home Άρθρα Αγαθονήσι Δωδεκανήσων
Αγαθονήσι Δωδεκανήσων

Το μικρό νησί στην ανατολική παρειά του Αιγαίου πελάγους χαρακτηρίζεται από πλούσιο θαλάσσιο διαμελισμό με απάνεμους όρμους και πολλές μικρές βραχονησίδες, από μικρή τουριστική ανάπτυξη που προστατεύει τον γαλήνιο και αυθεντικό χαρακτήρα του τοπίου, από την αυτάρκεια της ζωής σε έναν ακριτικό τόπο, από το αρμονικό συνταίριασμα μεταξύ φύσης και ανθρώπου, από μια αδιατάρακτη ηρεμία που σπανίζει στη συνδεδεμένη και επιταχυνόμενη εποχή μας.

Κείμενο: Γιάννης Πολυβώτης
Φωτογραφίες: Γιάννης Πολυβώτης
Αγαθονήσι Δωδεκανήσων
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΝΗΣΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, Αγαθονήσι

Ένας γαλήνιος παράδεισος στην άκρη του Αιγαίου

 

Στέκομαι στο τουριστικό λιμάνι του Πυθαγόρειου της Σάμου και αγναντεύω την ηλιόλουστη θάλασσα προς τον νότο. Στο βάθος αχνοφαίνεται ο όγκος του Αγαθονησίου δίπλα στα μικρασιατικά παράλια. Έχει λίγη ώρα που έφτασα εδώ, με το πλοίο της γραμμής, μετά από τριήμερη παραμονή στο Αγαθονήσι, στο μικρό αυτό νησί που ορίζει από βορρά το γεωγραφικό σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων. Η σύγκριση, αμέσως πριν την επικείμενη επιστροφή μου στο κλεινόν άστυ, είναι αναπόφευκτη: από τη μία οι νωπές μνήμες του ερημικού και άγριου Αγαθονησίου και από την άλλη ο κοσμοπολίτικος και πολύγλωσσος χαρακτήρας της Σάμου. Δε γνωρίζω τι με οδήγησε να επισκεφτώ το Αγαθονήσι, εξάλλου πρόκειται για έναν άγνωστο τόπο, έναν τόπο χωρίς καρτ‒ποστάλ όπως εκείνες που διαθέτουν τα περισσότερα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Ίσως το πιο γνωστό «αξιοθέατο» του νησιού και του γειτονικού Φαρμακονησίου, σε επίπεδο συλλογικής μνήμης, είναι οι συχνές αεροπορικές αψιμαχίες μεταξύ των δύο όμορων κρατών.

Ερχόμενος από το Πυθαγόρειο αντικρύζω πρώτα τους έρημους και γυμνούς όγκους της βορειοδυτικής πλευράς του Αγαθονησίου. Θαρρώ πως το νησί είναι ακατοίκητο, τα φαινόμενα όμως απατούν – σύντομα το πλοίο της γραμμής εισχωρεί σε έναν από τους απάνεμους όρμους και με οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό‒επίνειο του Αγίου Γεωργίου. Η πεσμένη μπουκαπόρτα καδράρει μια ελληνική σημαία, ζωγραφισμένη με μπογιά σε έναν από τους χαμηλούς τοίχους που ορίζουν τον χώρο του λιμανιού. Αποβιβάζομαι μαζί με δυο‒τρεις ντόπιους και μερικά κιβώτια τροφίμων. Δε θυμάμαι άλλη φορά να φθάνω σε ελληνικό νησί όντας ο μοναδικός επισκέπτης του.

Περπατάω κατά μήκος του παραθαλάσσιου δρόμου του οικισμού και βρίσκω εύκολα το κατάλυμά μου –ολόκληρο το νησί μπορεί να φιλοξενήσει ως εκατόν είκοσι επισκέπτες‒ όπου με υποδέχονται η Ειρήνη και ο Θεολόγος. Η χαμογελαστή τους γαλήνη με εισάγει γλυκότροπα στο ποιόν του άγνωστου αυτού μέρους. Το λιτό μου δωμάτιο «βλέπει», μαζί με τα υπόλοιπα κτίσματα του νοικοκυριού, προς την κεντρική πλακόστρωτη αυλή, ένας πυρήνας γεμάτος λουλούδια, μέλισσες, γάτες, χρώματα και απλωμένα ασπρόρουχα. Σε απόσταση λίγων μέτρων η θάλασσα στέκει ασάλευτη και ο φλοίσβος καταπραΰνει τις αισθήσεις μου. Μου προσφέρουν έναν ελληνικό καφέ στη βεράντα και με αφήνουν μόνο μου για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις καθημερινές τους εργασίες. Στα πόδια μου έχει κουρνιάσει ο Τζακ, ο δεκατετράχρονος σκύλος με τα μαύρα μάτια και το άσπρο τρίχωμα, το εμποτισμένο με ιστορίες, χάδια και αλάτι. Αφήνω το φλιτζάνι στην απάνεμη άκρη του τραπεζιού το οποίο καλύπτει ένας πλαστικός μουσαμάς‒τραπεζομάντηλο που τον συγκρατούν δυο πλατιές πέτρες – ο δυνατός αέρας είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της εδώ νησιωτικής φύσης.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους, το Αγαθονήσι αναφέρεται ως Υετούσσα, ενώ ο Θουκυδίδης, ο Στράβων και ο Πλούταρχος το ονομάζουν Τραγαία, Τραγαίαι (μαζί με τις πέριξ νησίδες) και Τραγιά αντίστοιχα. Η σύγχρονη ονομασία του νησιού είναι παράφραση της λέξης Αγκαθονήσι, ένα τοπωνύμιο που συνδέεται με την πληθώρα αγκαθωτών φυτών που αφθονούν εδώ. Μετά τους Κάρες (αρχαιότατος μικρασιατικός λαός), Δωριείς και Ίωνες της Μιλήτου εποίκισαν διαδοχικά το νησί, ενώ στη συνέχεια κατοικήθηκε και εγκαταλείφθηκε από βυζαντινούς εξόριστους, πειρατές και κατοίκους των γειτονικών περιοχών. Στο γειτονικό Φαρμακονήσι, πειρατές της Τραγαίας αιχμαλώτισαν το 74 π.Χ. τον Ιούλιο Καίσαρα και τον κράτησαν για τριάντα οκτώ μέρες ώσπου να φθάσουν τα λύτρα από τη Μίλητο. Το 1522, το Αγαθονήσι πέρασε στα χέρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ το 1948, μετά από ιταλογερμανική κατοχή διάρκειας τριάντα πέντε χρόνων, ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα. Το 1954, το νησί αναγνωρίστηκε ως ιδιαίτερη Κοινότητα, ενώ έκτοτε σταδιακά εκσυγχρονίζεται με τη δημιουργία υποδομών (διανοίξεις δρόμων, λειτουργία αυτόνομου σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, κατασκευή γυμνασίου, λιμανιού, ελικοδρομίου, δικτύου ύδρευσης, χώρου υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, αθλητικών εγκαταστάσεων κ.ά.) και υπηρεσιών (ταχυδρομείο, δημοτικό αρτοποιείο, αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων, δημοτικό οδοντιατρείο κ.ά.). Σήμερα, οι περίπου εκατόν πενήντα κάτοικοι του Αγαθονησίου ασχολούνται με την κτηνοτροφία, τη γεωργία, την αλιεία, τις ιχθυοκαλλιέργειες και τις λιγοστές τουριστικές υποδομές και ταβέρνες που βρίσκονται σχεδόν όλες στον οικισμό του Αγίου Γεωργίου.

Οι τρεις οικισμοί του Αγαθονησίου δημιουργούν ένα «πυκνοδομημένο» τριγωνικό οικιστικό σύμπλεγμα στη νότια πλευρά του νησιού. Το Μεγάλο και το Μικρό Χωριό δεν αγγίζουν τη θάλασσα, εδράζονται ψηλά σε βραχώδεις λοφοπλαγιές και παραμένουν αθέατα από τους αλλοτινούς πειρατές, σαν δύο ντροπαλά παιδιά που κρυφοκοιτούν πίσω από τα καφετιά αναχώματα χωρίς να ξεμυτίζουν από τις ασφαλείς τους φωλιές. Ανάμεσά τους, ξαπλωμένος στην άκρη ενός προστατευμένου όρμου, βρίσκεται ο εξωστρεφής, φιλόξενος και ανοιχτόκαρδος οικισμός του Αγίου Γεωργίου, το λιμάνι του νησιού.

Μια μέρα μετά την άφιξή μου ανηφορίζω με τα πόδια προς το Μεγάλο Χωριό. Από εκεί, ακολουθώ τον δρόμο προς το Καθολικό, το βόρειο λιμανάκι του νησιού που εξυπηρετεί καΐκια και βάρκες των παρακείμενων ιχθυοκαλλιεργειών που κατακλύζουν τη βορειοανατολική θαλάσσια περιοχή του Αγαθονησίου. Ο δρόμος είναι ολόδικός μου, περνούν σποραδικά αγροτικά οχήματα και στρατιωτικές καναδέζες – άπαντες με χαιρετούν με ένα νεύμα του χεριού τους. Λίγο μετά τον κλειδωμένο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, διασχίζω τον μοναδικό χώρο υγειονομικής ταφής με τα σκουριασμένα φορτηγά και μπάζα κάθε είδους και φτάνω στον αρχαιολογικό χώρο της Τραγαίας, στην περιοχή Καστράκι, απέναντι από τη Σάμο και την Τουρκία. Εκεί, με υποδέχονται δυο μικρές ψαρόβαρκες στο αρχαίο λιμανάκι και δεκάδες αιγοπρόβατα που σκιάζονται στα δέντρα γύρω από το νεόδμητο εγκαταλειμμένο μουσείο. Τα κατσίκια επιθεωρούν την κάθε κίνησή μου από μακριά, βλέπουν σε μένα τη ζωή και τον θάνατο, με φοβούνται όπως φοβούνται τα νήπια τα τέρατα που ζουν κάτω από τα κρεβάτια τους. Δεν τα πολυενοχλώ, παρατηρώ από μακριά το ερειπωμένο Καστράκι, το αρχαίο λιμάνι‒οικισμό των ελληνιστικών χρόνων που διέθετε οχύρωση, στρατιωτικές εγκαταστάσεις για ελλιμενισμό πολεμικών πλοίων, μελισσοκομική μονάδα και εργαστήριο πορφύρας. Δίπλα σε αυτά, παρατηρώ και το σύγχρονο κτήριο που εγκαταλείφθηκε ήδη από τη γέννησή του.

Γυρίζω προς το Καθολικό και στρίβω στον δρόμο προς τον ναό του Αγίου Νικολάου, τις παραλίες του Πόρου και του Βαθιού Πηγαδιού, καθώς και τον βυζαντινό αρχαιολογικό χώρο του Θόλου ‒εξίσου περιφραγμένος και εγκαταλειμμένος‒ όπου έχουν βρεθεί αποθηκευτικοί χώροι που χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα. Σε όλες τις βοτσαλωτές παραλίες κολυμπάω ολομόναχος σε γαλαζοπράσινα νερά και κατακάθαρους βυθούς. Η βλάστηση είναι κατά βάση χαμηλή οπότε αναζητώ σκιά στα λιγοστά αλμυρίκια και τους σχίνους που βρίσκονται κοντά στην ακτογραμμή. Η μονή μου συντροφιά ‒οπτική και ακουστική‒ είναι τα γίδια και τα κατσίκια που βόσκουν στα γύρω κτήματα και ξεπροβάλλουν περιεργαστικά στις κορυφογραμμές των λόφων. Το απόγευμα επιστρέφω προς τον Άγιο Γεώργιο και κατευθύνομαι, μέσω του παραθαλάσσιου δρόμου με τους ηλιακούς φανοστάτες, στην παρακείμενη παραλία της Σπηλιάς που συνδυάζει ψιλό βότσαλο και άμμο. Λίγο πριν τη δύση του ηλίου ανηφορίζω προς το Μικρό Χωριό και το καλοστρωμένο μονοπάτι που οδηγεί στον ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Από εκεί, σε υψόμετρο περίπου εκατό μέτρων, απολαμβάνω τη σιγαλιά του δειλινού, την ακύμαντη θάλασσα και την ανεμπόδιστη θέα προς τον Άγιο Γεώργιο και το Μεγάλο Χωριό στο απέναντι ύψωμα. Τα ανθρωπογενή χρώματα που επικρατούν στην τοπική αρχιτεκτονική είναι το άσπρο και το μπλε – συνώνυμα της ελληνικής σημαίας, ενός συμβόλου συνυφασμένου με την ασφάλεια και την ταυτότητα των απομονωμένων κατοίκων του ακριτικού νησιού.

Το επόμενο πρωί σηκώνομαι νωρίς για να προλάβω τον ήλιο και ανηφορίζω ξανά προς το Μεγάλο Χωριό. Διασχίζω το χωριό ‒το αρχαιότερο του νησιού που επιθυμεί να μη διαβρωθεί από τον τουρισμό‒ και τη βοτσαλόστρωτη κεντρική πλατεία με το μνημείο πεσόντων της, και κατηφορίζω προς την εύφορη κοιλάδα γύρω από τον ναό της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου. Εκεί, ανοιγοκλείνω τις συρόμενες πόρτες που οριοθετούν τα βοσκοτόπια και σκαρφαλώνω τον φιδογυριστό τσιμεντόδρομο προς τον ναό του Αγίου Χαράλαμπου. Η θέα από ψηλά με αποζημιώνει, ίσως η ομορφότερη σε όλο το νησί. Στο βάθος διακρίνεται η εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα ‒που είχα επισκεφτεί την προηγούμενη μέρα‒, ο έτερος φάρος του χριστιανισμού, ο οποίος μαζί με τον Άγιο Χαράλαμπο ορίζουν αφ’ υψηλού τη νοητή ζώνη εντός της οποίας ζουν οι λιγοστοί κάτοικοι των τριών οικισμών. Λόγω του δυνατού αέρα δεν μπορώ καν να σταθώ στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας. Ξεκλειδώνω την πόρτα του ναού, διαλέγω μια ξύλινη καρέκλα με βελούδινο μαξιλάρι, τη βγάζω έξω και κάθομαι δίπλα στον απάνεμο τοίχο του κτίσματος αφήνοντας τις σκέψεις μου να παρασυρθούν από τον άνεμο. Στην επιστροφή, το κριάρι που πρωτύτερα με αγριοκοίταζε, με αφήνει να περάσω αλώβητος ως την γαλαζοπράσινη παραλία του Τσαγγάρη με τα μεγάλα βότσαλα, τους εκατοντάδες αχινούς και τους περαστικούς αιγαιόγλαρους. Μόνος και εδώ. Μόνος και στην παραλία του Πάλου που επισκέπτομαι αργότερα μέσα από το φρεσκοστρωμένο πέτρινο μονοπάτι, Μόνος και στην παραλία του Γαϊδουραύλακα που προσεγγίζω από ξηράς σκαρφαλώνοντας τον δυτικό λόφο στην παραλία της Σπηλιάς. Ένας γήινος και μοναχικός παράδεισος στην άκρη του Αιγαίου.

Τελευταία μέρα στο Αγαθονήσι σήμερα. Σε λίγο θα φθάσει το πλοίο της γραμμής να με περάσει στη Σάμο. Κάθομαι στην άκρη της προκυμαίας με τα πόδια μέσα στο κρυστάλλινο νερό της θάλασσας και διαβάζω ένα βιβλίο. Δε μπορώ να συγκεντρωθώ όμως. Με «αποσπά» η γαλήνη του τοπίου που συνταιριάζει αρμονικά φύση και ανθρώπους, σε ένα νησί που δε διαθέτει καρτ‒ποστάλ προς πώληση, ούτε μπιτσόμπαρα και ξαπλώστρες. Μπροστά μου μερικοί επισκέπτες κολυμπούν στη θάλασσα σε ύπτια θέση, ενώ κάποιοι άλλοι γυμνάζονται στην αποβάθρα μέσα στο καταμεσήμερο – αδίστακτοι, δε χάνουν τις συνήθειές τους πουθενά, ούτε εδώ στην άκρη της γης. Πιο πέρα, δυο‒τρεις ντόπιοι κάθονται έξω από τις αυλές τους σε πλαστικές καρέκλες και ατενίζουν σιωπηλοί τον ορίζοντα. Τι να σκέφτονται άραγε; Έτσι αμίλητοι που ρεμβάζουν, διστάζω να τους ρωτήσω κάτι τόσο προσωπικό.

back-button
next-button
01 01 02 04 07 10 11 13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories