home Άρθρα Αχελώος – Αναζητώντας τη Μονή του Σέλτσου
Αχελώος – Αναζητώντας τη Μονή του Σέλτσου

Eίναι κάποιες διαδρομές στην Ελλάδα που έχουν ξεχωριστό όραμα και χρώμα και προκαλούν μιαν αναστάτωση στο νευρικό σύστημα της αναζήτησης. Θέλω να πω ότι σε ορισμένες από τις περιοχές της χώρας μας ανεβαίνει περίεργα το θερμόμετρο της επιθυμίας, αλλά και της έντονης ανησυχίας σαν να πρόκειται κάτι απροσδόκητο να συμβεί, καθόσον αφορά τη μορφολογία και το ύφος της τοπιογραφίας, που καθιστούν την περιοχή όχι μόνο ελκυστικότερη, αλλά και μυστηριακή.
Από αυτές τις περιοχές μπορώ να πω ότι τέτοια συναισθήματα γεννούν ορισμένα από τα νησιά των Κυκλάδων, οι ασύμβατες ακτογραμμές της νότιας Κρήτης, η περιοχή του ανατολικού Ζαγορίου, η Λακωνική χερσόνησος, η απέραντη παράκτια ζώνη της Ιόνιας Πελοποννήσου και η μυστηριακή πλευρά του Αχελώου, από τις πηγές του ίσαμε την εκβολή του στο Αιτωλικό Δέλτα.

Κείμενο: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Φωτογραφίες: Κυριάκος Παπαγεωργίου
Αχελώος  – Αναζητώντας τη Μονή του Σέλτσου
Κατηγορίες: Μνημεία
Προορισμοί: ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Καρδίτσα

Eίναι κάποιες διαδρομές στην Ελλάδα που έχουν ξεχωριστό όραμα και χρώμα και προκαλούν μιαν αναστάτωση στο νευρικό σύστημα της αναζήτησης. Θέλω να πω ότι σε ορισμένες από τις περιοχές της χώρας μας ανεβαίνει περίεργα το θερμόμετρο της επιθυμίας, αλλά και της έντονης ανησυχίας σαν να πρόκειται κάτι απροσδόκητο να συμβεί, καθόσον αφορά τη μορφολογία και το ύφος της τοπιογραφίας, που καθιστούν την περιοχή όχι μόνο ελκυστικότερη, αλλά και μυστηριακή.

Από αυτές τις περιοχές μπορώ να πω ότι τέτοια συναισθήματα γεννούν ορισμένα από τα νησιά των Κυκλάδων, οι ασύμβατες ακτογραμμές της νότιας Κρήτης, η περιοχή του ανατολικού Ζαγορίου, η Λακωνική χερσόνησος, η απέραντη παράκτια ζώνη της Ιόνιας Πελοποννήσου και η μυστηριακή πλευρά του Αχελώου, από τις πηγές του ίσαμε την εκβολή του στο αιτωλικό δέλτα.

Κι επειδή η πέραν της Αργιθέας περιοχή για τους περισσότερους αποτελεί terra incognita, καθώς εκεί νομίζουν πως τελειώνει ο πλούσιος κύκλος και το ογκώδες περίγραμμα των βόρειων Αγράφων, σήμερα θα διασχίσουμε αυτό το άγνωστο τοπίο, ψαχουλεύοντας τα κρυμμένα μυστικά του.

 

Η διαδρομή μας ως τις εσχατιές των Αγράφων ξεκινάει από το Μουζάκι και το ωραίο δάσος που απλώνεται κατά μήκος του παραποτάμιου δρόμου, καθώς κινούμαστε σ’ αυτό τον νευραλγικό άξονα για την Άρτα. Ανεβαίνουμε τις πλαγιές των πρώτων λόφων της ορεινής Αργιθέας. Αφήνουμε αριστερά μας την πρώτη διασταύρωση για τη λίμνη Πλαστήρα και παίρνουμε το δρόμο για το σπουδαίο ορεινό ανάγλυφο που υψώνεται ολομπροστά μας. Ύστερα χανόμαστε στις δαιμόνιες πρασινάδες που απλώνονται πυκνές και ελισσόμενες στο παραπλάι του στενού ασφάλτινου οδοστρώματος. Ξαναφήνουμε αριστερά μας τον άλλο δρόμο που τραβάει για το Πευκόφυτο, το Βλάσι, το Πετρίλο και τη Μονή Σπηλιάς και ανηφορίζουμε, με έντονες πια κλίσεις, σε διαρκείς φουρκέτες για το ψηλό διάζωμα της Αργιθεάτικης ζώνης.

Οι υψομετρικές διαφορές είναι πλέον μεγάλες και η θέα όλο και κόβει μονέδα. Συναρπαστική ανηφόρα αποκαλύπτει μιαν αέναη ομορφιά σε μια διαδρομή πρωτόγνωρης ορεογραφίας που θέλει ασφαλώς ιδιαίτερη προσοχή. Οι στροφές είναι ατέλειωτες καθώς βρισκόμαστε πια σε γυμνά υποαλπικά πρανή, από όπου η στυγνή επικράτεια της πλούσιας πέτρας δεν αφήνει περιθώρια για νοσταλγικά ταξίδια στην περιπέτεια της γνώσης και της ομορφιάς.

 

Οι σκέψεις αυτές από την ενατένιση της σκληρής πέτρας του μεγαλύτερου ορεινού διάσελου του κεντρικού ελλαδικού κορμού φεύγουν γρήγορα καθώς προσεγγίζουμε το Τύμπανο, μιαν έξαρση απ’ όπου σηκώνεται στο πιο βόρειο τεύχος των Αγράφων η ωραιότερη θέα της νότιας Πίνδου.

Υστερα αρχίζει ο συνεχής, δαιμόνιος και απολαυστικός κατήφορος για την καρδιά της Αργιθέας. Τα δάση ντύνονται με πολύφωτα και φανταιζί φορέματα, ενόσο οι οξιές κοκκινίζουν, οι θάμνοι παίζουν ανάμεσα στο χρυσό και στο αργυρό μετάλλιο και τα σφεντάμια πυρώνονται από τις μοναδικές τους φωτιές πλάϊ στις ασημόχρωμες βελανιδιές.

Περνάμε την καρδιά της Αργιθέας, ένα σχετικά ερημοποιημένο χωριό, στο μυχό της μεγάλης χαράδρας που αρχίζει να σχηματίζεται κατεβαίνοντας από το Τύμπανο των Αγράφων. Ο δρόμος για τέσσερα χιλιόμετρα πηγαίνει παράλληλα με τη χαράδρα της Αργιθέας έως ότου καταλήξει στην Αγορασιά, τελευταίο σταθμό ανεφοδιασμού, σε νερό και τρόφιμα.

Υστερα από μερικές κατηφορικές στροφές φτάνουμε στο μεγάλο ρέμα που το περνάει καινούργια γέφυρα, έπειτα από την οποία υπάρχει η τελευταία σημαντική διασταύρωση πριν από τον Αχελώο. Ευθεία ο δρόμος οδηγεί σε τέσσερα χιλιόμετρα στο Ανθηρό, όπου και τερματίζει η ασφάλτινη διαδρομή, ενώ το αριστερό παρακλάδι αποκαλύπτει μιαν περιοχή απόμακρη και μυστική, με συναρπαστική οδήγηση και ιδιαίτερα εντυπωσιακή θέα προς τα βουνά των δυτικών Αγράφων.

Σε μια συγκεκριμένη θέση, καθώς διατρέχουμε τα χιλιόμετρα προς τον Αχελώο, σταθμεύουμε, για να θαυμάσουμε από ψηλά, σαν από αεροπλάνο, το κομψό γεφύρι του Τριζώλου στον παραπόταμο Πλατανιά του Αχελώου, λίγο πριν ενωθεί με το Κουμπουργιανίτικο ρέμα.

Σύντομα περνάμε από ένα αμιγές δάσος βελανιδιάς, ενώ παράλληλα με μας πολύ χαμηλά διατρέχουν την περιοχή ρέματα και ποτάμια με αρκετό νερό που οι κοίτες τους μαιανδρίζουν υπέροχα στις ρίζες των ορθοπλαγιών.

Μπαίνουμε πια στην αληθινή επικράτεια του Αχελώου με τους γαλαζοπράσινους παραπόταμους, τα μεγάλα και δαπανηρά έργα της εκτροπής που έχουν στιγματίσει το αυθεντικό τοπίο της νότιας Πίνδου με τις τρύπες που άνοιξαν στα σωθικά της φύσης.

 

Εδώ ανοίγουμε μικρή παρένθεση για μια μεγάλη ντροπή. Το έργο της μεγάλης ψευτιάς. Ολες οι κυβερνήσεις από τότε που επινόησαν και συνέλαβαν το “εμπνευσμένο” έργο της εκτροπής του Αχελώου, ως τα σήμερα που σπαράσσονται στην ποδιά των πολιτικάντηδων της Θεσσαλικής ενδοχώρας, έχουν αναφανδόν ταχθεί υπέρ του έργου και ξεφωνίζουν πως το έργο θα ξεδιψάσει τη θεσσαλική πεδιάδα.

Ας είναι καλά εκείνοι οι ανώνυμοι σύμβουλοι του μεγάλου ακυρωτικού μας δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικρατείας, που στέκεται αμετακίνητος φρουρός της εθνικής οικολογίας και στοχάζεται πως σε κάθε επιμέρους στραπατσάρισμα του ορεινού πλούτου της χώρας διακυβεύεται η μέγιστη υπόληψη της ζωής των ανθρώπων και η τιμή του φυσικού τοπίου.

Οι αθεόφοβοι επιμένουν ακόμη και σήμερα ότι θα ξεδιψάσει η Θεσσαλία και τα στεγνά της χωράφια θα πλουτίσουν από τα νάματα του Αχελώου, χωρίς ποτέ να μάς λένε τι γίνονται τα νερά των πλημμυρίδων, όταν έρχονται εκείνες οι θεόσταλτες καταιγίδες, έμφορτες από πλούσια υδάτινα δώρα, για να ξεφορτώσουν την επουράνια ευτυχία τους στον θεσσαλικό κάμπο.

Γιατί τα νερά αυτά δεν ξεδιψούν την πεδιάδα ή τέλος πάντων πού χάνονται και γιατί δεν τα αποθηκεύουν για να τα έχουν σε ώρα ανάγκης;

Ο υδροφόρος ορίζοντας, μας λένε, στέρεψε και στέγνωσε ο κάμπος. Αλλά δόξα τω θεώ, ο χειμώνας σταλάζει μπόλικο θησαυρό, που όμως οι επιτήδειοι τον αφήνουν να πάει στράφι….

Είναι προς τιμή της εφημερίδας της Λάρισας Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ που δημοσίευσε στους πονηρούς καιρούς της εκτροπής ολοσέλιδο άρθρο – ανάλυση Λαρισαίας υδροβιολόγου για τη χαμένη τιμή των νερών του Θεσσαλικού κάμπου.

Κοντολογίς αφήνουμε να πάει χαμένο το νεράκι του θεού και ψάχνουμε να σωθούμε με το νεράκι του “διαβόλου”. Που “διάβολος” στην προκειμένη περίπτωση είναι ο διεστραμένος επιστημονισμός κάποιων νεοεγκέφαλων που ασφαλώς και στοχάζονται πώς θα κατανείμουν την αύρα και τη δρόσο του φέροντος νάματος για να τσεπώσουν τα ανομολόγητα αργύρια της ντροπής.

 

Εν πάση περιπτώσει διανύουμε ακόμα μια φάση εντροπής της θρυλικής εκτροπής του σπουδαιότερου ποταμού της χώρας, του Ασπροπόταμου.

Δε γίνεται αλλιώς, να μη γεννιούνται αυτές οι πικρές έως αχώνευτες σκέψεις, την ώρα που διασχίζουμε το Λιασκοβίτικο ρέμα πάνω από τη σιδερένια γέφυρα περνώντας πλάι από το θαυμάσιο πέτρινο τοξωτό γεφύρι του Λιάσκοβου, κάτω από το οποίο βοά το εγγενές θησαυροφυλάκιο των ονειρικών νερών. Σε λίγο όμως κι αυτό το έξοχο γεφύρι θα πνιγεί μέσα στον ταμιευτήρα των έργων εκτροπής, όπως καταποντίστηκε και η περίφημη Κουτσοκαμάρα λίγο πιο κάτω.

Ανηφορίζουμε μες από δάσος πλατύφυλλων εστιάζοντας το βλέμμα της απορίας στον οργασμό των τεχνικών έργων. Απέναντί μας ξεχωρίζουν τα πρώτα σπίτια του Πετρωτού (Λιάσκοβο) και ο απόκρημνος δρόμος που φεύγει βόρεια από το χωριό για να διαγράψει μιαν εκπληκτική πορεία διασχίζοντας από ανατολικά πάνω από την κοίτη του Αχελώου απομονωμένα χωριουδάκια, όπως το Τρίλοφο, την Καλή Κώμη και τα Ελληνικά.

 

Αχελώος! Ένα όνομα αρχαιοεληνικό: Αχ είναι αρχαιοελληνική ρίζα που σημαίνει νερό και λώων, ο καλύτερος, το ποτάμι δηλαδή που τρέχει το καλύτερο νερό. Πώς αυτό το ποτάμι, που από τους αρχαίους θεωρούνταν το καλύτερο από όλα τα άλλα, να καταντήσει σήμερα, μεκελλεμένο από τα ανθρώπινα χέρια, ως το χειρότερο ποτάμι της χώρας;

Δε βλέπουμε λόγου χάρη τι κάνουν και πώς αξιοποιούν οι ευρωπαίοι τα ποτάμια τους και μάλιστα εκείνα που λόγω θέσης, ροής και ποιότητας θεωρούνται αξιόλογα και γραφικότερα; Τα στολίζουν με γέφυρες, βελτιώνουν τις κοίτες, τα πλαισιώνουν με άλση, τα χαρίζουν στους πληθυσμούς, να τα βαδίζουν και να τα χαίρονται… Κι ας είναι μαύρα κι άραχλα…

Όμως ετούτον εδώ τον Ασπροπόταμο (όπως τον βάφτισαν οι Βλάχοι), που πηγάζει από τη Βερλίγκα του Λάκμου και διατρέχει τη μισή Ελλάδα δημιουργώντας μιαν εκπληκτική πορεία και σχηματίζοντας στο τέλος μια λεκάνη απίστευτης ομορφιάς και ζωής, στην Μπούκα, την πεδινή και παραθαλάσσια Αιτωλία, απέναντι από τις Εχινάδες Νήσους, ποιος καλός Ελληνας τον σκέφτηκε ή τον μελέτησε ποτέ; Στη χώρα των Λαιστρηγόνων, ο γιγαντισμός των έργων στο μυαλό των τεχνοκρατών που όλα τα ισοπεδώνει, δεν άφησε τον Αχελώο να παραμείνει μνημείο της Ιστορίας και της Αισθητικής…

 

Κατηφορίζουμε την πλαγιά ως το μυχό της σακατεμένης κυκλοφορίας του ποταμού. Εδώ πρέπει να πούμε ότι την περιοχή είχαμε βαδίσει, πριν αρχίσουν οι τομές και οι σφαγές του τοπίου, βαδίζοντας ως τη Μονή Σέλτσου μες από δασύσκια μονοπάτια κι υπέροχες διαδρομές που ήταν για μας μια μοναδική κληρονομιά της ιστορίας και της φύσης…

Ωστόσο περνάμε την αλλαγμένη κοίτη και την ίδια στιγμή μας σταματάει ο φύλακας της Πύλης. Τι θέλουμε εδώ, στην καρδιά των έργων; Μήπως είμαστε ληστές, κουρσάροι, χρυσοθήρες, μήπως αρχαιοκάπηλοι, μπας κι είμαστε τίποτες αποτέτοιοι… (όπου αποτέτοιοι είναι οι καταστροφείς της σύγχρονης ανάπτυξης της χώρας);

Oχι, φίλε, ψάχνουμε ένα μοναστηράκι, εδώ κοντά πρέπει νάναι…”

Ποιο μοναστήρι, εδώ δεν υπάρχει μοναστήρι, εδώ η περιοχή ανήκει στη ΔΕΗ και ξέχασε τα μοναστήρια…

Εν πάση περιπτώσει, θέλουμε να περάσουμε ως το δρόμο που έρχεται από τις Πηγές της Αρτας, για να βρούμε τη διαδρομή για το Σέλτσο…

Με χίλια παρακάλια, (στην ορεινή πατρίδα μας) ο υπάλληλος της ΔΕΗ μας άφησε να περάσουμε και ν’ ανεβούμε μες από σκαμμένα σπλάχνα γης, κομμένα δέντρα, και σάρες που έφκιαξε το λεπίδι των μηχανημάτων της ΔΕΗ, ωσότου συναντήσουμε το δρομάκι που έρχεται από το χωριό Πηγές και με βόρεια κατεύθυνση οδηγεί ύστερα από οκτώ χιλιόμετρα στην άκρη του Νεγκόζη, σε μια αλάνα – μπαλκόνι απέναντι στις κορυφές της νότιας Πίνδου.

Ολη η χωμάτινη διαδρομή που ακολουθεί τη σπαστή ροή του ποταμού γίνεται επάνω στην τέφρα της σφαγμένης πλαγιάς του βουνού και μόνο στο βάθος μπροστά μας, με βορειοανατολική κατεύθυνση, ξαναγλυκαίνει το ορεινό τοπίο κι αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι δαντέλες κι οι κυματισμοί των κορυφογραμμών της Νότιας Πίνδου.

Αν αμολήσουμε όμως το βλέμμα μας χαμηλά και εντελώς νότια και ανατολικά θα δούμε τις απίθανες εκείνες γαλαρίες που γίναν για να ρουφήξουν τα νάματα του Αχελώου και να τα στείλουν μες από τα σωθικά των βουνών στις υδάτινες καλλιέργειες των Θεσσαλών.

Από τη μελαγχολία σιγά – σιγά ξαναβρίσκουμε το κουράγιο μας κι η θέληση να σκαρφαλώσουμε στις αμόλευτες πλαγιές των βουνών ξαναζωντανεύει, καθώς από τα βάθη χαράζει η απείραχτη ομορφιά των Βερούσιων (1.775 μ.) κι η κορδέλα του όρους Χατζή (2.038 μ.).

Φτάνοντας στη στερνή εξοχική προβολή του δρόμου ένα μεγάλο μπαλκόνι μας επιτρέπει να θεωρήσουμε σε βάθος την πορεία του Αχελώου, το στενό φαράγγι του Κώστιανου και συνάμα να εποπτεύσουμε την εκπληκτική θέση της μονής του Σέλτσου, επάνω σε ένα αντέρεισμα του Κοκκινόλακκου. Ο Κοκκινόλακκος (1.795 μ.) μια παραφυάδα των Τζουμέρκων, κρύβει από τα αγοραία βλέμματα τη μονή σε μια απόκρημνη πλαγιά του. Από τα δυτικά χάσματα της οροσειράς του Νεγκόζη κατεβαίνει ορμητικός ο Γκούρας, παραπόταμος του Αχελώου, που χωρίζει στα δύο το βουνό και σφραγίζει μοναδικά τις απάτητες γωνιές και πτυχώσεις των χειμάρρων του, που τις καθιστά αδιάβατες και παρθένες.

Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε ως την αυλή της μονής. Περνάμε από δασωμένους λόφους κι έναν θορυβώδη χείμαρρο πριν πάρουμε το μονοπάτι που καλαίσθητα φιλοτεχνήθηκε για να μας εισάγει στα μυστήρια της μονής.

Η κατηφόρα σταματάει στα προπύλαια του παλιού ιστορικού μοναστηριού, που σημαίνονται από μια περίτεχνη αυλόθυρα κι ένα μοναδικό πουρνάρι που χρησιμοποιείται για καμπαναριό. Το πρώτο που κάνουμε είναι να καμπανίσουμε για ν’ ακουστεί στα πέρατα του Αχελώου η ζωή που δονείται ξανά σε τούτο το τραγικό σημείο της νεοελληνικής Ιστορίας.

 

Η καμπάνα που κρέμεται από ένα γερό κλαδί του πουρναριού μοιάζει με ένα πελώριο χάλκινο ρολόϊ κι ο μπρούτζος της εξωτερικής επιφάνειας αφήνει να ξεθαμπίζει το σκάλισμα λίγων γραμμών που συνθέτουν τη δραματική πορεία των γεγονότων της 28ης Απριλίου του 1804.

Είναι αφιερωμένη από τους επίγονους της μεγάλης οικογένειας των Μποτσαραίων του Σουλίου στον ένδοξο πρόγονό τους Κίτσο Μπότσαρη που παρέλαβε εκείνη τη δραματική μέρα της εξόδου από το Σούλι τα γυναικόπαιδα των Σουλιωτών και τα οδήγησε μες από χούνες, ρεματιές και μυτίκια κορυφών της χερσώας πατρίδας στην εσχατιά της νότιας Πίνδου, πάνω από τον Αχελώο, όπου κούρνιαζε το ασφαλές, όπως νόμιζαν, μοναστήρι του Σέλτσου. Στο μοναστήρι κλείστηκαν πάνω από χίλιοι φυγάδες, για να γλυτώσουν από τη μανία του Αλή.

Όμως η θέση του μοναστηριού, η λύσσα του Αλή και τα γεγονότα που ακολούθησαν δεν επέτρεψαν στους φυγάδες, που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι από τους διώκτες του Πασά των Ιωαννίνων στο μικρό αυτό μοναστηράκι του Σέλτσου να διασωθούν. Μετά από πολιορκία τριών μηνών το μοναστήρι κυριεύτηκε με μπαμπεσιά και στην ηρωϊκή έξοδο που επιχείρησαν οι Σουλιώτες έγινε η μεγάλη σφαγή. Πολλοί ορκίστηκαν να μην παραδοθούν στις ορδές των Τουρκαλβανών. Και μπρος στο δίλημμα “εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα”, προτίμησαν τον γκρεμό και τσακίστηκαν στις απόκρημνες και κοφτερές ορθοπλαγιές της κοίτης του Αχελώου. Πνίγηκαν οι περισσότεροι, περίπου εκατόν εξήντα νοματαίοι. Ελάχιστοι διέσχισαν το ποτάμι και σώθηκαν περνώντας στη Θεσσαλία από το περίφημο γεφύρι του Κοράκου (1)

Οι σελίδες της αιματηρής ιστορίας που γράφτηκαν εδώ στο Σέλτσο είναι πιο τραγικές και από του Ζαλόγγου, όπως αναφέρει ο Περραιβός, αλλά και ο Πουκεβίλ που έζησε τα γεγονότα την εποχή αυτή, τα ιστορεί με δραματικήν απόχρωση:

Μία ηκούσθη φωνή, ν’αποθάνωμεν…και αυτομάτως πλέον των διακοσίων γυναικών, εναγκαλισθείσαι τα τέκνα αυτών, κρημνίζονται και αφανίζονται εν σμικρώ εν τοις ορμητικοίς του Αχελώου ύδασι…” (Πουκεβίλ, Α’135), αλλά…

…η γέφυρα του Κοράκου θα υπενθυμίζει για πολύν καιρό τα τελευταία τέκνα του Σουλίου που χάθηκαν το 1804 στις όχθες του Αχελώου. Οι δύστυχοι! Εδώ έπρεπε να είχε στηθεί ένα μνημείο γι αυτούς, που να υπενθυμίζει τη θυσία και το θάνατό τους. Ωστόσο δεν τους πρόσφεραν τίποτα άλλο παρά μια αιματηρή σελίδα στην ιστορία της Ελλάδας”. (2).

-Πού είσαι, καημένε Πουκεβίλ, να ιδείς τι “μνημείο” έχουν στήσει οι νεοέλληνες στη θυσία των Σουλιωτών και ποιό είναι το αντίδωρο στον Αχελώο…

 

Στη μνήμη λοιπόν των Σουλιωτών είναι αφιερωμένη η εντυπωσιακή αυτή καμπάνα της μονής, που απέχει πενήντα μέτρα από το κυρίως καθολικό.

Αλλά εκεί κατά τη δυτική άκρη της μονής, αυτή που έχει μέτωπο στον γκρεμό και ατενίζει την οδό της διαφυγής διακρίνω ωστόσο σήμερα ένα λιτό και χαρακτηριστικό γυναικείο πρόσωπο από μέταλλο, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια και στα ζυγωματικά. Κάποιος αφελής κι αισθαντικός τοπιολάτρης που έμαθε το κακό με τα γυναικόπαιδα φιλοτιμήθηκε κι από μόνος του φιλοτέχνησε αυτό το σουλιώτικο μπούστο στην άκρη του περίβολου του μοναστηριού.

Ο ναός ιδρύθηκε το 1697 όπως φαίνεται από την κτητορική επιγραφή που υπάρχει στο υπέρθυρό του και γιορτάζει την 23η Αυγούστου, αλλά είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Είναι δε μετόχι της μονής Ροβέλιστας.

Από τα κτίσματα της μονής ακέραιος σώζεται μόνο ο ναός, ενώ γύρω του τα κελλιά είναι ερειπωμένα, εκτός από ένα που αναστηλώθηκε πρόσφατα.

Είναι μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική αθωνίτικου μάλιστα τύπου. Αντί για τρούλο έχει εγκάρσιο σκαφοειδή θόλο, ο οποίος εξωτερικά εμφανίζεται ως ορθογώνιο υπερώο.

Εσωτερικά οι τοίχοι του ναού είναι κατάγραφοι από εικόνες σπάνιας τέχνης, οι οποίες σώζονται σε άριστη μάλιστα κατάσταση. Επίσης εξαιρετικό είναι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο που διαθέτει πλούσιο διάκοσμο και χρονολογείται από τα τέλη του 17ου αιώνα.

 

Πατάμε με τις άκρες των ποδιών μήπως και στραπατσάρουμε τη μνήμη των νεκρών. Γυροφέρνουμε επί ώρα το υπέροχο πέτρινο μοναστήρι που στέκει αλώβητος φρουρός πάνω από τη μεγάλη χωσιά του Αχελώου. Με κομμένη την ανάσα παρατηρούμε το στίγμα του μοναστηριού, να βρίσκεται στην καρδιά ενός τεράστιου πλέγματος από πέτρινα κυματιστά βουνά που ορθώνονται γύρω του. Κι εκείνο, στην άκρη του γκρεμού, σε έναν πολύ εντυπωσιακό εξώστη χτισμένο, μοιάζει να σηκώνει ανθρώπινο ανάστημα στη μέση μιας αχανούς βουνοπλημμύρας, στο μυχό της οποίας φιδοσέρνεται ο υπέροχος ρους του Ασπροπόταμου.

Από κάτω ανεβαίνει το τρομαχτικό βουητό του ποταμού. Από αριστερά μας τυφλώνει το χάσμα του Γκούρα κι από πάνω κατεβαίνει απότομη και κατάμαυρη η ορθοπλαγιά του Κοκκινόλακκα, ο ένας από τους τρεις μητρικούς βραχίονες του Νεγκόζη. Στη μέση λοιπόν όλων των αντιξοοτήτων στέρεο και στιβαρό το ολοπέτρινο μοναστήρι του Σέλτσου. Ισως τέτοια θέση για μοναστήρι δύσκολα μπορεί κανείς να εντοπίσει στον ελλαδικό χώρο.

Άλλο τόσο δύσκολη ήταν και η διαδρομή των τριών ωρών από το πλησιέστερο κατοικημένο σημείο, από όπου έπρεπε να μεταφερθούν υλικά και εφόδια πριν ανοιχτούν οι δρόμοι και πληγιάσει από τα οχήματα της ΔΕΗ το αμάλαγο τοπίο της αρτινής ενδοχώρας.

Χαρακτηριστικό για τη δυσπλασία και το άβατο της θέσης του μοναστηριού είναι και το σχετικό απόσπασμα του μητροπολίτη Φαναριοφαρσάλων Ιεζεκιήλ που το 1930 επισκέφτηκε πεζή το μοναστήρι:

Η οδός είναι λίαν επικίνδυνος, κάτωθεν ηπλούτο άβυσσος, άνωθεν έπιπτον κυλιόμενοι λίθοι, το υπάρχον δε μονοπάτι δεν είχε πλάτος ουδέ παλάμης χειρός. Ομολογώ ότι εβαδίζαμε αποκαρδιωμένοι, μετά φόβου, επί τρίωρον οδοιπορούντες…” (3).

Σε αυτή λοιπόν την άβατη γωνιά της παραχελωϊδας Πίνδου, ζωσμένη από παρθένα, απόκρημνα και δύσβατα βράχια εντοπίστηκε από κάποιους ανώνυμους μοναχούς η θέση που θα χτίζονταν ένα μικρό μοναστηράκι, που ευτυχώς έμεινε για πάντα μικρό, αλώβητο και μακριά από τα βλέμματα και τις ορέξεις των προυχόντων στο πέρασμα των χρόνων, φυλάγοντας άσβεστη τη φλόγα της ιστορικής και γεωγραφικής του οντότητας.

Κι επειδή σήμερα βρίσκεται έξω από τις ταξιδιωτικές προτιμήσεις και τα συνηθισμένα ενδιαφέροντα των περιηγητών, το μοναστήρι του Σέλτσου, διατηρεί μιαν ασφαλισμένη και συνάμα αδήλωτη παρουσία στον άγνωστο κόσμο της ελληνικής ενδοχώρας.

Η διαδρομή όμως ως εκεί μοιραία πληγώνει τον επισκέπτη και τον αναγκάζει, σα φτάσει ως το μοναστήρι, να μοιρολογεί για το απίστευτο θράσος των νεοελλήνων να αλλοιώσουν τη δομή και τη σύσταση του δοσμένου θεϊκού τοπίου για να πλουτίσουν τις αδηφάγες και παραπλανητικές τους ορέξεις. Με ψεύτικα οράματα και λόγια μεγάλα…

 

Βιβλιογραφία:

1.- Περραιβός, Ελληνική Επανάσταση

2.- Φρανσουά Πουκεβίλ. Ταξίδι στην Ελλάδα, ΗΠΕΙΡΟΣ, σελ.334, μετάφραση Παναγιώτα Κώτσου.

3.- Κώστας Τσίπηρας, Στα Ελληνικά Βουνά. Εκδόσεις Λιβάνη

Δημήτριος Καραπάνος, Αντίο Καπετάνιε. Εκδόσεις Φιλίστωρ.

Εφημερίδα Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

back-button
next-button
axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_1 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_2 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_3 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_4 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_5 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_6 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_7 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_8 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_9 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_10 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_11 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_12 axelwos----anazitwntas-ti-moni-tou-seltsou_13
Close Καλάθι Αγορών
Close
Close
Categories