home Άρθρα Αχελώος: Η συναρπαστική και διάσημη “ιστορία” ενός ποταμού, από τη γένεσή του ως και τις εκβολές του
Αχελώος: Η συναρπαστική και διάσημη “ιστορία” ενός ποταμού, από τη γένεσή του ως και τις εκβολές του

Μικρότερος μόνον από τον Αλιάκμονα, ο Αχελώος είναι ο δεύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας. Πηγάζει από τα υψίπεδα της Βερλίγκας και της Ρόνας, πάνω από το χωριό Χαλίκι, στα σύνορα των νομών Ιωαννίνων και Τρικάλων. Μετά από μια ελικοειδή, περιπετειώδη πορεία 245 χιλιομέτρων, εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος, λίγο βορειότερα της νήσου Οξειάς, κοντά στην πόλη των αρχαίων Οινιάδων. Και τι δεν συναντάει στη μεγάλη πορεία του το ποτάμι!  Στενά και μεγάλα φαράγγια, πέτρινα γεφύρια, μοναστήρια και ορεινά χωριά, φράγματα και τεχνητές λίμνες: της Μεσοχώρας, της Συκιάς, των  Κρεμαστών, του Καστρακίου και του Στράτου. Και ακόμη, στα λημέρια του Αχελώου έδρασαν οι τρεις θρυλικοί  πολέμαρχοι της Ρουμελιώτικης Επανάστασης, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης κι ο Κατσαντώνης.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Κυριάκος Παπαγεωργίου ,Αλέξης Καννάς
Αχελώος: Η  συναρπαστική και διάσημη “ιστορία” ενός ποταμού, από τη γένεσή του ως και τις εκβολές του
Κατηγορίες: Φυσικό περιβάλλον
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Τρίκαλα

Αχ + λώος = Το καλύτερο νερό…

Ο Αχελώος ήταν ο πρώτος ποταμός που βγήκε από τα έγκατα της γης (1). Κυλάει ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά κοιλώματα της ελληνικής περιφέρειας διαμελίζοντας την ορεινότερη και πιο παρθένα ζώνη της πινδώας λεκάνης και αποτελεί τον σπουδαιότερο υδροκρίτη που διαθέτει η χώρα μας. Το υπέροχο αυτό ποτάμι το διεκδικούν ταυτόχρονα η Ήπειρος, η Θεσσαλία κι η Στερεά. “Βλέπει το πρώτο φως στην Ήπειρο, διανύει την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλία και μόλις αντρωθεί, ορμάει κατά τη Στερεά…” (2)

Αλλά σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους το ποτάμι αυτό αναφέρεται και με άλλα ονόματα. Άλλοτε ακούγεται ως Άσπρος κι αλλού ως Ασπροπόταμος, όνομα που πήρε από τα άσπρα νερά του. Αχελώος ονομάστηκε από τις λεύκες που στην αρχαιότητα λέγονταν αχελωϊδες.

 

Μια παράδοση λέει ότι ο Αχελώος, ο Πηνειός κι ο Άραχθος (ή άλλα ποτάμια κατά τις παραλλαγές που αναπτύχθηκαν) ήταν τρία ευτυχισμένα αδέρφια που κοιμόντουσαν ψηλά στην Πίνδο. Ένα βράδυ, τα δυό μικρότερα αδέρφια, ο Πηνειός κι ο Άραχθος που δεν μπορούσαν να ανεχτούν τη φασαρία που έκανε ο Αχελώος, σηκώθηκαν κι έφυγαν, το ένα προς τη Θεσσαλία και το άλλο προς τα μέρη της Άρτας. Όταν ξύπνησε ο Αχελώος και δεν βρήκε τ’ αδέρφια του πήρε τον κατήφορο βογγώντας και αφρίζοντας, όπως το συνήθιζε. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα κατηφορίζει ως τη λεκάνη της Αιτωλίας με ορμή και βουή σκούζοντας και παρασέρνοντας τα πάντα στην αργυρή του δίνη.

Ο Αχελώος εκβάλλει στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και θεωρείται ως το ποτάμι με τη μεγαλύτερη προσχωσιγενή δράση στην Ελλάδα. Σε πολλά σημεία του, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, είχε μεταβάλει το ρεύμα του εξ αιτίας των προσχώσεων μετατρέποντας σε ξηρά την περιοχή που κάλυπταν πριν τα νερά του.

Το ποτάμι έχει υποστεί απίθανες εκτροπές, αλλοιώματα και φραγματοφυλακίσεις, που αναχαιτίζουν την πανέμορφη ροή του, τέτοια που κανένα άλλο ποτάμι δεν έχει δεχτεί. Συγκρατείστε φράγματα που με περηφάνεια ασυλλόγιστη η ελληνική πολιτεία δημιούργησε: Φράγμα Μεσοχώρας, φράγμα Συκιάς, φράγμα Κρεμαστών, φράγμα Καστρακίου, φράγμα Στράτου και πάει λέγοντας…

Σχετικό με τη ροή και τις θρυλούμενες από την αρχαιότητα εκτροπές του Αχελώου είναι και το απόσπασμα του Αισχίνη, o oποίος μας διέσωσε την πληροφορία ότι: Πριν να συνενωθούν στο Κοινό τα κράτη της Αμφικτιονίας είχαν αποφασίσει και υποσχεθεί ότι δεν θα εκτρέψουν τα νερά καμιάς από τις συμβαλλόμενες πόλεις της Ομοσπονδίας, ούτε σε καιρό ειρήνης ούτε σε καιρό πολέμου, και ότι αυτό θα συμπεριλαμβάνονταν στο Δημόσιο Ορκο.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Αχελώος διαθέτει τη μεγαλύτερη ποικιλία σε ιχθυοπανίδα, πράγμα που εξηγείται από τη θέση των εκβολών του που βρίσκεται στην “ευρεία και πολυίχθυον λίμνη” της Καλυδωνίας.

 

Οι ποιητές θεωρούν τον Αχελώο γιο του Ωκεανού και της Νύμφης Ναϊδος. Σύμφωνα με την ορφική παράδοση, τον Αριστοφάνη, αλλά και τον Έφορο, τα νερά του Αχελώου είχαν μαντικές ιδιότητες κι οι άνθρωποι τον επικαλούνταν στις θυσίες και τους καθαρμούς.

Ο Θεός Αχελώος ερωτεύτηκε τη γνωστή μας Δηϊάνειρα, την όμορφη κόρη του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα (3). Όμως ο Οινέας δεν ήθελε να δώσει τη θυγατέρα του στον τερατόμορφο θεό που παρουσιαζόταν άλλοτε σαν ταύρος, άλλοτε σα φίδι κι άλλοτε σαν ταυροπρόσωπος άνθρωπος με πυκνή γενειάδα, από την οποία έτρεχαν άφθονα νερά. Έτσι την αρραβώνιασε με τον Ηρακλή και ξέμπλεξε. Τότε οι δύο αντίζηλοι ήρθαν στα χέρια, την τρομερή δε αυτή σύγκρουση αφηγείται ο Σοφοκλής στο Χορό των “Τραχινιών”.

Κατά τον Οβίδιο ο Αχελώος χρησιμοποίησε και τις τρεις μορφές του για να καταβάλει τον Ηρακλή, αλλά ο τελευταίος, πιο πονηρός, ζήτησε και πήρε τη βοήθεια της Αθηνάς κι έτσι ξεκεράτωσε τον Αχελώο. Αυτός, για να πάρει πίσω το κέρατό του έδωσε στον Ηρακλή το κέρας της Αμάλθειας που παρείχε γονιμότητα και αφθονία.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης όμως και ο Στράβων προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το μύθο συνδέοντάς τον με την απόπειρα των κατοίκων της λεκάνης του Αχελώου να τον τιθασέψουν φράζοντας την κοίτη του με έργα μεγάλα, δίχως όμως επιτυχία…

Στο παλάτι του Αχελώου φιλοξενήθηκε και ο Θησέας, αφού, όταν έληξε το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, ο Θησέας πορεύτηκε δυτικά και τα νερά του ποταμού του έκοψαν το δρόμο. Ο θεός τον προσκάλεσε μέχρις ότου αποσυρθούν τα νερά του. Το παλάτι του, κατά τον Οβίδιο, ήταν κατασκευασμένο από ειδική ελαφρόπετρα, με αδιάβροχο δάπεδο, στρωμένο με βρύα, ενώ η οροφή είχε πορφυρές κόγχες. Επίσης ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του κάνει αναφορά στις νύμφες και τους ημίθεους που διέμεναν στις όχθες του Αχελώου, πληροφορία που αναπαράγει ο Βιργίλιος στον πολύ ωραίο στίχο του:

«Poculague inventis Acheloia miscuit uvis»

Κατά τον Απολλόδωρο ο Αχελώος ήρθε σε επαφή με μία από τις Μούσες (Τερψιχόρη ή Μελπομένη), από την ένωση των οποίων προήλθαν οι Αχελωϊδες, σειρήνες δηλαδή, όμορφα, ξένοιαστα κορίτσια που έπαιζαν και τραγουδούσαν στα λιβάδια του Αχελώου.

Τέλος κατά τον Μελέτιο η Σαπφώ θεωρεί τον Αχελώο εφευρέτη του νερώματος του κρασιού, πράγμα που οι αρχαίοι θεωρούσαν μεγάλο αγαθό.

 

Τον Αχελώο χρησιμοποίησε ο γιος του αθηναίου στρατηγού Φορμίωνα Ασώπιος αναπλέοντάς τον για πρώτη φορά στην ιστορία του προκειμένου να φτάσει ως τις Οινιάδες και να τις καταλάβει.

Ο Σπαρτιάτης στρατηγός Ευρύλοχος πέρασε τα στρατεύματά του με επιτυχία από τον Αχελώο, όπως και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Ε’. Στη περίφημη μάχη του Αχελώου νικήθηκε και φονεύτηκε ο δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος ο Β’ από τα αλβανικά στίφη του Κάρολου Τόπια.

Τραγικές στιγμές έζησε ο Αχελώος την άνοιξη του 1804 όταν οι Σουλιώτισσες γκρεμίστηκαν από τη Μονή του Σέλτσου στα ορμητικά νερά του, σκηνές που διεκτραγώδησε ο Χριστόφορος Περραιβός θεωρώντας τες τραγικότερες και από εκείνες του Ζαλόγγου.

Ο Αχελώος ή Ασπροπόταμος αποτέλεσε και το θέατρο δράσης των τριών μεγαλύτερων πολέμαρχων της Ρουμελιώτικης Επανάστασης, του Κατσαντώνη, του Ανδρούτσου και του Καραϊσκάκη. Ο Αχελώος θα μας θυμίζει τη συμπλοκή του Κίτσου Μπότσαρη και του Κατσαντώνη με τους Αρβανίτες στο γεφύρι του Μανώλη, τον Ιούλιο του 1807, αλλά και τη σθεναρή άμυνα των Ηπειρωτών πάνω στο γεφύρι του Κοράκου, το 1866. Eνα στενό του Αχελώου, ονομαζόταν “πήδημα του Κατσαντώνη”, ο δε Οδυσσέας Ανδρούτσος στρίμωξε στο γεφύρι της Τατάρνας τους Τουρκαλβανούς, τους οποίους και εξολόθρευσε, τον Απρίλη του 1821.

Ο αδιάβατος Αχελώος στάθηκε σοβαρό εμπόδιο και σε δύο περάσματα των Τούρκων τον Ιανουάριο του 1823, στη θέση Κορομηλιά και στη θέση Λεπενού, με μεγάλες και πολύ σοβαρές απώλειες για τους τελευταίους.

Επίσης όταν οι Τούρκοι έλυσαν τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου χρειάστηκε να βρεθούν απέναντι στον Αχελώο, με αποτέλεσμα, όπως γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης, να χάσουν κατά το πέρασμά του 2.500 άντρες.

Τέλος, σε ένα δύστροπο καμπύλωμα της κοίτης του, λίγο κάτω από τη θέση Στενό της Μεσούντας, στην εκβολή της χαράδρας του Φάγγου, γράφτηκε ο επίλογος της ζωής του Αρη Βελουχιώτη, τον Αύγουστο του 1945, όταν για άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία εκεί άφησε την τελευταία του πνοή.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε, πως για τις πηγές του Αχελώου δεν υπάρχει καμία σχετική μαρτυρία ή πληροφόρηση από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Στράβων κάνει μια πολύ γενική και αδρή αναφορά ότι “κατεβαίνει από τις βόρειες κορυφές της Πίνδου”, αλλά στη συνέχεια κάνει ένα πολύ μεγάλο πήδημα για να αναφερθεί τελικά στο “χωρισμό της Αιτωλίας από την Ακαρνανία”.

Ο υπομνηματιστής και νεότερος εκδότης του Μελέτιου επαναλαμβάνει ότι ο Αχελώος έχει τις πηγές του στην Πίνδο, στην περιοχή της Χαλκίδας (εννοεί το Χαλίκι) και κυλάει στη συνέχεια μέσα από τη Δολοπία, την οποία ο σχολιαστής του Θουκυδίδη ονομάζει Ανωβλαχία.

 

Παρακολουθήσαμε τη ζωή του ποταμού από τη γένεσή του μέχρι την εκπνοή του. Ανεβήκαμε σε χιονούρες, σκαρφαλώσαμε στα βράχια που τρυπάει για να τιναχτεί, στροβιλιστήκαμε στις φουρκέτες του, διαπλεύσαμε τις όχθες του, κολυμπήσαμε στην αργυροδίνη του κοίτη, σερφάραμε στα μέρη που διαπλέεται ήσυχος και γραφικός, σκατζάραμε όλα τα γεφύρια που ζεύουν τις όχθες του, στριμωχτήκαμε στα βράχια που τον συμπιέζουν, κι απλωθήκαμε στις περισσότερες γλυκές και αλμυρόβαλτες λεκάνες του στη μεγάλη χοάνη των εκβολών του.

Γνωρίσαμε με άλλα λόγια όλη τη μεγαλοπρέπεια, την ομορφιά και την τρυφεράδα των στιγμών και της πολύ ενδιαφέρουσας ζωής του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρομάστευσης και της απορροής του.

Αλλ’ ας επιχειρήσουμε να τον σκιτσάρουμε όσο πιο αδρά μπορούμε, από τα ψηλώματα ως την πρόσμειξή του με τα νερά του Ιονίου.

Πρώτα-πρώτα ανηφορίζουμε ως το Χαλίκι, το πρώτο χωριό που σαν ανοίγει τα μάτια του αντικρίζει ο Αχελώος. Από κει σκαρφαλώνουμε στις κορυφές, προσεγγίζοντας τους τρεις μητρικούς βραχίονες που τον συνθέτουν και τον απαρτίζουν. Στο δάσος της Ρόνας δεξιά από το Χαλίκι, στα υψώματα της Μεγάλης Σπανούρας, ανηφορίζοντας για το Μέτσοβο, αλλά και στην περίφημη Βερλίγκα του Περιστεριού.

Κατεβαίνοντας οι τρεις αυτές ποτάμιες λωρίδες συναντιούνται έξω από το Χαλίκι, για να ενωθούν κι ύστερα μέσα σε πολύ όμορφο βουνίσιο περιβάλλον, διάσπαρτο από μικρά και χαριτωμένα φαράγγια, να κατηφορίσουν ήσυχα για πολλά χιλιόμετρα με ανατολική κατεύθυνση μέχρι τη θέση Τρία Ποτάμια, στην καρδιά του Ασπροποτάμου.

Πριν όμως φτάσει ως εκεί το ρεύμα του ποταμού περνάει από τη θέση του μοναστηριού Παναγιά η Γαλακτοτροφούσα, ενώ λίγο πριν από αυτό συναντάμε το δεύτερο από τα πέτρινα γεφύρια της περιοχής. Το πρώτο υπάρχει κάτω ακριβώς από ο Χαλίκι.

Στα Τρία Ποτάμια στρέφεται νότια και περνάει διαδοχικά κάτω από τα χωριά Πολυθέα, Μηλιά και Τζούρτζια (Αγία Παρασκευή) μέχρι να φτάσει ανενόχλητος και σε ήπια ροή στη μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα του Αλεξίου, που ενώνει τα χωριά του Ασπροποτάμου με το Γαρδίκι. Εκεί πλαταίνει η κοίτη του για πρώτη φορά και δέχεται και τα πολλά νερά από τον παραπόταμο Καμναϊτη, που πηγάζει από το Αυγό της νότιας Πίνδου.

Διασχίζοντας πλέον σε πλατιά κοίτη και με νότια κατεύθυνση τα βουνά της νότιας Πίνδου, μέσα σε πολύ όμορφο θεοκρίτειο περιβάλλον, καταλήγει στη Μεσοχώρα, στη λεκάνη της οποίας έχει δημιουργηθεί το πρώτο από τα μεγάλα φράγματα του ποταμού. Εδώ έχει αλλάξει το τοπίο δραματικά, ενώ η πλημμύριση των νερών έχει βυθίσει κι εξαφάνισε το τρίτο κατά σειρά σπουδαίο γεφύρι του Αχελώου, τη γέφυρα Χατζηπέτρου της Μεσοχώρας.

Όσα νερά γλυτώνουν την κατακράτηση, αλλά και όσα προσθέτονται από τα νέα ρυάκια, δημιουργούν τη νέα ροή που τώρα στρέφεται δυτικά περνώντας κάτω από τα χωριά Αετός και Λαφίνα. Ύστερα ξαναγυρίζει σε νότια πορεία χαράζοντας μια πολύ όμορφη καμπύλη στη θέση Μεσονήσι κάτω από το χωριό Κορυφή. Κατόπιν στενεύει ακόμη περισσότερο μέχρις ότου να φτάσει σε πολύ πλατιά κοίτη κάτω από τα χωριά Τερπνάς, Γκολφάρι, Τετράκωμο και Μεσούντα. Στο σημείο αυτό υπολογίζεται ένα ακόμη φράγμα που θα πνίξει και το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο.

Περνώντας τη γέφυρα από το Μυρόφυλλο για τη Μεσούντα βλέπουμε τη ροή του Αχελώου να στενεύει δραματικά πια κάτω από τις πλαγιές του όρους Χατζή, από τη μεριά της Θεσσαλίας και του όρους Κοκκινόλακκος, από τη μεριά της Αρτας. Εδώ ο Αχελώος βρίσκεται στην πιο άγρια και παρθένα δομή του, αλλά και την πιο εντυπωσιακή από τις στενές διαδρομές του.

Σ’ αυτή τη διαδρομή του ο Αχελώος διατηρεί φυλαγμένα δυό μεγάλα ιστορικά δράματα από τη νεότερη ιστορία του έθνους. Το πρώτο είναι ο μυστηριώδης θάνατος του Άρη Βελουχιώτη, στη χαράδρα του Φάγγου και το άλλο η τραγική ιστορία του πνιγμού τετρακοσίων γυναικόπαιδων (Σουλιωτών) που γκρεμίστηκαν από τις απόκρημνες πλαγιές της μονής Σέλτσου, για να μην πέσουν στα χέρια των τουρκαλβανικών ορδών, τον Απρίλη του 1804.

Λίγο παρακάτω από τις πανέμορφες αυτές διολισθήσεις του Αχελώου έχουμε το μεγαλύτερο από τα περιβαλλοντικά εγκλήματα που διαπράττει – ασύστολα και κατά συρροή – η ελληνική πολιτεία: Τη σφαγή και το ξεπαρθένεμα μιας από τις ωραιότερες βουνίσιες τομές της Πίνδου. Αν τυχόν και φτάσετε ως εκεί, παίρνοντας τη διαδρομή από το Μουζάκι της Καρδίτσας και ταξιδεύοντας προς την Άρτα, θα διαπιστώσετε το μαχαίρι και τις πληγές που επινόησε και εκτέλεσε ο άνθρωπος για να αλλάξει τη ροή μιας φυσικής, (κοσμικής) και θείας δύναμης και λειτουργίας.

Ένα σεληνιακό τοπίο θα ξεδιπλωθεί μπροστά σας, γαρνιρισμένο από αλλεπάλληλες διατομές και σπλαχνικά επίπεδα στα σωθικά της γης.

Ήρεμος πια μετά τη σφαγή και τη διαστροφή που υπέστη ο θεϊκός Αχελώος θα κατηφορίσει με λιγοστό νεράκι προς τα όρη του Βάλτου. Πρώτα όμως θα σκεπάσει ένα από τα πιο ωραία υπολείμματα γεφυριών, την περίφημη Κουτσοκαμάρα, κοντά στη γέφυρα των Πηγών Αρτας. Σε λίγο θα περάσει το ονομαστό στενό της γέφυρας του Κοράκου. Τα πλαϊνά βάθρα του υπάρχουν ακόμη, δίπλα από τις πελώριες ροϊκές τρύπες του εκτροπικού ρήγματος, για να θυμίζουν τον μητροπολίτη Λάρισας Βησσαρίωνα, με έξοδα του οποίου κατασκευάστηκε το 1514, αλλά και την ανατίναξη που του έκαμαν οι αντάρτες, στις 27 Μαρτίου 1949, όταν στριμώχτηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις.

Παράλληλα θα δεχτεί και τα βίαια νερά του Πετριλιώτικου ρέματος, ενός από τους σπουδαιότερους παραπόταμους – υδροφόρους ορίζοντες των Αγράφων, που θα ξεπηδήσουν μες από τα στενώματα του Πετρωτού θυμίζοντας, με την τομή – συμβολή αυτή, πόσο υπέροχη μπορεί να είναι η φυσική πορεία ενός συμπιεσμένου ποταμιού. (παρατηρήστε την αφύσικη ομορφιά του τοπίου με το ετοιμόρροπο τοξωτό γεφύρι του Λιάσκοβου (Πετρωτού), καθώς διασχίζετε τη σιδερένια γέφυρα του Λιασκοβίτικου γαλαζοπράσινου ρέματος).

 

Η γραφική πορεία του Αχελώου συνεχίζεται σε πλατιές και ευρύχωρες κοίτες, διαγράφοντας μια λευκή τομή στα σπλάχνα των βουνών του Βάλτου και των δυτικών Αγράφων. Η πορεία που ακολουθούμε, παράλληλα με την κοίτη του ποταμού από το Μεσόπυργο της Άρτας, μας φέρνει στην πανέμορφη και ιδιαίτερα φροντισμένη γέφυρα του Αυλακιού, σε ένα σημείο πολύ ειδυλλιακό, όπου τέμνονται τέσσερις νομοί της δυτικής Ελλάδας (Άρτα, Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα κι Ευρυτανία).

Το κομψό γεφύρι του Αυλακιού, που κουβαλάει μιαν ωραία ιστορία σχετικά με την κατασκευή του, είναι όμοιο με το επόμενο γεφύρι της Τέμπλας, δέκα χιλιόμετρα παρακάτω, ένα από τα εξοχότερα δείγματα αρχιτεκτονικής κατασκευής πολύτοξων γεφυριών. Θρυλείται ότι το γεφύρι της Τέμπλας κατασκευάστηκε με τον ξυλότυπο (σκαλωσιές κι υποστηρίγματα) του γεφυριού του Αυλακιού, που οι δημιουργοί του έριξαν στο ποτάμι για να διασχίσει τα ήρεμα νερά του Αχελώου και να φτάσει ως την Τέμπλα, όπου τον χρησιμοποίησαν για την ανωδομή του.

Είναι τόσο γερό το πέτρινο γεφύρι της Τέμπλας που και σήμερα ακόμη (τουλάχιστον ως τα 1999, που το πέρασα τελευταία φορά) χρησιμοποιείται και ως αυτοκινητόδρομος που συνδέει τα χωριά της Ευρυτανίας με τα απομονωμένα Βρουβιανά και το απόκρημνο Περδικάκι.

Μετά την Τέμπλα ο Αχελώος δημιουργεί ένα σκηνικό εκπληκτικής μαγείας διανοίγοντας υδάτινο δρόμο ανάμεσα από χαμηλά φαράγγια και κάνοντας απίθανους ελιγμούς μέχρι να βγει στην πρώτη από τις δύο Τεχνητές λίμνες των Κρεμαστών. Περνάει την πολύ ωραία γέφυρα της Τατάρνας και ξανοίγεται πλέον στο πλατύ φράγμα της γαλαζοπράσινης λίμνης των Κρεμαστών.

Σε μια βαθιά πτυχή της λίμνης Κρεμαστών βρίσκεται το θρυλικό γεφύρι του Μανώλη, που άλλοτε είναι βυθισμένο στα νερά της λίμνης, άλλοτε πλέει σαν νησίδα καμαρωτή κι άλλοτε είναι ξεσκέπαστο με τη μοναδική του καμάρα να στέκει σαν ξεδοντιασμένη θυρίδα στο γυμνό βαθύπεδο. Στο ύψος της γέφυρας του Μανώλη εκβάλλει κι ο Αγραφιώτης, παραπόταμος του Αχελώου.

 

Αφήνοντας τη μεγάλη αυτή τεχνητή λίμνη ο Αχελώος ξαναστενεύει μετά το χωριό των Κρεμαστών και τα λουτρά της Μπαλκώνας για να βγει ύστερα από σφηνοειδή πορεία στην επόμενη τεχνητή λίμνη Καστρακίου. Εδώ δέχεται τα νερά και του άλλου μεγάλου και ιστορικού ποταμού, του Ίναχου, και όλα μαζί τα ρεύματα καταλήγουν στο φράγμα του Καστρακίου κι από κει μες από πανέμορφες χούνες στην τεχνητή λίμνη του Στράτου, όπου έχει κατασκευαστεί υδροηλεκτρικό φράγμα στο σημείο της Ψηλής Παναγιάς.

Από εδώ και πέρα αρχίζει το τελευταίο βήμα του Αχελώου, που τουλάχιστον για μια μεγάλη διαδρομή είναι εντελώς αδιάφορο βγαίνοντας πια στην πεδιάδα του Αγρινίου, αφού παύει κάθε γραφικότητα και ομορφιά στη ροή του μέχρι να πλησιάσει στη λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού και να εισχωρήσει στην πολύ εύφορη κοιλάδα του Λεσινίου.

Από την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή κοιλάδα που ο ποταμός τής έχει κληροδοτήσει ένα εκπληκτικό δάσος φράξων, προστατευμένου από διεθνείς συμβάσεις και ρήτρες, καταλήγει στον εύφορο κήπο των Εσπερίδων διασχίζοντας περιβόλια και οπωρώνες και ποτίζοντας χιλιάδες στρέμματα με καλλιέργειες, σε όλο αυτό το φάσμα της αιτωλικής διαδρομής του. Υστερα σφηνώνει ανάμεσα από τα χωριά Νεοχώρι και Κατοχή Μεσολογγίου και με ελικοειδείς πορείες φτάνει έξω από την αρχαία πολιτεία των Οινιάδων, στην οποία κάποτε έφτανε θαλάσσιος δρόμος, γι αυτό εκεί ακόμη υπάρχουν γραφικά νεώρεια και υπέροχοι νεώσοικοι.

Μετά τις Οινιάδες ο Αχελώος ξαποσταίνει κυλώντας ήσυχα και σταθερά, δημιουργεί υγρές και ποικίλες λεκάνες απορροής, με παράλληλη ανάπτυξη ελωδών τοπίων, αφού γίνεται πλωτός μεν αλλά και στάσιμος και συνεπεία αυτού εντομοφόρος.

Σαρώνοντας την περιοχή προς τα έλη και τους βάλτους του όρμου Διόνι και το σύστημα των εκβολών απέναντι από την Οξειά, – ένα πολύ εντυπωσιακό ψηλό ξερονήσι -, διαπιστώνουμε ότι ολόκληρο το σκέλος της εκβολικής λεκάνης του Αχελώου είναι, πέρα από την ελώδη του σύσταση και δομή, ένα ιδιαίτερα σημαντικό περίγραμμα οικοτοπίας και υδροφορικού πλούτου, που συνιστά μια από τις πλέον γόνιμες ποτάμιες πεδιάδες του παράκτιου ελληνικού τοπίου.

Εδώ έχουν τα τσαρδάκια τους αρκετοί ψαράδες που ασχολούνται με την αλιεία τόσο μέσα στη λεκάνη των ποτάμιων προσχώσεων όσο και απέξω από αυτή. Το τελευταίο αυτό κομμάτι του εκβολικού πυρήνα του Αχελώου ανήκει στο Δήμο της Ιεράς Πόλης του Μεσολογγίου και βρίσκεται απέναντι από το νησιώτικο σύμπλεγμα των Εχινάδων Νήσων, που αποτελεί και το νοτιότερο ανάπτυγμα της ιόνιας θαλάσσιας λεκάνης.

 

Ολες αυτές οι διαδρομές και οι έρευνες του τοπίου, για να γίνουν, μου πήραν ένα ευρύ χρονικό φάσμα που ξεπερνάει τα είκοσι χρόνια. Εγιναν τεμαχιστά σε διάφορες εποχές και με καιρικά συμπτώματα που ευνοούν την αποτύπωση και τις διασχίσεις. Πολλά κομμάτια των διαδρομών έγιναν με πορείες ανάμεσα από φαράγγια, άλλα διασχίστηκαν με φουσκωτές βάρκες (όπως του πάνω ρου του Αχελώου, κάτω από τη Μηλιά ή του χαραδρωτού τμήματος της Τέμπλας, στα οποία εξειδικεύονται εταιρίες από τα Τρίκαλα και την Αθήνα), αλλά κι άλλες διαδρομές με κολύμπι, ειδικά ανάμεσα στο τμήμα Αυλακιού – Τέμπλας. Το πιο ωραίο όμως σύμπτωμα των διαδρομών μου υπήρξε ο εντοπισμός, η προσέγγιση και η διάσχιση των πολλών πανέμορφων γεφυριών του ποταμού. Ισως αυτή η εμπειρία να ήταν και η πιο καταλυτική στη γνωριμία μου με τον Αχελώο.

Θέλω να πιστεύω ότι δεν άφησα κανένα τοξωτό ή άλλο πέτρινο γεφύρι απερπάτητο, αλλά και καμία άλλη ομορφιά που να μη δοκίμασα σε όλη τη διάσχιση του ποτάμιου ανύσματος. Ίσως να μου διέφυγε κάποια λεπτομέρεια, όπως αυτή του φαραγγιού της Κώστιανης, στο βύθισμα των Βερούσιων πλαγιών, αλλά δεν είναι δυνατό να περιληφθούν σε αυτό το αφιέρωμα όλες οι πληροφορίες από τη γνωριμία, τις εμπειρίες και το πέρασμα του Αχελώου.

Το κάθε κομμάτι του Αχελώου από τα αρχικά του καμώματα στη Βερλίγκα μέχρι τις ροϊκές δίνες στα Τρία Ποτάμια και τα στενέματα στο Χατζή και την Τατάρνα, αλλά και τις εκβολές του στις Εχινάδες Νήσους, είναι τόσο διαφορετικό με τα άλλα και με τέτοιες άπειρες ποικιλίες και παραλλαγές, που ασφαλώς κανένα άλλο ποτάμι στην ελληνική επικράτεια δεν διαθέτει.

 

(1)  Ησίοδος, Θεογονία.

(2)  Τα πρώτα αμπέλια της γης φυτεύτηκαν δίπλα από τις όχθες του Αχελώου από τον Οίνο ή Οινέα, βασιλιά της Αιτωλίας (ή Καλυδωνίας), ο οποίος ανακάλυψε και τον πρώτο χυμό σταφυλιού (του Βότρυος). Τον Βότρυ βρήκε ο βοσκός Στάφυλος και τον πρόσφερε στον Βάκχο που ήταν φιλοξενούμενός του και από τον οποίο έμαθε να καλλιεργεί το αμπέλι.

 

back-button
next-button
axelwos axelwos_1 axelwos_2 axelwos_3 axelwos_4 axelwos_5 axelwos_6 axelwos_7 axelwos_8 axelwos_9 axelwos_10 axelwos_11 axelwos_12 axelwos_13 axelwos_14 axelwos_15 axelwos_16 axelwos_17 axelwos_18 axelwos_19 axelwos_20 axelwos_21
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories