home Άρθρα Αφιέρωμα στα Βόρεια Άγραφα και στο Montanema
Αφιέρωμα στα Βόρεια Άγραφα και στο Montanema

Για ν’ αποκτήσει κάποιος συνολική άποψη του ορεινού όγκου των Αγράφων, πρέπει να διαθέτει πολύ χρόνο και να έχει δυνατότητες πεζοπορικές και ορειβατικές. Μια πρώτη ήπια γεύση από το φυσικό περιβάλλον των Βορείων Αγράφων, προσφέρει η ορεινή ζώνη στα ΒΔ της Λίμνης Πλαστήρα.

Εκεί, πάνω από τον οικισμό της Κερασιάς, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων, υπάρχει το «ΜΟΝΤΑΝΕΜΑ». Χτισμένο με πέτρα και ξύλο, σε μαγευτικό ξέφωτο πυκνού ελατοδάσους, τα σπιτάκια του συγκροτήματος αποτελούν την ιδανική βάση για περιηγήσεις στην γύρω περιοχή.

Ρέματα ολοζώντανα, πέτρινα γεφύρια και καταρράκτες, μονοπάτια και πηγές με κρυστάλλινα νερά αλλά και συναρπαστικές διαδρομές με 4Χ4 προσφέρει ο τόπος στον επισκέπτη.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης
Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή
Αφιέρωμα στα Βόρεια Άγραφα και στο Montanema
Κατηγορίες: Περιήγηση
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Καρδίτσα

Ήμουν προϊδεασμένος για κάτι ξεχωριστό. Άλλωστε η αποδεδειγμένη αξιοπιστία των περιγραφών του φίλου μας του Στέλιου δεν άφηνε καμία αμφιβολία. Αποδείχτηκε, ωστόσο, πως μερικές φορές καμία περιγραφή, όσο γλαφυρή και αν είναι, δεν μπορεί ν’ αποδώσει την πραγματικότητα. Απλά γιατί, το “ΜΟΝΤΑΝΕΜΑ HAND MADE VILLAGE”, συνδυάζει τέτοια χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες, που το  κάνουν μοναδικό.

Τί είναι όμως το MONTANEMA; Θα τολμούσα να πώ, χωρίς να κινδυνέψω να θεωρηθώ υπερβολικός, ότι εκτός από ένας έξοχος – συνολικά – χώρος φιλοξενίας, είναι κυρίως φιλοσοφία, έρωτας προς την αμόλυντη ορεινή φύση της Ελλάδας, προσωπική επιλογή και στάση ζωής. Και ακόμη, μια σπάνια προσήλωση στην τελειότητα της λεπτομέρειας, όπου και αν την συναντήσει κανείς.

15 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ

Το μακρινό 1999 ο Χρήστος Αθανασιάδης, πετυχημένος επιχειρηματίας στην Αθήνα , βρέθηκε στη διάρκεια μιας εκδρομής, στην Λίμνη Πλαστήρα. Αν κάποιος τον διαβεβαίωνε τότε, ότι  εκεί θα συναντούσε το πεπρωμένο του , ο Χρήστος θα είχε κάθε λόγο να αμφιβάλλει. Η μοίρα, ωστόσο, είχε συνωμοτήσει να του αλλάξει τη ζωή.

Πάνω από το Ανθοχώρι, λοιπόν, στα ΒΔ της Λίμνης Πλαστήρα, ξεκίνησε ο Χρήστος ν’ ανηφορίζει με τη συντροφιά του το φαράγγι. Θαύμασε τη δροσιά, τους κατακόρυφους βράχους, το μονοπάτι, τα έλατα, τους καταρράκτες και τα πλατάνια. Έφτασε στην περιοχή Μέγα Λάκκα. Εκεί μαγεύτηκε.  Όχι από κάποιο θέαμα μεγαλειώδες. Αλλά από δύο ταπεινά αγροτόσπιτα, με μια λιτότητα, αρχέγονη σχεδόν. Που είχαν, ωστόσο, μια υπέροχη φύση ολόγυρα τους και μία ασίγαστη πηγούλα νερού. Για τον Αθηναίο Χρήστο ήταν ένα σκηνικό μαγικό. Οι αποφάσεις πάρθηκαν στη στιγμή. Η Μεγάλη Λάκκα έγινε το “Κονάκι” της οικογένειας, η επιστροφή στις απλές ομορφιές και αξίες της ζωής.

 

ΒΟΡΕΙΑ ΑΓΡΑΦΑ

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ: ΜΟΝΤΑΝΕΜΑ

 

Καθώς ο Αύγουστος πλησιάζει προς το τέλος του εγκαταλείπουμε ακροθαλασσιές και παίρνουμε τα βουνά. (Έτσι και αλλιώς, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, έχουμε πολλούς λόγους να πάρουμε τα βουνά).

Προορισμός μας είναι η πιο ανεξάρτητη, αραιοκατοικημένη, συναρπαστική αλλά και αμόλυντη περιοχή της Ελλάδας και της Ευρώπης: τα Άγραφα! Μαζί μας είναι ο επιστήθιος φίλος και αναντικατάστατος συνοδοιπόρος στην ελληνική φύση, Κυριάκος Παπαγεωργίου. Που αγαπάει αλλά και γνωρίζει τον δυσπρόσιτο τόπο των Αγράφων όσο λίγοι στην Ελλάδα.

Καρδίτσα, Μητρόπολη, αρχίζουν σιγά σιγά οι ανηφοριές. Μορφοβούνι, η γενέτειρα του Νικολάου Πλαστήρα, στα 800μ. Εμφανίζεται η ομώνυμη τεχνητή λίμνη με την απαράμιλλη ομορφιά. Ανατρέχει η μνήμη 16 χρόνια πριν, στα 1998 και στο 6ο τότε τεύχος του περιοδικού, με το μεγάλο αφιέρωμα στην Λίμνη Πλαστήρα, όχι τόσο διάσημη εκείνη την εποχή.

Κερασιά, αρχίζουν να μας καθοδηγούν οι ξύλινες, χειροποίητες πινακίδες του “Μοντανέμα”. Εγκαταλείπουμε την άσφαλτο και εισχωρούμε, στην αυθεντική φύση του βουνού. Ένας καλός δρόμος με χώμα ή τσιμέντο, ελίσσεται ανηφορικά ανάμεσα σε έλατα πανύψηλα, υγιέστατα. Μικρά ξέφωτα ανάμεσά τους φιλοξενούν περιβολάκια με περιποιημένες φασολιές.

Καθώς φτάνουμε στα ψηλώματα της διαδρομής, αποκαλύπτεται για πρώτη φορά, η εικόνα του προορισμού μας. Είναι μια κάτοψη του “Μοντανέμα”, με τα διάσπαρτα πέτρινα σπίτια, τις κόκκινες στέγες και καμινάδες, μια καταγάλανη πισίνα, περιβόλια, πλακόστρωτους διαδρόμους και έλατα πανύψηλα που εξέχουν ανάμεσά τους.

Το ταξίδι μας στο δάσος δεν κρατάει πολύ. Στα 3,2χλμ. πάνω από την Κερασιά και στα 5,8 χλμ. από το κεντρικό δίκτυο της Λίμνης, μπαίνουμε στην επικράτεια του “χειροποίητου χωριού Μοντανέμα”. Μάς υποδέχονται θερμά ο Χρήστος Αθανασιάδης και ο καλός του φίλος και συνοδοιπόρος στο όραμα του Μοντανέμα, Δημήτρης Παναγόπουλος, επιχειρηματίας στην Αθήνα κ’ αυτός. Η συνεργάτις τους, Άρτεμις Κόκκινου, μάς οδηγεί στο “Τρανό”, ένα υπέροχο σπίτι χωρισμένο σε δύο τμήματα, στο “Ανατολικό” και στο “Δυτικό”. Στην ουσία πρόκειται για δύο αυτοτελείς κατοικίες με ανεξάρτητες εισόδους και με βεράντα εξαιρετικής ευρυχωρίας και θέας μοναδικής. Μιας θέας που στον νότιο ορίζοντα διεισδύει μέσα από την εντυπωσιακή χοάνη του φαραγγιού του Ανθοχωρίου και τερματίζει, πολλά χιλιόμετρα μετά, στις αχανείς πεδινές εκτάσεις και στα χαμηλά βουνά του κάμπου της Θεσσαλίας.

Το φυσικό περιβάλλον ολόγυρά μας, είναι μαγευτικό. Βαθυπράσινα έλατα με πανύψηλους κορμούς, ορθώνονται σε απόλυτη αμεσότητα με τους τοίχους των σπιτιών. Είναι δέντρα μεγαλόπρεπα, ηλικίας πολλών ετών.

– Για να τα διασώσουμε, αναγκαστήκαμε αρκετές φορές να τροποποιήσουμε τα αρχικά σχέδια της θέσης των σπιτιών, λέει ο Χρήστος

Δεν είναι ωστόσο, μόνον το φυσικό περιβάλλον που μας εντυπωσιάζει στο Μοντανέμα. Είναι και στο έργο των ανθρώπων: η άριστη χρήση της πελεκητής ντόπιας πέτρας, που συνδυάζεται αρμονικά με τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο, τις ενδιάμεσες λευκές μαρμαρόπετρες και τα οριζόντια ξύλα καστανιάς. Εδώ πια δεν μιλάμε μόνον για τέχνη στο κτίσιμο και μεράκι αλλά για αναζήτηση μορφών έκφρασης υψηλής αισθητικής. Μιας αισθητικής, που εκτός από την εξωτερική τοιχοποιία, συναντάμε και σ’ όλους τους εσωτερικούς χώρους των σπιτιών: στο τεράστιο σαλόνι με το περίτεχνο ενεργειακό τζάκι, το παλιό μπαούλο και τις συλλεκτικές αντίκες, την εξαιρετική κρεβατοκάμαρα με τα κορυφαίας ποιότητας στρώματα στα κρεβάτια, στο μπάνιο με τις διαστάσεις δωματίου, τις θαυμάσιες πετσέτες και τα ευωδιαστά καλλυντικά από βότανα φυσικά. Η σημαντικότερη, ωστόσο, αίσθηση που αποκομίζουμε στις κατοικίες του Μοντανέμα είναι αυτή η ιδιαίτερη οικειότητα και άνεση, που συνήθως μάς προσφέρει μόνον το δικό μας σπιτικό.

 

ΜΕ ΟΡΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟ ΜΟΝΤΑΝΕΜΑ

Στις “Εννιά Βρύσες¨

Πρωινό ξύπνημα:

Σε υψόμετρο 1.000 περίπου μέτρων. Δροσούλα, γλυκόηχο κελάρυσμα νερού από πηγές, ήλιος που προβάλλει από τις ορθοπλαγιές του φαραγγιού. Τα μικροπούλια έχουν ήδη ξυπνήσει από νωρίς. Λίγο αργότερα το συγκρότημα ζωντανεύει, ακούγονται οι πρώτες εργασίες των ανθρώπων του στην πισίνα, στους υπαίθριους χώρους, στην αίθουσα εστίασης, στην κουζίνα.

Αρχίζει μια νέα μέρα. Όλα πρέπει να είναι έτοιμα για να υποδεχθούν τους επισκέπτες. Που, ένας-ένας καταφθάνουν και ανταλλάσσουν “καλημέρες”. Ψωμί ζυμωτό ψημένο στον ξυλόφουρνο, σπιτικές μαρμελάδες και ντόπιο μέλι, γιαούρτι και γραβιέρα, ποικιλία εξαιρετικών αλλαντικών, πίτα και χωριάτικα αυγά. Φυσικός χυμός, καφεδάκι και ξεκινάμε να γνωρίσουμε τις αθέατες ομορφιές της περιοχής.

Με αρκετό χώρο για την πενταμελή μας ομάδα, το JEEP COMPASS του Χρήστου αναλαμβάνει την μετακίνησή μας(1). Στα 6,5 χλμ., από το Μοντανέμα τερματίζουμε τη διαδρομή μας σ’ ένα θεαματικό υψίπεδο στους πρόποδες της Καζάρμας (1.977μ.), με το τσιμεντένιο πυροφυλάκιο στην γυμνή της κορυφή. Βρισκόμαστε στην τοποθεσία “Εννιά Βρύσες”, ένα βοσκοτόπι πάνω από τα έλατα, στα 1.470 μέτρα. Μας υποδέχονται κουδουνάκια προβάτων και αλυχτίσματα σκύλων. Είναι το κοπαδάκι του Ηλία, που ξεδιψάει στην ποτίστρα. Ο συμπαθητικός κτηνοτρόφος χαιρετάει με εγκαρδιότητα, πρώτα τον Χρήστο κι ύστερα εμάς. Απ’ το Φλορέσι ο Ηλίας, όπως παλιά λεγόταν το Ανθοχώρι – έχει λίγο πιο κάτω, το μαντρί του. Για πολλά χρόνια έχει ζήσει το ετήσιο αντάμωμα των Ανθοχωριτών σε τούτο το οροπέδιο των Αγράφων.

Δυστυχώς, τα τρία τελευταία καλοκαίρια σταμάτησαν οι Ανθοχωρίτες ν’ ανηφορίζουν. Η κρίση, βλέπεις, άλλαξε και τα έθιμα των ανθρώπων, καταλήγει ο Ηλίας.

200 περίπου μέτρα βόρεια της ποτίστρας υπάρχει μία ωραία πετρόχτιστη βρύση, κατασκευασμένη το 1995. Από δύο ξύλινα χειροποίητα στόμια, με καπάκι από το ίδιο ξύλο, τρέχει ένα εξαιρετικό παγωμένο νερό. Είναι εκπληκτική η παρουσία τόσο ζωντανού υδροφόρου ορίζοντα σ’ αυτό το βραχώδες ανάγλυφο και μάλιστα τέτοια εποχή.

Αν συνεχίσουμε ν’ ανηφορίζουμε πάνω απ’ την πηγή, μπορούμε σε μερικά λεπτά να φτάσουμε σε αυχένα.

-Από αυτόν τον αυχένα μπορούμε να συναντήσουμε, λίγο χαμηλότερα, την περίφημη Πηγή Μάλλη, λέει ο Χρήστος, και να συνεχίσουμε προς το διάσελο του Αγίου Νικολάου. Προτείνω, όμως, να φτάσουμε στον Άγιο Νικόλαο, ξεκινώντας το μονοπάτι απ’ την “Καμάρα”.

-Και τι είναι η Καμάρα;

-Ένα μονότοξο πέτρινο γεφυράκι, σ’ ένα τοπίο απρόσμενης ομορφιάς.

“ΚΑΜΑΡΑ” ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Αποχαιρετάμε τον Ηλία και παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής. Στην διασταύρωση των 2,4 χλμ από το Μοντανέμα δεν συνεχίζουμε για το συγκρότημα αλλά στρίβουμε αριστερά. Δύσβατος δρόμος, στενός, κατάλληλος μόνον για 4Χ4. Γύρω μας το ελατόδασος είναι ανέγγιχτο, πυκνό. 2,6 χλμ μετά την διασταύρωση (και 5 συνολικά από την μονάδα) ο δρόμος τερματίζει πάνω από την “Καμάρα”. Είν’  ένα πέτρινο γεφυράκι, αριστοτεχνικής κατασκευής, που ενώνει τις όχθες της στενής κοίτης του Ανθοχωρίτη ποταμού, τις απαρχές του οποίου συναντήσαμε  λίγο νωρίτερα στις Εννιά Βρύσες.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που μάς εντυπωσιάζει στον τόπο. Είναι το στενό φαραγγάκι πάνω απ’ την Καμάρα, με τις μικροσκοπικές, φυσικές πισίνες και την πέτρινη κοίλη χοάνη,  σμιλεμένες στους αιώνες από τη δράση του νερού. Σκαρφαλώνουμε χωρίς δυσκολία μερικές χεριές και καθώς το φαράγγι ισιώνει, αντικρίζουμε 20 μέτρα απέναντί μας έναν πανέμορφο καταρράκτη. Είναι διπλός, με συνολικό ύψος 15 περίπου μέτρων και αξιόλογη ροή. Ο καταρράκτης βρίσκεται σε υψόμετρο 1.330 μέτρων, και μολονότι δεν είναι από τους μεγαλύτερους, μπορούμε να τον θεωρούμε έναν από τους ομορφότερους και πιο απόκρυφους της ελληνικής υπαίθρου και μάλιστα με συνεχή ροή.

Δίπλα στην καμάρα υπάρχει μια χτιστή πηγή με υπέροχο νερό. Μια πινακίδα αναφέρει : “Ιστορικό οικολογικό Μονοπάτι Καμάρα Ανθοχωρίου – Αγ. Νικόλαος Βλασίου, μήκους 3.800μ. και πλάτους 1.20μ. έτος 2000”

13:00′  Ανανεώνουμε στα παγούρια μας το νερό και ξεκινάμε από υψόμετρο 1300 μέτρων. Ανηφορικό, χωμάτινο το μονοπάτι, σε απόλυτη σκιά. Σ’ ένα πεντάλεπτο φτάνουμε σε ξέφωτο με φτέρες και χτιστή πηγή χωρίς νερό. Χάνουμε για λίγο, εξαιτίας των χόρτων, το μονοπάτι αλλά το ξαναβρίσκουμε πιο πάνω.

13:15′  Συναντάμε μικρό κομμάτι καλντεριμιού και καλοστρωμένο δασικό δρόμο. 100μ. μετά, ξαναβρίσκουμε ανηφορικό το καλντερίμι. Πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε χωμάτινο μονοπάτι που εισχωρεί μέσα στο δάσος. Ήπια ανεβοκατεβάσματα, φτέρες, έλατα και κέδρα.

13:30′ Μικρή στάση στη σκιά, σε υψόμετρο 1400 μέτρων. Συνεχίζουμε ανηφορικά, με άπνοια και ζέστη. Ωστόσο, ένα μόλις 10λεπτο μετά, οι συνθήκες μεταβάλλονται ευτυχώς. Καθώς φτάνουμε στον αυχένα, μας χτυπάει καταπρόσωπο  ένας άνεμος δυνατός.

Μαΐστρος, λέω στον Κυριάκο.

-Αν ήμασταν στο Αιγαίο θα τον ονομάζαμε μελτέμι, λέει ο φίλος μας, που δεν ξεχνάει τα θέλγητρα των Κυκλάδων.

Στον αυχένα ο ορίζοντας ανοίγει. Καράβα, Τύμπανο, Αυγό, Μαρόσα, Λονωπάτα, Νεράϊδα και δεξιότερα ο Κόζιακας. Απέναντι μας στα Ν-ΝΔ, μας γνέφει ο αυχένας του Αγίου Νικολάου, το σημείο τερματισμού.

Κατηφορίζουμε με σήμανση ανεπαίσθητη. Στην αντικρινή πλαγιά εκτείνεται αμφιθεατρικά ο μεγάλος οικισμός της Οξυάς. Κάτω χαμηλά, συντροφεύει το μονοπάτι μας ο ελικοειδής ασφαλτόδρομος προς τον Άγιο Νικόλαο Βλασίου. Θαμνώδης βλάστηση, κομμάτια παλιού καλντεριμιού, μικρή τούφα τσαγιού, ρίγανη και φτέρες. Ξερότοπος κατάσπαρτος με πέτρα, καίγεται στον ήλιο.

14:20′ Από κάθε σημείο του σώματός μας αναβλύζει ιδρώτας. Τότε, τελείως απρόσμενα, φτάνουμε μπροστά σε τσιμεντένια ποτίστρα με βρυσούλα νερού. Τη στιγμή που ετοιμαζόμαστε να δροσιστούμε, μια άλλη πηγή προβάλλει, 40 μέτρα πιο πάνω. Είναι η  Πηγή Μάλλη, μια πηγή θεϊκή στους γυμνούς, δυτικούς πρόποδες της Καζάρμας. Από μία πέτρινη λαξευτή γούρνα ρέει κρυστάλλινο νερό. Ένα από τα συναρπαστικότερα βουνίσια νερά, που έχουμε δοκιμάσει ποτέ!

Μικρή στάση πριν την τελική ανηφόρα. Τμήματα και πάλι καλντεριμιού. Σ΄ ένα τέταρτο φτάνουμε στα 1460 μέτρα, αντικρίζουμε απέναντί μας το τελικό μας προορισμό. Καγκελάκια, δάσος από οξυές σκαρφαλωμένες στο γκρεμό. Το μονοπάτι σε κάποια σημεία είναι σαθρό. Λίγα λεπτά μετά, ο ανελέητος  ήλιος παύει να μας φλογίζει, εισχωρούμε σ’ ένα εκπληκτικό δάσος από βαθύσκιες αιωνόβιες οξυές.

15:00  Δύο ώρες μετά την αναχώρησή μας (και με συνολικές στάσεις 15 περίπου λεπτών) φτάνουμε στον αυχένα του Αγίου Νικολάου σε υψόμετρο 1520 μέτρων. Στα Νότια προβάλλει το Ντεληδήμι (2163μ) ενώ πολύ πιο κοντά, το λίγο χαμηλότερο (2.152μ.) Βουτσικάκι.

Ο Χρήστος μας περιμένει στη σκιά, για να μας μεταφέρει με το φιλόξενο τζίπ του στο Μοντανέμα. Με τα πόδια, και με τόση ζέστη, θα ήταν πολύ κοπιαστική η επιστροφή.(2)

Χωρίς την παραμικρή τροφή μετά το πρωινό αισθανόμαστε να πεινάμε. Στην θαυμάσια αίθουσα εστίασης ανοίγουμε ορθάνοιχτα τα περιμετρικά παράθυρα, κυκλοφορεί ανεμπόδιστα ανάμεσά μας το αεράκι του ελατοδάσους.

Το γεύμα μας είναι εκπληκτικό. Περιλαμβάνει, αρχικά, ντόπια φέτα τσαντήλας σε εξαίρετο ελαιόλαδο, κολοκυθάκια βραστά απ’ το περιβόλι, ρεβίθια και μελιτζάνες εξαιρετικής νοστιμιάς. Ακολουθούν γευστικότατα κεφτεδάκια με σάλτσα και χυλοπίτες, αρνάκι με πατάτες στη γάστρα και ντόπιο μοσχαράκι λεμονάτο ελευθέρας βοσκής.

Εδώ κινδυνεύουμε να απεμπολήσουμε τις λιτές διατροφικές μας συνήθειες, λέει ο Κυριάκος. Και δεν έχει άδικο.

Απογευματινή χαλάρωση στη δροσούλα της βεράντας. Το καυτό καλοκαίρι του Θεσσαλικού κάμπου είναι πολύ μακριά απ’ εδώ.

 

Στο φαράγγι του Ανθοχωρίου

Έρχεται η στιγμή να γνωρίσουμε τον τόπο, που σαγήνεψε αθεράπευτα, πρώτα τον Χρήστο και μετά τον Δημήτρη, που παρακινήθηκαν να δημιουργήσουνε το Μοντανέμα.

Κατηφορίζουμε τον καλό χωματόδρομο που περνάει από το κάτω τμήμα της μονάδας και συνεχίζει για το φαράγγι . Σ’ ένα 5λεπτο αφήνουμε τον δρόμο και στρίβουμε αριστερά.

Θαυμάσια διανοιγμένο και συντηρημένο το μονοπάτι, εξακολουθεί, ωστόσο, να δέχεται τις περιποιήσεις του Χρήστου. Ο φίλος μας προπορεύεται και μ’ ένα χορτοκοπτικό εργαλείο στο χέρι που θυμίζει κυρτή “ματσέτα” (3), κόβει κάθε κλαδάκι που εξέχει από τα δέντρα.

Σε λιγότερο από ένα 10λεπτο φτάνουμε στην κοίτη της ρεματιάς. Μικρά ρυάκια αυλακώνουν το μονοπάτι και χύνονται στο ρέμα. Να και μια πηγούλα νερού, που αντί για στόμιο, έχει στερεωμένο φυλλαράκι.

– Αυτό το μονοπάτι, αν διανοιχθεί κατάλληλα και σημανθεί, λέει ο Χρήστος, μπορεί να οδηγήσει, δεξιά προς  τα ορεινά εκκλησάκια του Αγίου Γεωργίου, Αγίου Αθανασίου και Προφήτη Ηλία, ενώ στην ευθεία να καταλήξει στις ήδη γνωστές μας Εννιά Βρύσες.

Επιστρέφουμε στον κεντρικό χωματόδρομο και συνεχίζουμε την κατηφόρα. Ξαφνικά ακούω να φωνάζουν το όνομά μου. Αμέσως μετά φτάνει δίπλα μας  ένα συμπαθέστατο ζευγάρι. Είναι ο Αντώνης και η Ανθή από την Αθήνα, φανατικοί αναγνώστες από το 3ο τεύχος ως το τελευταίο, το 100ο επετειακό του περιοδικού.

Δεν είχαμε καμιά αμφιβολία ότι ήσασταν εσείς, λένε οι φίλοι μας, γνωρίζουμε καλά τις φυσιογνωμίες σας τόσα χρόνια. Και να τώρα, που σας συναντάμε σ’ αυτή την απίθανη γωνιά.

Σ’ ένα τρίλεπτο φτάνουμε στον τόπο που μάγεψε τον Χρήστο . Μέσα σε μια στιγμή μεταφερόμαστε σε άλλες εποχές, τότε που  η απλότητα και η λιτότητα κυριαρχούσαν στην ανθρώπινη ζωή. Πηγή με κρυστάλλινο νεράκι, έλατα, καρυδιές και πανύψηλη κερασιά, ξυλόφουρνος και αυλίτσα στη σκιά. Τι  πρώτα να περιγράψουμε απ’  το κονάκι της οικογένειας του Χρήστου! Οι λέξεις μας θα ήταν ανήμπορες , πολύ στεγνές για ν’ αποδώσουν τον ρομαντισμό, και το συναίσθημα που αποπνέει κάθε σημείο αυτού το σπιτικού.

Σε παλιά γυάλινα ποτηράκια, μάς κερνάει ο φίλος μας τσιπουράκι. Πίνουμε στην υγειά του και στην υγεία της γλυκύτατης οικογένειάς του.

13:15′ Εγκαταλείπουμε το “Κονάκι”. Τελειώνει ο δρόμος κι αρχίζει το μονοπάτι , ελικοειδές, σε κάποια σημεία ήρεμο και σε άλλα απότομο.

13:25′ Προσωρινά αναστέλλουμε την κατάβασή μας, στρίβουμε αριστερά σε λιθόστρωτο μονοπάτι . Σ’ ένα δίλεπτο τερματίζουμε μπροστά σε μικρό καταρράκτη, με συνολικό ύψος 5 περίπου μέτρων. Ωστόσο, σκαρφαλώνοντας για δύο λεπτά ανάμεσα στους βράχους, στους κορμούς και τις ρίζες των πλατανιών, φτάνουμε μπροστά στη λιμνούλα ενός δεύτερου καταρράκτη, που πέφτει θεαματικός από ύψος τουλάχιστον 12 μέτρων. Είναι οι αθέατες όψεις του φαραγγιού του Ανθοχωρίου, τόπος μυστικός, φτιαγμένος για καταφύγιο νεραϊδών.

Επιστρέφουμε στο μονοπάτι, στην πλατανοσκέπαστη ρεματιά. Να μια χτιστή βρύση χωρίς νερό, ένας καταρράκτης 10 μέτρων  και τσιμεντένιο γεφυράκι, που μας περνάει στην ανατολική όχθη της ρεματιάς. Το φαράγγι στενεύει, αποκτάει βραχώδεις ορθοπλαγιές με παράλληλες φέτες πολύ θεαματικές. Μέσα σε χοντρούςμεταλλικούς σωλήνες φυλακίζεται ένα μέρος του νερού, λιγοστεύει η ροή του στην κοίτη του φαραγγιού. Επίπεδο πια το μονοπάτι, παντού αιωνόβια πλατάνια. Μερικά λεπτά μετά φτάνουμε  μπροστά σε ασβεστοχρισμένο εικονοστάσι. Απέναντι  αντικρίζουμε την εκκλησούλα της Παναγίας και 200 μέτρα χαμηλότερα τα πρώτα σπίτια του Ανθοχωρίου. Ξεκουραζόμαστε για λίγο στη σκιά αιωνόβιας βελανιδιάς.

Κατηφορίζουμε τον χωματόδρομο , συναντάμε σε ξύλινο κιόσκι με βρύση στεγνή, ξαναρχίζει το μονοπάτι με προστατευτικούς τοίχους, ωραίο λιθόστρωτο και ξύλινα καγκελάκια.

14:30′  Τρείς ώρες μετά την αναχώρησή μας ( και με καθαρή πορεία μόλις 40 λεπτών) φτάνουμε στον νερόμυλο και στην άσφαλτο, στο τέλος του φαραγγιού. Εδώ μάς περιμένει ο Χρήστος, ο νεαρός μυλωνάς και μάς δείχνει την λειτουργία του νερόμυλου που δυστυχώς, με το λιγοστό νερό τούτη την εποχή, δεν λειτουργεί. Φέτος ήταν η πρώτη χρονιά λειτουργίας του νερόμυλου, από τον Γενάρη ως τις αρχές του Ιούνη.  Άλεσε σιτάρι αλλά κυρίως καλαμπόκι από παλιές ντόπιες ποικιλίες, που έβγαλαν ωραίο αλεύρι για “πλαστό”, “μπατζίνα”  και ψωμί.

Στον υπαίθριο χώρο του μύλου, στην όχθη του φαραγγιού, υπάρχουν μια σκιερή πλακόστρωτη πλατειούλα, δριστέλλα για παραδοσιακό πλύσιμο βαριών υφασμάτων, χαλιών και κουβερτών, ξύλινο γεφυράκι και πηγή με εξαιρετικό νερό.

 

Αϊ-Γιώργης και Αϊ-Λιάς

Με το τζιπ του Χρήστου επιστρέφουμε μετά από 7 χλμ. στο Μοντανέμα, για να συνεχίσουμε την περιήγησή μας προς τα βόρεια. Εκεί βρίσκονται τα ορεινά εκκλησάκια του Αϊ-Γιώργη και Αϊ-Λιά. Ο δασικός δρόμος είναι δύσβατος και στενός, κατάλληλος μόνον για 4Χ4. Στα 2,3 χλμ. συναντάμε αριστερά ανηφορική παράκαμψη για τον Αϊ-Γιώργη, εμείς,  ωστόσο, συνεχίζουμε για το ξωκκλήσι του Αϊ-Λιά. Κάποια στιγμή αποκαλύπτεται χαμηλά η θαυμάσια κάτοψη του συγκροτήματος Μοντανέμα και, μακρύτερα ακόμη, η γαλάζια επιφάνεια της Λίμνης Πλαστήρα.

Στα 3,5 χλμ. η περιήγησή μας φτάνει στο τέλος της. Βρισκόμαστε μπροστά στο ξωκκλήσι του Αϊ-Λιά, σε υψόμετρο 1.180 μέτρων. Ένα πυκνό δίκτυο δασικών δρόμων εκτείνεται μπροστά μας. Μπορούμε να κατευθυνθούμε Β προς το οροπέδιο της Μπλόστιανης, σε υψόμετρο 1.228 μέτρων. Μπορούμε να στραφούμε Α προς Ανθοχώρι ή Δ προς Συκιά. Έχουμε τέλος την δυνατότητα να κατευθυνθούμε Ν προς τις γνωστές μας Εννιά Βρύσες, σε μια συναρπαστική κυκλική διαδρομή που μπορεί να καταλήξει στο Μοντανέμα. Κάθε λάτρης της τετρακίνησης θα ήταν ευτυχισμένος να ανακαλύψει άγνωστες διαδρομές με μεγάλη αξία,  περιηγητική και αισθητική.

Πανύψηλα έλατα ρίχνουν προστατευτική σκιά πάνω από το ξωκκλήσι του Αϊ-Λιά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει μια μεγαλόπρεπη, αιωνόβια βαλανιδιά. Η αποκλειστική παρουσία της, ανάμεσα στην καθολική κυριαρχία των ελάτων, πιθανότατα υποδηλώνει, ότι είναι φυτεμένη από χέρι ανθρώπου σε παλιότερες εποχές. Εποχές που έχουν σχέση με την περίοδο της αρχικής ανέγερσης του ξωκλησιού του Αϊ-Λιά (4).

Επιστρέφοντας προς τον Αϊ-Γιώργη συναντάμε την παράκαμψη, που μετά από 250 περίπου μέτρα, μας οδηγεί στην εκκλησία. Από το επίπεδο μπαλκόνι στο υψόμετρο των 1.140μ. η θέα είναι κορυφαία στο Μοντανέμα και σ’ όλο τον ορίζοντα. Μεγαλύτερος σε διαστάσεις ο Αϊ-Γιώργης πρέπει να ήταν κάποτε ο ενοριακός ναός του παλιού Ανθοχωρίου. Άλλωστε, δεν ξέφυγαν της προσοχής μας κάποιοι λιθοσωροί του παλιού χωριού, ανάμεσα στα χόρτα της γύρω περιοχής.

Πολύ όμορφη η πετρόχτιστη εκκλησία, με οριζόντιες ξυλοδεσιές από καστανιά και μακρόστενα παραθυράκια που θυμίζουν πολεμίστρες. Στις δύο ανάγλυφες κτητορικές επιγραφές, είναι δυσανάγνωστη η χρονολογία κατασκευής. Στον υπαίθριο χώρο κείτονται δύο ογκώδεις και παμπάλαιοι σπόνδυλοι κιόνων από γρανίτη. Ο ένας, μάλιστα, φέρει στο άνω τμήμα του λαξευμένο ένα σταυρό. Άλλοι δύο σπόνδυλοι υπάρχουν στο Ιερό. Το τέμπλο στο εσωτερικό του ναού είναι ξύλινο, λιτό, ζωγραφισμένο με λαϊκή ζωγραφική. Ζωγραφισμένη επίσης αλλά με αρκετές φθορές είναι και η ξύλινη οροφή.

50 μέτρα Δ-ΒΔ του ναού ορθώνεται, ανάμεσα στα έλατα, ένα γιγάντιο πλατάνι, πανύψηλο, πολύκλαδο και με τεράστιο κορμό. Μετράμε την περίμετρό του. Είναι 9 μέτρα ακριβώς!

Η έκπληξη, ωστόσο, δεν προέρχεται από το πλατάνι (αφού, έτσι κι αλλιώς, υπάρχουν πολλά μεγάλα πλατάνια στην Ελλάδα) αλλά από τα τρία σφενδάμια, που ορθώνονται ευθυτενή, το ένα πλάι στο άλλο, σε ίση σχεδόν απόσταση ανάμεσα στον Αϊ-Γιώργη και στο πλατάνι. Όπως νωρίτερα, στον Αϊ-Λιά, έτσι κι εδώ έχουμε την ισχυρή αίσθηση, ότι είναι φυτεμένα από χέρι ανθρώπου.

Ίσως μάλιστα τα τρία αυτά σφενδάμια, μοναδικά ανάμεσα στα έλατα, να φυτεύτηκαν για να συμβολίσουν την Αγία Τριάδα, λέει ο Χρήστος και κανείς μας δεν έχει κάποια σοβαρή ένσταση σ’ αυτό τον συλλογισμό.

Ενθουσιασμένοι από τα μικρά-μεγάλα ευρήματά μας επιστρέφουμε αφού προηγουμένως μαζεύουμε  ευωδιαστή ρίγανη από τα απότομα πρανή.

Λίγη ώρα αργότερα, το μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι γεμίζει από τα λαχταριστά καλούδια της κουζίνας του Μοντανέμα. Σήμερα, ωστόσο, τις εντυπώσεις μας κερδίζουν δύο πιάτα: οι μπάμιες με κοτόπουλο στον ξυλόφουρνο και οι ολόφρεσκες πέστροφες της Λίμνης Πλαστήρα, ξεροτηγανισμένες με φρέσκο βούτυρο και καλαμποκάλευρο από τον νερόμυλο.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο ήλιος χαμηλώνει πίσω απ’ τ’ Αγραφιώτικα βουνά, φτάνει στο τέλος της η μέρα στο Μοντανέμα. Το φως γλυκαίνει, μακραίνουν οι σκιές. Ρεμβάζουμε για τελευταία φορά στη βεράντα του “Τρανού”. Για λίγη ώρα ακόμα φωτίζονται οι ορθοπλαγιές του φαραγγιού. Ύστερα θα βυθιστούν στο σκοτάδι, όπως έχουν ήδη σκουρύνει οι ελατοσκέπαστες πλαγιές στον Αϊ-Γιώργη και Αϊ-Λιά.

Αργότερα θα ψυχράνει το αεράκι, κάθε βράδυ ψυχραίνει. Θ’ ανάψουν τα φώτα στις αίθουσες, στους εξωτερικούς χώρους και στους διαδρόμους του Μοντανέμα. Η πισίνα θα γαληνέψει απ’ τις βουτιές. Είναι ώρα για κάποιο ποτό ή κοκτέιλ με ήρεμη κουβεντούλα. Για μας είναι ώρα να ξεκινήσουμε το ταξίδι του γυρισμού. Με την ευχή σύντομα να επιστρέψουμε σ’ αυτό τον τόπο και σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Που στο σύντομο διάστημα της παραμονής μας τόσο εκτιμήσαμε κι αγαπήσαμε.

 

Ευχαριστίες

Ευχαριστούμε θερμά τον Χρήστο Αθανασιάδη και τον Δημήτρη Παναγόπουλο, καθώς και το προσωπικό του ΜΟΝΤΑΝΕΜΑ handmade village, για την εξαιρετική τους φιλοξενία και τις πολλαπλές εξυπηρετήσεις κατά τη διάρκεια της παραμονής μας.

 

Χρήσιμες πληροφορίες

Τηλ. Κρατήσεων: 24450 45220, 6947275714

Ανθοχώρι Καρδίτσας ΤΚ. 43060 www.montanema.gr www.facebook.com/montanema

Αποστάσεις : Δασικός δρόμος: 3,2 χλμ.

Από οδικό άξονα Λίμνης Πλαστήρα: 4,4 χλμ.

Από είσοδο Καρδίτσας: 29 χλμ.

Υψόμετρο: 950-1.000 μέτρα

Έκταση συγκροτήματος: 30 στρέμματα

Δυναμικότητα: 33 κατοικίες (100 περίπου επισκέπτες)

Το συγκρότημα επιπλέον περιλαμβάνει: μεγάλη πισίνα μέσα στο ελατόδασος σε υψόμετρο 1.000 μέτρων, ευρύχωρες αίθουσες εστίασης-πρωινού και καφέ – ποτού,  με κορυφαία θέα στην γύρω φύση, ισόγειο χώρο 550 τετ. μέτρων με μικρό, άριστα οργανωμένο γυμναστήριο και με πρόβλεψη σύντομα να λειτουργήσουν η θερμαινόμενη πισίνα και οι αίθουσες μασάζ, σάουνας και χαμάμ.

Στους  τρεις ξυλόφουρνους  παρασκευάζεται η παραδοσιακή κουζίνα με τοπικές πρώτες ύλες και το ζυμωτό ψωμί.

Η ωραιότερη, τέλος, ανάμνηση είναι το επίπεδο υπηρεσιών, το χαμόγελο και η εξυπηρετικότητα των ανθρώπων της μονάδας, που θεωρούν τους επισκέπτες, πρώτα φίλους και ύστερα πελάτες.

 

Χρήσιμος Χάρτης

Πεζοπορικός Χάρτης “ΒΟΡΕΙΑ ΑΓΡΑΦΑ ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ”, 1:50.000, Anavasi.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1) Το ακριβές δασικό δρομολόγιο από το Μοντανέμα ως τις Εννιά Βρύσες έχει ως εξής:

Στο 1,10 χλμ. στρίβουμε δεξιά και 100 μέτρα μετά αριστερά. Στα 2 χλμ. δεξιά. Στα 2,4 χλμ. αριστερά προς Εννιά Βρύσες και δεξιά για Καμάρα. Στρίβουμε αριστερά. Στα 4,5 χλμ και στα 5,8 χλμ μαντριά. Στα 6,5 χλμ ποτίστρα και Εννιά Βρύσες.

(2) Το οδικό δρομολόγιο επιστροφής έχει συνοπτικά ως έξής: Άγ. Νικόλαος, στα 11 χλμ. Πευκόφυτο. Για να συντομέψουμε τη διαδρομή, στρίβουμε δεξιά μέσα απ’ το χωριό, σε τσιμεντόδρομο αρχικά και στη συνέχεια σε βατό δασικό δρόμο. Περνάμε από Κρυοπηγή, Ανθοχώρι, Κερασιά και στα 21,3 χλμ. στρίβουμε δεξιά. Στα 25,8 χλμ. από τον Άγ. Νικόλαο, φτάνουμε στο Μοντανέμα. Αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τον χωματόδρομο από το Πευκόφυτο (αλλά με καμιά δεκαριά χιλιόμετρα παραπάνω) μπορούμε να συνεχίσουμε Β του Πευκόφυτου ως την διασταύρωση προς Μουζάκι και στη συνέχεια να στραφούμε Ν προς Ανθοχώρι και Κερασιά.

(3) Αυτό το εργαλείο ονομάζαμε τις παλιές εποχές στην Καβάλα “τραχά” ή “τσαλακόπι”.

(4) Σύμφωνα με μια σύγχρονη επιγραφή “ενεγέρθη 1970”

back-button
next-button
voreia-agrafa-sto-montanema voreia-agrafa-sto-montanema_1 voreia-agrafa-sto-montanema_2 voreia-agrafa-sto-montanema_3 voreia-agrafa-sto-montanema_4 voreia-agrafa-sto-montanema_5 voreia-agrafa-sto-montanema_6 voreia-agrafa-sto-montanema_7 voreia-agrafa-sto-montanema_8 voreia-agrafa-sto-montanema_9 voreia-agrafa-sto-montanema_10 voreia-agrafa-sto-montanema_11 voreia-agrafa-sto-montanema_12 voreia-agrafa-sto-montanema_13 voreia-agrafa-sto-montanema_14
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories