home Άρθρα Αγναντεύοντας τα Βαρδούσια
Αγναντεύοντας τα Βαρδούσια

Υπάρχει ένας τόπος στην ορεινή Φωκίδα, που εκτείνεται στους δυτικούς πρόποδες του ορεινού όγκου των Βαρδουσίων, από τις όχθες της τεχνητής λίμνης του Μόρνου, ως τα ελατοσκέπαστα υψίπεδα της θρυλικής Αρτοτίνας. Η παρουσία των Βαρδουσίων είναι παντού καταλυτική: σε χαραδρώσεις και σε δάση, σε ρεματιές και ορθοπλαγιές. Εδώ μας οδήγησαν τα βήματά μας στις αρχές του Δεκέμβρη: ευτυχείς οδοιπόρους  του μεγαλείου της φύσης αλλά και ευγνώμονες προσκυνητές των ιστορικών, χωμάτων αυτού του τόπου. Ας βάλουμε λοιπόν σε μια τάξη εντυπώσεις και εμπειρίες απ’ αυτή την αρχική προσέγγιση με τη φύση, τους οικισμούς και τους ανθρώπους των Βαρδουσίων. Αυτούς τους ελάχιστους ανθρώπους, που, παρά την έλλειψη κινήτρων και τις αντιξοότητες των δύσκολων χειμωνιάτικων καιρών, εξακολουθούν σ’ αυτό τον ορεινό τόπο να «φυλάττουν Θερμοπύλες». Είναι βέβαιο, πως σε μιαν άλλη εποχή του χρόνου, τότε που λειώνουν τα χιόνια στα βουνά, τότε που οι ξενιτεμένοι στις πόλεις επιστρέφουν, θα είναι πολύ διαφορετικά, πολύ πιο ζωντανά, ακόμη και τα μικρότερα χωριά. Ίσως τότε οφείλουμε στον τόπο μιαν αναμνηστική επιστροφή.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Κουρούπης
Αγναντεύοντας τα Βαρδούσια
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Φωκίδα

Την περασμένη Άνοιξη μας είχαν οδηγήσει τα βήματά μας στην ορεινή Φωκίδα. Περιπλανηθήκαμε για μέρες στα λουλουδιασμένα και υγρά οροπέδια της Οίτης. Στα πανύψηλα βοσκοτόπια των Βαρδουσίων και της Γκιώνας. Σε μερικά μοναχικά και απόμακρα χωριά. Ήταν μια συναρπαστική περιήγηση στην εδαφική επικράτεια του Δήμου Καλλιέων, που εκτείνεται ανάμεσα σε τρία από τα πιο διάσημα βουνά της Στερεάς: την Οίτη, τα Βαρδούσια και την Γκιώνα. Είναι αδύνατη η μετακίνηση σε οποιοδήποτε σημείο αυτής της περιοχής χωρίς την παρουσία, άλλοτε διακριτική κι άλλοτε κυριαρχική, κάποιου ή κάποιων απ’ αυτά τα τρία βουνά.

Υπάρχει, ωστόσο, κι ένας τόπος στην ορεινή Φωκίδα, που, εξαιτίας της θέσης του, έχει δηλώσει υποταγή στο ένα μόνον από τα πιο πάνω τρία βουνά: στα μεγαλόπρεπα Βαρδούσια. Μακρόστενος ο τόπος, καταλαμβάνει όλο το τμήμα στους δυτικούς πρόποδες και στα χαμηλώματα του ορεινού όγκου των Βαρδουσίων, από τις δυτικές όχθες της τεχνητής λίμνης του Μόρνου, ως τα ελατοσκέπαστα υψίπεδα της θρυλικής Αρτοτίνας. Η παρουσία των Βαρδουσίων είναι σχεδόν παντού καταλυτική οι χαραδρώσεις και τα δάση, οι ρεματιές, οι ορθοπλαγιές και οι κορυφές δημιουργούν εικόνες αληθινά συγκλονιστικές. Δεν θα μπορούσε να δοθεί παρά ένα και μοναδικό όνομα στο Δήμο: Δήμος Βαρδουσίων. Εδώ μας οδήγησαν τα βήματά μας στις αρχές του Δεκέμβρη: ευτυχείς οδοιπόρους  του μεγαλείου της φύσης αλλά και ευγνώμονες προσκυνητές των ιστορικών, των ιερών χωμάτων αυτού του τόπου. Ας βάλουμε λοιπόν σε μια τάξη εντυπώσεις και εμπειρίες απ’ αυτή την αρχική προσέγγιση με τη φύση, τους οικισμούς και τους ανθρώπους των Βαρδουσίων. Αυτούς τους ελάχιστους ανθρώπους, που, παρά την έλλειψη κινήτρων και τις αντιξοότητες των δύσκολων χειμωνιάτικων καιρών, εξακολουθούν σ’ αυτό τον ορεινό τόπο να «φυλάττουν Θερμοπύλες». Είναι βέβαιο, πως σε μιαν άλλη εποχή του χρόνου, τότε που λειώνουν τα χιόνια στα βουνά, τότε που οι ξενιτεμένοι στις πόλεις επιστρέφουν, θα είναι πολύ διαφορετικά, πολύ πιο ζωντανά, ακόμη και τα μικρότερα χωριά. Ίσως τότε οφείλουμε στον τόπο μιαν αναμνηστική επιστροφή.

 

ΣΤΟΥΣ ΠΕΝΤΑΓΙΟΥΣ

ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΠΡΩΙΝΟ

 

Η σύντομη μέρα του Δεκέμβρη πλησιάζει προς το τέλος της. Τούτη την ώρα, που ισορροπεί στο μεταίχμιο της μέρας και της νύχτας, πλησιάζουμε κι εμείς, μετά το μακρύ ταξίδι από τη Θεσσαλονίκη, στην υγρή επικράτεια της τεχνητής λίμνης του Μόρνου. Η παρουσία της λίμνης είναι για τη διαδρομή μας σημείο αναφοράς, αφού σηματοδοτεί την προσέγγισή μας στον τελικό μας προορισμό. Λίγο μετά το Λευκαδίτι, εγκαταλείπουμε την κεντρική αρτηρία προς Λιδωρίκι και συναντάμε δεξιά το, πολύ γραφικότερο, παραλίμνιο οδικό δίκτυο. Μα, για ποιο παραλίμνιο οδικό δίκτυο μιλάμε; Για τρία, τέσσερα χιλιόμετρα δεν μας συντροφεύει καμιά υδάτινη επιφάνεια. Η μόνη εικόνα που επικρατεί κάτω απ’ το δρόμο είναι η μακρόστενη κοιλάδα, που κάποτε ήταν λίμνη, μα σήμερα είναι καλυμμένη από λάσπη. Μόνον στο χάρτη μας εξακολουθεί να διατηρεί τον βαθυγάλαζο χρωματισμό η περιοχή. Για μένα είναι μια πρωτόγνωρη εικόνα. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχω δει σε τέτοια κατάσταση τη λίμνη.

Και ούτε βέβαια είχα ποτέ αντικρύσει να προβάλλουν από τον πυθμένα της τα πέτρινα ερειπωμένα σπίτια του Καλλίου. Αυτού του μικρού χωριού, που στους πρώτους μήνες του 1980 κατακλύσθηκε οριστικά από τα νερά. Μαζί του κατακλύσθηκαν σπιτικά και εκκλησιές, χωράφια και καλλιέργειες, οστά προγόνων και αναμνήσεις.

Σαν σιωπηλά φαντάσματα προβάλλουν στο μισοσκόταδο οι ερειπωμένες σιλουέττες. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν θα μπορούσε να έχει για τις ταινίες του καταλληλότερο σκηνικό. Σταματάμε από πάνω συγκλονισμένοι. Το θέμα είναι αιφνιδιαστικό και απρόσμενο, μας φορτίζει συγκινησιακά πολύ έντονα, ακόμα και μετά την απομάκρυνσή μας από τον τόπο. Αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι. Στα φώτα του αυτοκινήτου προβάλλουν κάθε τόσο δεκάδες αγελάδες και μοσχαράκια, άλλοτε στο πλάι του δρόμου και άλλοτε σ’ όλο το οδόστρωμα, ακίνητες σαν απολιθωμένες. Για κάποια λεπτά διακρίνουμε ακόμη την επιφάνεια της λίμνης. Ύστερα, απλά υποψιαζόμαστε την παρουσία της. Πλατάνια και βαλανιδιές περνούν αδιάκοπα από το οπτικό μας πεδίο, ομορφαίνουν την άχαρη, σκοτεινή μας διαδρομή με τους λαμπρούς τους χρωματισμούς. Είναι πρωτόγνωρο και παράδοξο να συνεχίζεται η χρωματική ακμή του φθινοπώρου ακόμα και στις αρχές του Δεκέμβρη. Οι συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες είχαν ως αποτέλεσμα την μετατόπιση για πολλές μέρες των τυπικών χρονικών ορίων της φθινοπωριάτικης εποχής. Αρκετή ώρα αργότερα, καθώς κερδίζουμε υψόμετρο, η χρωματική ποικιλία εμπλουτίζεται με τις βαθυπράσινες, χαρακτηριστικές σιλουέττες των ελάτων.

Καθώς το οδόμετρο δείχνει 420 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη, τελειώνει το ταξίδι μας, σταματάμε στην πλατεία των Πενταγιών. Κατηφορίζουμε για μερικές δεκάδες μέτρα την ασφαλτοστρωμένη οδό Τσώρη και βρισκόμαστε μπροστά στο «Αρχοντικό Ξενοφώντα». Μας υποδέχεται εγκάρδια ο οικοδεσπότης μας, ο Ξενοφώντας Τσώρης, σ’ ένα σαλονάκι με τζάκι και τοίχους ασφυστικά καλυμμένους με βιβλία, ανάμεσά τους και νομικά. Συνταξιούχος δικηγόρος Αθηνών ο «Τάκης» – όπως τον αποκαλούν οι φίλοι και οι γνωστοί του – , αξιοποίησε το πετρόχτιστο πατρογονικό σπίτι του 19ου αιώνα, σε μια προσπάθεια να ενδυναμώσει την τουριστική υποδομή του τόπου του. Δημιούργησε έτσι έναν συνδυασμό καταλύματος-σπιτιού, για τον προσδιορισμό του οποίου θα προτιμούσαμε την ονομασία «PENSION”, από την βαρύγδουπη «ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ». Είναι άλλωστε πολύ ορατά τα χαρακτηριστικά της κατοικίας καθώς και οι μικροατέλειές της, που δεν προσιδιάζουν στην έννοια του τύπου του καταλύμματος, που ονομάζουμε «Αρχοντικό». Ανεξάρτητα πάντως από τη λιτότητα και τις περιορισμένες διαστάσεις του, το δωμάτιό μας είναι ζεστό, περιποιημένο και καθαρό, με συνεχές ζεστό νερό και θέρμανση αυτόνομη, ψυγείο, κουζίνα και τηλεόραση, ενώ ο οικοδεσπότης μας είναι εξυπηρετικός και φιλικός.

Καθημερινή όπως είναι, το κατάλυμα της πλατείας με το καφενείο και την ταβέρνα δεν λειτουργούν. Είναι μια πραγματικότητα που αρχίζουμε σταδιακά να συνειδητοποιούμε, μια πραγματικότητα που συναντούμε τις καθημερινές στους περισσότερους ορεινούς προορισμούς της χώρας. Κάτι βέβαια που είναι απόλυτα κατανοητό και δικαιολογημένο, αφού ελάχιστοι είναι οι περιηγητές της απόμακρης Ελληνικής ενδοχώρας και  μάλιστα τέτοια εποχή. Πώς λοιπόν να αξιώνουμε από ξενοδόχους και εστιάτορες να παραμένουν πανέτοιμοι στις επαγγελματικές του επάλξεις, με τον λέβητα πετρελαίου, τα φώτα και τα κάρβουνα αναμμένα, με πίτες φρεσκοψημένες και ποικιλία μαγειρεμένων φαγητών; Όσοι ταξιδεύουν συχνά και γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες της Ελληνικής υπαίθρου δεν πρέπει να έχουν υπερβολικές απαιτήσεις αλλά, απεναντίας, να το θεωρούν προνόμιο, όταν σε απόμακρους τόπους βρίσκουν, έστω και απλές υποδομές. Είμαστε λοιπόν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι, όταν λίγο αργότερα συναντάμε στην είσοδο του Κροκύλείου, της έδρας του Δήμου Βαρδουσίων, την ταβέρνα του Γιώργου Ράπτη ανοιχτή και μάλιστα με νοστιμότατους λαχανοντολμάδες και θαυμάσιο κρασί.

Ξημερώνει με δροσερό και αμόλυντο αέρα στο υψόμετρο των 900 μέτρων του χωριού. Ήλιος λαμπρός, καιρός ανοιξιάτικος. Το ημερολόγιο, ωστόσο, δείχνει 3 Δεκεμβρίου και στην πλακόστρωτη πλατεία στροβιλίζονται ελαφρά τα ξερόφυλλα του πλάτανου. Ενός πλάτανου που φυτεύτηκε το 1914 και η ομπρέλλα των κλαδιών του καλύπτει όλη την επιφάνεια της πλατείας.

Στο φως της μέρας ξεχωρίζουν όλες οι λεπτομέρειες του χωριού. Ο χτισμένος με σκούρα πελεκητή πέτρα πανύψηλος και μεγάλων διατάσεων ναός των Ταξιαρχών. Δίπλα του η πέτρινη βρυσούλα και το λιτό Ηρώο Πεσόντων. Στην βόρεια άκρη της πλατείας δεσπόζει το επιβλητικό πετρόχτιστο αρχοντικό του 1862, όπου στεγάζεται το ξενοδοχείο και το εστιατόριο «Εν Πενταγιοίς». Δίπλα του το καφενεδάκι, σε πολύ χαμηλότερο οίκημα.

Με μια γρήγορη ματιά εντοπίζουμε περιμετρικά της πλατείας πολλά δείγματα ντόπιας αρχιτεκτονικής. Μεγάλα σπίτια με ισόγειο και δυο ορόφους, χτισμένα με σκουρόχρωμη πελεκητή πέτρα, μεγάλα ορθογώνια παράθυρα και ανακουφιστικά τοξάκια πάνω απ’ τα παράθυρα. Πολλά μπαλκόνια είναι ξύλινα, με ξύλινα φουρούσια καμπυλωτά και τορνευτά. Είναι μια ωραία αρχιτεκτονική, παρούσα σε όλα τα παραδοσιακά σπίτια του χωριού, που δεν έχει υιοθετηθεί όμως από τις καινούργιες οικοδομές.

Συνοδευόμενοι από τον οικοδεσπότη μας ανηφορίζουμε δίπλα απ’ την πλατεία προς την «Βρύση Μαστρογιάννη» και τα «Τσωραίικα Πλατάνια». Στην δεξιά γωνία του δρόμου βρίσκεται το σπίτι του Δημήτρη Τουρκάκη, του συντρόφου της θρυλικής για την ομορφιά και την ανεξαρτησία του πνεύματός της, Μαρίας Πενταγιώτισσας. Απόλυτα παραδοσιακή η γειτονιά, με μαγαζιά που κάποτε καταλαμβάνουν όλα τα ισόγεια των σπιτιών, μπακάλικο, υποδηματοποιείο, χασάπικο, ταβέρνα, μεγάλο καφενείο. Ακόμη και Ειρηνοδικείο. Καθώς ανηφορίζουμε τα αναφέρει ο Τάκης, ένα – ένα.

– Κάποτε μέτρησα περίπου 60 μαγαζιά, μας λέει.

Ένα στενό, ανηφορικό καλντερίμι στα δεξιά μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στο σπίτι όπου γεννήθηκε η Μαρία. Μια μαρμάρινη πινακίδα τοποθετημένη στον περίβολο από τον Σύλλογο Πενταγιωτών αναφέρει: «Στο κτήμα αυτό γεννήθηκε η θρυλική και πεντάμορφη Μαρία η Πενταγιώτισσα, ο προάγγελος της γυναικείας χειραφέτησης και ισότητας». Ψηλά, σ’ έναν τοίχο του σπιτιού, είναι εντοιχισμένο ένα παμπάλαιο διακοσμητικό πιάτο με δύο μορφές, πιθανότατα βασιλέων.

Επιστρέφουμε στον στενό ανηφορικό ασφαλτόδρομο και σε απόσταση 500 μέτρων από την πλατεία, φτάνουμε έξω από τα τελευταία σπίτια του χωριού, σε μια όμορφη πλατανοσκέπαστη ρεματιά. Εδώ συναντάμε την Βρύση Μαστρογιάννη, ανακαινισμένη το 1979 αλλά χτισμένη πολύ νωρίτερα, όπως αποδεικνύεται από τον τρόπο χτισίματος και τις παλιές σκουρόχρωμες πελεκητές πέτρες. Δίπλα στη βρύση δυο αιωνόβια πλατάνια και, μερικές δεκάδες μέτρα πιο πάνω, στο τελείωμα του δρόμου, ένα μικρό θεαματικό πλάτωμα. Εδώ ορθώνονται τρία πανέμορφα πλατάνια, τα Τσωραίικα Πλατάνια. Η θέα είναι υπέροχη σ’ όλο το χωριό, στην αντικρινή Μακρυά Ράχη με τις εκπληκτικές κατάφυτες πτυχώσεις και, πιο πίσω ακόμη, στον μακρόστενο επιβλητικό όγκο των Βαρδουσίων με τις βραχώδεις ορθοπλαγιές.

Στην πλατεία και πάλι. Κατηφορίζοντας την οδό Τσώρη φτάνουμε, μετά από 250 περίπου μέτρα στην τοποθεσία «Μεγάλη Βρύση». Χώρος με μιικρή πλατεία, σκαλοπάτια και μεγάλα πλατάνια, παιδική χαρά και μεγάλη χτιστή βρύση με πέντε κρουνούς που τρέχουν άφθονο βουνίσιο νερό, ακόμα κι αυτή την εποχή. Είν’ ένα υπέροχο περιβάλλον για στιγμές περισυλλογής και χαλάρωσης, με μόνιμο σύντροφο τον γλυκύτατο ήχο από το αδιάκοπο κελάρυσμα του νερού. Μια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα μας πληροφορεί, ότι το έργο έγινε με μέριμνα του Συλλόγου Πενταγιωτών εν έτη 1974.

Οι ομορφιές των Πενταγιωτών δεν σταματούν εδώ. Αμέσως μετά τη Μεγάλη Βρύση ο καλός χωματόδρομος συνεχίζει. Πρώτα διασχίζουμε ένα ωραιότατο πλατανοσκέπαστο ρέμα, που ονομάζεται «Της Πόλης το Ρέμα». Μετά φτάνουμε στο εκκλησάκι του Αγ. Παντελεήμονα, σε απόσταση 2,2 χλμ. από την πλατεία του χωριού. Θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον, ένας τόπος ειδυλλιακός και γαλήνιος, με χορταριασμένο ξέφωτο, μεγάλη χτιστή βρύση του 1981, πέντε εντυπωσιακά καβάκια και ακριβώς πίσω τους το πετρόχτιστο εκκλησάκι. Σε εντοιχισμένη πλάκα πάνω από την είσοδο υπάρχει η χρονολογία 1889, ενώ λίγο πιο πάνω, μια μικρότερη πλάκα αναγράφει την, απίστευτη σχεδόν, χρονολογία 1416! Κάποτε άκμαζε εδώ η Μονή του Αγ. Παντελεήμονα, μετόχι της περίφημης Μονής της Αμπελακιώτισσας, που έχουμε γνωρίσει κατά τη διάρκεια του άρθρου μας για την Αμπελακιώτισσα (ΕΛΛ. ΠΑΝ. τεύχος 24, 2001).

 

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

 

Μετά τους Πενταγιούς ξεκινάμε την περιήγησή μας προς τα νότια του Δήμου Βαρδουσίων. Με άσφαλτο που υποφέρει από πολλές φθορές φτάνουμε μετά από 5 σχεδόν χιλιόμετρα στην διασταύρωση προς Κροκύλι.

Εκεί λοξοδρομούμε ΝΑ, προς τον οικισμό του Κόκκινου και την λίμνη. Διασχίζουμε ήδη έναν αυχένα με μεγάλης ηλικίας βαλανιδιές. Τα πλούσια φυλλώματά τους με τα λαμπρά χρώματα δημιουργούν στο φως του ήλιου εικόνες μαγικές. Που βέβαια επεκτείνονται σ’ όλο τον κοντινό και μακρινό ορίζοντα, στη βαθιά χαράδρα κάτω από το δρόμο που συνεχίζει ως τη λίμνη, στις αντικρινές πτυχώσεις της Μακρυάς Ράχης, ψηλότερα στα Βαρδούσια αλλά και πίσω από τη λίμνη, στις απολήξεις της Γκιώνας. Κάθε λίγο, σταματάμε, βγαίνουμε από το αυτοκίνητο, φωτογραφίζουμε, θαυμάζουμε. Κάθε εποχή έχει τις ιδιαιτερότητές της, για την ορεινή Φωκίδα όμως το φθινόπωρο είναι η θεαματικότερη εποχή. Καθώς κατηφορίζουμε αποκαλύπτεται το Κόκκινο, χτισμένο σε πλαγιά. Χαμηλότερα ο ορίζοντας τερματίζει στην γαλήνια επιφάνεια της λίμνης.

13 χλμ. μετά τους Πενταγιούς μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια του χωριού. Ένας στενός δρόμος με έντονη κλίση διασχίζει τον οικισμό, που αρχικά μας δίνει την εντύπωση τόπου ακατοίκητου. Δεν είναι όμως έτσι. Σε κάποιο σημείο πλαταίνει ο δρόμος κι εμφανίζεται ένα καφενεδάκι. Γύρω από ένα τραπέζι λιάζονται στον υπαίθριο χώρο τέσσερις άντρες και μια γυναίκα, όλοι ώριμης ηλικίας. Στο πέρασμά μας σηκώνουν αυθόρμητα τα χέρια και χαιρετάνε. Είναι αδύνατον να μην σταματήσουμε για ένα καφεδάκι. Άλλωστε αυτό το μικρομάγαζο είναι ο μοναδικός πόλος έλξης, το πολυτιμότερο κύτταρο για την διαφύλαξη της όποιας κοινωνικότητας έχει απομείνει στο χωριό.

– Περνώντας χθες βράδυ είδαμε το Κάλλιο έξω απ’ το νερό.

– Το 1992-93 η στάθμη ήταν ακόμη χαμηλότερη. Είχε φανεί και η εκκλησία του χωριού. Με την ανομβρία και τα τόσα λίγα χιόνια στα βουνά αυτό θα γίνεται από δω κι εμπρός.

Αποχαιρετάμε τους καλοσυνάτους ανθρώπους του Κόκκινου και κατηφορίζουμε προς τη λίμνη. 3 σχεδόν χιλιόμετρο μετά φτάνουμε σε διακλάδωση. Κινούμαστε αρχικά για μερικά χιλιόμετρα αριστερά, ως τον ΒΔ μυχό της λίμνης. Είναι το σημείο, όπου καταλήγει η ροή του Κόκκινου ποταμού, ενός από τους κύριους τροφοδότες της λίμνης. Κάθε στροφή του δρόμου μας αποκαλύπτει τοπία αξεπέραστης ωραιότητας, μικρούς και μεγάλους κόλπους που θυμίζουν φιορδ, αντανακλάσεις στην ακίνητη επιφάνεια του νερού, λαμπρά φθινοπωρινά χρώματα με πρωταγωνιστές τα πλατανόφυλλα, που συνδυάζουν το καφέ, το πράσινο, το κεραμιδί και την ώχρα με τρόπο μοναδικό. Ίδιες εικόνες θέλγουν την όραση και στη διαδρομή προς τα δυτικά, ως το τέλος της λίμνης και την αρχή του δρόμου προς τη Ναύπακτο. Εδώ βρίσκεται το εντυπωσιακό φράγμα του Μόρνου, που με ύψος 126 μέτρα θεωρείται το υψηλότερο φράγμα της Ευρώπης. Με την κατασκευή του έχει δημιουργηθεί ένας ταμιευτήρας με μέγιστη χωρητικότητας 780 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Μετά το φράγμα ένα κανάλι ελεύθερης ροής διασχίζει τους νομούς Φωκίδας, Βοιωτίας και Αττικής, που μετά από 192 χλμ. φτάνει στην Αθήνα, δημιουργώντας ένα από τα μεγαλύτερα υδραγωγεία της Ευρώπης.

Πολλές πινακίδες δίπλα στο φράγμα δίνουν πληροφορίες για όλους τους προορισμούς, γειτονικούς ή μακρινούς. Παίρνουμε κατεύθυνση για Ναύπακτο και πολύ γρήγορα ανηφορίζουμε δεξιά για Περιβόλι, τον νοτιότερο οικισμό του Δήμου Βαρδουσίων. Μικρό γραφικό χωριό, χτισμένο σε υψόμετρο 700 μέτρων μέσα στην πυκνή βλάστηση του βουνού. Στο υψηλότερο σημείο συναντάμε ένα εκκλησάκι, χτισμένο το 1908. εδώ διακλαδίζονται δυο δασικοί δρόμοι. Παίρνουμε τον αριστερό, που ο χάρτης μας τον δείχνει να καταλήγει στο Κρωκύλειο.

Αρχίζει μια υπέροχη διαδρομή μέσα σε αφθονία πολύχρωμων δέντρων και θάμνων. Το οδόστρωμα είναι αξιόπιστο, ωστόσο είναι προτιμότερο να έχει κανείς 4 Χ 4. Ο δρόμος σε πολλά σημεία είναι χορταριασμένος, έχουμε την αίσθηση, ότι κινούμαστε μέσα στην παρθένα φύση, κάπου πολύ μακρυά από κατοικημένες περιοχές.

Ως επιβεβαίωση αυτής της αίσθησης έρχεται μια εικόνα, που πολύ σπάνια πια συναντάμε στα Ελληνικά βουνά. Είν’ ένα μικρό, πανέμορφο ζαρκαδάκι, που προλαβαίνουμε να το θαυμάσουμε μόλις για δυο δευτερόλεπτα, πριν εξαφανιστεί με την ταχύτητα του ανέμου σ’ ένα πυκνότατο πρανές. Ωστόσο, κάποια απ’ αυτά τα πρανή είναι απογυμνωμένα ολότελα από βλάστηση. Οι πέτρες εξέχουν επικίνδυνα και πολλές έχουν πέσει καταμεσίς του δρόμου. Πολλές φορές σταματάμε και τις απομακρύνουμε.

Στα 6,7 χλμ. από την αρχή της διαδρομής διασχίζουμε το μικρό αλλά ζωηρό Πατσαρόρεμμα και περνάμε στην αντικρινή πλαγιά της χαράδρας που διασχίζουμε τόση ώρα. Είναι αυτή η εξαίσια χαράδρα, τις χρωματικές εναλλαγές της οποίας θαυμάζαμε το πρωί καθώς κατηφορίζαμε για Κόκκινο. Λίγο αργότερα αποκαλύπτεται απέναντί μας το Κροκύλλειο και, καθώς συμπληρώνουμε τα 10 χλμ., μπάινουμε στα πρώτα σπίτια του χωριού.

 

ΚΡΟΚΥΛΕΙΟ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ

 

Αντικρίζοντας από μακρυά το ωραίο κεφαλοχώρι είμαστε βέβαιοι, πως οι μόνιμοι κάτοικοί του ανέρχονται σε εκατοντάδες. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Την αντιλαμβανόμαστε πολύ γρήγορα, καθώς διασχίζουμε τους έρημους δρόμους, με τους μετρημένους στα δάχτυλα ανθρώπους που συναντάμε. Ευτυχώς είναι ανοιχτό το καφενεδάκι του Βαγγέλι, όπου η γυναίκα του μας ετοιμάζει έναν πολύ ωραίο Ελληνικό καφέ με κέικ σπιτικό. Λίγο αργότερα, ο Δήμαρχος Βασίλης Νικολέτος μας επιβεβαιώνει στο γραφείο του την ερήμωση του τόπου.

– Το χειμώνα είμαστε δεν είμαστε στα 13 χωριά του Δήμου 300. Το καλοκαίρι βέβαια ξεπερνάμε τις 3000.

Σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων το Κροκύλειο είναι χτισμένο με έντονη αμφιθεατρικότητα σε μια μεγαλόπρεπη πλαγιά του ελατοσκέπαστου Ξεροβουνιού, που μόνον Ξεροβούνι δεν είναι. Η παλιά του ονομασία ήταν Παλαιοκάτουνο, ενώ η μετονομασία οφείλεται στην αρχαία πόλη Κροκύλειον που βρισκόταν ψηλότερα στη θέση Αϊ-Λιάς, με υπολείμματα ισοδομικών λίθων λαξευτών. Η πόλη καταστράφηκε από τους Αθηναίους το 426 π.Χ.

Στο χωριό διατηρούνται αρκετά παλιά και μεγάλα σπίτια όμοιας αρχιτεκτονικής με τα αρχοντικά των Πενταγιών. Συναντάμε ωστόσο και κάποια με μια μικρή εξωτερική προσθήκη από λαμαρίνα, που θυμίζει σαχνισί. Ωραία είναι η πλακόστρωτη πλατεία με το πλατάνι, την επιβλητική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, το καμπαναριό με τους λαξευτούς λίθους και το Ηρώο Πεσόντων. Στα ψηλώματα του χωριού δεσπόζει πλάι στο δρόμο μια μνημειακή κρήνη, χτισμένη με σκούρα πέτρα πελεκητή. Η βρύση έχει πέντε γούρνες λαξευτές, η ιδιαιτερότητα όμως είναι, ότι πάνω από κάθε γούρνα υπάρχει ανάγλυφο ένα κεφάλι. Είναι οι φυσιογνωμίες των δημοτικών αρχόντων της εποχής που χτίστηκε η βρύση. Ανακαλύπτουμε την χρονολογία κατασκευής ανάγλυφη ανάμεσα στο 2ο και 3ο κεφάλι από αριστερά. Είναι το έτος 1899.

Το Κροκύλειο είναι η περήφανη γενέτειρα ενός από τους σημαντικότερους ήρωες του ’21, του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Συναντάμε την μαρμάρινη προτομή του σ’ ένα όμορφο παρκάκι στα νότια, έξω απ’ το χωριό. Λίγα χιλιόμετρα μετά, δεξιά της ασφάλτου, ανηφορίζει ένας χωματόδρομος με την πινακίδα «Οδός Αβοριτίου». Το Αβορίτι είναι ο ερειπωμένος πια συνοικισμός του Κροκυλείου, όπου το 1798 γεννήθηκε ο Μακρυγιάννης. Μας το επιβεβαιώνει μετά από 1,1 χλμ. μια μαρμάρινη πλάκα σε κορμό αιωνόβιο πλάτανου. Εδώ υπάρχει η πέτρινη βρύση του Μακρυγιάννη καθώς και πολλά ακόμη αιωνόβια πλατάνια. Επιστρέφοντας από το Αβορίτι συναντάμε μετά από 100 μέτρα στην άσφαλτο ένα χτιστό μνημείο με απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, όπου αναφέρεται ο τόπος της γέννησής του.

Βγαίνουμε έξω από το Κροκύλειο με κατεύθυνση δυτική. 4 χλμ. μετά συναντάμε το Κουπάκι. Είναι μικρός οικισμός, χτισμένος αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 850 μέτρων με ωραίο ανατολικό προσανατολισμό. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται ο Ζωριάνος, μεγάλο και γραφικό χωριό, χτισμένο σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων στις νότιες πλαγιές του Ξεροβουνιού. Υπάρχουν αρκετά παλιά σπίτια και μια όμορφη γειτονιά χτισμένη στο άνω τμήμα ενός κοίλου αυχένα με θέα εξαιρετική. Το τρίτο χωριό της περιοχής, τρία χλμ. πάνω από τον Ζωριάνο, είναι το Αλποχώρι. Χτισμένο αμφιθεατρικά με πολύ καλό ΝΔ προσανατολισμό, το Αλποχώρι ξεπερνάει το υψόμετρο των 100 μέτρων και είναι αφετηρία ενός δαιδαλώδους δικτύου δασικών διαδρομών, που προσφέρουν μεγάλες περιηγητικές δυνατότητες για 4 Χ 4 προς τα ανατολικά, βόρεια και δυτικά.

Επιστρέφουμε στο Κροκύλλειο και παίρνουμε κατεύθυνση βόρεια προς Πενταγιούς. Δύο περίπου χλμ. μετά συναντάμε αριστερά της ασφάλτου έναν χωματόδρομο που ανηφορίζει προς το Καταφύγιο της Παναγίας. Ο δρόμος είναι βατός και από συμβατικά αυτοκίνητα. Μετά από 2,1 χλμ. καταλήγει σ’ ένα υπέροχο ξέφωτο στις Ν απολήξεις του Ξεροβουνιού. Εδώ, σε υψόμετρο 1230 μέτρων και κυριολεκτικά στην άκρη του γκρεμού, είναι χτισμένο από το 1892 το Καταφύγιο της Παναγίας. Έλατα, γρασίδι και κάτοψη του Κροκυλείου μοναδική. Εξίσου εκπληκτική είναι η θέα στα Βαρδούσια, στη Γκιώνα και στα υπόλοιπα βουνά. Το καταφύγιο χτίστηκε με δαπάνη του κληροδοτήματος Αναστασίου Τσώρη (θείου του οικοδεσπότη μας Ξενοφώντα Τσώρη, που είχε οριστεί και εκτελεστής της διαθήκης). Συνέδραμε επίσης και η τότε Κοινότητα Κροκυλείου καθώς και ο Σύλλογος Κροκυλείων «Ο Μακρυγιάννης».

 

ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΑΡΓΟΤΙΝΑΣ

 

Ο καιρός μεταβάλλεται διαρκώς. Αργά τη νύχτα παρατηρούμε τους αστερισμούς και τα χαράματα ξυπνάμε με βροχή. Η ατμόσφαιρα είναι άλλοτε θεοσκότεινη και άλλοτε εκτυφλωτική. Δεν έχουμε παράπονο. Δεν ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε χειμώνα στα βουνά. Τουλάχιστον δεν πλήττουμε.

Τρία σχεδόν χιλιόμετρα βόρεια των Πανταγιών συναντάμε το Τρίστενο. Είναι μικρό γραφικό χωριό, χτισμένο σε υψόμετρο 850 μέτρων, με τα σπίτια διάσπαρτα σε μια κατάφυτη πλαγιά. Παρκάκι, εκκλησία της Μεταμόρφωσης, λιτό Ηρώο Πεσόντων, θέα στη Μακρυά Ράχη και στα Βαρδούσια. Αέρας δυνατός και σύννεφα μολυβένια. Μια ατμόσφαιρα συνολικά εκπληκτική. Στη βόρεια έξοδο του χωριού, στο δρόμο προς Διχώρι, σταματάμε. Τον δρόμο διασχίζει μια πλατανοσκέπαστη ρεματιά. Στην άκρη είναι χτισμένη μια μεγάλη κρήνη με τρεις κρουνούς. Βρέχει δυνατά. Η ατμόσφαιρα γενική είναι σκοτεινή. Όχι όμως και το σημείο της κρήνης με τα πλατάνια της ρεματιάς. Είναι τόσο λαμπροί οι χρωματισμοί των φύλλων κάτω από τις σταγόνες της βροχής, που ο τόπος μοιάζει φωτεινός. Έτσι όπως γέρνουν τα κλαδιά, σχηματίζουν πάνω από το δρόμο και τη βρύση την πιο ωραία χρωματική αψίδα της φύσης. Είναι πιθανότατα η πιο συνταρακτική φθινοπωρινή εικόνα που έχουν αντικρύσει στις τόσες μέρες που περιπλανιόμαστε στην περιοχή. Πού και πού φυσάει δυνατά. Τα ξερόφυλλα αποσπώνται απ’ τα κλαδιά, στροβιλίζονται στον αέρα σαν τρελά και κάποια στιγμή ακουμπούν στο έδαφος, συμπληρώνουν το πολύχρωμο χαλί. Σε λίγες μέρες ελάχιστα θα έχουν απομείνει στα κλαδιά.

Επιστρέφουμε από το Τρίστενο στη διασταύρωση των Πενταγιών και κατευθυνόμαστε αρχικά δυτικά και στη συνέχεια βόρεια προς τα υψίπεδα της διάσημης Αρτοτίνας. Λίγο αργότερα τα πολύχρωμα φυλλοβόλα δέντρα χάνονται οριστικά, τη θέση τους παίρνουν τα έλατα, μια σκουροπράσινη κυριαρχία μονοδιάστατη.

– Και σχεδόν βαρετή, συμπληρώνει ο Πέτρος.

Μετά από τόση χρωματική ποικιλία δύσκολα συμβιβάζεται το μάτι με την μονοτονία του πράσινου.

Για αρκετές ώρες περιπλανιόμαστε στα χωριά που παρεμβάλλονται στη διαδρομή ως την Αρτοτίνα: στην Κερασιά, στο Ψηλό Χωριό, στο απόμακρο Διχώρι και στο Κριάτσι. Αναμφίβολα όλα είναι γραφικά και ενδιαφέροντα χωριά, χαμένα μέσα στα έλατα και με πλούσια νερά. Επιπλέον είναι μια από τις πιο ορεινές οικιστικές ενότητες της χώρας, αφού το υψόμετρό τους ξεπερνάει τα 1200 μέτρα. Καθημερινή όπως είναι , δεν συναντάμε κανέναν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ακατοίκητα. Το Διχώρι είναι το πιο απομονωμένο, με δασικό χωματόδρομο που απέχει από την ασφάλτινη κεντρική αρτηρία 9 χιλιόμετρα. Όμορφη είναι η πλατεία του χωριού με δυο επίπεδα, όχι πλακοστρωμένα αλλά χορταριασμένα. Πολύ θα θέλαμε να μπορούσαμε να τρώγαμε κάτι στην ταβέρνα «Το μαγαζί του χωριού», με την εξαίσια θέα στα Βαρδούσια. Δυστυχώς το μαγαζί είναι κλειστό. Για ποιον άλλωστε ν’ ανοίξει;

Περισσότερη τύχη έχουμε στην Αρτοτίνα, στην ψησταριά Τριβήλος της κυρά-Αγγέλας, που είναι όλο το χρόνο ανοιχτή. Με υψόμετρο 1250 μέτρων στην πλατεία και σχεδόν 1350 στα ψηλότερα σπίτια η Αρτοτίνα είναι το ορεινότερο χωριό των Βαρδουσίων και από τα ορεινότερα της χώρας. Κάποτε ήταν φημισμένο κεφαλοχώρι της Ρούμελης με 1500 τουλάχιστον κατοίκους και κτηνοτροφία που ξεπερνούσε τις 40.000 γιδοπρόβατα. Σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους 50, ενώ το καλοκαίρι επιστρέφουν εκατοντάδες στην τόσο πλεονεκτική φύση του χωριού.

Η Αρτοτίνα, ωστόσο, οφείλει σε άλλο λόγο τη φήμη της. Δεν υπάρχει κανένας στον Δήμο Βαρδουσίων που να αμφιβάλλει, ότι υπήρξε η γενέτειρα του θρυλικού ήρωα Αθανάσιου Διάκου. Το ίδιο βέβαια ισχυρίζονται και στον γειτονικό Δήμο Καλλιέων, με τον οικισμό της Άνω Μουσουνίτσας (που μετονομάστηκε σε Αθανάσιος Διάκος) να διεκδικεί τον τίτλο της γενέτειρας του ήρωα.

Στην πλατεία της Αρτοτίνας με την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου είναι στημένη μαρμάρινη προτομή του ήρωα, φιλοτεχνημένη το 1930. κάτω από την πλατεία διασχίζουμε τον οικισμό με Β κατεύθυνση. 4 χιλιόμετρα μετά φτάνουμε στη Μονή του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου, όπου μόνασε σε νεαρή ηλικία ο Διάκος. Τόπος εκπληκτικός με ακόμη εκπληκτικότερη θέα των Βαρδουσίων, που ορθώνονται απέναντί μας με μια επιβλητικότητα συγκλονιστική.

Συναντάμε αρχικά το Αρχονταρίκι με χρονολογία 1728. Είναι κλειστό, κανένας μοναχός δεν μας προσφέρει το μοναστηριακό κέρασμα, τσιπουράκι και λουκούμι. Αμέσως μετά είναι το Κελί του Διάκου, πετρόχτιστο, με ξυλοδεσιές και πλάκες στη σκεπή. Στο εσωτερικό διατηρείται το πάτωμα με χώμα και οι τοίχοι φθαρμένοι, με τσατμά. Στον εξωτερικό τοίχο μια μαρμάρινη πλάκα μας θυμίζει, ότι «Ενταύθα εμόνασε το τέκνο της Αρτοτίνας, ο Αθ. Διάκος». Στον αύλειο χώρο υπάρχει μπρούντζινη προτομή του ήρωα με τις χρονολογίες 1788-1821.

Μερικά πουλιά, πανέμορφα σκαλοπάτια μας οδηγούν σ’ ένα χορταριασμένο πλάτωμα με το πετρόχτιστο και πλακοσκέπαστο Καθολικό της Μονής.

Πάνω από την Β είσοδο μια εντοιχισμένη πλάκα με κτητορική επιγραφή αναφέρει την χρονολογία 1866. Στο εσωτερικό εξαιρετικό είναι το παλιό δάπεδο με κοκκινωπές πλάκες. Το θαυμάσιο ξύλινο ταβάνι είναι φτιαγμένο τα 1896 και αποτελείται από πηχάκια και ζωγραφισμένα φυτικά μοτίβα που περιβάλλουν τις εικόνες της Παναγίες και του Χριστού.

Τρία χιλιόμετρα μετά τη Μονή είναι τα βόρεια σύνορα του Δήμου Βαρδουσίων, στην κοίτη του Εύηνου ποταμού. Σε μεγάλο του τμήμα ο δρόμος είναι εξαιρετικά στενός και πολύ επικίνδυνος εξαιτίας των συνεχών κατολισθήσεων από τα σαθρότατα πρανή.

Καθόμαστε για λίγο στην γέφυρα του Εύηνου, με το λιγοστό νερό. Μπροστά μου η πινακίδα προς Σπερχειάδα και Λαμία. Ξέρω, ότι αν ακολουθήσω αυτή τη διαδρομή θα βρίσκομαι με το τελευταίο φως στη Θεσσαλονίκη. Διστάζω, αναποφάσιστος. Κοιτάζω το ρολόι μου: 13:20΄. Ύστερα ατενίζω τα Βαρδούσια. Μεγαλόπρεπα, αγέρωχα, απόκρημνα, οξυκόρυφα. Η απόφασή μου έχει ληφθεί.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΓΟΤΙΝΑ ΣΤΗ ΜΟΥΣΟΥΝΙΤΣΑ

 

Κάτω από την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου διασχίζουμε με Ν κατεύθυνση το χωριό, μπαίνουμε σε χωματόδρομο και στα 500 μέτρα στρίβουμε σε διακλάδωση αριστερά. Στα 1,9 χλμ., περνάμε ρεματάκι με την ονομασία Καλογερικό, παραπόταμο του Εύηνου. Αμέσως μετά περνάμε την κοίτη άλλες δυο φορές. Για τους πεζούς υπάρχουν δυο γραφικά ξύλινα γεφυράκια. Αρχίζουμε ν’ ανηφορίζουμε. Στα 3,1 χλμ. μια πινακίδα μας κατευθύνει στην ευθεία προς Αγ. Μάρκο, Καρυά, Μουσουνίτσα (Η ονομασία Αθ. Διάκος είναι απαγορευμένη σ’ αυτή την περιοχή). Μετά τις βαλανιδιές αρχίζει αμιγές δάσος ελάτων. Καλός ο δασικός δρόμος, συνεχίζει Β για μερικά χιλιόμετρα και, λίγο πριν από τη χαράδρα του βουερού Καρυώτικου Ρέματος (που αργότερα ονομάζεται Εύηνος) αλλάζει κατεύθυνση προς τα Α. Ανηφορίζουμε ήδη με αλλεπάλληλες στροφές πάνω απ’ τη χαράδρα.

Στα 9 χλμ. αποκαλύπτεται στα Α-ΝΑ ένα συγκρότημα απόκρημνων κορυφών, που αποτελούνται από βράχο συμπαγή. Είναι η Πλάκα, με 2.348 μέτρα και η Αλογόραχη με 2.265 μέτρα. Χαμηλότερα από τους κώνους των κορυφών οι απότομες πλαγιές είναι ελατοσκέπαστες. Στα 9,5 χλμ. περνάμε πάνω από ένα γοργοκίνητο ρυάκι με κρυστάλλινα νερά, που κατεβαίνει απ’ τις κορυφές. Είναι το απόλυτα παγωμένο και αμόλυντο νερό.

Στα 11 χλμ. διχάζεται ο δρόμος. Ένα παρακλάδι του κατηφορίζει αριστερά στη ρεματιά, ενώ το άλλο συνεχίζει ανηφορικά στα δεξιά. Ακολουθούμε την δεύτερη επιλογή, που είναι άλλωστε η κατεύθυνση προς τον σωστό προσανατολισμό. Κινούμαστε αργά, απολαυστικά. Όλα είναι υπέροχα. Ο δροσερός, καθάριος αέρας του βουνού, το βουητό του ρέματος στη χαράδρα, τα μικρά, νευρικά ρυάκια που κελαρύζουν συνεχώς και ακόμη οι φοβερές σιλουέτες των κορυφών που λογχίζουν τον βαθυγάλανο ουρανό.

Στα 14,45 χλμ. φτάνουμε σ’ ένα σημείο κομβικό της διαδρομής. Είναι ένας θεαματικός αυχένας με βραχώδες πρανές στα δεξιά κι ένα ψηλό, μοναχικό έλατο στ’ αριστερά. Ανάμεσά τους περνάει ο στενός δρόμος που μας κατευθύνει στα γυμνά υψίπεδα του βουνού. Είμαστε ήδη σε υψόμετρο 1500 μέτρων, έχουμε βγει οριστικά από τα τελευταία έλατα. Μπροστά μας εκτείνονται εκπληκτικά οροπέδια με εκτεταμένα λιβαδοτόπια. Είναι αυτά τα λιβαδοτόπια, που μισό αιώνα πριν εξασφάλιζαν τροφή σε δεκάδες χιλιάδες γιδοπρόβατα.

Διασχίζουμε τις γυμνές από βλάστηση, έρημες εκτάσεις. Στάνες συνεχόμενες. Ρέμα ζωηρό, που τροφοδοτείται από πάμπολλες πηγές. Βρισκόμαστε στην τοποθεσία Σταυρός. Περιμετρικά οι Βαρδουσιώτικες κορυφές, όλες πάνω από τα 2.000 μέτρα. Ακόμη πιο ψηλά ο Κόρακας, που με τα 2.495 μέτρα είναι η 6η ψηλότερη Ελληνική κορυφή.

Σε μια ράχη απέναντί μας φιγουράρουν οι σιλουέττες των δυο καταφυγίων των Βαρδουσίων.

Ανηφορίζουμε τον δύσκολο λασπωμένο δρόμο. Το βράχινο συγκρότημα των κορυών του Κόρακα είναι πασπαλισμένο με χιόνι. Φυσάει δυνατά. Το θερμόμετρο δείχνει 0 βαθμούς. Και να σκεφτεί κανείς, ότι ακόμη λάμπει ο ήλιος στον ουρανό. Η νύχτα θα είναι παγερή.

Κατηφορίζουμε από τα 2.000 μέτρα του καταφυγίου του Πεζοπορικού Ομίλου Αθηνών, φτάνουμε στον αυχένα και αρχίζουμε την κατάβαση, στα γνωστά μας εδάφη του Δήμου Καλλιέων. Στα 30 χλμ. από την Αρτοτίνα μπαίνουμε στα πρώτα σπίτια της Μουσουνίτσας, που εδώ φέρει το όνομα Αθανάσιος Διάκος.

Αρχίζει η γνώριμή μας ασφάλτινη διαδρομή, που μας φέρνει όλο και πιο κοντά στην Εθνική Οδό. Τα Βαρδούσια πίσω ξεμακραίνουν. Οι κορυφές τους γίνονται όλο και πιο σκοτεινές. Έχει δύσει πια ο ήλιος.

 

back-button
next-button
agnanteuontas-ta-vardousia agnanteuontas-ta-vardousia_1 agnanteuontas-ta-vardousia_2 agnanteuontas-ta-vardousia_3 agnanteuontas-ta-vardousia_4 agnanteuontas-ta-vardousia_5 agnanteuontas-ta-vardousia_6 agnanteuontas-ta-vardousia_7 agnanteuontas-ta-vardousia_8 agnanteuontas-ta-vardousia_9 agnanteuontas-ta-vardousia_10 agnanteuontas-ta-vardousia_11 agnanteuontas-ta-vardousia_12 agnanteuontas-ta-vardousia_13 agnanteuontas-ta-vardousia_14 agnanteuontas-ta-vardousia_15 agnanteuontas-ta-vardousia_16 agnanteuontas-ta-vardousia_17 agnanteuontas-ta-vardousia_18 agnanteuontas-ta-vardousia_19 agnanteuontas-ta-vardousia_20 agnanteuontas-ta-vardousia_21 agnanteuontas-ta-vardousia_22 agnanteuontas-ta-vardousia_23 agnanteuontas-ta-vardousia_24
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories