες πιστούς και διάφορους ευκαιριακούς παρατρεχάμενους για δωρεάν ξεκαλοκαίριασμα.

Ωστόσο, αν κανείς επισκεφθεί τη μονή και το περιβάλλον της, οποιαδήποτε άλλη εποχή, εκτός καλοκαιριού, ιδιαίτερα την άνοιξη ή το φθινόπωρο και υποβληθεί στην ευχάριστη “ταλαιπωρία” της μακρινής και άσωτης αυτής διαδρομής, θα απολαύσει μοναδικές στιγμές γαλήνης και ευδαιμονίας.

Από το πίσω μέρος της μονής φεύγει το μονοπάτι εκείνο που είπαμε πιο πάνω ότι έρχεται από το χωριό Λεοντίτο και έχει κατεύθυνση το Αγίασμα της Μονής. Αποτελεί μια εναλλακτική πρόταση για πεζοπορία και δασική αναψυχή, για τον προσκυνητή ή τον ταξιδευτή που θα φτάσει ως εδώ και θέλει να γνωρίσει ή να μυηθεί στο περιβάλλον της μονής.

Διαφορετικά μπορεί να επιλέξει ένα από τα πολλά κελιά (τα οποία είναι καινούργια) και να διαμείνει εκεί, με ορισμένες προϋποθέσεις.

 

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Η μονή είναι ανδρική και τη φροντίζει ένα φωτεινό μυαλό, ο εξαίρετος και προοδευτικός Καθηγούμενος Νεκτάριος. Είναι Σταυροπηγιακή Κοινοβιακή Μονή και υπάγεται στη Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων. Ως κτήτορες εμφανίζονται δύο μοναχοί από τη διπλανή Στεφανιάδα, ο Αθανάσιος και ο Παρθένιος.

Η ιστορία της μονής Σπηλιάς ανάγεται στον 17ο αιώνα. Παραμένει άγνωστο πότε ιδρύθηκε, αλλά ως αφορμή για την ίδρυσή της αποτέλεσε το γεγονός της εύρεσης της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας. Ίσως τότε και να επεκτάθηκε με τη μορφή της τρίκλιτης βασιλικής. Αυτό έγινε το 1736 μ.Χ. Το τέμπλο του κυρίως Ναού φιλοτεχνήθηκε το 1779. Το 1867 είχε την έδρα της εδώ η Επαναστατική Κυβέρνηση.

Πελαγωμένος μέσα στο σύμπλεγμα των αγραφιώτικων βουνών ο Γιώργης Καραϊσκάκης έφτασε σε τούτη τη θέση και ξαπόστασε. Είδε το τοπίο, τα απόκρημνα χαράκια, τις σπηλιές και τα ρέματα που βοούσαν ολούθε γύρω από το μοναστήρι και γύρεψε μια γωνιά να ησυχάσει. Φαίνεται πως του άρεσε ο άγριος και γαληνεμένος τόπος κι έμεινε κομμάτι παραπάνω. Οι Τούρκοι δεν έφταναν εύκολα ως εδώ. Άλλωστε το απόφευγαν.

Έτσι κάθε φορά που ερχότανε εδώ ο Καραϊσκάκης το μυαλό του δούλευε κι έβρισκε συνάμα και μια γωνιά ελεύθερης Ελλάδας. Αρχισε να κατευθύνει απεδώ τις επιχειρήσεις του, να καταστρώνει επιτελικά σχέδια και να δοκιμάζει επιδρομές από εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Η Μονή Σπηλιάς είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά γιορτάζει και τη Ζωοδόχο Πηγή. Διαθέτει πολλά κειμήλια, λειψανοθήκες και εικόνες μεταβυζαντινές. Το τέμπλο του νεότερου ναού ανήκει στα ξυλόγλυπτα του 18ου αιώνα, με ωραία σχέδια και παραστάσεις.

 

ΛΙΜΝΗ ΣΤΕΦΑΝΙΑΔΑΣ

Φεύγοντας από το μοναστήρι επιστρέφουμε στην τελευταία διασταύρωση. Διαγράφοντας ένα τόξο και μία απότομη στροφή πέφτουμε επάνω σε μια από τις εντυπωσιακότερες εικόνες όλων των Αγράφων. Τη λίμνη Στεφανιάδας.

Η λίμνη αυτή δημιουργήθηκε ύστερα από φοβερή νεροποντή που συμπαρέσυρε ολόκληρη τη νοτιοδυτική βουνοπλαγιά, (το Φλεβάρη του 1963). Η κατολίσθηση έφραξε τη διέξοδο των ρεμάτων αποκλείοντας τη διαρροή τους κι έτσι, από κοσμική τύχη, έφτιαξε ετούτη δω την πανέμορφη λίμνη.

Το χρώμα που παίρνει, η από τη φύση δωρημένη αυτή λιμνούλα, είναι εξαίσιο και φαντασμαγορικό, σε σχέση με τη σκληρή πέτρινη κορδέλα που κυματίζει ολόγυρα από τα σφραγισμένα ασβεστολιθικά βουνά.

Το στοιχείο ετούτο του νερού, σφηνωμένο ανάμεσα στα βουνά, διανύει μιαν εξαγνιστική πορεία μέσα στο κοσμικό γίγνεσθαι (“εξ ύδατος η ψυχή”).

Ο δρόμος τραβάει μέχρι τα σπίτια του αραιοκατοικημένου Οικισμού Ρωμηά και συνεχίζει ως τον μυχό της χαράδρας, όπου ο οικισμός της Στεφανιάδας, από τον οποίο πήρε και το όνομά της η λίμνη. Πριν όμως καταλήξουμε στον οικισμό της Στεφανιάδας, στο ανατολικό άκρο της λίμνης, ο δρόμος διχάζεται, για να κατηφορίσει ο βασικός άξονας ως σχεδόν δίπλα από τη λίμνη και να πάρει ύστερα καθαρά βορειοδυτική κατεύθυνση.

Αν ακολουθήσουμε αυτή την οδική, χωμάτινη βέβαια, διαδρομή και κάνουμε, ύστερα από τρία περίπου χιλιόμετρα, μια δεξιά παράκαμψη, θα βρεθούμε στο προαύλιο τού επίσης σημαντικού μοναστηριού Κώστη, που κρέμεται πάνω από το Καμπουργιανίτικο ρέμα και το οποίο είναι αφιερωμένο στην Παναγία και συγκεκριμένα στην Κοίμησή της.

Συνεχίζοντας από τον προηγούμενο δρόμο μπορούμε να φτάσουμε, μετά από μια μικρή περιπέτεια, έως ψηλά από τον Αχελώο και από εκεί να κατηφορίσουμε ως την όχθη του και να επιστρέψουμε, ακολουθώντας τον καλό παραποτάμιο δρόμο, μέσω Πετρωτού στο Μουζάκι.

Όμως εμείς θα ξαναγυρίσουμε από τον ίδιο δρόμο πίσω στη Στεφανιάδα και τη Μονή Σπηλιάς, για να βυθιστούμε στα νοήματα, στις αποχρώσεις και στις διάφορες εκδοχές που εκπέμπει η λίμνη της Στεφανιάδας, ειδικά τις απογεματινές ώρες.

Είναι αλλοπρόσαλλο τούτο το φαινόμενο και ξυπνάει μέσα μας μνήμες, αλληγορίες και συμβολισμούς. Αν σηκώσουμε το βλέμμα και σαρώσουμε τις απόκρημνες βουνοπλαγιές, θα βυθιστούμε σε ένα λυμφατικό λευκό, μέσα στο οποίο λιμνάζει όλη η ρημαγμένη και ολόστεγνη φύση.

Η έρημη τούτη χώρα, η πέραν όλων των προοπτικών και σχεδίων, μοναχική και απόμακρη, δίχως ανθρώπους και ζωή, ζει δίπλα από την ακατάβλητη ομορφιά του μέσα τοπίου το δικό της δράμα και τη δική της αξεπέραστη συμβολική διάσταση.

 

(*) Σήμερα υπάρχει σήμανση και δρόμος ασφαλτοστρωμένος για τη “Σπηλιά του Καραϊσκάκη” μεσ’ από το χωριό Μαυρομάτι, δυό χιλιόμετρα πριν από το Μουζάκι. Η συνολική απόσταση από την πλατεία μέχρι τον αυχένα της σπηλιάς είναι πέντε χιλιόμετρα. Από εκεί χρειάζονται πέντε λεπτά περπάτημα.

back-button
next-button
moni-spilias- moni-spilias-_1 moni-spilias-_2 moni-spilias-_3 moni-spilias-_4 moni-spilias-_5 moni-spilias-_6 moni-spilias-_8 moni-spilias-_9 moni-spilias-_10
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories